Ο αμερικανός αρχαιολόγος Καρλ Μπλέγκεν 
στην ανασκαφή της Πύλου στις 16 Ιουλίου 1961

Μετά την εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ, το 2003, η αμερικανική κυβέρνηση ενέταξε στις στρατιωτικές δυνάμεις που είχε εγκαταστήσει στη χώρα και ομάδα ανθρωπολόγων προκειμένου να περιοριστεί το μέγεθος των πολιτισμικών καταστροφών, κυρίως των αρχαιολογικών περιοχών και των ανεκτίμητων πολιτιστικών θησαυρών της. Ταυτοχρόνως η Αμερικανική Αρχαιολογική Εταιρεία ανέλαβε να εκπαιδεύσει τον στρατό ώστε να γνωρίζουν ποια είναι και πού βρίσκονται τα μνημεία της αρχαίας Μεσοποταμίας και τα μουσεία που θα έπρεπε να προστατεύσουν. Τα αποτελέσματα υπήρξαν πενιχρότατα. Πολλοί υπέθεσαν – όχι δίχως λόγο, όπως φάνηκε μετά τις φοβερές λεηλασίες που επακολούθησαν – ότι πριν και μετά την εισβολή οι αμερικανοί αρχαιολόγοι χρησιμοποιήθηκαν κυρίως ως κατάσκοποι. Τίποτε βέβαια δεν αποδείχθηκε. Και αν αληθεύει, θα γίνει γνωστό αφού περάσουν πολλά χρόνια και δοθούν στη δημοσιότητα τα σχετικά αρχεία.
Το να χρησιμοποιούνται τα διάφορα αρχαιολογικά ιδρύματα στο εξωτερικό και οι αντίστοιχες αποστολές για κατασκοπευτικούς λόγους αποτελεί συνήθη πρακτική από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και εξής. Οι αρχαιολόγοι γνωρίζουν κατά κανόνα τον τόπο, την κουλτούρα, την ψυχοσύνθεση των λαών, τη γλώσσα, τα ήθη και κυρίως την τοπογραφία των χωρών που τους φιλοξενούν. Επομένως οι πληροφορίες που

παρέχουν είναι οι πλέον αξιόπιστες. Ας προσθέσουμε ότι έτσι έχουν την ευκαιρία να συνδυάσουν το επάγγελμα με την, ας πούμε, γοητεία της περιπέτειας – όταν φυσικά δεν είναι κοινοί τυχοδιώκτες ή άτομα με ελαστική συνείδηση που δεν θα δίσταζαν να βάλουν στο χέρι τους αρχαιολογικούς θησαυρούς άλλων λαών.
Την κατασκοπευτική δράση των αμερικανών – και όχι μόνο – αρχαιολόγων στη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής στην Ελλάδα περιγράφει και αναλύει η Σούζαν Χιουκ Αλεν στο βιβλίο της Classical Spies. American archaeologists with the OSS in World War ΙΙ Greece φωτίζοντας μια σημαντική πτυχή της σύγχρονης ιστορίας μας που ήταν σχεδόν άγνωστη, τουλάχιστον στο ευρύ κοινό. Η έρευνά της βασίστηκε στα αρχεία του OSS (Office of Strategic Services), προδρόμου της CIA, που ιδρύθηκε στις 13 Ιουνίου 1942 από τον πρόεδρο Ρούζβελτ στα πρότυπα των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών, και στις μαρτυρίες των επιζώντων αρχαιολόγων που στρατολογήθηκαν από το OSS προκειμένου να προσφέρουν πληροφορίες για τη δράση των δυνάμεων κατοχής του Άξονα στην Ελλάδα, αλλά και των αντίστοιχων υπηρεσιών του που επίσης χρησιμοποίησαν ως προκάλυμμα τα αρχαιολογικά ινστιτούτα των χωρών τους τα οποία είχαν παραρτήματα εδώ (λ.χ., το Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο ή η Γαλλική Σχολή, που έπαιρνε εντολές από το Καθεστώς του Βισύ).
