Συνταγές απλές και συνδυαστικές απολάμβαναν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι ακόμη και στα δύσκολα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου!

Αρχαίες λιχουδιές κόντρα στην κρίση προτείνει ο συγγραφέας Κώστας Μπούρας με το βιβλίο του «Αρχαίο Φαγοπότι», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αρμονία.

Ειδικά σε χαλεπούς καιρούς- λέει ο συγγραφέας- οι Αθηναίοι έτρωγαν, έπιναν και διασκέδαζαν με τη ψυχή τους, φιλοσοφώντας τη ματαιότητα των εγκοσμίων. Έτσι η ζωή τους γινόταν τέχνη και το σώμα τους «ναός απόλαυσης», χωρίς ενοχές και υποκρισίες, με την απαραίτητη όμως αιδώ, την οποία επέβαλε η κοσμιότητα και οι νόμοι του κράτους.

Το βιβλίο βασίζεται σε σωζόμενα αρχαία κείμενα και με χιουμοριστικό ύφος διαφωτίζει για την προετοιμασία ενός τυπικού συμποσίου, την προμήθεια των υλικών, τα μαγειρικά σκεύη, την υποδοχή
των καλεσμένων, τις φάσεις της εκδήλωσης, τα μυστικά μιας καλής κρασοκατάνυξης, τα επιδόρπια, την αποχώρηση των καλεσμένων (και των… ακάλεστων ).

Όπως και σήμερα, έτσι και τότε, υπήρχαν μάγειροι –σταρ, ο οποίοι μάλιστα είχαν πετύχει να περάσει νόμος για τα πνευματικά δικαιώματά τους στις ευφάνταστες συνταγές τους, τις οποίες μπορούσαν να αντιγράψουν άλλοι συνάδελφοί τους μόνο αφού περνούσε ένας χρόνος και επί πληρωμή.

Σύμφωνα με τα επικρατούντα τότε σλόγκαν, «η μαγειρική τέχνη ήταν επάγγελμα για ελεύθερους ανθρώπους και όχι για δούλους», όπως μεταδίδει το Αθηναϊκό Πρακτορείο.

 Όπως και σήμερα, έτσι και τότε, κυκλοφορούσαν τσελεμεντέδες με… μπεστ σέλερ βιβλία της εταίρας Φιλαινίδας, η «Γαστρονομία» του Αρχέστρατου και το «Οψαρτυτικές γλώσσες» του Βυζαντίου, όπου προτείνει το «μύμα», ένα παρασκεύασμα από κρέατα και αρτύματα: Έκοβαν το τρυφερό κρέας σε μικρά κομμάτια, πρόσθεταν ξίδι, τυρί ψημένο, κύμινο, καθαρισμένο κρεμμύδι ψητό, παπαρούνα, σταφίδα, μέλι και κόκκους ξινής ροδιάς. Και καλή όρεξη!

Όπως και σήμερα, έτσι και τότε, ένας μάγειρας του αρχαίου λάιφ στάιλ έφτιαχνε επιδεικτικά υπερπολυτελή εδέσματα σε πολυεπίπεδες κατασκευές. Ο Αθήναιος αναφέρεται σε έναν μάγειρα που διαφήμιζε τα δημιουργήματά του λέγοντας ότι έχει αναστήσει ετοιμοθάνατους όταν τους πλησιάσει με τα μυρωδικά του μαγειρέματα…

Οι αρχαίοι έτρωγαν τα φαγητά τους πολύ αλμυρά, ίσως αυτό ήταν ένας από τους λόγους του χαμηλού μέσου όρου ζωής. Οι πρόγονοί μας ήταν ψαροφάγοι. Ο φτωχός λαός την έβγαζε με τα φθηνά μαριδάκια, αλλά οι πλούσιοι προμηθεύονταν από την ψαραγορά πανάκριβους ιχθύες προκαλώντας τον φθόνο, σε τέτοιο σημείο που υπήρχε ένας άγραφος νόμος στην Κόρινθο ο οποίος έδινε το δικαίωμα σε ένα πολίτη να ζητήσει δημοσίως εξηγήσεις για το… πόθεν έσχες του αγοραστή!

Στα κρέατα που κατανάλωναν οι αρχαίοι συγκαταλέγονταν τα λιπόσαρκα πτηνά, τα κοκόρια, τα περιστέρια και οι φασιανοί. Μια άλλη αγαπημένη τροφή ήταν το μέλι, που το έβαζαν παντού: στα ψητά, στις πίτες ακόμη και … στη σκορδαλιά.

Στα βασιλικά γεύματα «έτρωγαν με χρυσά κουτάλια». Ο Όμηρος στην Οδύσσεια αναφέρει μαγειρικά σκεύη από χρυσάφι, ήλεκτρο, ασήμι και ελεφαντόδοντο. Οι φτωχοί χρησιμοποιούσαν ως κουτάλια- που λεγόταν μύστροι- την κοίλη κόρα του ψωμιού, αφού αφαιρούσαν την ψίχα.

Ο Μεσσήνιος Δικαίαρχος, μαθητής του Αριστοτέλη, στο έργο «Περί Αλκαίου» αναφέρει ότι οι αρχαίοι έπιναν το κρασί με μικρά ποτήρια και νερωμένο. Τα μεγάλα κρασοπότηρα, που λεγόταν «ρυτά», προορίζονταν μόνο για ήρωες.

Στο πρώτο μέρος ενός συμποσίου οι καλεσμένοι καθόταν σε ορθογώνια ξύλινα τραπέζια και στο δεύτερο ξάπλωναν στα ανάκλιντρα οπότε ακολουθούσε το ψυχαγωγικό μέρος με χορευτές, χορεύτριες, μίμους και εταίρες.

Ο Αθήναιος λέει ότι πρέπει κανείς να πίνει με μέτρο, αλλά ο γιατρός Μνησίθεος, του 4ου αιώνα, ισχυριζόταν ότι ο «κωθωνισμός», δηλαδή το πολύ ποτό μέχρι να γίνεις τύφλα, ήταν χρήσιμο από καιρού εις καιρόν… Αντίθετα ο Εύβουλος βάζει όριο τα τρία ποτήρια γιατί… το τέταρτο φέρνει την ύβρη, το πέμπτο την οχλαγωγία, το έκτο την κοροϊδία, το έβδομο τους τραυματισμούς, το όγδοο το δικαστικό κλητήρα, το ένατο την οργή και το δέκατο τη «μανία»…