ΣΤΗ ΧΡΥΣΗ ΚΑΡΦΙΤΣΑ ΤΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΑΓ.ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΡΗΤΗΣ (Αίθουσα 3: Προθήκη 27)
Την  χρυσή  καρφίτσα   φορούσε  δεκαεξάχρονη  την ώρα της   θυσίας  και στις σπονδές

Την περόνη (καρφίτσα) δώρισε πριν δέκα χρόνια περίπου ο J.P.OLIVIER, στο Μουσείο Αγίου Νικολάου (αριθ.9675), είχε δε αγορασθεί από αυτόν στο Βέλγιο και θεωρείται ότι προέρχεται από τα Μάλια. Σίγουρα πάντως από περιοχή που είχε δεχθεί Αρκαδική επιρροή. Δηλαδή ο σημερινός ανατολικός νομός Ηρακλείου Κρήτης και ειδικά η επαρχία Πεδιάδος.

Η μπροστινή όψη της αξιοθαύμαστης μινωικής καρφίτσας έχει λεπτής τέχνης μοτίβο βάτου, και στην πίσω όψη φέρει μεγάλη επιγραφή με 18 σύμβολα της Γραμμικής Α. Τα 18 σύμβολα που είναι χαραγμένα πάνω στην χρυσή περόνη χωρίζονται σε πέντε ομάδες με 4,4,2,5,3 συλλαβογράμματα, αντίστοιχα. Η κάθε ομάδα σχηματίζει μια λέξη σε αρχαϊκότερη της γραμμικής Β Ελληνική γλώσσα και στην Λακωνική διάλεκτο, διαβάζονται δε από αριστερά προς τα δεξιά ως εξής:

si-de-wa-si    ka-ni-ja-ra    se-ja   za-qi-se-nu-ti    si-pe-de.

σε μεταγραφή:

σιδεφασι   κανιζαρα  σεζα  ζακισενυτι  σιπενδε

Σιδεύνασι κανιζάρα σεία δαϊσέμνυσι σπενδές

σε μετάφραση:

Δεκαεξάχρονη (ή δεκαπεντάχρονη) κανηφόρα, θα είσαι σεμνυνόμενη (θα φαίνεσαι σεμνή) στη θυσία και στις σπονδές.

Αναλυτικά:


si-de-wa-si= από το, σιδεύνης,ο. Στη λακωνική
διάλεκτο, ο έφηβος ηλικίας δεκαπέντε ή δεκαέξι ετών. ΕΤΥΜΟΛ. Κατα μία άποψη, πρόκειται για παρωνύμιο σχηματισμένο από σίδη <<ροδιά>> + -εύνης ( ευνή <<κλίνη>>),πρβλ. χλο-εύνης.


ka-ni-ja-ra= κανηφόρος,ον. 1.αυτός που φέρει κάνιστρο. 2.(το θηλ.ως ουσιαστικό) η κανηφόρος. α) τίτλος ιέρειας. β) (στον πληθ.) αι κανηφόροι. 1) ονομασία των παρθένων που κρατούσαν πάνω στο κεφάλι κάνιστρα με τα ιερά σκεύη κατά την τέλεση εορταστικών πομπών. 2) τα έργα τέχνης που αναπαριστούσαν τις κανηφόρους. ΕΤΥΜΟΛ. κανηφόρος < κανε-η-φόρος (αντί του αναμενόμενου, κανεο-φόρος) < κάνεον <<πανέρι>> + φόρος (<φέρω), πρβλ. αχθο-φόρος, κερδο-φόρος. Το -η- είναι συνδετικό φωνήεν που εμφανίζεται σε πολλές περιπτώσεις αντί του -ο- (πρβλ. δρεπαν-η-φόρος, ομφαλ-η-τόμος).


Κανά. ιερά κάνιστρα μέσα στα οποία υπήρχαν τα ιερά σκεύη, τα χρησιμοποιούμενα στις εορτές της Δήμητρας, του Διονύσου και της Αθηνάς. Κάνεον, ιων. κάνειον, αττ. συνηρ. κανούν, το κάνιστρο, πλεκτό καλάθι πλεγμένο με καλάμια. Ιδίως κάνιστρο στο οποίο ετοποθετούσαν άρτο, χρησιμοποιούμενο κυρίως προς εναπόθεση σ’αυτό της εις τα θύματα επιρριπτόμενης κριθής (των ουλών) κατά τις θυσίες. Υπήρχε δε και χάλκινο και χρυσό.


