του Βλάση Αγτζίδη
Στο συλλογικό έργοΟι δρόμοι των Ελλήνων” συνέγραψα το κείμενο για τους Έλληνες στην Π.Γ.Δ.Μακεδονίας.
Η ένταση μεταξύ των δύο χωρών και το ανεπίλυτο πρόβλημα με την οριστική ονομασία της νέας αυτής χώρας, δημιούργησαν εντάσεις

και αύξησαν τις προκαταλήψεις και στις δύο πλευρές των συνόρων. Η υποχώρηση του σλαβομακεδονικού εθνικισμού, που εκτιμώ ότι είναι η κύρια πηγή έντασης, και ο έντιμος συμβιβασμός ανάμεσα στις δύο χώρες,  θα επιτρέψει την ψύχραιμη αποτίμηση του παρελθόντος. Παράλληλα, θα κατευνάσει τα πνεύματα, θα περιορίσει τον  ένθεν κακείθεν εθνικιστικό εξτρεμισμό,  θα επιδράσει ευνοϊκά στις  ανθρώπινες κοινότητες που παραμένουν μέχρι σήμερα και   διεκδικούν και στις δύο χώρες τα στοιχειώδη δικαιώματα, όσον αφορά το σεβασμό της ταυτότητάς τους. Παρακάτω παραθέτω το πλήρες κείμενο όπως το κατέθεσα στους εκδότες.

Οι  Έλληνες της FYROM
Ένα από τα πλέον άγνωστα τμήματα των εκτός Ελλάδας Ελλήνων, είναι αυτό που κατοικεί στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας. Το πολιτικό αδιέξοδο στις σχέσεις με την Ελλάδα, η ιδεολογία του μακεδονισμού και η παραδοσιακή έλλειψη ενδιαφέροντος τόσο από το ελληνικό κράτος όσο και από την ακαδημαϊκή κοινότητα, συνέβαλαν στην άγνοια της ιστορίας τους αλλά και της σύγχρονης παρουσίας τους.
Κατά το 19ο αιώνα, πριν την έλευση των εθνών-κρατών και την επικράτηση των εθνικισμών, ο πληθυσμός αυτός κατοικούσε κατά πλειονότητα στην περιοχή της Πελαγονίας, που περιλαμβάνει την Οχρίδα (Αχρίδα), το Μοναστήρι, τη Γευγελή, και τη Στρώμνιτσα. Τα βόρεια όριά του, που ταυτίζονταν με τα όρια της ιστορικής Μακεδονίας, ήταν το Κρούσοβο και το Πρίλαπο. Οι πρώτες εθνικές συγκρούσεις άρχισαν το 1870, με τη δημιουργία της βουλγαρικής Εξαρχείας και με την απόπειρα των Βούλγαρων εθνικιστών να αποσπάσουν τους σλαβόφωνους πληθυσμούς από την επιρροή του ελληνόφωνου Οικουμενικού  Πατριαρχείου. Ο σλαβόφωνος πληθυσμός διασπάστηκε. Ένα μέρος προσχώρησε στην Εξαρχία, ενώ ένα άλλο σημαντικό παρέμεινε πιστό στην παραδοσιακή Ρωμιοσύνη. Οι βασικές ομάδες του  ελληνισμού της Πελαγονίας ήταν οι πατριαρχικοί σλαβόφωνοι, οι Βλάχοι που τους αποκαλούσαν Γκραικομάνους και οι ελληνόφωνοι Σαρακατσάνοι.
Ο Σλαβομακεδόνας ιστορικός Krste Bitoski αναφέρει: «Aυτοί οι Βλάχοι, βαθμιαία καθίστανται η κύρια δύναμη στο πλευρό της Μητρόπολης της Πελαγονίας για την προώθηση της Μεγάλης Ελληνικής Ιδέας. Οι ναοί και τα σχολεία του Μοναστηρίου ήταν σε ελληνικά χέρια κατά τα μέσα του 19ου αιώνα…»
Στο Υπόμνημα που απέστειλε η Ελληνική Κοινότητα της Πελαγονίας το 1903 προς τις Μεγάλες Δυνάμεις, περιγράφεται με σαφήνεια η πολιτιστική και εθνική κατάσταση: «…λαλούμεν ελληνιστί, βουλγαριστί, βλαχιστί, αλβανιστί αλλ’ αυδέν ήττον εσμέν άπαντες Έλληνες και ουδενί επιτρέπομεν ν’ αμφισβητεί προς ημάς τούτο.»
Η ένταση των εθνοτικών συγκρούσεων στην περιοχή φαίνεται και από τη μαρτυρία του Michel Pailares: «Στο Μοναστήρι, όλοι οι Βλάχοι είναι Έλληνες ως τα βάθη της καρδιάς τους, με ελληνικές παραδόσεις και ιδανικά. Στέλνουν πάνω από δύο χιλιάδες παιδιά στα σχολεία του ελληνισμού, που τα πλουτίζουν με τις εισφορές τους. Αυτοί βρίσκονται επικεφαλής του πιο σκληρού και αμείλικτου αγώνα εναντίον της Βουλγαρίας και Ρουμανίας. Δημιούργησαν μια μυστική επιτροπή που είναι ο τρόμος των κομιτατζήδων. Ούτε ο μητροπολίτης ούτε ο Έλληνας πρόξενος μπορούν να μετριάσουν τον έξαλλο πατριωτισμό τους…»
Μετά τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο και την ενσωμάτωση της περιοχής στο νεοσύστατο Βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου (1913) η κατάσταση χειροτέρευσε. Οι Σέρβοι ακολούθησαν μια πολιτική εκσλαβισμού και εκσερβισμού. Απαγόρευσαν τη χρήση της ελληνικής γλώσσας και έκλεισαν τα ελληνικά σχολεία και τις ελληνικές εκκλησίες. Σε ιδεολογικό επίπεδο, μετωνόμασε τους κατοίκους σε «παλιούς Σέρβους» (starii Srbrji). Η πολιτική αυτή αντικαταστάθηκε με την πολιτική εκβουλγαρισμού κατά τη διάρκεια τόσο της περιόδου 1916-1918, όταν η περιοχή κατελήφθη από τις Κεντρικές Δυνάμεις κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη συνέχεια θα επανέλθει στη σερβική δικαιοδοσία και η επαρχία θα oνομαστεί Vardarska. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου θα υποστεί τη γερμανική Κατοχή. Τότε θα επιστρέψουν και οι Βούλγαροι στην περιοχή και θα συνεχίσουν την πολιτική εκβουλγαρισμού. Αυτή την πολιτική θα προσπαθήσει να ακυρώσει ο Τίτο στη συνέχεια, εφευρίσκοντας το ιδεολόγημα του μακεδονισμού.
