Ο Ρόμπιν Λέιν Φοξ, ένας από τους επιφανέστερους μελετητές της κλασικής αρχαιότητας διεθνώς, έχει ζήσει την ακαδημαϊκή του ζωή στη σκιά ενός ανθρώπου. Το ομώνυμο βιβλίο του για τον Μεγάλο Αλέξανδρο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1974, όταν ήταν μόλις 27 ετών.

Ακολούθησαν κι άλλα βιβλία για το Μακεδόνα στρατηλάτη, καθώς και η 37ετής θητεία του ως καθηγητής Αρχαίας Ιστορίας στο New College του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Το 2004, ήταν ιστορικός σύμβουλος στην ταινία «Alexander» του Όλιβερ Στόουν (μία «αξεπέραστη, ανεπανάληπτη εμπειρία»).

Ο Λέιν Φοξσυνταξιοδοτήθηκε πέρυσι, αλλά «λόγω ζήτησης από το κοινό», όπως λέει στην «Κ», θα επιστρέψει του χρόνου στη διδασκαλία. Το αντικείμενό του όμως δεν θα είναι πια η Ιστορία, αλλά η Αρχαία Λογοτεχνία. Περπατώντας στο New College (έτος ίδρυσης 1379), με τους επιβλητικούς πύργους, το παρεκκλήσι όπου ακούγονται οι πρόβες της πολυβραβευμένης χορωδίας και τους κήπους με τα φύλλα διάσπαρτα στο γρασίδι –κήπους τη φροντίδα των οποίων επιβλέπει ο ίδιος ο οικοδεσπότης μας– νιώθω ότι μεταφέρομαι στο παρελθόν. Και αναρωτιέμαι πόσο εύκολο ήταν για τον Λέιν Φοξ, στην παθιασμένη ενασχόλησή του με τον Αλέξανδρο (μιλάει γι’ αυτόν σαν είναι παρών καθημερινά στη ζωή του), να διαχωρίσει την ιστορική αλήθεια από τον μύθο.

Αφού έχουμε εγκατασταθεί σε ειδική αίθουσα στο Senior Common Room, χώρο αναψυχής του διδακτικού προσωπικού του κολεγίου, η συζήτηση στρέφεται στο νόημα του Αλέξανδρου σήμερα. Μια Ελλάδα ανασφαλής για τη σχέση της με το ένδοξο παρελθόν της και αντιμέτωπη με μία γειτονική χώρα ταγμένη σε μία αλυτρωτική λογική, συχνά γίνεται όμηρος ενός στενόμυαλου εθνικισμού. Τι έχει να πει όμως, ως ιστορική προσωπικότητα, σε έναν οπαδό του φιλελεύθερου κοσμοπολιτισμού;

«Πρέπει ο Αλέξανδρος να γίνει κατανοητός εντός του πλαισίου, των κοινωνικών συνθηκών και των αξιών της εποχής του. Πολλοί μελετητές τα τελευταία 40 χρόνια έχουν επιλέξει απλά να τον εξετάσουν μέσα από το πρίσμα σύγχρονων αντιαποικιοκρατικών, αντιμιλιταριστικών αξιών. Και άρα έχουν πλάσει μία εικόνα ενός αιμοδιψούς δολοφόνου, παρανοϊκού σαν τον Στάλιν, που σκότωσε αμέτρητους ανθρώπους ανά τον κόσμο στην υπηρεσία της φήμης του. Αυτή η εικόνα όμως δεν έχει επηρεάσει το πώς αντιλαμβάνεται ο πολύς κόσμος τον Αλέξανδρο, ενώ αν ήταν αληθινή, οι ίδιοι οι αξιωματικοί του θα τον είχαν σκοτώσει μία εβδομάδα αφού ξεκίνησε την ασιατική του εκστρατεία. Πρέπει, ως ιστορικοί του αρχαίου κόσμου, να χρησιμοποιούμε τη γνώση που έχουμε εκ των υστέρων, αλλά και να μπορούμε να την αναστέλλουμε. Δεν μπορούμε να έχουμε απλά το πορτρέτο του Αλέξανδρου μέσω από τα μάτια της [αριστερής-φιλελεύθερης] εφημερίδας Guardian!». Για τον Λέιν Φοξ, η υστεροφημία του Αλέξανδρου εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την ερμηνεία των τελευταίων του σχεδίων. «Λέγεται ότι ήθελε να προωθήσει την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ευρώπης και Περσίας και την αφομοίωσή τους μέσω γάμου. Επιπλέον, ήθελε να παίρνει υπό την αιγίδα του και να περιβάλλεται από τους καλύτερους, ανεξαρτήτως της προέλευσής τους και των κοινωνικών τους καταβολών».

