ΠΙΣΩ

Ο Στράβων στα «Γεωγραφικά» του, γράφει ότι οι Αγριάνες ήταν Ελληνοθρακικό φύλο που κατοικούσε στο Νοτιοδυτικό μέρος της Ροδόπης δηλαδή στο Βόρειο τμήμα του νομού Ξάνθης, ονομαστοί για την τόλμη τους και τις πολεμικές τους αρετές.

Ο Θεόπομπος γράφει ότι οι Αγριάνες ή Αγρίοι φημίζονται ως επιδέξιοι ακοντιστές και υπακοντιστές. Ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί ότι οι Αγριάνες καταγόταν από τους αρχαίους Σάτρες, θρακικό φύλο, το οποίο δεν υποτάχθηκε ποτέ σε κανένα.
Ο βυζαντινός ιστορικός Γεώργιος Ακροπολίτης (1217-1282 μ.Χ.) υποστηρίζει ότι κατά την εποχή του ολόκληρη η περιοχή της Ροδόπης ονομαζόταν «Αχρίδος» και κατοικείτο από απογόνους των ελληνοθρακών Αγριανών. Η παράδοση για την καταγωγή των Πομάκων από τους ελληνοθράκες Αγριάνες ήταν τόσο ζωντανή και μετά την τουρκική κατάκτηση της περιοχής τους, το 14ο μ.Χ. αιώνα γι’ αυτό και οι Τούρκοι τους ονόμαζαν «Αχριά» από την ονομασία της ιδιαίτερης φυλής τους «τους Αγριάνες».

Η λέξη «Πομάκοι» είναι ελληνική, γιατί προέρχεται από το: ιπ-πομάχ-οι. Αυτοί ήταν το ισχυρότατο ιππικό, που οργάνωσαν ο Φίλιππος και ο γιός του, ο Μέγας Αλέξανδρος, και με τη συνδρομή του οποίου (ως πανίσχυρου τότε όπλου) κατενίκησαν τους

εισβολείς του ενιαίου χώρου της πατρίδας μας, τους Πέρσες. Ας λένε οι φίλοι μας οι Βούλγαροι ότι η λέξη είναι «βουλγαρική» και ότι προέρχεται από τον όρο «πομάγκαμ», που σημαίνει «βοηθώ». Αυτή η προέλευση υποβαθμίζει τους αρχαιότατους Αγριάνες Θράκες (Έλληνες στην ευρεία έννοια του όρου, γιατί πρόκειται για μεσογειακή φυλή κοινής καταγωγής με τους Έλληνες, όπως Έλληνες Αθηναίοι, Έλληνες Σπαρτιάτες, Έλληνες Ίωνες, Έλληνες Μακεδόνες, Έλληνες Πόντιοι, Έλληνες Ηπειρώτες, Έλληνες Θράκες…).

Πριν από τους Βούλγαρους (13ος αι. μ.Χ.) και πριν από τους Τούρκους (14ος αι. μ.Χ.) υπήρχαν οι αρχαίοι Θράκες Αγριάνες στην ομηρική ή και προομηρική περίοδο. Οι Αγριάνες αναφέρονται από τον θετικότατο ιστορικό Θουκυδίδη (Β.96.3) και κυρίως από τον Στράβωνα («Γεωγραφικά», Ζ, VΙΙ και ΖV12) και τον Αριανό (Αλεξάνδρου Ανάβασις», ΑVΙ, ΑV8, ΑΙ11,ΑV17) – ο τελευταίος τους αναφέρει μάλιστα πάνω από 50 φορές στην «Ανάβασιν» του Μεγάλου Αλεξάνδρου, συχνότητα αναφοράς που αποδεικνύει τον ισχυρό πολεμικό χαρακτήρα και τον ρόλο τους σε μια κορυφαία στιγμή του Ελληνισμού, καθώς και την απόκρουση της επικείμενης ή σχεδιαζόμενης 3ης εισβολής των Περσών.

Οι Αγριάνες ήταν ισχυρός πολεμικός λαός. Όταν όλοι οι Έλληνες με την ηγεσία του Φιλίππου Β΄ ενώθηκαν το 337 π.Χ. στο κοινόν των Ελλήνων, για να εκστρατεύσουν εναντίον των Περσών, που δύο φορές εισέβαλαν και κατέστρεψαν την Ελλάδα (Ιωνία, Αιολίδα, Θράκη, Μακεδονία, Θεσσαλία, Αττική – Αθήνα…), συστρατεύθηκαν και αυτοί με τους άλλους Έλληνες. Υπό την ηγεσία δε του Μεγάλου Αλεξάνδρου ως ιππομάχοι και ακοντιστές με την ορεινή ψυχολογία και εμπειρία τους πήραν μέρος σε όλες τις τολμηρές επιχειρήσεις (ιππομαχίες, ενέδρες, νυκτερινές εφόδους, επιθέσεις, αιφνιδιασμούς, ορεινές καταδρομές κτλ.) και με τη δράση τους συνέβαλαν αποφασιστικά στις νίκες των Ελλήνων εναντίον των Περσών. Οι Αγριάνες ήταν στο πλευρό του Αλεξάνδρου στις πιό δύσκολες μάχες, όπως στον ποταμό Εριγώνα κα το Γρανικό: «Ο Αλεξανδρος επήγεν με τους τε Αγριάνας και τους τοξότας…» (Αρριανός, ΑV 17).