Κατά τη γιουγκοσλαβική περίοδο οι Έλληνες των Σκοπίων υπέστησαν την πολιτική της μακεδονοποίησης, που ακολούθησαν όλες οι γιουγκοσλαβικές κυβερνήσεις. Η πολιτική αυτή θα βρει την πλήρη αποθέωση μετά τη διάλυση της πολυεθνικής Γιουγκοσλαβίας, όταν στη νέο κράτος της FYROM θα επικρατήσουν οι Σλαβομακεδόνες εθνικιστές, οι οποίοι θα προσπαθήσουν να ακυρώσουν τη σλαβική καταγωγή της πλειονότητας των κατοίκων  και να εμφυσήσουν στους πληθυσμούς  -πλην Αλβανών- τη βεβαιότητα ότι υπήρχε από την αρχαιότητα το έθνος των Μακεδόνων, που δεν είχε καμιά απολύτως σχέση με τους Έλληνες.
Τα πληθυσμιακά μεγέθη
Ο αριθμός των Ελλήνων δεν είναι εξακριβωμένος και οι διάφορες εκτιμήσεις έχουν τεράστιες διαφορές μεταξύ τους. Οι Έλληνες της περιοχής προέρχονται κυρίως από Βλάχους, Σαρακατσάνους και πρόσφυγες του ελληνικού Εμφυλίου.
(Ο ναός Αγίου Νικολάου Κρουσόβου. Μητροπολιτικός ναός της Μητρόπολης Πεσπών και Αχρίδας)
Το δεδομένο είναι ότι στην πλέον πρόσφατη απογραφή του 2002, δήλωσαν ελληνική καταγωγή 422 άτομα. Είναι βέβαιο ότι το τεταμένο κλίμα στις σχέσεις Ελλάδας-FYROM, επηρέασε τον ελληνικό πληθυσμό στο να αποκαλύψει την εθνική του ταυτότητα. Στην προηγούμενη απογραφή του 1994 είχαν δηλωθεί 349 Έλληνες και 8.300 Βλάχοι  ως ξεχωριστή εθνική ομάδα.
Τα έως τώρα ρεαλιστικότερα δεδομένα προέρχονται είτε από μια δήλωση του Ν. Γκλιγκόροφ, είτε από αμερικανικές εκτιμήσεις πρώτου προέδρου  της FYROM, είτε από επεξεργασία των παλαιότερων απογραφικών στοιχείων, είτε από εκτιμήσεις των ίδιων των Ελλήνων του κράτους αυτού. Ο Κίρο Γκλιγκόροφ, έκανε την δήλωσή του κατά την περίοδο των πρώτων  συνομιλιών για την επίτευξη συμφωνίας για το όνομα του νέου κράτους. Στη δήλωση αυτή στην τσεχική εφημερίδα Cesny Denik τον Ιούνιο του ‘92, ανέφερε την ύπαρξη 100.000 πολιτών ελληνικής καταγωγής. Η δήλωση αυτή είναι μέρος μιας ευρύτερης συνέντευξης και απάντηση στην παρακάτω ερώτηση:
[CESKY DENIK]  Macedonia itself has not solved its own minority problems.  Apart from Turks, Serbs, Greeks, and Romanians, there are also Albanians. According to the official figures, 21 percent of people in Macedonia are of Albanian origin. Ismet Ramadani, chairman of the Club of Deputies of the Albanian Labor Party in the Macedonian Parliament told us that these figures were not valid, and that Albanians form a third, if not more.
[Gligorov] Look, it is not in our interest to make the number of Albanians smaller than it actually is. What are these estimates that there are 30, or even 50 percent Albanians in our country based on?  Are they private estimates saying so much or so little? In the Balkans, many nations compete as regards numbers, and they all present themselves as the largest. The Greeks say that there are 250,000 Greeks here, while according to the statistics, there are only 100,000. (εφημ.Cesny Denik, Πράγα, 10 Ιουνίου 1992, σελ. 5)
H εκτίμηση αυτή του Γκλιγκόροφ αναδημοσιεύτηκε στην Ελλάδα για πρώτη φορά στην εφημερίδα “Μεσημβρινή” της 16-6-1993.
Κάποιες από δηλώσεις των ιδίων των Ελλήνων της χώρας, αυτής διπλασιάζουν την εκτίμηση Γκλιγκόροφ, ενώ ανεπιβεβαίωτες πηγές που δημοσιεύτηκαν στον αντιπολιτευόμενο Τύπο, ισχυρίζονται ότι στην απογραφή του 1991 –στην οποία βασίζεται και ο Γκλιγκόροφ- περι τις 200.000 άτομα δήλωσαν ελληνική εθνική συνείδηση. Σε έκθεση του Αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών για τα δικαιώματα των μειονοτήτων που δημοσιεύτηκε στις 31 Ιανουαρίου 1995, έκανε λόγο για «καταπιεζόμενη ελληνική μειονότητα». Στην επίσημη ιστοσελίδα της CIA, αναφέρεται ότι το 2002 στη χώρα αυτή ζουν  Σλαβομακεδόνες (αναφέρονται ως Macedonian), 25.2% Αλβανοί, 3.9% Τούρκοι, 2.7% Ρομά, 1.8% Σέρβοι,  2.2% άλλοι .
Αδιευκρίνιστος παραμένει ο βαθμός ταύτισης της δήλωσης «Βλάχος» με το «Έλληνας». Ο Κωσταντίνος Χολέβας αφού αναφέρει την εκτίμηση του σερβικού περιοδικού «Zabavnik» (Δεκέμβριος ’88) της εφημερίδας Politika ότι στην περιοχή των Σκοπίων υπήρχαν 150.000 «Βλαχόφωνοι ή Τσίντσαροι», υποστηρίζει: «Ως προς τους Ελληνοβλάχους, η απογραφή του 1948 τους υπολόγιζε σε 148.000. Στη στατιστική υπηρεσία των Σκοπίων φαίνεται ότι το 1953 αναγνώριζαν 80-100.000 Βλάχους, όπως τους έλεγαν, προσπαθώντας  πονηρά να αποκόψουν  τους Βλαχόφωνους Έλληνες από την ελληνική τους ρίζα και να τους μετατρέψουν σε ξεχωριστή μειονότητα. Οι Βλάχοι όμως, και στην Αλβανία και στα Σκόπια, δε δέχτηκαν ποτέ την Αλβανοποίηση ή Σκοπιανοποίηση, αλλά επειδή φοβούνταν να πουν «Έλληνας», κράτησαν τον όρο «Βλάχος» ως την τελευταία γραμμή άμυνας του ελληνισμού».
