ΑΝΑΚΑΛΥΦΘΗΚΕ

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ

ΜΙΝΩΪΚΟΥ ΠΛΟΙΟΥ

Η αναπληρώτρια προϊσταμένη της Διεύθυνσης Εναλίων Αρχαιοτήτων κ. Ελπίδα Χατζηδάκη μαζί με μία ομάδα Ελλήνων επιστημόνων πραγματοποίησαν υποβρύχιες έρευνες πέριξ της Κρήτης, προσπαθώντας να ακολουθήσουν τα δρομολόγια, που πραγματοποιούσαν τα αρχαία μινωϊκά καράβια από τα μέχρι τώρα γνωστά λιμάνια του αρχαίου κόσμου. Με αυτόν τον τρόπο κατάφεραν να «πέσουν» πάνω στα απομεινάρια του πιο αρχαίου μινωικού ναυαγίου, που έχει βρεθεί ποτε. Βατραχάνθρωποι αρχαιολόγοι χαρτογράφησαν την υποθαλάσσια περιοχή και σήκωσαν από την θάλασσα αρκετούς από τους περίτεχνους μινωικούς αμφορείς, που υπήρχαν στο ναυάγιο.

       

                        Αγγείο του μινωϊκού ναυαγίου, όπως φωτογραφήθηκε στον βυθό,
                                           πριν το περισυλλέξουν οι αρχαιολόγοι.

     Πραγματοποιήθηκε υποθαλάσσια γεω-αρχαιολογική έρευνα βαθέων υδάτων στον όρμο Μεραμπέλλου και σε θαλάσσιες περιοχές της βορειοανατολικής Κρήτης με στόχο τον εντοπισμό προϊστορικών ναυαγίων

και την κατ’ αρχήν αξιολόγησή τους. Οι γεωφυσικές διασκοπήσεις πραγματοποιήθηκαν με ηχοβολιστικό πλευρικής σάρωσης, με πολυδεσμικό ηχοβολιστικό, το οποίο αποτύπωνε με ακρίβεια το ανάγλυφο του βυθού, καθώς και με τηλεκατευθυνόμενο όχημα.

     Εντοπίστηκαν πάνω από 20 στόχοι σε θαλάσσιους χώρους των νήσων Ψείρας, Μόχλου, Διονυσάδων και Παξιμαδίου σε βάθος μέχρι 120μ., μεταξύ των οποίων τρεις αντιστοιχούν σε βυθισμένα αεροπλάνα καθώς και σε αρχαία ναυάγια διαλυμένα από τη σάρωση του πυθμένα με ανεμότρατες. Οι στόχοι αυτοί θα εξεταστούν σε μελλοντικές υποβρύχιες έρευνες.

     Ενόσω η ομάδα των γεωφυσικών επεξεργαζόταν τα δεδομένα στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, οι καταδύτες αρχαιολόγοι αποφάσισαν να καταδυθούν στους ορμίσκους της βραχονησίδας Ψείρα του όρμου Μεραμπέλλου. Εδώ, πάνω σε αυτήν τη χερσόνησο, είχε ανασκαφεί ναυτεμπορικός οικισμός Μινωικών χρόνων από τους R.Seager (1908), Ph. Betancourt και Κ. Δαβάρα (1986-1992).

     Η κάθε πλευρά της χερσονήσου σχημάτιζε έναν φυσικό ορμίσκο, ο οποίος και χρησιμοποιούνταν ως λιμάνι ανάλογα με την φορά των ανέμων. Μεγάλο τμήμα του οικισμού, που είχε χτιστεί επάνω στην υψηλή βραχώδη ακτή, είχε καταποντιστεί στη θάλασσα. Διάφοροι τοίχοι με ενσωματωμένα αγγεία διακρίνονταν σε βάθος μέχρι 20 μ. περίπου να επικάθηνται στον πυθμένα.