Ο λόγος για τον οποίο οι επιζώντες αμερικανοί αρχαιολόγοι που έδρασαν ως κατάσκοποι απέφυγαν να μιλήσουν ως τώρα, ενώ όσοι πέθαναν πήραν μαζί τους στον τάφο τα μυστικά τους, ήταν βέβαια ο Ψυχρός Πόλεμος. Οποιαδήποτε αποκάλυψη θα δημιουργούσε τεράστια προβλήματα στην Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών της Αθήνας, που ιδρύθηκε το 1881 και έκτοτε επιτέλεσε σημαντικό αρχαιολογικό και ανασκαφικό έργο στην Ελλάδα.
Μετά τη Μεταπολίτευση μάλιστα θα έθετε σε κίνδυνο ακόμη και την ίδια της την ύπαρξη. Διάχυτη τότε ήταν η εντύπωση πως τα ξένα αρχαιολογικά ιδρύματα στην Ελλάδα υπήρξαν «φωλιές πρακτόρων». Λίγο προτού το ΠαΣοΚ έρθει στην εξουσία, το 1981, η Μελίνα Μερκούρη είχε ζητήσει δημοσίως να κλείσουν όλες οι ξένες αρχαιολογικές σχολές που λειτουργούσαν στη χώρα μας. Αυτό βέβαια ξεχάστηκε σχεδόν αμέσως μετά τις εκλογές εκείνης της χρονιάς και σήμερα οι αντίστοιχες σχολές είναι πολύ περισσότερες από τότε.
Σύμφωνα με την Άλεν στελέχη της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών, της εξέφρασαν διακριτικά τις αντιρρήσεις τους όταν τους γνωστοποίησε την απόφασή της να φέρει στο φως τα ντοκουμέντα του OSS που κατέχει σήμερα η CIA και την πρόθεσή της να διεξαγάγει εκτεταμένη έρευνα. Η Άλεν δεν πείστηκε, με αποτέλεσμα η διεθνής κοινότητα να διαθέτει σήμερα ένα εξαιρετικά διαφωτιστικό και από πολλές πλευρές χρήσιμο βιβλίο.Πρόκειται για τη δεύτερη σημαντική έρευνά της μετά το Finding the Walls of Troy (1999), που αναδεικνύει την προσωπικότητα και το έργο του Φρανκ Κάλβερτ (1828-1908), ο οποίος διεξήγαγε ανασκαφές στο Χισαρλίκ, την τοποθεσία της αρχαίας Τροίας, επτά χρόνια πριν από τον Σλίμαν.
Είναι εντυπωσιακό το ποιοι και πόσοι αμερικανοί αρχαιολόγοι στρατολογήθηκαν από το OSS στη διάρκεια της Κατοχής. Απόφοιτοι των σημαντικότερων ιδρυμάτων των ΗΠΑ, νέοι και φιλέλληνες οι περισσότεροι, έπαιξαν σημαντικό ρόλο ως κατάσκοποι αλλά άφησαν και εξίσου σημαντικό επιστημονικό έργο. Από τα ονόματα που παραθέτει η Άλεν εύκολα συμπεραίνει κάποιος ότι ανήκουν στους κορυφαίους αρχαιολόγους των ΗΠΑ. Ανάμεσά τους ο Καρλ Μπλέγκεν, που δούλεψε στην Πύλο και το Χισαρλίκ, η Ντόροθι Κοξ, η Άλισον Φραντς (βοηθός του Μπλέγκεν στην Πύλο), η Βιρτζίνια Γκρέις, που πέθανε στο σπίτι της στην Αθήνα το 1994, και πλήθος άλλοι. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι κάποιοι χρημάτισαν πρόεδροι της Αμερικανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας. Η δράση τους βέβαια δεν περιορίζεται στην Ελλάδα, αλλά εκτείνεται και στην Τουρκία και, κυρίως, στην Αίγυπτο.