Κανηφόροι, αι. γυναίκες που έπαιρναν μέρος στις γιορταστικές πομπές προς τιμήν των διαφόρων θεών και μετέφεραν στο κεφάλι τους μικρά κάνιστρα που περιείχαν τις απαρχές, δηλαδή τους πρώτους καρπούς της χρονιάς ή συνηθέστερα, τα σκεύη που ήταν απαραίτητα για την τέλεση της θυσίας και το ιερό μαχαίρι. Οι κανηφόροι ήταν κόρες ευγενούς καταγωγής που διακρίνονταν για την ομορφιά τους και τον καλό τους χαρακτήρα. Η κανηφορία αποτελούσε σημαντικό τιμητικό αξίωμα για την Αθηναία γυναίκα. Παράλληλα τιμούνταν και η οικογένεια της κανηφόρου και ο πατέρας της έπαιρνε ως έπαινο ένα στεφάνι από κισσό. Αργότερα, εκείνες που είχαν πάρει πολλές φορές μέρος σε πομπές τιμούνταν με επιγραφές και αγάλματα που τους αφιέρωναν οι στενότεροι συγγενείς και σε ειδικές περιπτώσεις η πόλη τους. Μεγάλος αριθμός κανηφόρων συμμετείχε κυρίως στη περίφημη πομπή των Παναθηναίων προς τιμή της Αθηνάς. Πίσω τους ακολουθούσαν οι κόρες των μετοίκων, που έφεραν σκιάδια (ομπρέλες) και δίφρους και ονομάζονταν διφροφόροι. Κανηφόροι συμμετείχαν και στην πομπή των Πλυντηρίων, κατά την οποία μετέφεραν το <<έδος>>, δηλαδή το άγαλμα της Παλλάδος, στη θάλασσα. Ήταν τρεις, ονομάζονταν <<Κανηφόροι από Παλλαδίου>> και είχαν τιμητική θέση στο Διονυσιακό Θέατρο. Κανηφόροι υπήρχαν επίσης στη λατρεία του Διός, του Διονύσου (ιδιαίτερα στα Μεγάλα Διονύσια), της Δήμητρας, του Απόλλωνος, της Αρτέμιδος (στα Βραυρώνια), της Ήρας, του Ασκληπιού, της Μητέρας των θεών και της Ίσιδος.


se-ja= σεία (φρ) <<σεία δαϊς>> (κατά τον Ησύχιο) <<θυσία παρα Λάκωσιν>> (εγκ.Παπυρος-Λαρους-Μπριταννικα). Η λέξη μεταφράζεται σε συνδυασμό με την επόμενη, δαϊσέμνυσι, ακριβώς όπως την αναφέρει ο Ησύχιος, αλλά κοσμημένη με τη λέξη σέμνυσι του ρήματος σεμνύνομαι.


za-qi-se-nu-ti= Δαϊ-σεμνυσι.


Δαϊς,η. (δαϊς, δαϊδος και αττικό δάς, δαδός. Περιληπτικό όνομα για τα δαδιά, τα πεύκινα ξύλα από τα οποία γίνονταν οι πυρσοί. ΕΤΥΜΟΛ. Ο τύπος δαϊς <δαFίς (πρβλ. δαίω, <<καίω>>) ενώ ο τύπος δάς πιθ. <δαι-Fις πρβλ. δαίω. Επίσης: <<Δαίς,-τος, η (δαίω= κόπτω,διανέμω) κυρ. μερίς, όθεν έπειτα εν γένει το κόσμιον δείπνον, γεύμα, εν ώ έκαστος την μερίδα του λαμβάνει.Περί θεών τε και ανθρώπων, θυσία>>. (<<Ομηρικόν Λεξικόν>> Ι.Πανταζιδου). σεμνύνω, (μεσ.) σεμνύνομαι. 1)επαινώ, εξαιρώ, καυχιέμαι. 2)είμαι σοβαρός 3) (για νεαρή γυναίκα) είμαι συνεσταλμένη, ντροπαλή. Σεμνός,η,ον. (σέβω), σεβαστός, σεβάσμιος, ιερός,περι της Δήμητρος. Ακόμα δε και περί της Περσεφόνης και Ρέας και Δήμητρος.