  

Οι αρχαιολόγοι-δύτες με ειδικό μηχανισμό απομακρύνουν την άμμο από το σημείο του ναυαγίου, ώστε να ανασκαφοών τα ευρήματα. Οι εργασίες γίνονται κάτω από δύσκολες και επικίνδυνες –λόγω βάθους– συνθήκες.

Τα αγγεία αποκάλυψαν το ναυάγιο

  Εδώ στις χερσαίες ανασκαφές του 1991 βρέθηκε μικρός σφραγιδόλιθος, του οποίου η μία πλευρά απεικονίζει πλοίο. Ξεχωρίζει το κατάρτι, το οποίο ενώνεται με τα δύο άκρα του σκάφους με σχοινιά. Το πλοίο δεν έχει κουπιά αλλά υψηλή πρύμνη με διχαλωτή προεξοχή και πλώρη σε σχήμα ράμφους, κάτι που μπορεί να ερμηνευθεί κατά τη γνώμη της αρχαιολόγου κ. Χατζηδάκη ως πρωτότυπο έμβολο ραμφοειδούς σχήματος. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι οι αρχαίοι κάτοικοι της Ψείρας διέθεταν πλοία για τα ταξίδια τους στην Κρήτη, και δεν αποκλείεται το ναυάγιο αυτό να ανήκει σε αυτό το είδος των πλοιαρίων.

     «Εδώ –λέει η κ. Χατζηδάκη– πρέπει να σημειωθεί, ότι στην ίδια θαλάσσια περιοχή της Ψείρας είχε καταδυθεί το 1976 η ομάδα του Ζακ Κουστώ, η οποία και ανέλκυσε από τον πυθμένα διάφορα αγγεία, που βρέθηκαν διάσπαρτα. Ο Κουστώ είχε τότε διατυπώσει τη θεωρία, ότι τα αγγεία προέρχονταν από πλοίο που βυθίστηκε με το τσουνάμι, που δημιούργησε η έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης. Ως εκ τούτου αποφασίσαμε να καταδυθούμε στα βαθύτερα σημεία της περιοχής, στους μυχούς των ορμίσκων, οι οποίοι δεν είχαν ερευνηθεί από κανένα στο παρελθόν. Ερευνήθηκε επισταμένως μια μεγάλη βραχώδης κλιτύς, χωρίς να εντοπιστούν αγγεία η άλλες αρχαιότητες.

     » Στο τέλος της κατωφέρειας, σε βάθος των 42-50 μ. και σε απόσταση περίπου 200μ. από την ακτή, ανάμεσα σε βράχους και αμμοθύλακες, εντοπίστηκαν συστάδες αγγείων, η πλειονότητα των οποίων είχε την ίδια ΒΑ κατεύθυνση, ενώ ορισμένα εξ αυτών βρίσκονταν σε διάταξη. Οι αρχαιολόγοι συμπέραναν, ότι προέρχονται από διάσπαρτο φορτίο ναυαγίου της 2ης Μεταμινωικής περιόδου.



    » Οι καταδύσεις πραγματοποιήθηκαν από ένα ξύλινο 20μετρο καταδυτικό σκάφος εξοπλισμένο με θάλαμο αποπιέσεως, όργανα ενδοεπικοινωνίας με τον βυθό, καθώς και τα απαραίτητα συστήματα που διαθέταμε για την παρακολούθηση και καταγραφή δεδομένων της συγκεκριμένης υποθαλάσσιας έρευνας.