Ενδιαφέρον έχουν παλιότερες εκτιμήσεις.  Το 1913, όταν η περιοχή περιήλθε στη σερβική κατοχή, στο Μοναστήρι κατοικούσαν 14.000 Έλληνες σε σύνολο 42.000. Στο Κρούσοβο κατοικούσαν 3.218 Έλληνες σε σύνολο 4.918. Το Μεγάροβο ήταν αμιγές ελληνικό με 2.410 κατοίκους όπως και η Μιλοβίστα με 2.150, καθώς και η Νιζόπολη με 1890, το Τίρνοβο με 2.430, το Μπούκοβο με 1474, το Ντράγκος με 717, η Ρέσνα με 1000 κ.ά. Ακόμα και στα Σκόπια, σε κείμενο διαμαρτυρίας για τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (1878) συγκεντρώθηκαν 10.000  υπογραφές.
(Τελειόφοιτες δασκάλες του Παρθεναγωγείου Μοναστηρίου το 1910. Στο μέσον διακρίνεται η Έλενα Βενιζέλου)
Ενδιαφέρον επίσης έχει και η απογραφή που έκαναν το 1941 οι Γερμανοί κατακτητές. Απ’ αυτήν προκύπτει ότι σε σύνολο 800.000, το 12%, δηλαδή 100.000, ήταν Έλληνες.
Στη συνέχεια, την τιτοϊκή εποχή, στην απογραφή του 1951 θα απογραφούν 158.000 Έλληνες στην περιοχή. Απ’ αυτούς οι 25.000 ήταν γηγενείς Έλληνες κάτοικοι Μοναστηρίου, 100.000 βλαχόφωνοι και 32.000 πολιτικοί πρόσφυγες. Σε σύνολο 900.000 οι ελληνικής συνείδησης κάτοικοι ανέρχονταν στο 18%. Στη συνέχεια, οι αρχές θα εκπονήσουν πολιτική μείωσης του αριθμού των Ελλήνων. Αυτό θα το πετύχουν με την υποχρεωτική καταγραφή των Βλάχων ως «Αρομούνων» ή ως «Μακεδόνων». Αντίστοιχα θα επιχειρήσουν και με τους πολιτικούς πρόσφυγες, μικρό μέρος των οποίων προερχόταν από το σλαβομακεδονικό αυτονομιστικό κίνημα. Ο διωγμός των ελληνικής συνείδησης κατοίκων της περιοχής αυτής της τότε ενωμένης Γιουγκοσλαβίας, πήρε το χαρακτήρα της υποχρεωτικής τους διάσπασης σε διαφορετικές εθνοτικές ομάδες: Βλάχοι, Σαρακατσάνοι, Μακεδόνες, Γιουγκοσλάβοι.
(Μαθητές της σχολής Μοναστηρίου)
Γι αυτό και οι απογραφές του 1961 και του 1971 δίνουν τελείως ασαφή στοιχεία.  Με μια έννοια, μόνο με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας κατά την εποχή της δημοκρατικής ευφορίας και πριν επικρατήσουν οι ακραίοι εθνικιστές, που ανήγαγαγαν το μακεδονισμό σε κυρίαρχη και αποκλειστική ιδεολογία του νέου κράτους, μπορεί να θεωρηθεί ότι υπήρξε ελεύθερη διατύπωση του εθνικού συναισθήματος. Και αυτό συνέβη μόνο στην απογραφή του 1991, στην οποία βασίστηκε ο Γκλιγκόροφ για να δημοσιοποιήσει την προσωπική του εκτίμηση.
Πάντως σήμερα δημιουργούνται σε αρκετές πόλεις ιδιωτικά φροντιστήρια εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας. Οι Σαρακατσάνοι, ως πλέον τολμηροί, έχουν ιδρύσει από το 2003 στα Σκόπια ένα σύλλογο με την επωνυμία «Το Χελιδόνι», ο οποίος έχει έως σήμερα 320 μέλη. Ο πρόεδρος του συλλόγου Δημήτρης Αποστολου  περιέγραψε ως εξής την κατάσταση:  «Εδώ υπάρχουν πολλές οικογένειες Σαρακατσάνων και πολλά νέα παιδιά, που θέλουν να μάθουν την ελληνική γλώσσα, αλλά δεν έχουμε δάσκαλο.
Τόσα χρόνια, υποσχέσεις μόνο στα λόγια. Σβήνουμε. Μην εκπλαγείτε αν δείτε Σαρακατσάνους με βουλγαρική υπηκοότητα. Η απόγνωση θα οδηγήσει πολλούς στην αγκαλιά της Βουλγαρίας…. Μέχρι σήμερα, περισσότεροι από 10.000 πολίτες της ΠΓΔΜ, έλαβαν την βουλγαρική υπηκοότητα, μεταξύ των οποίων και ο τέως πρωθυπουργός της χώρας (1998-2002) Λιούπσο Γκεοργκιέφσκι…. Ζητάμε από την Ελλάδα να μας παραχωρήσει διπλή υπηκοότητα, όπως έγινε με τους Βορειοηπειρώτες. Είμαστε Έλληνες και θέλουμε να παραμείνουμε Έλληνες, στα χώματα που γεννηθήκαμε. Γέφυρα φιλίας της Ελλάδας με τα Σκόπια»
Η ιστορία των κοινοτήτων
[από τον «Ατλαντα της ελληνικής διασποράς»]
Μοναστήρι
«Νύχτα μπήκαμε στο Μοναστήρι… Είναι μια μεγάλη πολιτεία σερβική, που οι κάτοικοί της είναι Έλληνες…Μιλάνε ψιθυριστα, περπατάνε τρομαγμένα..»
Στρατής Μυριβήλης, Η ζωή εν τάφω
Το Μοναστήρι υπήρξε η γεωγραφική και πνευματική καρδιά της Πελαγονίας. Η σύσταση του πληθυσμού της κατά την οθωμανική εποχή ήταν πολυεθνική. Κατοικούσαν Έλληνες, Βούλγαροι, Οθωμανοί ποικίλων εθνοτικών καταγωγών, Τσιγγάνοι, Αρμένιοι. Θρησκευτικά υπήρχαν χριστιανοί (ορθόδοξοι, λίγοι ουνίτες και  διαμαρτυρόμενοι), εβραίοι και μουσουλμάνοι. Ο περιηγητής Victor Berar περιγράφει το Μοναστήρι κατά τα τέλη του 19ου αιώνα: «Στη χριστιανική συνοικία του μοναστηριού είναι αδύνατο να μη νιώσεις τον Έλληνα σε κάθε σου βήμα. Τα μεγάλα τετράγωνα σπίτια με τις τσίγκινες στέγες, τα παράθυρα και τα τζάμια, τα bow-windows, τα πέτρινα μπαλκόνια φανερώνουν με την πρώτη ματιά την αγάπη του έλληνα για τον ήλιο και το φως. Έτσι είναι χτισμένη και η παραλία της Σμύρνης, έτσι και οι πλατείες της Αθήνας. Το σπίτι του έλληνα στην πρόσοψη, όλο πορτοπαράθυρα, μπορεί να είναι κάπως άβολο για τον ιδιοκτήτη του, φαίνεται όμως τόσο μεγάλο, τόσο ωραίο, τόσο επιθυμητό στο διαβάτη.
