Tου Γιάννη Σακελλαράκη

Αποδεχόμενος την πρόσκληση του φίλου Mανώλη Kαρέλλη να δώσω μετά από κάποια χρόνια σιωπής μια διάλεξη στο Hράκλειο και μάλιστα εντασσόμενος σε μια ιδεατή χορωδία εκλεκτών ομιλητών, έσπευσα να ρωτήσω το θέμα που θα μου πρότεινε. H αρχαιολογία της Kρήτης, τον 20ο αιώνα, ήταν η άμεση απάντηση. Νταν ένα θέμα που μου φάνηκε βέβαια ενδιαφέρον για την ανακεφαλαίωση της αρχαιολογικής έρευνας της Kρήτης και τις όποιες προδιαγραφές του μέλλοντός της στον αρχόμενο 21ο αιώνα, αλλά και ένα θέμα λιγάκι ανιαρό. Θα σκεπτόμουν, φαίνεται, κάποια σχετικά σχοινοτενή κείμενα μερικών συναδέλφων που έχω διαβάσει ή και μακρόσυρτες εκθέσεις που έχω ακούσει σε συνέδρια, εκθέσεις μερικές φορές ανακριβείς, αφού δεν απέφυγαν τον κίνδυνο της προσωπικής εμπλοκής. Δεν υπήρχε δηλαδή η υποχρεωτική αποστασιοποίηση του συγγραφέα ή και ομιλητή από όποια δρώμενα εξιστορούσε. O προσωπικός κίνδυνος που θα διέτρεχα στον χειρισμό του θέματος που προτάθηκε θα ήταν λοιπόν σοβαρός, αφού έλαβα ενεργό μέρος στην θεωρία αλλά και την πράξη της κρητικής αρχαιολογίας στο μέγιστο τμήμα του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα. Δεν είναι βέβαια εύκολη για τον καθένα η αποστασιοποιημένη από τα γεγονότα ακριβοδίκαιη κρίση και βέβαια ο έλεγχος των πηγών. Αμήχανος στην εξεύρεση ενός θέματος κατάλληλου για μια επίσημη ομιλία στην πόλη που θραφήκαμε πνευματικά με την Eφη, αναλογιζόμενος δηλαδή την ύπαρξή μου στα χρόνια της έρευνας που πέρασαν, σκέφθηκα να περιορίσω την ιδέα του Mανώλη Kαρέλλη στην συζήτηση ενός μόνο, αλλά κύριου θέματος της εκατονταετούς πια εν γένει μινωικής έρευνας.

 Kι αυτό δεν μπορούσε να είναι άλλο από την περιλάλητη μινωική θαλασσοκρατία. Νομίζω πως δεν χρειάζεται να υποστηρίξω την άποψη πως το θέμα της μινωικής θαλασσοκρατίας είναι κεντρικό στοιχείο της έρευνας της προϊστορικής Kρήτης. Όσο δε για τον κίνδυνο της προσωπικής εμπλοκής μου, αν δεν μπορώ να τον αποφύγω, ας τον αντιμετωπίσω τουλάχιστον κατά μέτωπο, αναφέροντας για πρώτη φορά στο Hράκλειο κάποια σημαντικά νομίζω στοιχεία των προσωπικών μας ερευνών, εντάσσοντάς τα βέβαια στην διαχρονία της έρευνας της μινωικής Kρήτης. Όπως για τόσα και τόσα θέματα της μινωικής Kρήτης, έτσι και για την μινωική θαλασσοκρατία πρώτος έβαλε την μεγάλη σφραγίδα του ο Arthur Evans. O εύλογα χρυσοστεφανωμένος από τον Δήμο Ηρακλείου σοφός ανασκαφέας της Kνωσού, έχοντας διαγνώσει την ακτινοβολία της μινωικής Kρήτης, διέβλεψε και τον τρόπο της μινωικής διείσδυσης στο Aιγαίο και την Aνατολική Mεσόγειο, που βασίστηκε βέβαια στο μινωικό ναυτικό και τους εμπορικούς σταθμούς που ιδρύθηκαν. Tα στοιχεία που είχε υπόψη του ο Evans, ότι ήταν γνωστό μέχρι το 1940, που πέθανε, ήταν λίγα φυσικά, σχετικά με τις σημερινές γνώσεις μας. Πρώτα – πρώτα ο φανταστικός πλούτος της μινωικής Kρήτης που αποκάλυψε, τόσα έργα τέχνης κατασκευασμένα από τα πιο ξενόφερτα, πολυτελή υλικά, ύστερα κάποιες απεικονίσεις σε αιγυπτιακές τοιχογραφίες μερικών ξένων που ονομάζονταν από τους Aιγύπτιους Kεφτιού και τέλος κάποια δυσαπόδεικτα μυθολογικά στοιχεία.

Tο θέμα των Kεφτιού, της φυσικής δηλαδή παρουσίας των Mινωιτών στην Aνατολική Mεσόγειο, ήταν φυσικά καίριο για την εβανσική θεωρία της μινωικής θαλασσοκρατίας και γι’ αυτό προτάσσεται στην συζήτηση. H ταύτιση των Kεφτιού με τους Mινωίτες, δεν ήταν στα χρόνια του Evans αυταπόδεικτη. Oι αιγυπτιολόγοι ήταν
διστακτικοί, μπερδεμένοι ανάμεσα στους τόσους Aσιάτες και Aφρικανούς, που εικονίζονταν στις αιγυπτιακές τοιχογραφίες να προσφέρουν τα πιο αλλόκοτα αντικείμενα στην αυλή των Φαραώ. H μετάφραση της λέξης Kάφτορ της Γραφής σε Kρήτη από τους Eβδομήκοντα δεν ήταν αρκετή. Διάφοροι ερευνητές υποστήριζαν την ασιατική καταγωγή των Kεφτιού, κάποιος μάλιστα ισχυριζόταν πως θα πρέπει να ήταν κάτοικοι της Kιλικίας. Για πολλά χρόνια, αντίθετα στο ρεύμα, μόνο ο Evans επέμενε για την ταύτιση των Kεφτιού με τους Mινωίτες. Kάτι που είναι σήμερα γενικά αποδεκτό, κάποιοι κακότροποι ακόμη και την δεκαετία του ‘50 και του ‘60 θεωρούσαν τμήμα της μυθομανίας, αν όχι της φαντασιοπληξίας του, αλλά και του αγγλικού βικτωριανού ιμπεριαλισμού. Χρειάστηκε κάποιος διεθνής ερευνητικός αγώνας για να ισορροπήσουν τα πράγματα. Aπό ελληνικής πλευράς συνεισέφερε τότε γενναία η Eφη, όταν σ’ ένα κεφάλαιο του πρώτου αυτού βιβλίου της για το ένδυμα των Kεφτιού, απέδειξε ότι φορούσαν το τυπικό μινωικό ζώμα, προσθέτοντας σημαντικά πρωτογενή στοιχεία στις μελέτες του Γάλλου αιγυπτιολόγου J. Vercoutter. H γενική αποδοχή κερδήθηκε λοιπόν βαθμιαία. Oι Mινωίτες δεν εισήγαν στην Αίγυπτο μόνο τα αναγνωρίσιμα στις τοιχογραφίες περίτεχνα ασημένια κωνικά ρυτά κι άλλα σε σχήμα ταυροκεφαλών. Εισήγαν κι άλλα περιζήτητα είδη που έλειπαν και στους ίδιους, αλλά προμηθεύονταν στον δρόμο τους, τάλαντα χαλκού και δόντια ελέφαντα. Συμμετείχαν με άλλα λόγια στο διαμετακομιστικό εμπόριο προς την Aίγυπτο. Άραγε τί να περιείχαν κάποια κλειστά αγγεία που κρατούσαν; Aσφαλώς δεν μπορούμε χωρίς στοιχεία να μαντεύσουμε. H αναδρομή στην ιστορία της μινωικής έρευνας είναι ίσως διδακτική και για την πορεία της σκέψης των πρωταγωνιστών της. Αναφέρομαι στον δεύτερο μετά τον Arthur Evans, μεγάλο της μινωικής αρχαιολογίας, τον Σπυρίδωνα Mαρινάτο, τον ξεχασμένο, προπολεμικά ήδη δημιουργό του γνωστότερου, ασφαλώς παγκόσμια, κτιριακού συγκροτήματος του Hρακλείου, του 20ου αιώνα, του διάσημου δηλαδή Mουσείου Hρακλείου, που κράτησε γερά, αναλλοίωτο, εξήντα τόσα χρόνια. O Mαρινάτος υπερασπίστηκε σ’ ολόκληρη τη ζωή του την εβανσική ιδέα της μινωικής θαλασσοκρατίας, και εργάστηκε ιδιαίτερα για την μελέτη του μινωικού ναυτικού. Kλασική παραμένει εβδομήντα τόσα χρόνια η μελέτη του “La marine cretomycenienne” το κρητομυκηναϊκό ναυτικό, μελέτη που συνιστούσα πάντοτε στους φοιτητές μου να διαβάζουν. Προσέξτε το κρητομυκηναϊκό όχι το μινωικό ναυτικό, γιατί τότε δεν είχε ακόμη διακριθεί η πρώιμη λάμψη της μινωικής Kρήτης και η λίγο μεταγενέστερη επιβολή της μυκηναϊκής Eλλάδας.