si-pe-de = σιπένδε= σπένδε. Σπονδή,η. (φρ.) α) <<σπονδών μετέχω και ευχών>> ή <<σπονδών κοινωνώ>>, μετέχω στις εορταστικές εκδηλώσεις ή στις τελετές της ξενίας. β) <<περί σπονδάς έχω>>. ασχολούμαι με ευωχίες (Ηρωδιαν.). Έκχυση κρασιού ή άλλου υγρού από ποτήρι στη γη κατά τις αρχαίες ιεροτελεστίες, κυρίως στις θυσίες, στις κηδείες και στις συνθηκολογήσεις.


Επειδή τα παραπάνω είναι γραμμένα στην Λακωνική, δηλαδή στην Αρκαδική διάλεκτο της εποχής, δεν έπεται ότι αυτό επηρεάζει την αρχική υπόθεση για την προέλευση της περόνης, ίσως μόνο την χρονολογία κατασκευής της, ανεξάρτητα από το ότι έχει γραφτεί σε Γραμμική Α.


Ακριβώς η Λακωνική διάλεκτος ήταν αυτή που δυσκόλεψε τον J.CHADWICK, και δεν μπόρεσε να μεταφράσει την επιγραφή της περόνης, αποκαλώντας αυτή σκοτεινή (John Chadwick:   <<ΓΡΑΜΜΙΚΗ Β ΚΑΙ ΣΥΓΓΕΝΙΚΕΣ ΓΡΑΦΕΣ>>  σελ.61, μετάφραση Ν.ΚΟΝΟΜΗ). Επίσης και ο μέγας Ελληνολάτρης Πωλ Φωρ δεν έδωσε την απαραίτητη προσοχή στα συλλαβογράμματα , με αποτέλεσμα να διαβάζει μερικά λανθασμένα, και ως συνήθως να μεταφράζει λάθος  (<<ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ & ΤΕΧΝΗ>> τεύχος 60) .


Η λεπτή κατασκευαστική τεχνική της περόνης δείχνει και αυτή Κρητική προέλευση. Με τα Μάλια είχαν σχέση οι Αρκάδες. Στην πόλη αυτή παρατηρούμε χρήση καθαρά ετεοκρητικής διαλέκτου και Πελασγολακωνικής διαλέκτου, την οποία και σήμερα ακούμε στα ορεινά χωριά του νησιού. Παράδειγμα η επιγραφή με τα ιερογλυφικά της <<πέτρας των Μαλίων>>, στο Μουσείο Ηρακλείου, η οποία διαβάζεται αμφίδρομα, με άλλο νόημα κάθε φορά. Από πάνω προς κάτω διαβάζεται (με το Ελληνικό αλφάβητο): ΥΕΙ-ΕΡΟΕΑ-ΤΕ-ΛΑΙ-ΤΕ-ΟΡΕΙ και από κάτω προς τα πάνω, ΙΕΡΟ-ΙΑΛ-ΑΕΟΡΕ-ΙΕΥ, και μεταφράζεται στην πρώτη περίπτωση: Ας βρέξει- εις τον αξιέραστον- εις τον κερδώον- εις τον Διαυγή (έχομε δηλαδή τα λόγια που έλεγε η ιέρεια όταν έκανε σπονδή στον Ερμή), και στη δεύτερη: Ιερό του προπομπού (Ερμή) των ψυχών, <<που να πάει στα βουνά>>, γιέ. Όπως λέμε σήμερα για τον Μιχαήλ Αρχάγγελο, <<να λείπει από μας>>. Αυτό το (ΙΕΥ) γιέ είναι μια γνήσια ετεοκρητική (Κρητική μπορούμε να πούμε) έκφραση. Στα Μάλια επίσης έχομε το ιερό τέμενος του Ερμή στη Θέση Τάρμαρος ή Τάρμαρως, όπως δείχνει η ετυμολογία αυτής της λέξης. Τα ιερογλυφικά όμως διαβάζονται και ως συλλαβογράμματα, τα οποία δίνουν κείμενο πρωτοελληνικής γλώσσας, την οποία συναντούμε στην Γραμμική Α, πάλι με επίδραση δυτικών Ελληνικών διαλέκτων όπως η Λακωνική. Π.χ. τελειώνει από πάνω προς τα κάτω με την ονομαστική πληθ. του θηλυκού, του οριστικού άρθρου ο/η/το, με αρκτικό οδοντικό σύμφωνο, το –τ– και γίνεται –ται-. Αυτά όμως μαρτυρούνται σε τμήμα της αιολικής διαλέκτου και γενικά σε όλη την ομάδα των δυτικών διαλέκτων εκτός από την Κρήτη. Έτσι και από τη διάλεκτο της επιγραφής αυτής, αποδεικνύεται η ντόπια προέλευση της περόνης (καρφίτσας) του Μουσείου Αγίου Νικολάου.