(Γυμναστικές επιδείξεις του Παρθεναγωγείου του Μοναστηρίου)
Μουσουλμανικό το Μοναστήρι στα βόρεια, στους κήπους, στις λεύκες, στα κυπαρίσσια, στα πλατάνια που απλώνουν τη σκιά τους πάνω σε ναργιλέδες και σε τουρμπάνια. Ελληνικό στα νότια, στα ξενοδοχεία της ανατολής, στους πύργους της Ανατολής, τους πύργους του Άιφελ, στα μπαλκόνια με τις πολύχρωμες προσόψεις, τους ντενεκέδες, τους πωλητές λαδιού, σαρδέλας και πετρελαίου. Εβραϊκό σε μερικούς δρόμους ενός παλιού γκέτο, δρόμους σκοτεινούς, γεμάτους ασπρόρουχα, παλιοκούρελα και γυναίκες με μάτια που φανερώνουν το βίτσιο. Αυτό είναι το Μοναστήρι που βλέπουμε στα μάτια μας…».
Το Μοναστήρι (Μπίτολα το ονομάζουν σήμερα) είναι χτισμένο δίπλα στον ποταμό Δραγόρα, στους πρόποδες του όρους Περιστέρι το 349 π.χ. Ο Φίλιππος ίδρυσε την πολιτεία της Ηράκλειας, τα ερείπια της οποίας βρίσκονται κοντά στη σημερινή πόλη. Στα μεσαιωνικά χρόνια συναντάται ως «Βουτόλιον». Σημαντική ημερομηνία είναι το 972 μ.Χ. όταν ο Βούλγαρος τσάρος Συμεών κυριεύει την πόλη. Είχε προηγηθεί η συντριβή των Βυζαντινών στρατευμάτων από τον Κρούμο σε μια περιοχή που μέχρι σήμερα ονομάζεται «Sare Grek» δηλαδή «Τόπος καταστροφής των Ελλήνων».
Οι Βυζαντινοί του Βασιλείου του Β’ επανακτούν την πόλη, η οποία θα περάσει στον έλεγχο των Οθωμανών το 1382. Από τότε εμφανίζεται η ονομασία «Μοναστήρι», εξαιτίας ενός μοναστηριού που υπήρχε κοντά και ήταν η έδρα του μητροπολίτη Πελαγονίας και Άνω Μακεδονίας.
Η χρυσή εποχή της πόλης θα είναι μετά τα ορλωφικά, όταν μετά την καταστολή της ελληνικής επανάστασης  του 1770, πλήθη Ηπειρωτών και Δυτικομακεδόνων προσφύγων θα κατακλύσουν την πόλη.  Το 1830 η πόλη θα έχει 25.000 κατοίκους, εκ των οποίων τα 2/3 θα είναι Έλληνες, κυρίως βλαχόφωνοι.
Με την εμφάνιση του βουλγαρικού εθνικισμού και τον ανταγωνισμό των εθνικών ομάδων στη Μακεδονία, το Μοναστήρι θα μετατραπεί από το 1870 στο σημαντικότερο ελληνικό πολιτικό κέντρο.
Η τελευταία οθωμανική απογραφή του 1910 αναφέρει πληθυσμό 40.000 ατόμων, ενώ οι επίσημες εκτιμήσεις της ελληνικής Μητρόπολης του 1912 θα μιλούν για 43.000.
Η μοίρα της πόλης, που απέχει μόλις 15 χιλιόμετρα από τα σύνορα, θα κριθεί στον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο, όταν στις 5 Νοεμβρίου του 1912 θα καταληφθεί από τα σερβικά στρατεύματα. Οι Σέρβοι θα ακολουθήσουν πολιτική εθνικής καταπίεσης των Ελλήνων και εποικισμού της περιοχής από φιλικούς σλαβικούς πληθυσμούς. Η περιοχή του Μοναστηρίου θα υποστεί τις γνωστές σκληρές διαδικασίες αλλοίωσης της εθνικής φυσιογνωμίας που επέφερε η εποχή του έθνους-κράτους και άλλαξε ριζικά το παλιό πολυεθνικό πρόσωπο των κοινωνιών.
Υπολογίζεται ότι έως το 1935 θα εγκατασταθούν στην περιοχή 19.000 οικογένειες Σέρβων  και Βόσνιων, ενώ περισσότερες από 8.000 ελληνικές κατοικίες θα δημευτούν προς όφελος των εποίκων. Το ελληνικό προξενείο Μοναστηρίου θα κλείσει το 1923 ενώ το 1924 θεσπίζεται απαγόρευση ομιλίας της ελληνικής γλώσσας σε δημόσιο χώρο, καθώς και η ανάρτηση ελληνικών επιγραφών στα καταστήματα. Πέντε χρόνια αργότερα θα κλείσουν τα ελληνικά σχολεία.
Χιλιάδες Έλληνες θα πάρουν το δρόμο της προσφυγιάς και θα καταφύγουν στα ελεύθερα ελληνικά εδάφη.
Στρώμνιτσα
Η αρχαιολογική έρευνα στην περιοχή έχει αποκαλύψει πλήθος αρχαίων ελληνικών αγαλμάτων, αγγείων, νομισμάτων, ελληνικών (και λίγων ρωμαϊκών) επιγραφών. Εδώ στην αρχαιότητα υπήρχε η ελληνική πόλη Αστραίον. Στη ρωμαϊκή και βυζαντινή περίοδο θα συναντήσουμε την πόλη ως Τιβεριούπολη. Στην πόλη αυτή μαρτύρησαν το 362, επί Ιουλιανού, οι «δεκαπέντε μάρτυρες». Το “Μαρτύριον των αγίων ιε’ μαρτύρων της Τιβεριουπόλεως”, μας παραδίδεται από ένα και μόνο χειρόγραφο (το χφ. Barocc.gr.197) του 14ου αιώνα (1343/1344). Στον πρόλογο του έργου  Οι δεκαπέντε μάρτυρες της Τιβεριούπολης του Θεοφύλακτου Αχρίδος αναγράφεται: «Οι άγιοι ιε’ μάρτυρες υπέστησαν το μαρτύριο κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Ιουλιανού, που, σύμφωνα με τις εκκλησιαστικές πηγές και τους βυζαντινούς χρονογράφους, εξαπέλυσε διωγμό κατά των χριστιανών της Μ. Ασίας (περιοχής Νίκαιας) και της Μακεδονίας (περιοχής Αχρίδας), ειδικότερα εκείνων που κατέστρεφαν τους ειδωλολατρικούς ναούς. Τα ονόματα των ιε’ Μαρτύρων αναφέρονται στο κείμενο, στο οποίο περιγράφονται η φυγή των τεσσάρων από τη Νίκαια προς την Τιβεριούπολη, που τους ακολούθησαν και οι υπόλοιποι ένδεκα, η σύλληψη και η καταδίκη τους.
(Η εκκλησία της Θεοτόκου Ελεούσας του 1080. Στην είσοδο υπάρχει ελληνική κτητορική επιγραφή)
Η Τιβεριούπολη δέχτηκε τα νεκρά σώματά τους και εδώ, σύμφωνα με την αφήγηση του Θεοφύλακτου, αποδεικνύονται θαυματουργοί άγιοι. Φαίνεται ότι για ένα μεγάλο διάστημα, μετά την καταστροφή του τάφου τους κατά τους σκοτεινούς χρόνους, οι άγιοι ιε μάρτυρες επανεμφανίζονται όταν οι Βούλγαροι ασπάζονται τον χριστιανισμό και αναμιγνύονται, σύμφωνα με τις έρευνες της Ν. Dragova (Starobulgarskite izvori na zitijeto za petnadeset Tiveriupolski momci of Teofilact Ochridski, “Studia Balcanica” 1(1970) 105-131) με πρωτοβουλγαρικές παραδόσεις για την ανακάλυψη των λειψάνων στη Στρώμνιτσα τη μετακομιδή τους στην Bregalnica και την πολιτικοθρησκευτική επιλογή του βασιλιά Βόριδος να δεχτεί ο ίδιος και ο λαός του τον Χριστιανισμό, γνωρίζοντας τη θαυματουργική επίδραση των αγίων προσωπικά και παρατηρώντας τα θαύματα τους σε πιστούς που επιδίωκαν τη μετακομιδή των λειψάνων στους τόπους τους.»
Επικεφαλής των δεκαπέντε μαρτύρων ήταν ο Θεόδωρος, μέλος της Α’ Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας και πρώτος επίσκοπος της Στρώμνιτσας.
Από τη βυζαντινή περίοδο σώζονται  σημαντικές εκκλησίες. Η Στρώμνιτσα θα ακολουθήσει τη μοίρα της περιοχής, θα καταληφθεί από τους Οθωμανούς και θα πορευτεί στους σκοτεινούς αιώνες της ισλαμικής οθωμανικής κυριαρχίας. Με βάση την οθωμανική στατιστική του 1905, στη Στρώμνιτσα κατοικούσαν 5.617  Έλληνες ορθόδοξοι, 4.138 μουσουλμάνοι, 1100 Βούλγαροι εξαρχικοί και 720 Εβραίοι.
Μετά τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου θα υποστεί το περιβάλλον και τις συνέπειες που διαμορφώνουν στην ευρύτερη περιοχή οι εθνικισμοί. Θα καταληφθεί αρχικά από το βουλγαρικό στρατό το 1912 κατά τη διάρκεια του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου. Στη συνέχεια, κατά τον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο, θα καταληφθεί στις 24 Ιουνίου του 1913 από τον  ελληνικό στρατό. Οι Έλληνες της πόλης θα νοιώσουν ελεύθεροι για 30 ακριβώς ημέρες. Με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου  η Στρώμνιτσα περνά οριστικά στο σερβικό έλεγχο.
(Από την κατάληψη της Στρώμνιτσας από τον ελληνικό στρατό κατά τον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο)
Εντυπωσιακά είναι τα γεγονότα που ακολούθησαν. Μόλις μαθεύτηκε το νέο, οι Έλληνες Στρωμνιτσιώτες συγκεντρώθηκαν  στη Μητρόπολη και επέλεξαν να εγκαταλείψουν την πατρίδας τους. Στις 13 Αυγούστου 1913 πυρπόλησαν οι ίδιοι τα σπίτια τους, πήραν μαζί τους την εικόνα των Δεκαπέντε Μαρτύρων και διέφυγαν στις ελεύθερες περιοχές. Οι εναπομείναντες υπέστησαν τη σερβική πολιτική εκσλαβισμού. Το 1925 έκλεισαν τα εναπομείναντα ελληνικά σχολεία. Στην απογραφή του 1945 δεν αναφέρονται Έλληνες στην πόλη.
Οχρίδα ή Αχρίδα
Η σύγχρονη πόλη της Αχρίδας βρίσκεται πάνω στα ερείπια της αρχαίας ελληνικής πόλης Λυχνιδού, που η ίδρυσή της τοποθετείται τον 6ο αιώνα π.χ. Στα βυζαντινά χρόνια τη συνατάμε ως Ιουστινιανή. Το όνομα Οχρίδα εμφανίζεται από το 10οαιώνα. Η πόλη γίνεται πρωτεύουσα του μεσαιωνικού βουλγαρικού βασιλείου και έδρα της Αρχιεπισκοπής.
Στα μέσα του 19ου αιώνα η Αχρίδα, όπως λέγεται σήμερα, είναι ένα μεγάλο ελληνικό κέντρο. Κάποιες μαρτυρίες που αναδημοσιεύουμε από τον«Άτλαντα της ελληνικής διασποράς» είναι χαρακτηριστικές. Ο Γερμανός Hermann Wendel την ονομάζει “ακρόπολη του ελληνισμού” ενώ ο Ρώσος Victor Grigorovitch, γράφει το 1844: «Δεν κατέστη δυνατόν δι’ εμέ να συναντήσω ούτε έναν στην Αχρίδα, ο οποίος θα ηδύνατο να εννοεί την μεγάλην Σλαβικήν γραφήν.  Αντιθέτως, πολλοί ήσαν εξασκημένοι στην ανάγνωση ελληνικών βιβλίων, από αρχαία χειρόγραφα».
Οι μαρτυρίες περιηγητών δίνουν το πραγματικό στίγμα της πόλη: Ο Constantin Jirecek, Τσέχος καθηγητής της Ιστορίας και υπουργός Παιδείας του βουλγαρικού κράτους, ομολογεί ότι “η Αχρίδα ήταν από τον 12ο αιώνα προμαχώνας του ελληνισμού στη Μακεδονία”.  Ο Γάλλος συγγραφέας Victor Berard, μας πληροφορεί: «Το 1850, οι Έλληνες της Αχρίδας ήσαν πολύ πλούσιοι.  Είχαν εις χείρας των ένα μέγα εμπόριον γουναρικών…  Τα βαρύτιμα γουναρικά των Τούρκων, ως επίσης και τα γουναρικά των γυναικών των Χριστιανών και των Εβραίων, σχεδόν όλα προήρχοντο από την Αχρίδα…  Το σχολείο ήταν ελληνικό και οι ιατροί Αθηναίοι ή Έλληνες στην ψυχή.  Οι νέοι μετέβαιναν στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών.  Ουδείς ωμίλει την βουλγαρικήν».