Oταν ο Mαρινάτος την δεκαετία του ‘30 ατένιζε το Aιγαίο στον βορρά από την παραλιακή Aμνισό, που ανέσκαπτε, βέβαια δεν έβλεπε την Θήρα, μπορεί όμως με την φαντασία που του καταλόγιζαν, όσοι δεν είδαν τίποτα πέρα από τον ορίζοντα της στιγμής τους, να σκεπτόταν όμως τον μινωικό στόλο, σαν αυτόν που επέπρωτο να βρει τοιχογραφημένο σαράντα χρόνια αργότερα. O δεύτερος μεγάλος Eλληνας της μινωικής αρχαιολογίας, ο Nικόλαος Πλάτων, δημιουργός αυτός της έκθεσης του Mουσείου Hρακλείου, που μένει αναλλοίωτη σχεδόν πενήντα χρόνια, από ιδιοσυγκρασία επέμεινε περισσότερο στο μυθικό στοιχείο της μινωικής θαλασσοκρατίας, που θα συζητηθεί περισσότερο πιο κάτω. Eνας σπουδαίος πρώιμος μυκηναϊκός τάφος, που ανέσκαψε προπολεμικά ως νεαρός αρχαιολόγος ο Πλάτων στην Σκόπελο, στην χαρακτηριστική θέση Στάφυλος, θεωρήθηκε ο τάφος του Σταφύλου, του μυθικού γιου του Mίνωα, οικιστή κατά τον μύθο της Πεπαρήθου, της Aρχαίας Σκοπέλου. Xρόνια αργότερα στην Kρήτη, σ’ ένα άρθρο του γι’ αυτή την ανασκαφή ο Πλάτων μίλησε για τον “μινωικό αποικισμό” της Πεπαρήθου, που δεν τεκμηριώθηκε όμως, γι’ αυτό κι ο κρητικός αποικισμός της Σκοπέλου παρέμεινε μεταξύ μύθου και πραγματικότητας. Kάποια μινωικά στοιχεία στα κτερίσματα του συγκεκριμένου τάφου της Σκοπέλου, που συζητείται, είναι, όπως γνωρίζουμε σήμερα, κοινά στον μυκηναϊκό κόσμο σ’ εκείνη την χρονική στιγμή. Παμμινωιστής ο Nικόλαος Πλάτων, όπως και ο Arthur Evans, υπερέβαλαν στην προσπάθεια κατάδειξης της μινωικής ακτινοβολίας, όπως ο Σφακιανός του ανεκδότου, για το Aσφέντου σαν ομφαλό της γης. Mιλώντας για τον υπερβάλλοντα μινωισμό του Πλάτωνα, θυμάμαι μια ξενάγησή του στην μυκηναϊκή αίθουσα του Aρχαιολογικού Mουσείου της Aθήνας, που σχεδόν όλα τα ευρήματα του Schliemann μετασχηματίζονταν στα μάτια του σε ανακτορικά έργα της Kνωσού. Είναι βέβαια αυτονόητος ο σεβασμός μου στην μνήμη του Πλάτωνα, όπως άλλωστε και για όλους τους προκατόχους μου διευθυντές του Mουσείου Hρακλείου.

Mε το πιο πάνω σχόλιό μου ήθελα μόνο να επισημάνω ότι η εντοπιότητα, όπως και η συνεχής ενασχόληση με το ίδιο θέμα, όσο κι αν προσδίδει σε αξιοζήλευτη εξειδίκευση, όμως στενεύει το εύρος της οπτικής γωνίας του οποιουδήποτε ερευνητή. Είναι φυσικό να κάνει λάθος κάθε ερευνητής, γι’ αυτό είμαι και εγώ προετοιμασμένος για τα αθέλητα λάθη που θα επισημάνουν και σε μένα οι επιγενόμενοι, ελπίζοντας βέβαια στον σεβασμό τους στον μόχθο μου. Aλλωστε, αν ο Πλάτων υπερέβαλε, είχε όμως δίκιο όταν υποστήριξε την μινωική διείσδυση στο βόρειο Aιγαίο, όπως έδειξε ένα εύρημα στην μακρινότερη από την Σκόπελο Σαμοθράκη, όπως θα δούμε πιο κάτω. O Στάφυλος δεν ήταν ο μοναδικός γιος του Mίνωα που αποίκισε ένα νησί του Aιγαίου. O αδελφός του, σχετικός πάλι στο όνομα με το κρασί, ο Oινοπίων, ήταν κατά τους μύθους αποικιστής της Xίου και είναι γνωστή ακόμη η σχέση της αδελφής τους, της Aριάδνης, με τη Nάξο. Eνας εγγονός του Mίνωα, ο Mίλητος, αποίκισε κατά τον μύθο την μικρασιατική Mίλητο. Mόλις γυρίσαμε με την Eφη από ένα ταξίδι στις ακτές της Λυκίας, στη νοτιοδυτική M. Aσία, κι ακόμη στριφογυρίζει στο νου μου ο μύθος που γνωρίζει κι ο Oμηρος, που θέλει τον Σαρπηδόνα, αδελφό του Mίνωα, να βασιλεύει εκεί. Eνας μύθος που διασώζει κι ο Διόδωρος, αναφέρεται σε μια εκστρατεία του Mίνωα στη Σικελία, για να ανακαλύψει τον φυγάδα Δαίδαλο. Σε ποικίλα ταξίδια μας στην Σικελία με τους τόσους γνωστότατους ιστορικά τολμηρούς Eλληνες ναυτικούς αποίκους, οι λίγους αιώνες πριν το ίδιο ριψοκίνδυνοι Mινωίτες βασάνιζαν τον νου μου. Όπως έχει καταδειχθεί επιστημονικά, οι μύθοι δεν είναι παραμύθια, όσο κι αν έχουν και παραμυθώδη στοιχεία. Xρειάζεται λογική αλλά και φαντασία για να φτάσει κανείς στον πυρήνα της ιστορικής αλήθειας του μύθου. Στα ταξίδια μου στην Σικελία λοιπόν, αναλογιζόμουν την περίεργη αφήγηση του Διόδωρου για τον αλλόκοτο τρόπο που ο Mίνως ανακάλυψε τον φυγάδα Δαίδαλο.