Ο Μ. Αλέξανδρος λοιπόν αναγνωρίζονας τη μαχητικότητα και την αφοσίωση των Αγριάνων, τους εμπιστεύεται απόλυτα και τους προσλαμβάνει (πιό σωστά τους αναθέτει) ως μαχητές στο ιππικό του, γιατί είχαν μεγάλη εξοικείωση και εμπειρία με τα άλογα. Έτσι εντάσονται ως ιππόμαχοι στον Ελληνικό–Μακεδονικό στρατό και αποκτούν την αίγλη των νικητών του Ελληνισμού εναντίον των βαρβάρων Περσών στην εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου.
Ύστερα από αυτή την «αίγλη», δόξα και συμβολή γίνονται και διάσημοι σ’ ολόκληρο το πανελλήνιο, δηλαδή στον τότε γνωστό μας κόσμο από τη Ρώμη έως τη Βακτριανή, ως οι ηρωικοί, οι φοβεροί και οι τρομεροί ιππομάχοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου – ένα από τα ισχυρά όπλα των Ελλήνων εναντίον των πανίσχυρων και πολυπληθέστατων τότε Περσών.

Η ονομασία «ιππομάχοι» λόγω της αίγλης και της δόξας της αρχίζει να επικρατεί και το «Αγριάνες» ταυτίζεται με το «Ιππομάχοι».

Στην περίοδο της ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής οι Αγριάνες γίνονται γνωστοί πια μόνον ως «Ιππομάχοι» του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αλλά δεν ακολουθούν το διασπαστικό πνεύμα των επιγόνων του. Οι επίγονοι του Μ. Αλεξάνδρου με τη δράση τους (όχι ενωτική) αποθαρρύνουν τους Έλληνες Θράκες (Αγριάνες = Ιππομάχους) να ενταχθούν στις εξοντωτικές φιλοδοξίες τους όπως και στις επιμέρους διαιρέσεις των Ρωμαίων. Οι Αγριάνες–Ιππομάχοι, έξυπνα ποιούντες, επιλέγουν να απομονωθούν στα όρη της Ροδόπης, αποφεύγοντας τις συγκρούσεις που γίνονται στις πεδιάδες της Θράκης, της Μακεδονίας και της Φιλιππούπολης από τους επιγόνους και τους Ρωμαίους κατακτητές.

Επί 2.500 όμως χρόνια (από την προ-ομηρική εποχή ως τη βυζαντινή περίοδο) χρησιμοποιούσαν την ελληνική ομηρική γλώσσα και μάλιστα διατηρούν τη θρακική διάλεκτο, η οποία υφίσταται αργότερα τις Βουλγαρο-τουρκικές επιμιξίες.
Η ανάμνηση του όρου «Ιππομάχοι» κυριαρχεί κυρίως και στην ελληνο-ελληνιστική-βυζαντινή γλωσσική ονοματολογία:
Οι Αγριάνες είναι πια οι περίφημοι Ιππομάχοι του Μ. Αλεξάνδρου και επιβάλλουν τη φήμη τους στο Βυζάντιο, γιατί η αίγλη και η δόξα του Μ. Αλεξάνδρου και των νικών του (στις οποίες συνέβαλαν και οι Αγριάνες ως Ιππόμαχοι) εγγίζουν τα όρια της μυθοπλασίας.

Να όμως, που το Βυζάντιο καταλύεται από τις συνεχείς και συνδυασμένες επιθέσεις Αράβων, Φράγκων (κυρίως αυτών), Σλάβων και Τούρκων και, ενώ οι Βυζαντινοί στο πολυεθνικό κράτος τους αφήνουν ανέπαφη και ακέραιη την ελληνική-θρακική εθνότητα, οι Βούλγαροι, που κυρίεψαν την περιοχή της Ροδόπης (Ξάνθη και Κομοτηνή), Φιλιππούπολη και Ανδριανούπολη τον 13ο και 14ο αιώνα μ.Χ., προσπάθησαν επί δύο περίπου αιώνες να τους εκβουλγαρίσουν με τη βία και επέβαλαν τη γλώσσα τους με διοικητικό και οικονομικό καταναγκασμό… Να γιατί σήμερα ένα σημαντικό μέρος του λεξιλογίου τους είναι βουλγαρικό. Οι ρίζες όμως της γλωσσικής παιδείας, όπως και τα ονόματα (Αγριάνες, Ιππόμαχοι, Ροδοπαίοι) είναι ομηρικά και ελληνικά…

