Σώζονται σε εξαιρετική κατάσταση και είναι κατασκευασμένοι από σπουδαίους αρχιτέκτονες

Οι γιοι ή έστω τα εγγόνια των αρχιτεκτόνων και των τεχνιτών που δημιούργησαν το Ερέχθειο ήταν αυτοί, που κατασκεύασαν και τους δύο χορηγικούς κίονες, που σώζονται στο δυσπρόσιτο τμήμα της νότιας κλιτύος της Ακρόπολης, ακριβώς κάτω από το τείχος της και ακριβώς, επίσης, πάνω από το μνημείο του Θρασύλλου. Γιατί μόνον αυτοί μπορούσε να κατέχουν τις γνώσεις, την τεχνική ικανότητα και τα εργαλεία των παλαιοτέρων για τέτοια έργα.
Πρόκειται για το
συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η επιστημονική μελέτη, που με επικεφαλής τον πολιτικό μηχανικό κ. Κώστα Ζάμπα είχε ως αντικείμενο την διερεύνηση της ιστορίας των δύο κιόνων, την ανάλυση της σεισμικής συμπεριφοράς τους και τη συσχέτισή της με σεισμούς του παρελθόντος. Στη μελέτη συμμετείχαν ο ακαδημαϊκός κ. Ν. Αμβράζης με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αρχαιοσεισμολογία, ο αρχιτέκτονας κ. Κωνσταντίνος Μπολέτης μελετητής και αναστηλωτής του μνημείου του Θρασύλλου και η γεωλόγος κυρία Ι. Ζάμπα. Πρέπει να σημειωθεί ότι το συγκεκριμένο πρόγραμμα επιλέχθηκε μεταξύ εκατοντάδων άλλων προτάσεων για την χρηματοδότησή του από το Ιδρυμα Ι. Λάτση στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος «Επιστημονικές Μελέτες» που διανύει ήδη το 5o έτος υλοποίησής του.

Ανισοι σε ύψος αλλά όμοιοι μεταξύ τους, καθώς είναι φανερό ότι ανήκαν στο ίδιο οικοδομικό πρόγραμμα οι δύο κίονες του βράχου της Ακρόπολης σώζονται σε εξαιρετική κατάσταση παρά τις φυσικές και ανθρωπογενείς καταστροφές που έχουν υποστεί μέσα στους αιώνες. Σε όλες τις εποχές άλλωστε, όπως λένε οι μελετητές τους λειτούργησαν ως τοπόσημο της νότιας κλιτύος, λόγω της θέσης και του μεγάλου μεγέθους τους με αποτέλεσμα να έχουν απεικονισθεί ή περιγραφεί από όλους σχεδόν τους πολιορκητές, περιηγητές ή μελετητές της Ακρόπολης. Το γεγονός μάλιστα ότι στέκονται ως σήμερα στη θέση τους «αποτελεί μια μαρτυρία περί της χαμηλής σεισμικότητας της Ακρόπολης», αναφέρεται στη μελέτη.
«Οι δύο κίονες κατασκευάστηκαν στα τέλη της κλασικής – αρχές της ελληνιστικής εποχής και αποτελούν εξαίρετα έργα της αρχαίας ελληνικής τέχνης, τόσο όσον αφορά στον εξαιρετικά πρωτότυπο και ανεπανάληπτο σχεδιασμό τους, όσο και στην υψηλή κατασκευαστική τους ποιότητα» αναφέρεται εξάλλου στο πόρισμα, κάτι σημαντικό αφού ως σήμερα θεωρείτο ότι ανήκαν στη Ρωμαϊκή εποχή.

Από τους δύο ο ανατολικός κίονας είναι ψηλότερος (10,27) μέτρα, στηρίζεται σε κρηπίδα (2,41μέτρα) και διαθέτει κυματιοφόρο βάση με δυο σπείρες, έξι σπονδύλους και τριγωνικό κιονόκρανο κορινθιακού ρυθμού, το οποίο παρ΄ ότι έχει υποστεί σοβαρά πλήγματα από οβίδες διατηρεί την εξαιρετική ομορφιά του και σε κάποια σημεία το αρχικό του χρώμα: γαλάζιο και κόκκινο.

