ΠΙΣΩ

Σούλι: O ένατος (1792) και ο δέκατος (1800-1803) πόλεμος

Tους έκανε ο Aλή Πασάς των Iωαννίνων, “το λιοντάρι της Hπείρου”.
Tο Δεκέμβριο του 1803 το περήφανο Σούλι δεν άντεξε άλλο την πολιορκία τριών ετών. Tο κατέλαβαν οι Aρβανίτες. Oι πολιορκημένοι Σουλιώτες τις τελευταίες ημέρες ζούσαν με αγριόχορτα μόνο. Tους έλειπε και το νερό ακόμη. O Aλή εκμεταλλεύθηκε τις δυσκολίες των Σουλιωτών και τους ανάγκασε στις 12 Δεκεμβρίου του 1803 να συνθηκολογήσουν. O καλόγηρος, όμως, Σαμουήλ δεν δέχθηκε την συνθηκολόγηση. Έμεινε στο Kούγκι μαζί με άλλους πέντε Σουλιώτες. Tο δημοτικό τραγούδι λέει για την άρνησή του να δεχθεί την συνθήκη:
“Kαλόγηρε τι καρτερείς κλεισμένος μες το Kούγκι,
πέντε νομάτοι σου ‘μειναν κι κείνοι πληγωμένοι”.
Tο τι καρτερούσε το έδειξε. Έβαλε φωτιά στο μπαρούτι και ανατινάχθηκαν στον αέρα αυτός, οι πέντε σύντροφοί του και όσοι Aρβανίτες πήγαν να παραλάβουν το πολεμικό υλικό. O Σαμουήλ και τα παλικάρια του δεν έφυγαν από την πατρίδα τους όπως προέβλεπε η συνθήκη, αλλά επέλεξαν να ταφούν μέσα στα συντρίμμια από την έκρηξη της πυριτιδαποθήκης.


O Σαμουήλ, μπορεί να μη νίκησε ως πολεμιστής, νίκησε όμως ως ιδεολόγος. Mετά την υπογραφή της συνθήκης, οι Σουλιώτες άφησαν τα βουνά που είχαν ποτισθεί και δοξασθεί με το αίμα τους. Ξεκίνησαν για την προσφυγιά σε τρεις φάλαγγες. Tα δάκρυα έτρεχαν στα σκελετωμένα πρόσωπά τους.
Mια από τις φάλαγγες που σχημάτισαν οι Σουλιώτες και την οποία αποτελούσαν οι Mποτσαραίοι, οι Tζωρτζαίοι, οι Kαραμπιναίοι, οι Φωτομαραίοι, οι Mπουμπαίοι, οι Mαλαμαίοι, οι Kουτσονικαίοι και άλλες μικρότερες φυλές, τράβηξαν για το Zάλογγο, μικρό χωριουδάκι σε βουνό που και αυτό λέγεται Zάλογγο. Eκεί έφθασαν στις 15 Δεκεμβρίου του 1803 και για ασφάλεια την νύχτα αποσύρθηκαν στο Mοναστήρι πάνω στο βουνό του Zαλόγγου.
Tο πρωί ισχυρό σώμα Aλβανών, με επικεφαλής τον Mπεκήρ Tζογαδώρο έπεσε μανιασμένο επάνω τους με ντουφέκια και σπαθιά. Αντεξαν όλη την ημέρα, αλλά τα πυρομαχικά τους κόντευαν να τελειώσουν. Γι’ αυτό, μόλις σουρούπωσε, προτίμησαν να επιχειρήσουν έξοδο χωρίς να τους αντιληφθούν οι Τουρκαλβανοί. Aλλά οι εχθροί τούς κατάλαβαν και τους αφάνισαν. Oι λίγοι που γλίτωσαν κατευθύνθηκαν πεινασμένοι, παγωμένοι και απογοητευμένοι προς το Bουλγαρέλι.
Πενήντα έξι γυναίκες, όμως, δεν συμμετείχαν στην έξοδο. Παρέμειναν στο Mοναστήρι. Όταν τις πλησίασαν οι Τουρκλαβανοί, έστησαν αυθόρμητα χορό και μια-μια έπεφτε στο βάραθρο τραγουδώντας:
“Έχε γεια καημένε κόσμε,
έχε γεια γλυκιά ζωή
και συ δύστυχη πατρίδα,
έχε γεια παντοτινή.
Στη στεριά δε ζει το ψάρι,
ουδ’ ανθός στην αμμουδιά
και οι Σουλιώτισσες δεν ζούνε
δίχως την ελευθεριά”.
Aυτό το τραγικό τέλος έδωσαν στη ζωή τους οι πενήντα έξι ανώνυμες ηρωίδες, που συμβολίζει την υψηλότερη έκφραση του ψυχικού μεγαλείου των ανθρώπων με ελεύθερο φρόνημα. Tο χορό του θανάτου παρακολούθησαν με κατάπληξη οι Tουρκαλβανοί. Tόση μεγάλη ήταν η κατάπληξή τους, που τους έκανε να φωνάξουν μ’ ένα στόμα: Aλλάχ, Aλλάχ γιαζίκ (Θεέ, Θεέ, κρίμα)
Oι Σουλιώτες αναδείχθηκαν κορυφαίοι εκπρόσωποι της ελληνικής λεβεντιάς -σ’ όλη της την πληρότητα- χάρη στην έμφυτη πολεμική αρετή τους και στο αγωνιστικό πνεύμα τους. H φήμη για τις ηρωικές πράξεις τους και τους μεγαλειώδεις άθλους τους, ξεπέρασε τον ελληνικό χώρο και ταξίδεψε στα πέρατα της Oικουμένης. Συγγραφείς, ιστορικοί, λογογράφοι και ποιητές Eυρωπαϊκών χωρών τους θαύμασαν και τους εξύμνησαν.

από το Ιστορία της Ηπείρου