Οι πρώτοι που μελέτησαν την Ελληνιστική Κοινή ήταν κλασσικιστές (δηλαδή λάτρεις της Αττικής διαλέκτου) και ήταν λογικό να μην αποδέχονται τις παρεκτροπές της Ελληνιστικής από το πρότυπό τους. Την απαξίωσαν ως «παρηκμασμένη μορφή» της λόγιας Αττικής γλώσσας και δεν της έδωσαν ιδιαίτερη σημασία όσο ήταν ακόμα καιρός και διασώζονταν περισσότερα στοιχεία της. Η μεγάλη σημασία της αναγνωρίστηκε μόλις κατά τον 19ο αιώνα και οι πηγές ήταν όσα πρωτότυπα σε επιγραφές και πάπυροι είχαν διασωθεί. Πηγή της επίσης υπήρξε η «Μετάφραση των Εβδομήκοντα», δηλαδή η σχεδόν κατά λέξη μετάφραση στα ελληνικά της Παλαιάς Διαθήκης, καθώς και η Καινή Διαθήκη που συντάχθηκε περίπου 4 αιώνες αργότερα. Αυτά τα κείμενα στόχευαν λογικά στο να γίνουν κατανοητά από το πλατύ κοινό και κατά συνέπεια πρέπει να είχαν συνταχθεί στην καθομιλουμένη της εποχής τους.

Πληροφορίες μπορούν να αντληθούν και από Αττικιστές λόγιους της ελληνιστικής και ρωμαϊκής περιόδου, οι οποίοι προκειμένου να πολεμήσουν ουσιαστικά την εδραίωση της Ελληνιστικής Κοινής, εξέδιδαν έργα στα οποία συνέκριναν την «ορθή Αττική» με την «λανθασμένη Κοινή». Παρέθεταν μάλιστα και παραδείγματα και νουθετούσαν τον κόσμο για την κατά την αντίληψή τους σωστή χρήση της γλώσσας. Ενας από αυτούς ήταν και ο Φρύνιχος Αρράβιος ο οποίος κατά τον 2ο π.Χ. αιώνα έγραφε[3] χαρακτηριστικά τα εξής:

Βασίλισσα οὐδείς τῶν Ἀρχαίων εἶπεν, ἀλλὰ βασίλεια ἢ βασιλίς. (Κανείς εκ των Αρχαίων δεν έλεγε (τη λέξη) βασίλισσα αλλά (έλεγε) βασίλεια ή βασιλίς)
Διωρία ἑσχάτως ἀδόκιμον, ἀντ’ αυτοῦ δὲ προθεσμίαν ἐρεῖς. (Η (λέξη) διωρία είναι αισχρά αδόκιμη και αντ’ αυτής να χρησιμοποιείς την προθεσμία)
«Πάντοτε» μὴ λέγε, ἀλλὰ «ἑκάστοτε» καὶ «διὰ παντός».

Αλλες πηγές αποτελούν οι ίδιοι οι Αττικιστές με τα γλωσσικά τους «σφάλματα», γιατί καθώς δεν μπορούσαν να είχαν τέλεια γνώση της Αττικής διαλέκτου έβαζαν στο λόγο τους κατά λάθος και στοιχεία της τότε καθομιλουμένης Ελληνιστικής Κοινής. Επίσης πηγή αποτελούν τα τυχαία ευρήματα σε επιγραφές αγγείων -που τις έγραφαν λαϊκοί καλλιτέχνες ή οι έμποροι μόνοι τους- καθώς και μερικά μεταφραστικά λεξικά ή γλωσσάρια ελληνο-λατινικών της ρωμαϊκής περιόδου. Στα τελευταία αναφέρονται[4] ελληνικές φράσεις με τη μετάφρασή τους στα λατινικά:

Καλήμερον, ἦλθες; Bono die, venisti?
Ποῦ; Ubi?
Τί γὰρ ἔχει; Quid enim habet?

Σπουδαία πηγή τέλος αποτελεί αυτή καθαυτή η νεοελληνική και οι διάλεκτοί της, όπως η Ποντιακή διάλεκτος και η Καππαδοκική, που έχουν κρατήσει κάποια γλωσσολογικά στοιχεία τα οποία έχουν χαθεί από τη νεοελληνική. Αυτές έχουν π.χ. κρατήσει την αρχαία προφορά του η ως ε (γράφουν νύφε, τίμεσον) ενώ στην Τσακωνική έχουν κρατήσει το παρτεταμένο α αντί του η (αμέρα, αστραπά, λίμνα). Στις νότιες νησιωτικές περιοχές (στα Δωδεκάνησα) και στην Κύπροέχει διατηρηθεί η έντονη, διπλή προφορά των διπλών όμοιων συμφώνων σε λεξεις όπως Ελλάδα, θάλασσα κ.α. Φαινόμενα σαν αυτά υποδηλώνουν ότι η προφορές και άλλα χαρακτηριστικά επιβίωσαν μέσα από την Ελληνιστική Κοινή παρά την ποικιλότητα της τελευταίας στον αχανή τότε ελληνόφωνο κόσμο.

Λέξεις αττικών και Ελλήνων Κοινής