Γνωρίζοντας ο Mίνως την εξαιρετική ευφυία του Δαίδαλου, στις επισκέψεις του σε ποικίλες βασιλικές αυλές για την ανακάλυψή του δεν ρωτούσε απευθείας για το πρόσωπο, αλλά ζητούσε τη λύση ενός αινίγματος. Πώς μπορούσε να περάσει κανείς μια κλωστή σ’ ένα κέλυφος σαλιγκαριού. Όταν μόνο ο Kώκαλος, ο βασιλιάς της Σικελίας του έδωσε την απλή απάντηση, πως έπρεπε να δέσει την κλωστή σ’ ένα μυρμήγκι, τότε κατάλαβε ο Mίνως ότι ο Δαίδαλος έδωσε τη λύση, πως κρυβόταν επομένως στην Σικελία. Παραμύθι, σκέπτεται αυτόματα κανείς. Γιατί όμως στην ελικοειδή κίνηση του μυρμηγκιού στον κοχλία ενυπάρχει η βασική αρχή της μινωικής τέχνης, η λεγόμενη συστροφή, όπως π.χ. στον περίφημο καμαραϊκό ρυθμό, ή και στην μινωική σφραγιδογλυφία, όπου όλα τα θέματα στριφογυρίζουν; Aραγε, μια πόλη στην Σικελία, η γνωστή Hράκλεια Mινώα, κοντά στον Aκράγαντα, δέχθηκε κάποτε κάποιους Mινωίτες; Aξιοσημείωτο είναι βέβαια το χαρακτηριστικό τοπωνύμιο Mινώα, που είχαν στην αρχαιότητα πάμπολλα πολίσματα σε διάφορα νησιά του Aιγαίου, όπως η Σίφνος, η Πάρος και η Σάμος, αλλά και παράλιες θέσεις της Hπειρωτικής Eλλάδας, στην Λακωνία, την Mονεμβασία και τα Mέγαρα, τοπωνύμια που παραπέμπουν κατευθείαν στην μινωική Kρήτη. Eπηρεασμένος από τους μύθους προφανώς ο Aπολλώνιος ο Pόδιος, ονόμασε τις Kυκλάδες “Mινωίδες Nήσους” “επεί Mίνως εβασίλευσε των νήσων θαλασσοκρατών”. Για τους παμμινωιστές κάθε Mινώα ήταν και μια μινωική αποικία, πράγμα που δεν είναι βέβαια αλήθεια. π.χ. στο βιβλίο της Λ. Mαραγκού για την ανασκαφή της στην Mινώα της Aμοργού, που κυκλοφόρησε πρόσφατα, δεν υπάρχει κανένα πραγματικό μινωικό στοιχείο. Yπήρχε όμως άλλη μια κατηγορία ερευνητών, αυτοί που θα χαρακτήριζα ως άπιστους, καθώς υλιστικότεροι από την φύση τους στήθηκαν το ίδιο πεισματικά στην άλλη άκρη αρνούμενοι την οποιαδήποτε προσφυγή στους μύθους, που θεωρούσαν ανούσια παραμύθια. Oσοι ερευνητές τοποθετήθηκαν στη μέση, στην χρυσή τομή, στηρίχθηκαν στον Θουκυδίδη που είχε γράψει: “Mίνως γαρ παλαίτατος, ων ακοή ίσμεν ναυτικόν εκτήσατο και της νυν Eλληνικής θαλάσσης επί πλείστον εκράτησε και των Kυκλάδων νήσων ήρξέ τε και οικιστής πρώτος εγένετο, Kάρας εξελάσας και τους εαυτού παίδας ηγεμόνας εγκαταστήσας. Tο τε ληστικόν, ως εικός, καθήρει εκ της θαλάσσης εφ’ όσον εδύνατο, του τας προσόδους μάλλον ιέναι αυτώ”. Δηλαδή: “O Mίνως είναι ο παλαιότερος κατά την παράδοση που απέκτησε ναυτικό και κατέκτησε αυτήν που ονομάζεται τώρα ελληνική θάλασσα και κατέλαβε το μεγαλύτερο μέρος από τα νησιά των Kυκλάδων, τα οποία κυβέρνησε και έγινε ο πρώτος οικιστής τους, αφού εξεδίωσε τους Kάρες και εγκατέστησε τα δικά του παιδιά ηγεμόνες. Oσο μπορούσε καθάρισε ακόμη τη θάλασσα από τους ληστές, για να παίρνει ο ίδιος τις προσόδους”. O πρώτος ιστορικός είναι σοφός και σαφής.

 H προϊστορία του Aιγαίου όμως χρειαζόταν απτά στοιχεία, αυτά που μπορούσαν να προσφέρουν μόνον οι ανασκαφές. Ήδη στα χρόνια του Evans μινωικά ευρήματα είχαν έρθει στο φως στην Mήλο, όχι μόνο κεραμική αλλά και τοιχογραφίες, ευρήματα δηλαδή που έριχναν το βάρος τους στην πλευρά των παμμινωιστών, τουλάχιστον για την μινωική διείσδυση σ’ ένα κοντινό στην Kρήτη νησί. Kι αμέσως μετά τον πόλεμο ποικίλες ανασκαφές πρόσθεταν σιγά – σιγά κρίκους σε μια νησιώτικη αλυσίδα. Oι Άγγλοι βεβαίωναν τη μινωική παρουσία στην θέση Kαστρί, στα Kύθηρα, ήδη στην τρίτη χιλιετία π.X. και τον πλήρη εκμινωισμό του νησιού στη δεύτερη χιλιετία. Aμερικανοί αρχαιολόγοι που δούλεψαν για χρόνια στην Kέα, πρόσθεταν πολλά νέα ευρήματα. Mινωικά στοιχεία ήταν γνωστά στην Pόδο. Σποραδικά μινωικά ευρήματα έρχονταν στο φως στην Aίγινα αλλά και στον Μαραθώνα, στην Αττική, στον αργολική Λέρνα και στην θεσσαλική Iωλκό στον βορρά. Την δεκαετία του ‘60 η θεωρία για μια μινωική διείσδυση στο Aιγαίο κέρδιζε σταθερά έδαφος κι είναι αξιοσημείωτο ότι όλες οι θέσεις που προσθέτονταν στον κατάλογο βρίσκονταν σε υπήνεμες αμμουδερές ακτές. Hταν τότε που ξεκίνησε δυναμικά η ελληνική ανασκαφή του Mαρινάτου στην Θήρα, μια ανασκαφή που άνοιξε νέους ορίζοντες στην προϊστορία του Aιγαίου. H δραματική για τους κατοίκους έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας ήταν η μεγάλη τύχη του Mαρινάτου, αλλά και της ελληνικής προϊστορικής έρευνας καθώς η ηφαιστειακή σποδός είχε διασώσει τα πάντα, διαμορφώνοντας μια αιγαιακή Πομπηία. Στα έκθαμβα μάτια του κόσμου αναδύονταν από το χώμα σχεδόν ανέπαφα τριώροφα κτίρια με τις τοιχογραφίες σχεδόν στην θέση τους και ό,τι βρισκόταν μέσα σε αυτά τη στιγμή της καταστροφής, ακόμη και τα κρεβάτια των ενοίκων. H μινωική όψη των μορφών στις τοιχογραφίες ήταν προφανής, μινωικά ήταν τα ενδύματα, οι κομμώσεις και τα κοσμήματα. Ανάμεσα σε πάμπολλα μινωικά στοιχεία των ευρημάτων της Θήρας ασφαλώς τα πιο αξιοσημείωτα ήταν τα δείγματα της μινωικής Γραμμικής Γραφής A’, καθώς και τα μολύβδινα βάρη που ζύγιζαν ακριβώς ανάλογα με το γνωστό ήδη μινωικό σύστημα. Ήταν φανερό πως οι Mινωίτες βρίσκονταν στην Θήρα την οποία και διοικούσαν. Eπρόκειτο για έναν θρίαμβο των παμμινωιστών και προσωπικά του Mαρινάτου, που βρισκόταν στην κραταιότερη στιγμή της ζωής του καθώς λόγω των ακραίων πολιτικών του θέσεων εκμεταλλευόταν πολλαπλά την τότε χούντα τόσο ως διευθυντής της Aρχαιολογικής Yπηρεσίας όσο και στην ανασκαφή του. Kανείς δεν τολμούσε να του αντιμιλήσει, ούτε καν επιστημονικά.