Σύμφωνα με ελληνικές στατιστικές του 1913, στην πόλη κατοικούσαν 2.800 Έλληνες, 2.500 Βούλγαροι και 6.500 μουσουλμάνοι και Εβραίοι.  Από το έτος αυτό θα αρχίσει η συρρίκνωση της ελληνικής κοινότητας.
Κρούσοβο
Θεωρείται ότι το όνομά της έχει κοινή ρίζα με τα «Κρούσια» και προέρχεται από το μακεδονικό όνομα «Κρούσσος». Η ελληνική κοινότητα του Κρουσόβου, βλαχόφωνη στην πλειονότητά της, ήταν μια από τις ανθούσες του βορειομακεδονικού χώρου. Πληθυσμιακά γνωρίζουμε ότι το 1856 το Κρούσοβο είχε 18.000 κατοίκους, κυρίως βλαχόφωνους Έλληνες και λίγους Αλβανούς και Βούλγαρους. Το 1885 ο πληθυσμός μειώθηκε λόγω μετανάστευσης και έφτασε τις 14.000. Το 1903, λίγο πριν την καταστροφήτου, στο Κρούσοβο κατοικούσαν 8.000 βλαχόφωνοι Έλληνες.
Το Κρούσοβο καταστράφηκε ως αντίποινα για τη βουλγαρική εθνικιστική εξέγερση του Ίλιντεν. Την εξέγερση αυτή προκάλεσε η Εσωτερική Μακεδονοαδριανουπολιτική Επαναστατική Οργάνωση (Ε.Μ.Ε.Ο.), που ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1893 και ήταν ο βασικότερος και μαχητικότερος φορέας των βουλγαρικών συμφερόντων στη Μακεδονία.  Το Γενικό Επιτελείο Στρατού εξέδωσε ένα βιβλίο υπό τον τίτλο «Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα», όπου αναφέρονται οι συνθήκες της καταστροφής της πόλης: «…πεκόπησαν ες μεγάλην κτασιν τά τηλεγραφικά καλώδια, τά νώνοντα τό Μοναστήριον μέ τήν Θεσσαλονίκην, τόν Περλεπέν καί τήν χρίδα καί ξετελέσθησαν πολλαίδολιοφθοραί ες γεφύρας καί σιδηροδρομικάς γραμμάς. Ο πράκτορες τς Ε.Μ.Ε.Ο. ρχισαν μέσως νά πισκέπτωνται τά χωρία, νά συγκεντρώνουν τούς κατοίκους ες τάς κκλησίας καί νά κηρύσσουν τήν πανάστασιν. Κατά τούςκφωνουμένους λόγους λεγον πρός τούς χωρικούς τι α μεταρρυθμίσεις εχονποτύχει καί τι μόνον  πανάστασις θά τούς ξησφάλιζεν τήν ποθητήνλευθερίαν, θά τούς πήλασσεν πό τούς φόρους καί τήν δεκάτην, θά διένειμεν ες ατούς τούς γρούς τν μεγάλων τσιφλικίων. Τούς προέτρεπον νά λάβουν τάπλα καί νά νισχύσουν τήν πανάστασιν ξερχόμενοι ες τά ρη. πέσχοντοπίσης τι θά βοηθοντο πό τς Βουλγαρίας καί τς Ρωσίας, ς καί πό τολληνικο Στρατο….”
Την 20η Ιουλίου 1903 άρχισε η εξέγερση με επιθέσεις των Βουλγάρων κομιτατζήδων κατά οθωμανικών στρατιωτικών στόχων. Σε τρία προπύργια του του βλαχόφωνου ελληνισμού, στη Νέβεσκα (Νυμφαίο Φλώρινας), στην Κλεισούρα και στο Κρούσοβο οι κομιτατζήδες κατάφεραν να παραμείνουν μερικές ημέρες πριν εκδιωχθούν από τα οθωμανικά στρατεύματα.   Όμως στο Κρούσοβο, όπου η εξέγερση έλαβε μεγάλη έκταση, συνέπραξαν με τους κομιτατζήδες στην αντιοθωμανική τους εξέγερση –παρά την αρνητική θέση της Ελλάδας-  λίγοι βλαχόφωνοι Έλληνες υπό τον Πίτο Γιούλη. Βουλγαρόφρονες και ελληνόφρονες κατέλαβαν το Κρούσοβο και εγκατέστησαν δική τους «επαναστατική κυβέρνηση».
Σύντομα η εξέγερση κατεστάλη και Οθωμανοί, μαζί με άτακτους, κατέστρεψαν τα χωριά των βλαχόφωνων Ελλήνων που θεωρήθηκε ότι έλαβαν μέρος. Την εκδικητική μανία και την πολιτική του ΕΜΕΟ θα πληρώσουν ακριβά το Κρούσοβο, η Νέβεσκα (Νυμφαίο Φλώρινας) και η Κλεισούρα.
Στις 30 Ιουλίου 1903, ό επικεφαλής των τακτικών και ατάκτων οθωμανικών δυνάμεων Μπαχτιάρ πασάς μπήκε στο Κρούσοβο και άρχισε τις σφαγές και τις καταστροφές. Με ιδιαίτερο μένος κατεστράφη η ελληνική συνοικία, ενώ η βουλγαρική διασώθηκε. Πυρπολήθηκαν 366 οικίες και 203 καταστήματα. Πολλοί κάτοικοι της κωμόπολης θα εγκατασταθούν στην Καστοριά, τη Φλώρινα και στη Θεσσαλονίκη. Το βλαχόφωνο ελληνικό στοιχείο θα μειωθεί κατά πολύ και θα φτάσει στα 5.400 άτομα. Οι Βούλγαροι εξαρχικοί θα είναι 2.160 και οι ρουμανίζοντες Βλάχοι 650.
Γευγελή
Η πόλη βρίσκεται πολύ κοντά στα ελληνογιουγκοσλαβικά σύνορα. Είναι χτισμένη στη θέση της αρχαίας Ειδομένης. Μετά την Επανάσταση του 1821, η οθωμανική διοίκηση μετέφερε μουσουλμανικούς πληθυσμούς από την Ανατολία για να δημιουργήσει φιλικούς προς αυτής πληθυσμιακούς θύλακες. Στις αρχές του 20ου αιώνα η πόλη είχε 10.000 κατοίκους από τους οποίου 6-7.000 ήταν Έλληνες. Σύμφωνα με την οθωμανική απογραφή του 1902, στη  Γευγελή με τα 25 χωριά της κατοικούσαν 17.700 Έλληνες ορθόδοξοι, 17.500 μουσουλμάνοι και 8.100 Βούλγαροι εξαρχικοί.