Μόλις οι Οθωμανοί σαρώνουν την Χερσόνησο του Αίμου τον 14ο αι. μ.Χ., το 1362 καταλαμβάνουν την Ανδριανούπολη και μετά τρία χρόνια, το 1365, καταλαμβάνουν και την περιοχή της Ροδόπης. Τότε αποκαλούνται με το διαδεδομένο αρχαίο ελληνιστικό όνομα «Ιππομάχοι» – Πομάκοι. Επειδή όμως αύτε οι Σλάβοι ούτε οι Τούρκοι έχουν λεπτά φωνητικά όργανα (λεπτές φωνητικές χορδές), για να προφέρουν το ΙΠ- στην αρχή της λέξης Ιππομάχοι, την εκφέρουν με τις δικές τους φωνητικές ιδιότητες, τα δικά τους φυλετικά και ανθρωπομορφικά φωνητικά χαρακτηριστικά ως: «Πομάχ» ή «Πομάκ» (αφαιρώντας το ΙΠ- στην αρχή της λέξης και το –ΟΙ στο τέλος της λέξης, δηλαδή έχουν τέλεια τουρκοφωνική προσαμογή: κόψιμο της αρχής και της κατάληξης).

Επομένως τόσο από τους Σλάβους – Βουλγάρους όσο και από τους Τούρκους οι αρχαίοι ελληνιστικοί Ιππομάχοι γίνονται «Πομάκ» ή «Πομάχ».
Η άποψη ότι η λέξη «Πομάκοι» προέρχεται από το βουλγαρικό «πομαγκάμ», που σημαίνει «βοηθώ», έχει την εξής βάση: Λησμονεί ότι πρόδρομος της σλαβικής και βουλγαρικής λέξης ήταν η ομηρική-ελληνική λέξη «Ιππομάχος», που σημαίνει: «ο από ίππου μαχόμενος, ο οπλίτης ιππεύς» (Δημητράκος, «Εκσυγχρονισμένο Λεξικό», Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών). Το ρήμα «ιππομαχέω-ώ» σημαίνει: μάχομαι έφιππος.
Η λέξη «ιππομαχία» σημαίνει: «μάχη μεταξύ εφίππων, δηλαδή ιππικού προς ιππικόν» (Λεξικό Πρωίας). Το βουλγαρικό «πομάγκαμ» λοιπόν έχει ρίζα-μήτρα το ελληνικό «ιπ-πομάχος». Τα: «ιππομαχία», «ιππομαχώ» και «ιππομάχος» είναι ελληνικότατα-πελασγικά.

– Αργότερα, όταν το ιππικό περιορίζει τη σπουδαιότητα στην πολεμική τέχνη, ο ιππόμαχος γίνεται αυτός στον οποίο εμπιστευόμαστε τη φροντίδα των ίππων του ιππικού σώματος.
– Και αργότερα, όταν πιά το ιππικό εξασθενίζει τη συμβολή του στην πολεμική τέχνη (γιατί αναπτύσσεται το πυροβολικό και αργότερα τα άρματα μάχης), έχουμε τον «ιπποκόμο» και το «ιπποκομώ», δηλαδή αυτόν που περιποιείται του ίππους και αυτόν που «υπηρετεί τον αξιωματικό», δηλαδή το βοηθό.

Αλλά το συντριπτικό στοιχείο υπέρ της εκδοχής μας είναι το εξής: Η παραγωγή του «Πομάκοι» από το «(Ιπ)-πομάχοι» αναγνωρίζεται ως γενεσιουργό αίτιο, γιατί συνδέεται με το κοσμοϊστορικό γεγονός της κατάκτησης της Ασίας από τους Έλληνες – δημιουργούς και του όρου αυτού. Οι Έλληνες ήταν πάντα γεννήτορες ονοματοδοσιών, όπως είναι οι λέξεις: Ευρώπη, Μακεδονία, Σκόπια, Κόσμος, Πλανήτης…

– Εφημερίδα Πατρίς, άρθρο του Κώστα Βορνιωτάκη, αξιωματικού της ΕΛΑΣ ε.α.
– Περιοδικό Δαυλός, Αύγ.- Σεπτ. 2001, άρθρο του Σταύρου Θεοφανίδη, Καθηγητή του Παντείου Πανεπιστημίου

προέλευση θέματος : Ανιχνευτές