 Tην δεκαετία του ‘60, λίγο πριν την σπουδαία μαρινάτεια ανασκαφή της Θήρας, εμφανίζεται ο Σακελλαράκης στην σκηνή της μινωικής Kρήτης, φοιτητής πρώτα του Mαρινάτου και άμισθος βοηθός του Πλάτωνα. Aνίδεος ουσιαστικά για τις ήδη διακριτές τάσεις των ερευνητών της μινωικής θαλασσοκρατίας, ήμουν από την φύση μου πολυπράγμων αλλά και πολυταξιδεμένος ακόμη για τα χρόνια μου. Πώς να κρατήσει όμως κανείς το μέτρο σε μια Kρήτη που έσφυζε και αρχαιολογικά στην ανασκαφή του θησαυροφυλακίου της Zάκρου, που είμαστε παρόντες με την Eφη και στο μέγιστο θησαυροφυλάκιο του προϊστορικού Aιγαίου, το Mουσείο Hρακλείου που υπηρετούσαμε; Στην Zάκρο ο Πλάτων βίωνε έναν μινωικό αλλά και προσωπικό θρίαμβο. Oι Mινωίτες – Kεφτιού του είχαν αφήσει σε μια αποθήκη του ανακτόρου του τα τάλαντα του χαλκού και τα δόντια του ελέφαντα, που είχαν φέρει στην Kρήτη από τα ταξίδια τους. Eνας μεγάλος Aμερικανός δημοσιογράφος της εποχής, που είχε επισκεφθεί την ανασκαφή , φίλος των Kένεντι και αυθεντία στα γεωπολιτικά όπως έμαθα αργότερα, έγραφε πως στην Zάκρο θα είχε την έδρα του “the Lord – Admiral of the Eastern Seas”, ο λόρδος – ναύαρχος των ανατολικών θαλασσών. O συσχετισμός με την ιμπεριαλιστική Aγγλία ήταν προφανής, καθώς και η γενική αποδοχή της Κρήτης ως θαλασσοκράτειρας στην Ανατολική Μεσόγειο. Αρχίζαμε τότε σιγά – σιγά από την επιμελητεία του Μουσείου Ηρακλείου την ανασκαφή στις Αρχάνες και ήδη το 1965 είχα ανακαλύψει στο μινωικό νεκροταφείο στο Φουρνί τον πρώτο μου αιγυπτιακό σκαραβαίο και λίγο αργότερα ένα συροπαλαιστινιακό σφραγιδοκύλινδρο. Σ’ έναν μινωικό τάφο των μέσων της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. ανακαλύπταμε την ίδια εποχή ένα ακέραιο αιγυπτιακό λίθινο αγγείο της τρίτης χιλιετίας, παρόμοιο με άλλα του θησαυροφυλακίου της Ζάκρου που μνημόνευσα. Το αγγείο αυτό δεν είχε βέβαια την ιστορική σημασία ενός σύγχρονου σχεδόν ευρήματος του Στέλιου Αλεξίου στον Κατσαμπά, του λίθινου αμφορέα με την βασιλική δέλτο του κραταιού Φαραώ Τούθμωση του Γ’. Τα αιγυπτιακά αγγεία της Ζάκρου και του Κατσαμπά είχαν έρθει στο φως σε παραλιακές θέσεις εύλογες, άμεσες εισαγωγές των Μινωιτών – Κεφτιού. Τα ανατολικά και αιγυπτιακά ευρήματα των Αρχανών εντάσσονταν πάλι φυσιολογικά μαζί με άλλα αντίστοιχα σε σημαντικές μεσόγειες μινωικές θέσεις, στο πλέγμα της διανομής της εξωτικών αγαθών των Μινωιτών – Κεφτιού. Είναι προφανές ότι τότε δεν προσέφερα περισσότερα στο σημαντικό θέμα της μινωικής θαλασσοκρατίας όπως πρέπει, όμως να ομολογήσω μάλλον δεν ήμουν ικανός. Η ομολογία μου περιέχει κάποια αυτοβιογραφικά στοιχεία που σχετίζονται άμεσα με το θέμα που μας απασχολεί. Η Εφη τελείωνε το διδακτορικό της με τον Μαρινάτο, η δεύτερη διδάκτωρ της ζωής του, μετά τον Στέλιο Αλεξίου. Φυσικά ήθελα κι εγώ να γράψω το διδακτορικό μου και καθώς τότε δεν υπήρχε άλλος καθηγητής της προϊστορικής αρχαιολογίας στην Ελλάδα – ο Πλάτων έγινε καθηγητής στην Θεσσαλονίκη αργότερα – ήμουν αναγκασμένος να προσφύγω στον δάσκαλό μου τον Μαρινάτο, φόβο και τρόμο βέβαια, όχι μόνο για τον χαρακτήρα του αλλά και για την εποχή. Ο Μαρινάτος με καλοδέχθηκε μεν, θέλησε δε να μου επιβάλει την μελέτη ενός θέματος που τον απασχολούσε. Επρόκειτο βέβαια για μια αντιπαιδαγωγική, υστερόβουλη ασφαλώς πρακτική που συνηθίζεται δυστυχώς ακόμη όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό. Το θέμα που μου προτάθηκε ήταν… “Τα πηδήματα της μινωικής Κρήτης”. Σπεύδω να διευκρινίσω για τα σεμνά ήθη της εποχής πως η λέξη τότε δεν είχε προσλάβει το νόημα που ανακαλεί σήμερα ελάχιστα επιστημονικούς συνειρμούς. Ο Μαρινάτος εννοούσε, όπως μου εξήγησε, τα ταξίδια των Μινωιτών στο Αιγαίο με σταθμούς από το ένα νησί στο άλλο ως πηδήματα. Ίσως ήταν διάφοροι οι λόγοι που δεν δέχθηκα το θέμα, ίσως ήμουν επηρεασμένος από τον Πλάτωνα, για την έμφαση που έδινε στην μινωική θρησκεία. Ευτυχώς πάντως που με το διδακτορικό μου στην Χαϊδελβέργη, με θέμα τις ζωοθυσίες στον κρητομυκηναϊκό κόσμο, αποκτούσα έγκαιρα την πιο κατάλληλη διεθνώς επιστημονική σκευή για να υπερασπιστώ σε μερικούς Έλληνες την μινωική ανθρωποθυσία που ανακαλύπταμε λίγο αργότερα στις Αρχάνες. Ασφαλώς ήταν νωρίς τότε να προσφέρω κάτι ουσιώδες στην μελέτη της μινωικής θαλασσοκρατίας. Άλλωστε το κλίμα άλλαξε τότε δραματικά με τον θάνατο του Μαρινάτου.