Αμερικανοί και Άγγλοι
Εξαιρετικά ενδιαφέροντα είναι τα όσα γράφει η Άλεν για τις σχέσεις βρετανών και αμερικανών αρχαιολόγων στην Ελλάδα, καθώς και για τους κατά κανόνα επιλεκτικούς δεσμούς τους με τις ελληνικές αντιστασιακές οργανώσεις. Όπως οι αμερικανοί αρχαιολόγοι εργάστηκαν για το OSS, έτσι και οι βρετανοί για την αντίστοιχη δική τους οργάνωση, το SOE (Special Operations Executive) που ίδρυσε o Τσόρτσιλ το 1940 με σκοπό να ενισχύσει και να κατευθύνει τον ανταρτοπόλεμο στις κατεχόμενες από τον Άξονα χώρες.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι η Βρετανική Σχολή δημοσίευσε μετά τον πόλεμο τα ονόματα των σπουδαστών της που είχαν δράση στο SOE, παραλείποντας ωστόσο εκείνο της Μάριον Πάσκο, η οποία αργότερα παντρεύτηκε τον ηγέτη του ΕΛΑΣ Στέφανο Σαράφη. Όλοι οι αμερικανοί αρχαιολόγοι ωστόσο, πλην ενός ο οποίος συνέχισε την καριέρα του στις μυστικές υπηρεσίες, έναν χρόνο μετά το τέλος του πολέμου επέστρεψαν στα πανεπιστήμια και στο καθαρά επιστημονικό τους έργο.
Πλήθος αφηγήσεων διαπλέκονται σε τούτο το σύνθετο και τεκμηριωμένο βιβλίο, μολονότι είναι πιθανόν, λόγω των περιστάσεων, κάποια από τα ντοκουμέντα να μην ανταποκρίνονται στα πραγματικά περιστατικά και να παραποιούν επίτηδες τα γεγονότα. Ωστόσο η λεπτομερής καταγραφή γεγονότων, ιδίως όσων αναφέρονται στο παρασκήνιο, συμβάλλει σοβαρά στο να αποκτήσουμε πληρέστερη γνώση αυτής της εποχής.
Η Άλεν καταγράφει, όχι χωρίς συγκίνηση, την ιστορία του 27χρονου τότε αρχαιολόγου Ρόντνεϊ Στιούαρτ Γιανγκ. Φλογερός φιλέλληνας, μέλος της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών και με σπουδές στο Πρίνστον, τον Μάρτιο του 1941 με έξοδα της Σχολής πήρε ένα ασθενοφόρο και το οδήγησε στο αλβανικό μέτωπο, όπου τον Μάρτιο του 1941 τραυματίστηκε σοβαρά, ενώ το 1945 που εργαζόταν στην UNRRA (στην πραγματικότητα για το OSS) κινδύνευσε ακόμη μία φορά η ζωή του όταν βούλιαξε το καΐκι στο οποίο επέβαινε και έμεινε ώρες να παλεύει με τα κύματα. Ο Γιανγκ σκοτώθηκε το 1974 σε αυτοκινητικό δυστύχημα.
Το βιβλίο της Άλεν αξίζει να μεταφραστεί και να εκδοθεί στα ελληνικά. Όχι μόνον επειδή φωτίζει σημαντικές και άγνωστες πτυχές της πρόσφατης ιστορίας μας, αλλά και γιατί αποδεικνύει ότι τα γεγονότα, οι σχέσεις, οι διαφορές και η δυσπιστία ανάμεσα στους Συμμάχους κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ήταν πολύ πιο περίπλοκα από όσο τα παρουσιάζουν οι δύο πλευρές που συγκρούστηκαν αμέσως μετά την απελευθέρωση, στον καταστρεπτικό Εμφύλιο. 
Πηγή: Α.Βιστωνίτης, Εφημερίδα «Το Βήμα»

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *