ΠΙΣΩ

Οι «Ερμαί» είναι λίθινα αγαλμάτια λατρείας του Ερμή («Ερμαί Ερμού», γαλλ. Hermhermes, γερμ. Hermeshermen) και άλλων θεοτήτων, τα οποία ήταν ευρύτερα διαδεδομένα σ’ όλη την αρχαία Ελλάδα,
αποτελούνταν από κεφαλή και αντί για κορμό, ενώνονταν με τετράπλευρη λίθινη στήλη. Οι Ερμές
χρησίμευαν εκτός των θρησκευτικών σκοπών και για ποικίλες πρακτικές ανάγκες, όπως η σταδιομέτρηση των οδών της υπαίθρου, ο χωρισμός των αγροτικών ιδιοκτησιών κ.ά.

Περί της καταγωγής των ιδιότυπων αυτών αγαλματίων πολλές γνώμες υπάρχουν, η πιο επικρατούσα έχει ως εξής: Είναι γνωστό ότι ο Ερμής κατά τις παλαιότατες εποχές της Ιστορίας λατρεύτηκε με τη μορφή διαφόρων συμβόλων, όπως άλλωστε όλες οι θεότητες, τα σύμβολα αυτά ήταν άμορφοι λίθοι («αργοί λίθοι»), σωροί λίθων («ερμαίοι λόφοι») και πελώριοι φαλλοί. Σε μεταγενέστερες εποχές όταν αυτά τα άμορφα σύμβολα παρουσιάζονταν με ημιανθρωπόμορφα χαρακτηριστικά, τότε μέσω της τετραγωνοποίησης του πρωταρχικού φαλλού και της τοποθέτησης ανθρώπινης κεφαλής πάνω σ’ αυτές προήλθαν οι πρώτες ερμές, οι λεγόμενοι «άκωλοι». Αυτό πραγματοποιήθηκε σε άγνωστη μακροχρόνια πορεία, ανάλογης με εκείνης από την

οποία διήλθαν οι πρώτοι λατρευτικοί κορμοί δένδρων για να καταλήξουν στα περίφημα «ξόανα». Πολλές παραδόσεις αναφέρουν ότι οι πρώτοι κατασκευαστές τέτοιων αγαλματίων ήταν οι Αθηναίοι.

Ο Παυσανίας αναφέρει ότι «ΠΡΩΤΟΙ ΟΙ ΑΘΗΝΑΙΟΙ ΑΚΩΛΟΥΣ ΕΡΜΑΣ ΩΝΟΜΑΣΑΝ», «ΑΘΗΝΑΙΩΝ ΤΟ ΣΧΗΜΑ ΤΟ ΤΕΤΡΑΓΩΝΟΝ ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΕΡΜΑΙΣ», περιγράφοντας τις ερμές χαρακτηρίζει αυτές κατασκευάσματα «ΤΕΧΝΗΣ ΤΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ». Αλλά πολλές φορές και τα απεικονιζόμενα σε λίθινη στήλη αιδοία, κατάλοιπα της παλαιάς λατρείας των φαλλών, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (Β’ 51) πρώτοι οι Αθηναίοι απεικόνιζαν, παραλαμβάνοντας αυτή τη συνήθεια από τους Πελασγούς σύμφωνα με τον «ιερόν λόγον». Μετά τους Αθηναίους αναφέρονται οι Αρκάδες ως «ΠΕΡΙΣΣΩΣ ΤΩι ΣΧΗΜΑΤΙ ΤΟΥΤΩι ΧΑΙΡΕΙΝ» (δηλαδή το τετράπλευρο). Σύμφωνα με την εκδοχή του Σουΐδα περί της προέλευσης των ερμών, αναφέρει ότι κατασκευάστηκαν τετράγωνες «ΕΠΕΙΔΗ ΛΟΓΟΥ ΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑΣ ΕΦΟΡΟΣ Ο ΕΡΜΗΣ» παραβάλλει δηλαδή την αλήθεια για τις τετράπλευρες ερμές, οι οποίες από όποια μεριά και να πέσουν, μένουν πάντοτε όρθιες και βάσιμες.

Όπως όλα τα ομοιώματα θεών, έτσι και οι ερμές, κατά πρώτο λόγο χρησιμοποιήθηκαν στους τόπους λατρείας των Θεών, δηλαδή στα ιερά και στους ναούς. Τέτοιες ερμές μνημονεύονται όπως ααυτή του Απόλλωνα στον ναό του στους Τρικόλωνους της Αρκαδίας, του Ασκληπιού και της Υγείας με την επωνυμία «εργάται», στο ιερό του Ασκληπιού στη Μεγαλόπολη, στην Αθήνα «ΕΡΜΗΣ ΞΥΛΟΝ» ανάθημα του Κέκροπα στο ναό της Πολλιάδας, Ερμής της Αφροδίτης στον ναό του Απόλλωνα στη Δήλο, έργο του Δαιδάλου και ανάθημα του Θησέα κ.ά. Οι Ερμές όμως εκτός των τόπων λατρείας χρησιμοποιήθηκαν με ποικίλους τρόπους. Στην Αττική σ’ όλο το μήκος των οδών προς τους δήμους υπήρχαν ερμές στημένες από τον Ίππαρχο για τη μέτρηση των αποστάσεων και υπόδειξη των διευθύνσεων, έχοντας γραμμένα πάνω τους ρητά και συμβολικές φράσεις.

Γι’ αυτά ο Πλάτωνας λέει τα εξής (Ίππαρχ. 228 Θ): ο Ίππαρχος «ΕΠΙΒΟΥΛΕΥΩΝ ΤΟΥΣ ΕΝ ΤΟΙΣ ΑΓΡΟΙΣ ΠΑΙΔΕΥΣΑΙ, ΕΚΛΕΞΑΜΕΝΟΣ Α ΗΓΕΙΤΟ ΣΟΦΩΤΑΤΑ, ΕΠΕΓΡΑΨΕΝ» αναφέρει κάποια ρητά όπως: «ΣΤΙΧΕ ΔΙΚΑΙΑ ΦΡΟΝΩΝ», «ΜΗ ΦΙΛΟΝ ΕΞΑΠΑΤΑ» κ.ά. των οποίων προηγείται η φράση: «ΜΝΗΜΑ ΤΟΔ’ ΙΠΠΑΡΧΟΥ». Ως «ΕΠΙΤΕΡΜΙΟΙ», δηλαδή αυτές που δηλώνουν τα όρια δημοσίων ή ιδιωτικών ιδιοκτησιών αναφέρονται πολλές ερμές, μέσω αυτών διακρίνονταν τα σύνορα των Μεγαλοπολιτών προς τους Μεσσηνίους, των Λαμψακηνών προς τους Παριανούς (Πολύαιν, ΣΤ’ 24) και κατά τον Πάρνωνα, των Τεγεατών προς τους Αργείους. Από αυτές ονομάστηκαν έτσι πολλές συνοριακές τοποθεσίες (Ερμαίον), ο Παυσανίας στην «Ελλάδος Περιήγησις» του, στο τέλος της περιγραφής μιας επαρχίας στα σύνορά της και
στην αρχή της περιγραφής των μερών της γείτονας της,
χρησιμοποιεί τις φράσεις «ΜΕΤΑ ΔΕ ΤΟΥΣ ΕΡΜΑΣ», «ΙΟΥΣΙΝ ΑΠΟ ΤΩΝ ΕΡΜΩΝ». Και πριν από τις πύλες των πόλεων τοποθετούνταν ερμές, όπως στη Μεγαλόπολη και μπροστά στις πόρτες των οικιών (Λουκ. Πλοίον 20), αλλά και μέσα στις οικίες, οι οποίες βέβαια είχαν σχέση με τις επικλήσεις των Θεών «Προπύλαιος», «Στρόφαιος», «Επιθαλάμιος» κ.λπ.

Οι περιφημότερες ερμές όμως ήταν αυτές που βρίσκονταν στην αγορά της Αθήνας (Ερμής «αγοραίος»). Οι ερμές ήταν πυκνά τοποθετημένες από την Ποικίλη μέχρι τη Βασιλική στοά, της αποκαλούμενης εξ αυτών και Στοάς των Ερμών, τέτοιες ερμές, εκτός των αρχόντων («Ιππάρχειοι ερμαί», αυτές που στήθηκαν από τον Ίππαρχο), ανέγειραν κατόπιν αδείας της πολιτείας, τιμής ένεκεν, οι πολεμιστές (Αισχ. Κατά Κτησι, 183), πάνω σ’ αυτές υπήρχε επίγραμμα οι «ΠΟΛΛΑ ΑΓΑΘΑ ΕΙΡΓΑΣΜΕΝΟΙ» (Δημοσθ. προς Λεπτ. 112). Από τις ερμές της αθηναϊκής αγοράς διέρχονταν οι περισσότερες πομπές. Αυτές έγιναν περιώνυμες όταν ιερόσυλοι έκοψαν τα πρόσωπα απ’ αυτές (ερμοκοπίδαι). Η πληθωρική αυτή ίδρυση ερμών στα τρίστρατα των αρχαίων πόλεων συνδέεται με την ιδιότητα του Ερμή ως προστάτη των οδοιπόρων και των κατατρεγμένων. Ερμές τοποθετούνταν επίσης και πάνω σε τύμβους, όπως ο Κράτωνας είχε αφιερώσει σε κάποιον γιατρό και βρέθηκε δίπλα στο Βαρβάκειο των Αθηνών (Corp. Inscr. Att. B’ 1327) και σε δάσος του Σμινθέα δίπλα στον τύμβο της Σιβύλλης. Ακόμα, οι ερμές χρησιμοποιούνταν και στα γυμναστήρια προς λατρεία ή και ως αφετήρια σήματα (Παλατ. Ανθολ. Θ’ 319), τέτοιες ερμές βρίσκονταν στο γυμνάσιο της Φιγαλείας, στον περίβολο του γυμνασίου της Ήλιδος και στο γυμνάσιο της αγοράς των Αθηνών.