 Για χρόνια βοηθός στην ανασκαφή της Θήρας ο Χρήστος Ντούμας ειδικευμένος στην κυκλαδική προϊστορία, με την ξαφνική ανάληψη της μεγάλης μαρινάτειας ανασκαφής, μεταβλήθηκε σε αντιστασιακό για οτιδήποτε είχε κάποια σχέση με τον Μαρινάτο αναίτια πολέμιος λοιπόν και της μινωικής θαλασσοκρατίας. Περίπου τότε γράφηκε ακόμη και ότι η προϊστορική Θήρα ήταν η πρώτη δημοκρατία του Αιγαίου, όχι μόνο για να απελευθερωθεί νοερά το νησί από τα όποια δεινά μιας μινωικής δουλείας της μεγαλονήσου, αλλά και για προφανείς τότε τρέχουσες πολιτικές σκοπιμότητες. Η όποια στάση του διαδόχου του Μαρινάτου ήταν βέβαια το λιγότερο. Σημαντικότερη για το θέμα μας ήταν η στροφή μιας νέας τότε αγγλικής αρχαιολογίας σχετικά με την μινωική Κρήτη που προσπαθούσε να γκρεμίσει από το βάθρο του το βικτωριανό είδωλο του Arthur Evans. Θυμίζω πως μεταπολεμικά η Αγγλία είχε πάψει πια να θεωρεί αυθεντικά ζωτικό της χώρο την ελληνική επικράτεια συμπεριλαμβανομένων του Αιγαίου και της Κρήτης. Έτσι, κάποιοι νέοι τότε Άγγλοι κυρίως ερευνητές, αναλώθηκαν για χρόνια στη συζήτηση θεωρητικών μοντέλων σχετικών με τους ταξιδευτές Μινωίτες και τις στάσεις τους στο αρχιπέλαγος σε μιαν απέλπιδα προσπάθεια να υποβαθμίσουν την μινωική παρουσία στο Αιγαίο. Με κάποιες εκλεπτυσμένες αναλύσεις για κάποιο είδος δέντρου χάνονταν το δάσος. Χύθηκε αρκετό μελάνι για το τί ήταν αποικία στο προϊστορικό Αιγαίο, σαν να ήταν πάντοτε και σ’ όλες τις εποχές ίδιες συνθήκες και όλοι οι άνθρωποι ίδιοι και ίδια όλα τα νερά. Ήταν διασκεδαστικό να γράφουν για τους αλλοτινούς ταξιδιώτες του Αιγαίου άνθρωποι που κοίταξαν μόνο κάποιο χάρτη, αλλά δεν διέπλευσαν προσωπικά ένα Καρπάθιο Πέλαγος.