Η οικονομική ευμάρεια της ελληνικής κοινότητας της επέτρεψε να ιδρύσει ευαγή ιδρύματα και σχολεία. Πριν την Επανάσταση του 1821 υπήρχαν δύο ελληνικά σχολεία που ονομάζονταν «Μακεδονική  Φάλαγγα» και «Τσούλφειος Σχολή». Υπήρχαν επίσης και οι φιλανθρωπικές οργανώσεις με την ονομασία «Αδελφότης Κυριών» και «Αδελφότης Ελληνίδων Κυριών».
Στις αρχές του 20ου αιώνα στην πόλη λειτουργούσαν  5 ελληνικά σχολεία, 1 οθωμανικό και 1 βουλγαρικό. Το 1903 εγκαινιάζεται το κτίριο της «Αστικής Σχολής Γευγελής» με πρώτο διευθυντή τον Στρωμνιτσιώτη εκπαιδευτικό Ιωάννη Κωνσταντινίδη.
Η κατάληψη της Γευγελής από τους Σέρβους σηματοδότησε το τέλος της ακμής της. Η καταπίεση συνεχίστηκε και κατά τη γιουγκοσλαβική περίοδο. Το 1947 οι αρχές εκτόπισαν τους Σαρακατσάνους σε απόσταση 160 χιλιομέτρων από τα σύνορα. Με σχετικό νόμο όρισαν ως ποινικό αδίκημα τα να πλησιάζουν τα σύνορα σε απόσταση μικρότερη των 70 χιλιομέτρων. Το 1963-68, περίπου 4.000 Σαρακατσάνοι, μεγάλο μέρος των οποίων καταγόταν από τη Γευγελή, εκδιώκεται για την Ελλάδα και εγκαθίσταται στο Νέο Κορδελιό Θεσσαλονίκης.
Μεγάροβο
Το Μεγάροβο ήταν μια αμιγώς ελληνική κωμόπολη, κατοικούμενοι αποκλειστικά από βλαχόφωνους Έλληνες. Μετά την καταστολή της επανάστασης της Ηπείρου του 1767 που καταπνίγηκε δυο χρόνια αργότερα από τον Σιλιχτάρ Πασά, αρκετοί Ηπειρώτες –κυρίως από περιοχές της Βορείου Ηπείρου- κατέφυγαν στο Μεγάροβο. Εκείνη την εποχή αναφέρονται ως σλαβόφωνες, μόνο τρεις οικογένειες. Όλες οι άλλες είναι βλαχόφωνες και ελληνόφωνες. Το 1913 υπήρχαν 328 ελληνικές οικογένειες με σύνολο 2.417 άτομα.
Σε επιστολή της Κοινότητας Μεγάροβου στις 12 Ιουνίου 1907, που υπογράφεται από τους ιερείς και 102 οικογένειες, περιγράφεται με ακρίβεια η ταυτότητα της: ««… η δική μας κοινότητα, θεωρεί ιερό της καθήκον να ενώσει μαζί με των άλλων αδελφών μας και τις δικές μας διαμαρτυρίες.  Δεν αποτελούμε χωριστή ομάδα από το ελληνικό γένος…  Λεγόμαστε Βλάχοι… οι πόθοι μας, τα αισθήματά μας, είναι συνταυτισμένα, αιώνες τώρα, με των ελληνοφώνων αδελφών μας…  Είμασταν και θα είμαστε Έλληνες» (ακολουθούν οι υπογραφές των ιερέων και 102 οικογενειών).
Η συνέχεια αυτής της κοινότητας ήταν πανομοιότυπη και των υπόλοιπων της FYROM. Εθνικές διώξεις από τους Σέρβους μετά το 1913 και επιβολή της σλαβοποίησης και του εκμακεδονισμού από τις γιουγκοσλαβικές αρχές μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
(Επιστολή προκρίτων  του Μεγάροβου που βρίσκεται στο ΑΥΕ . Στην επιστολή περιγράφονται οι κίνδυνοι που απορρέουν από την εμφάνιση του σερβικού και  βουλγαρικού εθνικισμού   “Προφανούς πανταχόθεν επαπειλούντος τα πατρώα και πάτρια ημών κινδύνου και δη από των εντεύθεν και εκείθεν του Ίστρου….” Καταλήγει “…αίρομεν κραυγήν βαθείας οδύνης, κραυγήν αντλουμένην εκ της βαθείας συναισθήσεως της εξ Ελλήνων ημών καταγωγής…”
Βελεσσά
Η πόλη αυτή που σήμερα είναι γνωστή ως Tito Veles, βρίσκεται χτισμένη πάνω στην αρχαία ελληνική πόλη Βυλάζωρα. Η κάθοδος των Σλάβων και άλλων λαών στη Χερσόνησο του Αίμου, αλλοιώνει το πολιτισμικό τοπίο της περιοχής από τον 7ο μ.Χ. αιώνα. Η οθωμανική κατάκτηση ολοκληρώνει τις αλλαγές. Mετά τη Συνθήκη Αυστρίας- Οθωμανικής Αυτοκρατορίας του 1718, θα εγκατασταθούν στην πόλη αρκετοί Έλληνες από τις νότιες περιοχές. Η οικονομική ευημερία των Ελλήνων εμπόρων θα οδηγήσει και σε πνευματική άνθιση. Σύμφωνα με μια εκτίμηση που ελέγχεται, το 1890 στην πόλη κατοικούσαν περί τους 3.000 βλαχόφωνους Έλληνες.
Κατά τον 19ο αιώνα θα αναπτυχθεί η ελληνική εθνική συνείδηση ως αντίβαρο στις προσπάθειες εκβουλγαρισμού. Αγγλικές προξενικές πηγές αναφέρουν βίαιες αντιδράσεις Ελλήνων στις προσπάθειες Βούλγαρων εξαρχικών να καταλάβουν ελληνορθόδοξες εκκλησίες.
Από το 1913, το ελληνικό στοιχείο αντιμετωπίζει τον βίαιο σερβικό εθνικισμό και από το 1945 τις πολιτικές  της «μακεδονοποίησης» που θα ενταθούν μετά την ανεξαρτητοποίηση της FYROM τo 1992.
