ΠΙΣΩ

Αιγαίο και Μικρά Ασία κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού: Διασυνδέσεις, διαμεσολαβητές και ερμηνείες

Κατά τη διάρκεια της Ύστερης Εποχής του Χαλκού οι πολιτισμοί τηςανατολικής Μεσογείου ανέπτυξαν στενές σχέσεις με όχημα το εμπόριο και τη διπλωματία μεταξύ ισχυρών βασιλείων, ανεξάρτητων πόλεων και φιλόδοξων ηγεμόνων. Με τη σειρά τους οι επαφές αυτές οδήγησαν στο σχηματισμό συμμαχιών, υπογραφές συνθηκών και πολιτιστικές ανταλλαγές – χωρίς να λείπουν κατά περιόδους οι ένοπλες συρράξεις. Μέσα στο χωροχρονικό αυτό πλαίσιο κινείται και η παρούσα διατριβή όπου μελετώνται ειδικότερα οι σχέσεις και οι επαφές μεταξύ Αιγαίου και Μικράς Ασίας. Επισημαίνεται, παράλληλα, η σημασία της δυτικής Μικράς Ασίας ως περιοχής – καταλύτη στη μετάδοση πολιτιστικών χαρακτηριστικών από και προς το Αιγαίο.
Πηγές της μελέτης αποτελούν τόσο το αρχαιολογικό υλικό από την ευρύτερη περιοχή, ………


………..όσο και το αρχειακό υλικό των χεττιτικών αρχείων και των πινακίδων της Γραμμικής Β από τη μυκηναϊκή Ελλάδα. Συγχρόνως, εξετάζονται κριτικά οι παλαιότερες ερμηνευτικές προτάσεις, οι οποίες κατά κύριο λόγο βασίζονταν στις χεττιτικές γραπτές πηγές (π.χ. οι αναφορές στους Αχχιγιάβα, παραβλέποντας συχνά τα αρχαιολογικά δεδομένα). Επιχειρείται με λίγα λόγια η καταγραφή και μελέτη των αρχαιολογικών καταλοίπων της εν λόγω περιοχής κατά τη διάρκεια της Ύστερης Εποχής του Χαλκού και μια συστηματοποιημένη ερμηνευτική απόδοση.
Η διδακτορική διατριβή χωρίζεται σε 11 κεφάλαια. Στο πρώτο κεφάλαιο παρουσιάζεται το γεωγραφικό πλαίσιο, καθώς και μια σύντομη ανάλυση των πρόσφατων θεωριών σχετικά με τηχρονολόγηση του Αιγαίου και της Μικράς Ασίας κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού. Η ανάπτυξη των μεθοδολογικών ζητημάτων που σχετίζονται με την παρούσα έρευνα, αποτελεί το αντικείμενο του δεύτερου κεφαλαίου, ενώ η πολιτική γεωγραφία της δυτικής Μικράς Ασίας κατά τη 2η χιλιετία π.Χ. εξετάζεται στο τρίτο κεφάλαιο. Ακολούθως, στο τέταρτο κεφάλαιο παρουσιάζονται αναλυτικά 13 επιλεγμένες θέσεις της περιοχής –μεταξύ άλλων η Μίλητος, η Ιασός, η Έφεσος– το υλικό των οποίων αξιολογείται και χρησιμοποιείται προκειμένου να εξαχθούν πολύτιμα συμπεράσματα. Το πέμπτο κεφάλαιο πραγματεύεται τις θέσεις της Μικράς Ασίας –πέραν των επιλεγμένων θέσεων του προηγούμενου κεφαλαίου- που απέδωσαν αιγαιακό υλικό ενώ το έκτο ασχολείται με τα μικρασιατικής προέλευσης ή τεχνοτροπίας αντικείμενα που βρέθηκαν στον ευρύτερο αιγαιακό χώρο, παραθέτοντας τις πιο πρόσφατες διαθέσιμες πληροφορίες. Οι γλωσσολογικές ενδείξεις, μια εξίσου σημαντική παράμετρος των επαφών Αιγαίου-Μικράς Ασίας, καθώς και το ζήτημα των Αχχιγιάβα, το πιο πολυσυζητημένο ίσως θέμα αυτών των σχέσεων, εξετάζονται στο έβδομο και στο όγδοο κεφάλαιο αντίστοιχα.
Στα τρία επόμενα κεφάλαια κατατίθενται οι καινοτόμες θεωρίες και ιδέες της παρούσας διατριβής. Πιο συγκεκριμένα, στο ένατο κεφάλαιο παρουσιάζεται μια νέα προσέγγιση του ζητήματος των σχέσεων των Μινωιτών με τη Μικρά Ασία. Εξετάζεται η μινωική επιρροή στο ανατολικό Αιγαίο και τη δυτική Μικρά Ασία, ενώ παράλληλα προτείνεται από το συγγραφέα μια εναλλακτική υπόθεση που αφορά στις πρώτες αναφορές των χεττιτικών κειμένων στους Αχχιγιάβα. Ειδικότερα, η επισταμένη έρευνα των κειμένων αυτών σε συνδυασμό με τ ην ερμηνεία των νεότερων αρχαιολογικών δεδομένων από την ευρύτερη περιοχή – και την παράλληλη χρήση αιγυπτιακών πηγών και γλωσσολογικών ενδείξεων – οδηγεί το συγγραφέα στο συμπέρασμα ότι οι Χετταίοι χρησιμοποιούσαν αρχικά τον όρο Αχχιγιάβα προκειμένου να περιγράψουν όχι τους Μυκηναίους, όπως πράγματι συνέβη αργότερα, αλλά τους προηγούμενους κυρίαρχους του Αιγαιακού χώρου, τους Μινωίτες. Στο δέκατο κεφάλαιο εξετάζεται ο χαρακτήρας της μυκηναϊκής παρουσίας – αποικίες, εμπόρια ή απλά πολιτιστική επίδραση ;- στη Μικρά Ασία ο οποίος ποικίλει τόσο χρονικά όσο και τοπικά, αφού εστιάζεται κυρίως στην παραλιακή ζώνη της δυτικής Μικράς Ασίας από τον 14ο αιώνα π.Χ. και ύστερα, ενώ διερευνώνταιαλληλεπιδράσεις στην οχυρωματική αρχιτεκτονική Μυκηναίων και Χετταίων καθώς και κατά πόσο τα χεττιτικά κείμενα μπορούν να θεωρηθούν μια απόλυτα αντικειμενική πηγή για τις μυκηναϊκές δραστηριότητες στην περιοχή. Ο ρόλος της δυτικής Μικράς Ασίας κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, με τη συμβολή και συμμετοχή του ντόπιου πληθυσμού στα τεκταινόμενα, διερευνάται στο ενδέκατο κεφάλαιο. Τέλος, στα συμπεράσματα, παρουσιάζεται μια σύνοψη των σημαντικότερων επιχειρημάτων, ενώ κατατίθενται προτάσεις για περαιτέρω έρευνα.