    

     » Μεταξύ των επιφανειακών ευρημάτων του μινωικού ναυαγίου, που εντοπίστηκαν, συμπεριλαμβάνονται πιθαμφορείς (αγγεία μεταφοράς και αποθήκευσης), οι οποίοι κατά τη μεταφορά τους στα πλοία είχαν το στόμιο καλυμμένο με ύφασμα η δέρμα και σφιχτοδεμένο σχοινί γύρω στο λαιμό, το οποίο περνούσε από τις τέσσερις λαβές του αγγείου. Παρόμοιοι πιθαμφορείς βρέθηκαν στις χερσαίες ανασκαφές της Ψείρας και στα ανάκτορα των Γουρνιών και του Κάτω Ζάκρου. Επίσης αμφορείς με ελλειπτικό χείλος, γνωστοί από τις ανασκαφές της Κνωσού, Φαιστού, Κομμού κ.α. Ραμφόστομες πρόχοι που χρησιμοποιούνταν στην περιοχή του Κόλπου Μεραμπέλλου κατά την 2η Μεταμινωική περίοδο. Επίσης μικρός αριθμός τροπιδωτών κυπέλλων από λεπτό πηλό, γνωστών από τις ανασκαφές του νεκροταφείου της Ψείρας και του γειτονικού Μινωικού οικισμού στην Βασιλική Ιεράπετρας, ενώ βρέθηκαν ακόμα μία λεκανίδα και ένα μεγάλο σφαιρικό δίωτο δοχείο, τα οποία βρίσκονται ακόμα στο στάδιο σχεδίασης.»

     Τα περισσότερα αγγεία είναι σε άριστη κατάσταση, κατασκευασμένα από σχετικά τραχύ και καλοψημένο πηλό και χρονολογούνται όλα σύμφωνα με τους ειδικούς στη 2η Μεταμινωϊκή περίοδο (1800 – 1700 π. Χ.).

Η υποβρύχια ανασκαφή

  Η υποθαλάσσια ανασκαφή του ναυαγίου έγινε σε βάθος περίπου 45 μ. με κύριο στόχο τον εντοπισμό και τη διάσωση του ξύλινου σκελετού του πλοίου. «Αρχικά –προσθέτει η κ. Χατζηδάκη– επιλέχθηκε μία περιοχή, στην οποία ήταν ορατά επιφανειακά δύο αγγεία πεσμένα ανάποδα σε αμμοθύλακα. Ένα μεταλλικό πλαίσιο 2 x 2 μ. χρησιμοποιήθηκε για την τοπογραφική αποτύπωση, η οποία έγινε με τη μέθοδο του τριπλευρισμού και με σταθερό σημείο τις γωνίες του πλαισίου και μέτρηση των οριζόντιων αποστάσεων με μετροταινία. Η ταυτόχρονη φωτογραφική τεκμηρίωση του ναυαγίου από ένα σταθερό ύψος μας παρείχε τη δυνατότητα να διορθώσουμε τα τυχόν σφάλματα μετρήσεων.

     » Στην τελική σχεδίαση διακρίνεται και η θέση και ο προσανατολισμός των ευρημάτων με πιθανότητα σφάλματος 20 περίπου εκατοστών. Στον πρώτο τομέα ο αριθμός των ευρημάτων δεν ήταν σημαντικός, καθ’ ότι αποκαλύφθηκαν μόνο 6 αγγεία. Ως εκ τούτου επεκτείναμε τον κάναβο σε 9 ακόμη τετράγωνα 2 x 2 μ.

Τα ευρήματα του μινωϊκού ναυαγίου αναδύονται μετά από χιλιάδες χρόνια.

     » Συνολικά σε έκταση 36 τ.μ. αποκαλύφθηκε μεγάλος αριθμός αγγείων, πάνω από 50, τα περισσότερα από τα οποία είχαν την ίδια χρήση. Παρ’ όλα αυτά πιστεύουμε, ότι η ανασκαφή δεν επικεντρώθηκε στον κυρίως όγκο του φορτίου του ναυαγίου, ο οποίος ακόμη δεν έχει εντοπιστεί, ενώ η ανάποδη, ενίοτε κεκλιμένη θέση των αγγείων οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι το πλοίο ανατράπηκε και το φορτίο σκορπίστηκε στον βυθό της Ψείρας.»