Τύρνοβο
Οι τοπικές παραδόσεις αναφέρουν ότι οη μικρή αυτή πόλη χτίστηκε στα μέσα του 18ου αιώνα από βλαχόφωνους δυτικομακεδόνες και ηπειρώτες αποκλειστικά. Η βλαχοφωνία τους κάνει ιδιαιτέρως σημαντική τη μαρτυρία του επιθεωρητή των ρουμανικών σχολείων της Μακεδονίας Lazaresco Lecanta. Σε υπόμνημά του (1901) προς τον υπουργό Δημόσιας Εκπαίδευσης της Ρουμανίας αναφέρει: «Είχα την περιέργεια να πάω στο Τύρνοβο, που το είχα επισκεφτεί και πέρυσι… Αλίμονο.  Διαπίστωσα ότι το ρουμανικό σχολείο φυτοζωεί, με τον ίδιο αριθμό μαθητών: 15 αγόρια και κορίτσια.  Αντίθετα, τα τρία ελληνικά σχολεία έχουν το επιβλητικό σύνολο των 375 μαθητών.  Είναι σημαντικό επίσης ότι αυτά τα ιδρύματα συντηρούνται από τον κουτσοβλαχικό πληθυσμό, που πληρώνει τους δασκάλους και τις δασκάλες προσφέροντας 5.500 φράγκα κάθε χρόνο.  Δεν παίρνουν ούτε μία πεντάρα από το Φανάρι ή την Αθήνα… Στους 3.000 κατοίκους, οι φιλορουμάνοι δεν ξεπερνούν τους 30.  Οι υπόλοιποι είναι Έλληνες».
Στην πόλη θα ανεγερθεί ναός το 1815 και εντυπωσιακά σχολεία. Μετά τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, η ελληνική κοινότητα του Τυρνόβου είχε να αντιμετωπίσει τη σύγκρουση του βουλγαρικού με το σερβικό εθνικισμό, τη τρομοκρατία που ασκούν οι βουλγαρικές παρακρατικές ομάδες (κομιτατζήδες) και  τη ρουμανική προπαγάνδα.
Το 1913, όταν περνά στον οριστικό έλεγχο των Σέρβων, στην πόλη θα κατοικούν 2.430 άτομα ή 338 οικογένειες. Η συνέχεια θα είναι η ίδια στις δεκαετίες που θα ακολουθήσουν: εθνική καταπίεση και προσπάθεια αφομοίωσης όσων παρέμειναν και  δεν προσφυγοποιήθηκαν.
(Επιστολή προκρίτων   του Τύρνοβου που βρίσκεται στο ΑΥΕ . Στην επιστολή περιγράφονται επίσης οι κίνδυνοι από την εμφάνιση του σερβικού και του βουλγαρικού εθνικισμού :  “Οι βαθυσεβάστως υποσημειούμενοι κάτοικοι της κωμοπόλεως Τυρνόβου επαρχίας Πελαγονίας, διαβλέποντες εις τας αντιξόους ενεργείας των εντεύθεν και εκείθεν του Ίστρου, δολίως εκμεταλλευομένων την άκρα αγαθότητα και δικαιοσύνην της ελληνικής φυλής , διαβλέπομεν κίνδυνον μέγιστον και δη όλεθρον επισειόμενον κατά της εθνικής ημών καταγωγής…” Καταλήγει  η Επιστολή: “Διακηρύττομεν όθεν, οικειοθελώς και εν βαθεία συναισθήσει της εξ  Ελλήνων  ημών καταγωγής, ότι θα εμμένωμεν εις τα πάτρια και ότι η βία και η πίεσις εκ μέρους των εθνικών ημών πολεμίων ως δεν κατόρθωσαν, ουδέ θα κατορθώσωσι ποτε να κλονίσωσι τας εθνικάς ημών πεποιθήσεις…”)
Bιβλιογραφία
-Χρήστος Ανδρεάδης, “Ανέκδοτα έγγραφα των κατοίκων Μεγάροβου και Τύρνοβου”, περ. Μακεδονικά, εκδ. Εταιρεία ΜακεδονικώνΣπουδών, τομ. 21, σελ. 309-318, 1981
-Θεοφύλακτος Αχρίδος, Οι δεκαπέντε μάρτυρες της Τιβεριούπολης, μετάφραση Π. Βλαχάκος, εκδ. Ζήτρος2008
-Παναγιωτοπούλου, Άννα Α., Από τη Θεσσαλονίκη στο Κρούσοβο. Ιδεολογία, οργάνωση, και δράση της Ε.Μ.Ε.Ο. (1893-1903), μεταπτυχιακή εργασία, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, Φ.Λ.Σ., Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη 1993,
-Κrste Bitoski, Makedonija I knezevstvo Bugarija (1893-1903), Σκόπια, 1977.
-Douglas Dakin, Ο Ελληνικός αγώνας στην Μακεδονία, εκδόσεις Κυριακίδη, 1993
-Κωσταντίνος Χολέβας, «Ο ελληνισμός της περιοχής των Σκοπίων», Πρακτικά Α΄Συνεδρίου Συμβουλίου Απόδημου Ελληνισμού περιφέρειας Ευρώπης, Λευκωσία, 1997,  σελ. 221-225.
-Σωτηρίου Στέφανος Μειονότητες και αλυτρωτισμός, εκδ. «Ευρωεκδοτική», Αθήνα 1991.
-Σωτηρίου Στέφανος, Οι βλαχόφωνοι του ευρωπαϊκού και βαλκανικού χώρου, εκδ. «Πελασγός» Αθήνα 1998.
-Δημήτρης Τσούτσας, κείμενο που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα “Ο λαός του Αλμυρού”, 4 Μαρτίου 2008.
-Τζινίκου-Κακουλή Αθηνά, Γιατροί στο μακεδονικό αγώνα, εκδ. «Μαίανδρος», Θεσσαλονίκη 1996.
-Χρυσανθόπουλος Μιχαήλ, Οι Έλληνες στη Βόρειο Μακεδονία, εκδ. Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 1997.
-Andonovski H, Makedonia I Vojvodin (Η Μακεδονία και η Βοϊβοντίνα), Beograd 1959.
-Ilic Tanasije, Privredne I drustvene prilike u Zemunu, 1770-1820 (Οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στο Σεμλίνο, 1779-1820), Spomenica Zemunske biblioteke, Zenum 1966.
-Pankovic Dusan, Sprske bibliografije (Σερβικές βιβλιογραφίες), Beograd 1982.
-Popovic Dusan, Beograd pre 200 godina (Το Βελιγράδι πριν από 200 χρόνια), Beograd 1935.
-Popovic Dusan, O Cincrima (Περί Κουτσοβλάχων), Beograd 1927.
-Stajic V., Cincari u Novom Sadu» (Οι Κουτσόβλαχοι του Νόβι Σαντ), Glasnik Istoriskog Drustva, u Novom Sadu, 1936.
-Terzic Slavenko, Srbja I Grcka 1856-1903 (Η Σερβία και η Ελλάδα μεταξύ 1856-1903»), Sanu, Beograd 1992.
-Σοφία Ηλιάδου-Τάχου, Το Κρούσοβο πέρα από την ιστορία και τη μνήμη 1845-1903, Αθήνα, εκδ. Ηρόδοτος, 2004