«Το εύρημα είναι πολύ σημαντικό, γιατί τα ίχνη της αρχαίας πολυχρωμίας είναι σπανιότατα στα μνημεία της Ακρόπολης, αφού περιορίζονται σε απειροελάχιστα ίχνη, τα περισσότερα από τα οποία σήμερα εντοπίζονται μόνον με ειδικέςακτινογραφικές μεθόδους», λένε οι μελετητές προσθέτοντας πως: «Η μορφή του κιονόκρανου δεν έχει ιστορικό προηγούμενο, αλλά και δεν κατασκευάστηκε στην αρχαιότητα άλλο κιονόκρανο που να το μιμείται.

Μολονότι η κατεργασία του μαρμάρου δεν έχει την ακρίβεια των δωρικών και ιωνικών κιονόκρανων των μνημείων της Ακρόπολης, ούτε την ακρίβεια που ήδη επισημάναμε στη βάση και τους σπονδύλους του κίονα, στο κιονόκρανο αυτό και το όμοιο του γειτονικού κίονα, έχουμε μια ευφυή, πρωτότυπη και ανεπανάληπτη αρχιτεκτονική σύλληψη, που προκαλεί το θαυμασμό». Ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια εδώ ότι οι μορφές των φυτών που αποδίδονται στο κιονόκρανο θυμίζουν το λυχναράκι ή λουμίνια που φύεται αυτοφυώς στο βράχο της Ακρόπολης ακόμα και σήμερα.
Ο δυτικός κίονας εξάλλου με ύψος 8,79 μέτρα και ύψος της κρηπίδας 1,89 μέτρα αποτελείται από πέντε αρράβδωτους σπονδύλους με κιονόκρανο όμοιο με αυτό του ανατολικού κίονα, αλλά μικρότερο Η κατάσταση διατήρησής του όμως, είναι πολύ καλύτερη του ανατολικού.

Σημαντικά, κατόπιν αυτών είναι τα συμπεράσματα της μελέτης: Και πρώτα απ΄ όλα η «λεπτότατη ένταση των κορμών των δύο κιόνων, που όμοιά της μόνο στους κίονες του Ερεχθείου επετεύχθη»! Ο ευφυής σχεδιασμός των μοναδικών κορινθιακών κιονόκρανων. Ο πρωτότυπος και πλούσιος φυτικός διάκοσμος, παρ΄ ότι δεν είναι αυτοσκοπός.

Η έκκεντρη εγκοπή για την υποδοχή ανυψωτικής διάταξης στον ανατολικό κίονα που είναι παρόμοια με αντίστοιχες εγκοπές στον Παρθενώνα. Η υψηλή ποιότητα εργασίας στη διαμόρφωση των κρηπίδων με τις λεπτοδουλεμένες βελονισμένες επιφάνειες. Οι σύνδεσμοι μορφής διπλού «Τ» που παραπέμπουν τόσο στο Θρασύλλειο όσο και στη στοά του Ασκληπιού. Κατατομή βάσεων, παρόμοια με του Ερεχθείου. Και ακόμη η εξαιρετική κατεργασία των σπονδύλων.

Αποκαλυπτική ήταν η μελέτη τέλος, όσον αφορά τη σεισμική τους καταπόνηση καθώς διαπιστώθηκε ότι οι κίονες είχαν δεχθεί στο απώτερο παρελθόν μία τουλάχιστον ισχυρή σεισμική καταπόνηση, η οποία προκάλεσε σημαντική διαταραχή τους, παρ΄ όλα αυτά όμως αυτός ο σεισμός δεν έχει καταγραφεί από άλλες πηγές, άρα έχουμε ένα νέο δεδομένο για τη σεισμική ιστορία της Αθήνας.