     Η περαιτέρω ανασκαφή θα τεκμηριώσει η όχι την ισχύουσα θεωρία. Ένα γεγονός που τεκμηριώνει την άποψη, ότι πρόκειται για ναυάγιο, είναι η ανασκαφή πολλών αμφορέων με ελλειπτικό χείλος, γνωστών δοχείων, που χρησιμοποιούνταν στις θαλάσσιες μεταφορές κατά την Μεσο-μινωική περίοδο στην Κρήτη, πολλές ραμφόστομες πρόχοι και πιθαμφορείς.

     Μεταξύ των άλλων ευρημάτων ανασκάφησαν βάσεις μεγάλων λεκανίδων και ένα μεγάλο μόνωτο κύπελλο με αμφικωνικό σώμα και υπερυψωμένη λαβή. Σπάνιο εύρημα αποτελεί ένας κάνθαρος, όπου δύο παρόμοιοι με αυτόν, ο ένας σε ασήμι, έχουν ανασκαφεί σε ταφικό κτήριο του ανακτόρου των Γουρνιών. Όλα τα ευρήματα καθαρίζονται και συντηρούνται από εξειδικευμένους συντηρητές και παραδίδονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Σητείας, όπου θα εκτεθούν στο χώρο του συνόλου των ανασκαφικών ευρημάτων προερχομένων και από τις χερσαίες ανασκαφές της μινωικής Ψείρας.

 

Η αρχαιολόγος κ. Χατζηδάκη με τους συνεργάτες της στο κατάστρωμα του πλοίου.

Οι στόχοι της έρευνας

  Επισημαίνεται, ότι για πρώτη φορά εντοπίζεται φορτίο μινωικού πλοίου, που βυθίστηκε κατά την αυγή της εξάπλωσης της Μινωικής θαλασσοκρατίας. Η ανεύρεση και ανασκαφή αυτού του ναυαγίου είναι σημαντική, δεδομένου ότι, εάν υπάρχει θαμμένο έστω και μικρό τμήμα του ξύλινου σκελετού, η ανεύρεσή του θα συντελέσει στη μελέτη του σχήματος και του μεγέθους του πλοίου. Βρισκόμαστε στο 1800 π.Χ., όπου οι Κρήτες ναυπηγοί αρχίζουν να κατασκευάζουν τα πρώτα μεγάλα πλοία με πέτσωμα, σε αντικατάσταση των προηγουμένων μικρότερων, που ήταν μάλλον σκαφτές λέμβοι.

     Ελπίζουμε να βρούμε στοιχεία σχετικά με τα υλικά που χρησιμοποιούνταν για τη ναυπήγηση, δηλαδή το είδος του ξύλου, τον τρόπο σύνδεσής τους (εντορμίες η δέσιμο), την στεγανοποίηση και τον τρόπο πλοήγησης των πλοίων. Μπορούμε επίσης να βγάλουμε χρήσιμα συμπεράσματα για το είδος των λιμενικών εγκαταστάσεων, τα λιμάνια, στα οποία έπλεαν, και τα προϊόντα ανταλλαγής με την Συροπαλαιστινιακή ακτή, την Αίγυπτο και την Εγγύς Ανατολή. Τέλος η τοποθέτηση του φορτίου του πλοίου κατά τη μεταφορά του σε ανοιχτές θάλασσες με υψηλό κυματισμό, θα μας πληροφορήσει για τα μέτρα προστασίας τόσο του φορτίου όσο και του πλοίου.

     Η «Ελεύθερη Έρευνα» παρακολουθεί από κοντά τις προσπάθειες των αρχαιολόγων και θα συνεχίσουμε να ζούμε αυτήν την όμορφη περιπέτεια, μέχρις ότου έρθει στο κατάστρωμα του πλοίου και ο τελευταίος μινωϊκός αμφορέας.


 Κωνσταντίνος Δ. Μίχος