Ανάλογη προς την ευρεία χρήση των ερμών ήταν και η αποδιδόμενη λατρεία προς αυτές. Στις υπαίθριες ερμές γίνονταν λιτές προσφορές φρούτων, ιδίως σύκων (απ’ όπου προκύπτει και η φράση «ΣΥΚΟΝ ΕΦ’ ΕΡΜΗι»). Αλλού γίνονταν σπονδές, αφιερώσεις διαφόρων αντικειμένων, ακόμη και θυσία. Στην ερμαϊκή στήλη που υπήρχε στη μέση της αγοράς των Φαρών της Αχαΐας, ανάθημα του Σιμύλου του Μεσσηνίου, υπήρχε λίθινη εστία και από κάτω χάλκινα λυχνάρια. Εκεί γίνονταν σπονδές και χρησμοδοτήσεις. Σύμφωνα με τον Gerhard, γίνονταν και τακτικές γιορτές σε τακτές ημέρες προς τιμήν των ερμών. Αναφέρονται ακόμη και προσφορές στεφάνων δάφνης, μυρσίνης, κισσού και στολισμού των ερμών με ταινίες (γιρλάντες). Ο φιλόσοφος Ξενοφάνης ο Χαλκηδόνιος τιμήθηκε με χρυσό στεφάνι σε διαγωνισμό πολυποσίας και το αφιέρωσε στον «ΕΡΜΗι ΤΩι ΠΡΟ ΤΩΝ ΘΥΡΩΝ ΕΣΤΩΤΙ» (Αιλ. Ποικ. Ιστ. Β’ 41).
Ως προς την απεικόνιση του προσώπου, δύο ήταν οι επικρατήσαντες τύποι ερμών, ο αρχαϊκός, όπου ο Θεός εικονίζονταν «σφηνοπώγων», όπως και στην Πελλήνη, που αναφέρεται και από τον Παυσανία, και ο τύπος που επικράτησε μετά τον 4ο περίπου αιώνα π.α.χ.χ., όπου το πρόσωπο ήταν αγένειο. Μάλιστα στον αρχαϊκό τύπο των ερμών δεν υπάρχει καμιά διαφορά στα χαρακτηριστικά μεταξύ του Διονύσου και του Ερμή, η διάκριση στις νεότερες γίνεται από το «κηρύκειο», τον πίλο και άλλα στοιχεία, τα οποία συνοδεύουν τις ερμές του Ερμή. Ακόμα σώθηκαν δικέφαλες και τρικέφαλες ερμές ή απεικονίσεις τους, ο Φώτιος δε αναφέρει και τετρακέφαλες. Ως προς την απεικονιζόμενη θεότητα, εκτός από αυτές που ήδη μνημονεύθηκαν, αναφέρονται και ερμές του Ηρακλή της Σικυώνας, Διός Τελείου στην Τεγέα, Διός Άμμωνος στην Μεγαλόπολη, Έρωτος στις Θεσπιές κ.ά.
Μερικές φορές δε πάνω σε πολυκέφαλες ερμές γίνονταν συνδυασμός περισσοτέρων της μίας θεοτήτων, απ’ όπου προέρχονται και τα ουσιαστικά Ερμαφρόδιτος, Ερμάρης, Ερμαθηνά, Ερμάνουβις, Ερμέρως. Ερμηρακλής, Ερμοπάν, Ερμοτιτάν κ.λπ. Στο Παναθηναϊκό στάδιο των Αθηνών βρέθηκαν δύο διπλές ερμές Απόλλωνα και Διονύσου. Απ’ αυτές συνηθέστεροι τύποι, ιδίως την ρωμαϊκή εποχή, ήταν του Ερμηρακλή και του Ερμοπάν. Τέλος, μνημονεύονται οι μεταβολές που έχουν επέλθει από το πέρασμα του χρόνου, των τετράπλευρων αρχαϊκών ερμών, όπως του σχήματος, και των χαρακτηριζόμενων ως «τοιχοπυργίσκων». Στην αρχή προστέθηκαν κάτω από τη στήλη δύο αποφύσεις που συμβόλιζαν τα χέρια, τα οποία έλειπαν. Αργότερα γύρω από το στήθος και την κοιλιά η τετράπλευρη στήλη καμπυλώθηκε, κυρτώθηκε στη ράχη και τέλος προστέθηκαν και καμπυλότητες όλου του σώματος. Η τελευταία φάση των εξελίξεως της εμφάνισης και του περιεχομένου των ερμών υπήρξαν ασφαλώς οι διπλές προτομές με βάρθο, συναφών ιστορικών προσώπων, όπως του Ομήρου και Αρχιλόχου, Βίαντος και Θαλού, Ηροδότου και Θουκυδίδου κ.ά.

www.hellenicpantheon.gr

Βιβλιογραφία: G. Zoega, De origine et usu obeliscorum (Ρώμη 1797).
Roscher, Hermes der Windgott (Λειψία, 1979 σ. 88 κ.έ.)
L. Curtius, Die antike Hermen (1903)