Επιλεγμένη βιβλιογραφία Bryce T. R., 2003: Letters of the Great Kings of the Ancient Near East: the Royal Correspondence of the Late Bronze Age, London.
Cline E., 1994: Sailing the Wine-Dark Sea. International trade and the Late Bronze Age Aegean.
Cline E., 1991: “Hittite objects in the Bronze Age Aegean”, AS 41, 133-143.
Greaves A. M., 2007: “Trans-anatolia: Examining Turkey as a bridge between East and West”, AS 57, 1-16.
Mee C., 2008: “Mycenaean Greece, the Aegean, and Beyond” in Cynthia W. Shelmerdine (ed.), The Cambridge Companion to the Aegean Bronze Age, 362-386.
Mee C., 1998: “Anatolia and the Aegean in the Late Bronze Age” in E. H. Cline and D. Harris-Cline (eds.), Aegaeum 18, The Aegean and the Orient in the Second Millennium, Proceedings of the 50th Anniversary Symposium Cincinnati, 18-20 April 1997, Liège and Austin 1998, 137-145.
Momigliano N., 2005: “Iasos and the Aegean islands before the Santorini eruption”, in LAFFINEUR R. – GRECO E. (eds.), Aegaeum 25: Emporia: Aegeans in the Central and Eastern Mediterranean. Proceedings of the 10th International Aegean Conference, Athens, Italian School of Archaeology, 14-18 April 2004, 218-224.

Κώστας Γεωργακόπουλος

Για τη διατριβή
Τύπος: διατριβή, School of Archaeology, Classics and Egyptology, Πανεπιστήμιο Λίβερπουλ, Μ. Βρετανία
Πρωτότυπος τίτλος: The Aegean and Anatolia in the Late Bronze Age. Interconnections, Intermediaries and Interpretations
Επιβλέποντες καθηγητές: Dr Alan Greaves, Lecturer in Archaeology, National Teaching Fellow, University of Liverpool. Professor Christopher Mee, Charles W. Jones Professor of Classical Archaeology
Διάρκεια: 2005-2009
Υποστήριξη: Οκτώβριος 2009
Μέλη της επιτροπής: Dr Nicoletta Momigliano, Reader in Aegean Prehistory, University of Bristol. Dr Bruce Routledge, Senior Lecturer in Archaeology, University of Liverpool
Περιγραφή: 2 τόμοι.
Γλώσσα: αγγλικά