Ο Στόουν και ο Φιντέλ

Η βαθιά γνώση του κλασικού κόσμου έφερε τον Λέιν Φοξ πρόσωπο με πρόσωπο με σπουδαίες μορφές του θεάματος και της πολιτικής που μοιράζονταν το πάθος του για την αρχαιότητα. Η σχέση του με τον Ολιβερ Στόουν τον έφερε σε επαφή με τον Φιντέλ Κάστρο, έναν ακόμα φανατικό θαυμαστή του Αλέξανδρου. Πριν από τον Στόουν τον είχαν αναζητήσει ο Σπίλμπεργκ και ο Γκρέγκορι Πεκ, ενώ έχει συζητήσει για τον Θουκυδίδη με τον Χένρι Κίσινγκερ.

«Δεν έχω διασκεδάσει περισσότερο στη ζωή μου», λέει για την εμπειρία του στο πλευρό του Αμερικανού σκηνοθέτη (λέει μάλιστα ότι η εκτενής εκδοχή της ταινίας, σχεδόν τεσσάρων ωρών, είναι κορυφαία). Όπως αφηγείται, όταν τον πρωτογνώρισε δεν ήξερε τίποτα γι’ αυτόν: «Δεν έβλεπα καθόλου ταινίες! Τώρα, χάρη σε αυτόν, είμαι κινηματογραφόφιλος!». Η πρώτη τους συνάντηση, λέει, διήρκεσε έξι ώρες, με τον Στόουν να επιδεικνύει λεπτομερέστατες γνώσεις για τον Αλέξανδρο. Στο τέλος, ο σκηνοθέτης ρώτησε τον καθηγητή τι ήθελε για να συμμετάσχει ως σύμβουλος στην ταινία: «Περίμενε να του ζητήσω ένα εκατομμύριο δολάρια. Αντ’ αυτού είχα δύο αδιαπραγμάτευτα αιτήματα: να είμαι στις πρώτες γραμμές σε κάθε σκηνή με το μακεδονικό ιππικό και να αναφερθώ στους τίτλους με τη φράση “παρουσιάζοντας τον Ρόμπιν Λέιν Φοξ”».

Όσο για τον Κάστρο, λέει ότι «τον ενδιέφερε ιδιαίτερα η γνώμη μου για τις δευτερεύουσες εκστρατείες του Αλέξανδρου, γιατί σε τέτοιες μάχες είχε πολεμήσει και ο ίδιος. Έκανε πολύ δύσκολες ερωτήσεις, σε βαθμό που ανησύχησα ότι δεν είχα προετοιμαστεί επαρκώς! Και γελούσε πολύ. Τον συμπάθησα».

Η Αμφίπολη αποκλείεται να είναι τάφος του Ηφαιστίωνα

Η συγκίνηση που προκαλεί στον Λέιν Φοξ ο αρχαίος κόσμος έγινε ευρύτερα γνωστή κατά τη σπουδαία έκθεση «Από τον Ηρακλή στον Μέγα Αλέξανδρο», που παρουσιάστηκε προ τετραετίας στο μουσείο Ashmolean της Οξφόρδης. Εκεί, σε συνέντευξη Τύπου για τα ευρήματα που είχε φέρει στο μουσείο η Αγγελική Κοτταρίδη («πολύ καλή μου φίλη… ισχυρή και ιδιοφυής προσωπικότητα»), ο καθηγητής του New College είχε δακρύσει, μιλώντας για την πιο σημαντική έκθεση αρχαιοελληνικού ενδιαφέροντος που έχει πραγματοποιηθεί ποτέ στη Βρετανία.