Βιβλιογραφία


1.Εγκ.Παπυρος-Λαρους-Μπριτάννικα


2.JOΗN CHADWICK:<<ΓΡΑΜΜΙΚΗ Β,ΚΑΙ ΣΥΓΓΕΝΙΚΕΣ ΓΡΑΦΕΣ>>


σελ.61,μετάφραση Ν.ΚΟΝΟΜΗ


3.ΠΩΛ ΦΩΡ:<<Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ ΤΗ ΜΙΝΩΙΚΗ ΕΠΟΧΗ>> σελ.29-33


4.J.T.HOOKER:<<ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΓΡΑΜΜΙΚΗ Β>> (ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ


ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ)


5.Ι.ΠΡΟΜΠΟΝΑ;<<ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΕΙΣ ΤΗΝ ΜΥΚΗΝΑΙΚΗΝ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΝ>>


6.ΠΩΛ ΦΩΡ;άρθρο <<ΤΡΕΙΣ ΕΝΕΠΙΓΡΑΦΕΣ ΠΕΡΟΝΕΣ ΤΗΣ ΜΙΝΩΙΚΗΣ ΚΡΗΤΗΣ>> ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ & ΤΕΧΝΕΣ ,τεύχος 60 σελ.96-98


7.Άρθρο,<<Η ΑΠΟΚΡΥΠΤΟΓΡΑΦΗΣΗ ΤΗΣ ΓΡΑΜΜΙΚΗΣ Β,ΓΡΑΦΗΣ>>,περιοδικό «Περισκόπιο της Επιστήμης» τεύχος 88, σελ.12-17.


8.ΛΕΞΙΚΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ:α.Ι.Σταματάκου,β.Liddell-Scott .


9.Ι.ΠΑΝΤΑΖΙΔΟΥ:<<Ομηρικόν Λεξικόν>>


10.Jan de Groot:<<Ομηρικό Λεξιλόγιο>>


11.ΛΕΞΙΚΑ ΡΗΜΑΤΩΝ:1.Π.Διαμαντάκου, 2.Κονταίος 3.Ι.Ρώσση 4.Β.Π.Βλάχου


5.Στ.Πατάκης-Μιχ.Τζιράκης


12.Walter Burkert: ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ


13.M.P.Nilsson:ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ


14.M.P.Nilsson:Η ΜΥΚΗΝΑΙΚΗ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ


15.J.E.Harrison: ΑΡΧΑΙΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ


16. Αντων. Θωμ. Βασιλάκης: άρθρο <<Η ΕΠΙΓΡΑΦΗ ΣΕ ΓΡΑΜΜΙΚΗ Α ΣΤΗ ΧΡΥΣΗ ΚΑΚΑΡΦΙΤΣΑ ΤΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΑΓ.ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΡΗΤΗΣ>> ,<< ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ &ΤΕΧΝΕΣ>> τεύχος 66 , σελις 39-40.


17.Αντων. Θωμ. Βασιλάκης : <<ΟΙ 147 ΠΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΚΡΗΤΗΣ>>, σελις 125.

ΑΝΤ. ΘΩΜ. ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ Ερευνητής Προϊστορικών Γραφών

ΒΛΥΧΙΑ – ΚΝΩΣΟΥ   ΗΡΑΚΛΕΙΟ – ΚΡΗΤΗΣ