ΠΙΣΩ

 Οι έρευνες στα κατάλοιπα των λιμενικών εγκαταστάσεων του Πειραιά τα οποία διατηρούνται βυθισμένα στη Ζέα και το Μικρολίμανο.

Τους συναντάει κανείς συχνά τα πρωινά στη Ζέα, αλλά και στο Μικρολίμανο. Βουτούν στα μολυσμένα νερά, με βαρύ εξοπλισμό, διπλά και τριπλά γάντια για να μην κινδυνεύουν από τα σκουπίδια του βυθού στην προσπάθειά τους να ερευνήσουν λίγα μόλις μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας. Στην προκυμαία, οι συνάδελφοί τους επικοινωνούν μαζί τους με σύγχρονα συστήματα, ενώ οι φωτογράφοι της ομάδας δεν χάνουν στιγμή από όσα συμβαίνουν.

Είναι η ομάδα του Zea Harbour Project, η οποία διενεργεί το ερευνητικό αρχαιολογικό πρόγραμμα που ξεκίνησε πριν από δέκα χρόνια ο Dr Bjoern Loven, στην προσπάθειά του να μελετήσει τα αρχαία κατάλοιπα των λιμενικών εγκαταστάσεων του Πειραιά, που χρονολογούνται στον 4ο και τον 5ο αιώνα π. Χ. και διατηρούνται βυθισμένα στα λιμάνια της Ζέας και του Μικρολίμανου (Μουνιχία). Από το 2002, διεξάγονται ενάλιες ανασκαφές και χερσαίες έρευνες στην περιοχή, φέρνοντας στο φως σημαντικά ευρήματα και προσελκύοντας το ενδιαφέρον κοινού και επιστημόνων απ’ όλο τον κόσμο.

Τα δικά μας γυμνάσια και λύκεια μπορεί να μη φτάνουν ώς εκεί, αλλά εκείνα του εξωτερικού, όπως και πολλοί φοιτητές πανεπιστημίων (από Δανία, Αμερική, Αγγλία, Πολωνία κ. α.) και Ελληνες είναι τακτικοί επισκέπτες. Μαθαίνουν και μάλιστα από πρώτο χέρι για το σπίτι του αθηναϊκού στόλου.

Τεράστιο συγκρότημα

Ο κύριος πολεμικός ναύσταθμος της αρχαίας Αθήνας στον Πειραιά δεν ήταν μικρή υπόθεση. Οι εγκαταστάσεις με τις κιονοστοιχίες και τις επικλινείς κρηπίδες ήταν μεγάλες και εντυπωσιακές και στέγαζαν τριήρεις και άλλα πολεμικά πλοία του αθηναϊκού στόλου. Του στόλου που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην έκβαση των Περσικών Πολέμων και όχι μόνον.

«Ηταν τεράστιο κτιριακό συγκρότημα. Επιβλητικό και μνημειακό. Τρομερό έργο την εποχή εκείνη, σύμβολο για την αθηναϊκή δημοκρατία που φρόντιζαν να το διαφυλάττουν καλά. Ηταν σύμβολο της Αθήνας», είναι τα πρώτα λόγια του Ιωάννη Σαπουντζή, υποδιευθυντή του προγράμματος και του Παναγιώτη Αθανασόπουλου, επίσης αρχαιολόγου και επιστημονικού συνεργάτη, όταν τους συναντήσαμε.

Οι πρώτοι που ασχολήθηκαν το 1885 ήταν οι αρχαιολόγοι Ι. Χ. Δραγάτσης και Wilhelm Dorpfeld, οι οποίοι μελέτησαν τα αρχαιολογικά κατάλοιπα, κάποια από τα οποία διασώζονται σήμερα σε πιλοτή πολυκατοικίας. Η ομάδα, όμως, του Zea Harbour Project ανακάλυψε τους βυθισμένους στη θάλασσα νεώσοικους. Και το κυριότερο, τεκμηριώνει ότι ήταν διπλοί.

Νέοι στην πλειοψηφία τους επιστήμονες τα μέλη της ομάδας, κάνουν αυτόνομες καταδύσεις. Τα βάθη στα οποία βουτούν δεν είναι μεγάλα, γεγονός που τους επιτρέπει να μένουν τρεις και τέσσερις ώρες, χωρίς μάλιστα να έρχονται σε επαφή με τα έντονα μολυσμένα εδώ και 2.500 χρόνια νερά. «Ουσιαστικά κανένα σημείο τους σώματός μας δεν βρέχεται. Χρησιμοποιούμε στολές και μάσκες στεγανού τύπου και διατηρούμε υψηλές προδιαγραφές μετά την κατάδυση, όπως απολύμανση κ. ά.», λένε δείχνοντας τα πειστήρια στο φορητό κομπιούτερ.

Η δουλειά ξεκινάει πρώτα προσπαθώντας ενώ κολυμπούν να δουν τι είναι ορατό. Υστερα ακολουθεί η ανασκαφή κάτω από το νερό με ειδικά συστήματα τα οποία απορροφούν τα ένζυμα από τον πυθμένα και τα μεταφέρουν σε άλλα σημεία. Αφού καθαριστεί ό, τι βρίσκουν, το επόμενο βήμα είναι η αποτύπωση με ηλεκτρονική μορφή και χρήση γεωδαιτικού σταθμού, που τους επιτρέπει να έχουν λεπτομερή απεικόνιση των καταλοίπων. Επειτα τα πράγματα είναι στο χέρι της τεχνολογίας. Οι υπολογιστές δίνουν εντυπωσιακά σχέδια σε τρισδιάστατη μορφή και οι επιστήμονες (όλων των ειδικοτήτων) μπορούν να δουν με λεπτομέρειες τι υπάρχει κάτω από το νερό. Η οικονομική βιωσιμότητα του προγράμματος επιτυγχάνεται μέσω χρηματοδοτήσεων και χορηγιών, κατ’ αποκλειστικότητα από φορείς του εξωτερικού, με το Ιδρυμα Carlsberg να κατέχει τον ρόλο του βασικού χρηματοδότη.

Η ερευνητική ομάδα της οποίας ηγείται ο Μπγιορν Λοβέν βρήκε τα κατάλοιπα των νεωσοίκων κάτω από το νερό (εξαιτίας της ανόδου της στάθμης της θάλασσας και των κλιματικών αλλαγών), σε βάθος 2,25 μ. Τόσο η Ζέα όσο και το Μικρολίμανο είναι φυσικά λιμάνια· όσο για τους νεώσοικους, όπως μας εξηγούν, ήταν μια μεγάλη δημόσια επένδυση της εποχής.

Σημείο αναφοράς

Οι αρχαιολογικές ανακαλύψεις τους βοήθησαν να κατανοήσουν και κατασκευαστικά την αρχιτεκτονική των λιμένων και της τοπογραφίας τους. «Κυρίως μας επέτρεψε να αντιληφθούμε την κεφαλαιώδη σημασία τους για την πόλη της Αθήνας, σε μία ιστορική περίοδο κατά την οποία ο αθηναϊκός στόλος αντιμετωπίζει τους Πέρσες στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας, έχει κυρίαρχο ρόλο στη Δηλιακή Συμμαχία και αποτελεί σημείο αναφοράς του Πελοποννησιακού Πολέμου. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, πως η ναυτική δύναμη των Αθηναίων κατά την περίοδο της ακμής της (τέλη 4ου αι. π. Χ.) επανδρώνεται με μια δύναμη περίπου 50.000 ανδρών, ενώ οι υπό μελέτη λιμενικές εγκαταστάσεις καλύπτουν έκταση μεγαλύτερη των 55.000 τ. μ.»», τονίζουν οι Γ. Σαπουντζής και Π. Αθανασόπουλος.

Οι τριήρεις που χρησιμοποιούνταν για πολεμικές κινήσεις δεν έμεναν μέσα στο νερό ούτε εξετίθεντο στον ήλιο και τη βροχή, στοιχεία που μείωναν τη διάρκεια ζωής τους. Επρεπε, άλλωστε, να έχουν αντοχή στο χρόνο. Και δεν ήταν μόνο αυτές στη Ζέα. Οι συστηματικές ανασκαφές στο Μικρολίμανο αποκάλυψαν τμήματα άγνωστης ομάδας νεωσοίκων και οι ανασκαφικές τομές που έγιναν στις βάσεις των θεμελίων επέτρεψαν να χρονολογηθούν με μια απόκλιση μεταξύ 500 και 480 π. Χ. «Αυτό τους κατατάσσει κατευθείαν στους πρώτους νεώσοικους. Πριν απ’ αυτούς, βάσει των αρχαίων πηγών, τα πολεμικά πλοία στεγάζονταν στην παραλία του Φαλήρου και απλώς τα τραβούσαν στην αμμουδιά. Η ένδειξη ότι αυτή η ομάδα είναι από τους πρώτους νεώσοικους που κατασκευάστηκαν είναι ιδιαίτερα σημαντική διότι δεν νομίζω να υπάρχουν άλλοι στην Ανατολική Μεσόγειο που να είναι παλαιότεροι», επισημαίνει ο υποδιευθυντής του πρότζεκτ.

Στο Μικρολίμανο διασώζονται και τα θεμέλια τριών οχυρωματικών τοίχων, αλλά και τμήμα του οχυρωματικού μόλου της βόρειας πλευράς του λιμανιού, ενώ εντοπίστηκε και κεραμική που χρονολογείται στα ελληνιστικά χρόνια.

Τα λιμάνια του Πειραιά βρίσκονται σε συνεχή δραστηριότητα για περισσότερα από 2.500 χρόνια. Η συμβολή τους στην εξέλιξη της ναυτοσύνης των Ελλήνων είναι αδιαμφισβήτητη, όπως και η ιστορική τους σημασία. «Η μνημειώδης κατασκευή των λιμενικών εγκαταστάσεων και ο θεσμικός ρόλος που κατείχαν στην αθηναϊκή δημοκρατία συντέλεσε στο να αποκτήσουν οι λιμένες αυτοί μια συμβολική διάσταση, τόσο ισχυρή, ώστε να διασφαλίσει την ιστορική συνέχεια της ευρύτερης περιοχής. Οι ναύσταθμοι αυτοί αποτελούν ένα σημείο αναφοράς για τον αρχαίο κόσμο και ένα ισχυρό θεμέλιο της μετέπειτα ναυτικής παράδοσης των Ελλήνων».

«Η ραχοκοκαλιά της Δημοκρατίας»

Ας δούμε όμως τι λέει ο Δανός αρχαιολόγος Μπγιορν Λοβέν, που ηγείται διεθνούς ερευνητικής ομάδας: «Κοιτώντας πίσω αυτά τα 10 χρόνια, δεν μπορώ παρά να νιώσω ιδιαίτερα προνομιούχος. Γύρω μου έχει συγκεντρωθεί μια ομάδα πολύ αφοσιωμένων και ικανών ανθρώπων. Εχουμε ανακαλύψει πολύ περισσότερα από αυτά που ευχόμουν. Το σπουδαιότερο είναι η ανακάλυψη των νεωσοίκων του 5ου αιώνα π. Χ., της εποχής που έζησαν εδώ ο Περικλής και ο Θεμιστοκλής. Πιστεύω ακράδαντα πως ο δεσμός που δημιουργήθηκε μεταξύ των κατοίκων της Αθήνας μετά τη νίκη επί των Περσών στη Nαυμαχία της Σαλαμίνας το 480 π. Χ. αποτέλεσε και το συνδετικό υλικό της νεότευκτης δημοκρατίας. Οι ναύσταθμοι του Πειραιά και οι τριήρεις αποτέλεσαν με πολλούς τρόπους τη ραχοκοκαλιά της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Είναι πολύ σημαντικό, λοιπόν, τα βυθισμένα κατάλοιπα του Πειραιά να λάβουν τη θέση που τους αρμόζει στην παγκόσμια Iστορία».

ΠΗΓΗ Καθημερινή