Στο τέλος της συνέντευξης Τύπου, ένας δημοσιογράφος -«πιθανότατα Γερμανός», λέει- είχε σχολιάσει ότι σκοπός της έκθεσης ήταν να δείξει ότι η Μακεδονία είναι ελληνική, ενώ δεν είναι. «Εξοργίστηκα τόσο πολύ που είπα αυτό που πιστεύω: ότι ο Αλέξανδρος ζούσε σε έναν ελληνικό κόσμο, με ελληνικά ονόματα, τη λατρεία των 12 θεών – ήταν Έλληνας ώς το μεδούλι του. Το να πει κανείς ότι γεννήθηκε στα Σκόπια είναι δείγμα αγραμματοσύνης αντίστοιχης με το να πει ότι ο Σαίξπηρ γεννήθηκε στη Λευκορωσία».

Ο Βρετανός καθηγητής παρακολουθεί πάντα στενά τις ανασκαφές στην Αμφίπολη. Προειδοποιούσε μάλιστα ότι «είναι ακόμα πολύ νωρίς» για συμπεράσματα σχετικά με τα ευρήματα στην περιοχή. Για ένα πράγμα ήταν – είναι σίγουρος: «Αποκλείεται να είναι ο τάφος του Ηφαιστίωνα». Ο Λέιν Φοξ όμως είναι πλήρης εμπειριών και της σύγχρονης Ελλάδας. «Όταν άρχισα να ταξιδεύω εκεί», θυμάται, «στη γη δούλευαν Έλληνες – ηρωικοί Έλληνες, που είχαν πολεμήσει τους Γερμανούς, είχαν πολεμήσει μεταξύ τους, κατά του Κομμουνισμού. Ήταν σκληραγωγημένοι, δυνατοί άνθρωποι. Στις επισκέψεις μου όμως μετά το 2000, μου είχε προκαλέσει κατάπληξη ότι στα χωράφια όλοι οι εργάτες ήταν μετανάστες – Αλβανοί ή Πακιστανοί».

Για τις συνέπειες της κρίσης, εστιάζει στις περικοπές που έχουν επιβληθεί «σε αυτούς που δεν έχουν τη δυνατότητα να κλέψουν» – εννοεί τους μισθωτούς, που πληρώνονται όλο και λιγότερο και δεν έχουν τη δυνατότητα να κρύψουν τα εισοδήματά τους. Τονίζει τη σημασία τού να γνωρίζουν οι ευρωπαϊκοί λαοί ο ένας την ιστορία του άλλου αν πρόκειται το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης να επιβιώσει.

Συγκρίνοντας την αρχαία Ρώμη με τον σύγχρονο δυτικό πολιτισμό, ο Λέιν Φοξ σημειώνει ότι παρότι η Δύση απορρίπτει την ταξική φύση του ρωμαϊκού καθεστώτος, στην πράξη, οι συνέπειες της προσαρμογής από τη μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-8 επιβλήθηκαν μονόπλευρα στις πιο αδύναμες τάξεις. Επανερχόμενος στο ελληνικό ζήτημα, καταλήγει: «Όταν οι τράπεζες χορηγούν μαζικά δάνεια σε κάποιον και αυτός μετά δεν μπορεί να πληρώσει, αυτό που ήξερα είναι ότι οι τράπεζες χάνουν τα λεφτά τους. Μην ξεχνάτε τη μεγάλη επαναστατική κραυγή των Ελλήνων κατά τον 4ο και 3ο αιώνα π.Χ.: “Χρεών αποκοπαί και γης αναδασμοί!”».

Δεν μπορεί να με αντικαταστήσει ένας υπολογιστής!

Ο Λέιν Φοξ είναι η απόλυτη ενσάρκωση της παραδοσιακής βρετανικής ελίτ: απόφοιτος του Eton και της Οξφόρδης, καθηγητής Κλασικών Σπουδών, λάτρης της κηπουρικής, με θέμα την οποία αρθρογραφεί στους Financial Times εδώ και σχεδόν πέντε δεκαετίες. Ως ανόθευτο προϊόν ενός παλαιότερου κόσμου, που μάλιστα έχει αφιερώσει τη ζωή του στη μελέτη ακόμα παλαιότερων πολιτισμών, κοιτάζει με καχυποψία την επιτάχυνση της τεχνολογικής αλλαγής, από την οποία κανένας τομέας της σύγχρονης ζωής δεν έχει ασυλία. Του θέτω το ζήτημα της νοημοσύνης των μηχανών, όπως το βιώνουμε ήδη σε πολλές πτυχές της καθημερινότητάς μας, και την εντεινόμενη συζήτηση για τη δυνατότητά τους να κάνουν πιο αποτελεσματικά πολλές δουλειές που θεωρούνταν μέχρι πρότινος αποκλειστικό πεδίο των ανθρώπων. Πώς πιστεύει ότι η εξέλιξη αυτή θα επηρεάσει τον τρόπο διδασκαλίας των φοιτητών και την ανώτατη εκπαίδευση γενικότερα;

Ο συνομιλητής μου παίρνει την ερώτηση προσωπικά: «Δεν γίνεται να αντικατασταθώ από έναν υπολογιστή» δηλώνει, με περιφρόνηση προς τον απροσδόκητο ανταγωνισμό. «Δεν υπάρχει περίπτωση ούτε για μία στιγμή ένας υπολογιστής να δώσει σε έναν φοιτητή την εμπειρία της διδασκαλίας που θα έχει με έναν καλό καθηγητή: τον προσωπικό αντίκτυπο, την άμεση επικοινωνία, το παράδειγμα που δίνει -ενίοτε κακό (γελάει)-, την αγάπη για το αντικείμενο. Δεν μπορεί ένας αλγόριθμος να μιμηθεί αυτά τα πράγματα, δεν μπορεί να αγαπήσει, δεν έχει χιούμορ, προσωπική γοητεία – ξεχάστε το!». Και συνεχίζει την πολεμική: «Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που τρώνε στη διπλανή αίθουσα (καθηγητές, νυν και πρώην, του New College) αγαπιούνται από τους φοιτητές τους. Ποιος αγάπησε ποτέ έναν υπολογιστή – εκτός από κάποιον σαν τον Στιβ Τζομπς;».

Εξίσου παλαβή θεωρεί ο Λέιν Φοξ την τάση ποσοτικοποίησης της αξίας – και της ακαδημαϊκής προσφοράς. «Μπορείς να βάλεις έναν αριθμό στον βαθμό ικανοποίησής σου από την ερωτική σου ζωή, ή να βαθμολογήσεις έναν κήπο με άριστα το δέκα, αλλά πρόκειται περί αστείου. Αλλά το έχουμε πάρει στα σοβαρά και αξιολογούμε πανεπιστημιακά τμήματα βάσει αυτού. Πρόκειται περί παραλογισμού των λογιστών, προϊόν των αποτυχημένων μεθόδων management της WalMart, όλα αυτά τα περί “προστιθέμενης αξίας”. Εγώ ξέρω τι αξία έχω προσθέσει στις ζωές των ανθρώπων! Το ίδιο ισχύει και για τους δασκάλους στη διπλανή αίθουσα».

Η θλιβερή κατάσταση της ανώτατης εκπαίδευσης στην Eλλάδα μας οδηγεί να στρέφουμε το βλέμμα στο εξωτερικό, αναζητώντας υποδείγματα χρηστής διοίκησης και αριστείας. Ωστόσο η διεθνής κρίση που ξέσπασε το 2008 δεν έπληξε μόνο τα –ήδη επιβαρυμένα με τις γνωστές χρόνιες παθογένειες– εγχώρια πανεπιστήμια. Ο Λέιν Φοξ εκφράζεται με πραγματική αγανάκτηση για την απόφαση της κυβέρνησης Κάμερον να τριπλασιάσει τα δίδακτρα στους φοιτητές προπτυχιακών προγραμμάτων, στις 9.000 λίρες. «Πρόκειται για μία αποτρόπαια μεταρρύθμιση, που δεν ανακοινώθηκε πουθενά προεκλογικά και δεν συζητήθηκε στο κοινοβούλιο» λέει. «Πήγα για ύπνο εκείνο το βράδυ σε κατάσταση εμβρόντητης κατάπληξης».

Μακροπρόθεσμες συνέπειες

Οι αρνητικές επιπτώσεις της μεγάλης αύξησης των διδάκτρων, σύμφωνα με τον καθηγητή, θα είναι μακροπρόθεσμες και σημαντικές. «Μέχρι στιγμής», λέει, «το βάρος των δανείων που πρέπει να επωμιστούν οι φοιτητές για να σπουδάσουν δεν έχει αποθαρρύνει τις αιτήσεις. Αυτό που ήδη είναι φανερό είναι ότι εντείνεται το κίνητρο της μετανάστευσης μετά την αποφοίτηση, ώστε να μη χρειαστεί ποτέ να αποπληρώσουν τα δάνεια. Οσοι παραμένουν, κάθε νέο ζευγάρι με πανεπιστημιακή μόρφωση, πριν καν αγοράσει σπίτι, αντιμετωπίζει χρέη ύψους 65.000 λιρών. Το αποτέλεσμα είναι ότι κάνουν παιδιά σε πολύ μεγαλύτερη ηλικία, ή καθόλου. Αυτό θα έχει σοβαρές δημογραφικές επιπτώσεις, ενώ είναι και κραυγαλέα άδικο – ποιος θα το περίμενε ότι τα βασικά θύματα της τραπεζικής κρίσης σε αυτή τη χώρα θα ήταν οι νέοι κάτω των 23 ετών;».

Ο Λέιν Φοξ θεωρεί ότι η κυβέρνηση μπορούσε να είχε βρει τους πόρους που χρειάζεται επιβάλλοντας ένα φόρο 1% επί των εισοδημάτων όλων των κατοίκων της Βρετανίας που έχουν πανεπιστημιακό πτυχίο. Βλέπει ωστόσο, εν δυνάμει, μία θετική συνέπεια από το μέτρο. «Πολλά πανεπιστημιακά ιδρύματα είχαν μπει σε μία αμερικανική λογική, σύμφωνα με την οποία το μόνο που μετράει είναι η έρευνα, οι επιδοτήσεις από ερευνητικά προγράμματα. Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι καθηγητές εκεί σταμάτησαν να διδάσκουν. Ελπίζω ότι τώρα που οι φοιτητές πληρώνουν δίδακτρα, θα απαιτήσουν να αποκτήσουν ξανά στενή επαφή με τους ακαδημαϊκούς που βρίσκονται στην κορυφή του τομέα τους». Όπως λέει, ο Τζο Τζόνσον, ο υπουργός Παιδείας, ενθαρρύνει την πολιτική αυτή – «είχε, βλέπετε, μία εξαιρετική φοιτητική εμπειρία στο Balliol [ένα από τα πιο φημισμένα κολέγια της Οξφόρδης] και θέλει κι άλλοι να έχουν την ίδια εμπειρία».

Η συνάντηση

Συναντηθήκαμε στο New College, μία ομιχλώδη μέρα, «όχι ακριβώς χειμωνιάτικη». Μετά έναν σύντομο περίπατο στον κήπο, κατευθυνθήκαμε σε μια άδεια, ψηλοτάβανη αίθουσα του SCR, στην άκρη της οποίας, δίπλα στο παράθυρο από το οποίο έμπαινε το ασθενικό φως, υπήρχε ένα μικρό τραπέζι και δύο καρέκλες. Σχεδόν με προειδοποίησε να αποφύγω το κοτόπουλο, ενώ έδειξε κάτι λιγότερο από ενθουσιασμό και για την ντοματόσουπα που ήταν στο μενού της ημέρας. Δεν είχε πολλή σημασία. Η Οξφόρδη τρέφει το πνεύμα – και σε αυτό το πλαίσιο, η κουβέντα μας δεν απογοήτευσε…

Oι σταθμοί του

1946
Γεννιέται στο Λονδίνο.

1969
Ολοκληρώνει το προπτυχιακό του στις Κλασικές Σπουδές και τη Φιλοσοφία στην Οξφόρδη.

1970
Ξεκινά την εβδομαδιαία στήλη του περί κηπουρικής στους Financial Times, την οποία συνεχίζει να γράφει ακόμα και σήμερα.

1974
Εκδίδει τη βιογραφία «Alexander the Great», το πιο επιτυχημένο βιβλίο του.

1977
Αρχίζει να διδάσκει Αρχαία Ιστορία στο New College της Οξφόρδης, δραστηριότητα που θα συνεχίσει ώς το 2014.

2004
Συμμετέχει ως ιστορικός σύμβουλος και κομπάρσος καβαλάρης στο «Alexander» του Όλιβερ Στόουν, που βασίστηκε στο βιβλίο του.

2015
Εκδίδει το τελευταίο βιβλίο του, για τον Αγιο Αυγουστίνο («Augustine: Conversions and Confession») και ετοιμάζει την επιστροφή του στη διδασκαλία.

Πηγή: Γ. Παλαιολόγος, Καθημερινή