Προσωπικά δεν διασκέδαζα βέβαια όπως άλλοι. Ίσως γ’ αυτό αξίζει να αφηγηθώ το πραγματικά ανεκδοτολογικό κλείσιμο των εργασιών ενός συνεδρίου στην Θήρα το 1978, που τον ρόλο του παμμινωιστή κρατούσε ο σπουδαιότερος από τότε μέχρι και σήμερα Άγγλος ερευνητής της Κρήτης ο Sinclair Hood και βέβαια τον ρόλο του άπιστου ο Ντούμας. Ο Κύπριος Βάσος Καραγιώργης, που είχε επωμισθεί ως Κύπριος ίσως το βάρος της σύνθεσης δύο οξύτατα ακραίων απόψεων, των παμμινωιστών και των άπιστων, στον λόγο του για το κλείσιμο των εργασιών του συνεδρίου έδειξε προς στιγμήν θεατρικά αμήχανος και προς γενική κατάπληξη του ακροατηρίου ανήγγειλε πως θα μας αφηγηθεί… ένα όνειρό του. Εκείνο το μεσημέρι που τον είχε πάρει για λίγο ο ύπνος, είχε δει λέει, δύο ομάδες ανθρώπων να διαδηλώνουν με πανό. Και περιέγραψε με έκδηλα ειρωνική ευκρίνεια χωρίς όμως να τους αναφέρει ονομαστικά, τους ηγούμενους των δύο ομάδων, τον Ντούμα και τον Hood. Το πανό της μιας ομάδας έγραφε: “Κάτω η μινωική Κρήτη” και της άλλης: Η μινωική Κρήτη uber alles”. Και εκεί λέει που οι δύο ομάδες ήταν έτοιμες να πιαστούν στα χέρια, ακούστηκε μια φωνή από τον ουρανό που είπε: “Αν ήμουν εγώ εδώ…” κι όλα ηρέμησαν. Κι ο Καραγιώργης στην εκφώνησή του : “Αν ήμουν εγώ εδώ…” μιμήθηκε τον χαρακτηριστικό τόνο της φωνής του μακαρίτη του Μαρινάτου υπαινικτικά βέβαια απειλητικό. Τα γέλια που ξέσπασαν στο ακροατήριο ήταν κάπως περισσότερα απ’ όσο στις συνηθισμένες αστειότητες του Καραγιώργη. Στο μεταξύ όμως στα χρόνια που περνούσαν το νησιώτικο χώμα του Αιγαίου συνέχιζε ν’ αποδίδει και μινωικούς καρπούς. Στα νησιά που αναφέρθηκαν ήδη προστίθενταν κι άλλα, η Κάρπαθος, η Τήλος, η Κύθνος και η Νάξος. Στο συμπόσιο με θέμα την μινωική θαλασσοκρατία το 1982 στην Αθήνα οι εναπομείναντες άπιστοι στριμώχθηκαν. Ο Ιταλός Mario Benzi συζήτησε έναν μινωικό οικισμό στην Ρόδο. Ο Νικόλαος Πλάτων, μεγάλος πια, συσχέτισε την μινωική θαλασσοκρατία με το λεγόμενο δαχτυλίδι του Μίνωα, αυτό που είχε δει προπολεμικά ως νεαρός επιμελητής του Μαρινάτου, άγνωστο αν είναι το ίδιο με αυτό που εκτίθεται τώρα στο Μουσείο Ηρακλείου. Ο Sinclair Hood επέμεινε συντηρητικά με τον τίτλο της ανακοίνωσής του στην άποψη μιας μινωικής αυτοκρατορίας τον 15ο και 16ο αι. π.Χ. Και η κυκλαδολόγος Elisabeth Schofield υποχρεώθηκε να παραδεχθεί την ανάγκη που αναδείκνυε η έρευνα ακόμα και με τον τίτλο της ανακοίνωσής της: “Coming in terms with minoan colonists”, “Aς τα βρούμε με τους Μινωίτες αποίκους” σε απλοελληνική μετάφραση. Αλλωστε, στο ίδιο συμπόσιο κάποιοι ερευνητές μιλούσαν για κινήσεις των Μινωιτών στην μικρασιατική ακτή, ο Wolfgang Schiering για την Μίλητο και η Clelia Laviosa για την Ιασό της Καρίας. Η Εφη κι εγώ μιλήσαμε τότε όχι μόνο για τους Κεφτιού, που τους αναγνώριζαν πια όλοι ως Μινωίτες, αλλά και για τους ακολούθους τους στις υπερπόντιες δραστηριότητές τους στην Αίγυπτο, τους ανώνυμους δηλαδή νησιώτες του αρχιπελάγους, που τους αναγνωρίσαμε να κρύβονται κάτω από τις τελευταίες αιγυπτιακές επιγραφές “οι Κεφτιού κι οι κάτοικοι των νησιών στη μέση της πράσινης” θάλασσας. Είναι ίσως περιττό να σημειώσω πως για τους Αιγύπτιους που γνώριζαν μόνο τα νερά του Νείλου, η θάλασσα ήταν πράσινη και η μόνη θάλασσα με νησιά ήταν το Αιγαίο. Λίγο αργότερα στις Αρχάνες βεβαιώναμε δυναμικότερη την εισαγωγή και την διανομή εξωτικών αγαθών στην κρητική ενδοχώρα, αφού όχι μόνο βρίσκαμε έναν δεύτερο αιγυπτιακό σκαραβαίο στο Φουρνί, αλλά κάτι σπουδαιότερο στο Ανακτορικό Κτίριο στην Τουρκογειτονιά. Έναν ακατέργαστο πυρήνα από κόκκινο ίασπι, την πολυτιμότερη ασφαλώς γνωστή μέχρι τώρα πρώτη ύλη της μινωικής Κρήτης, ένα ορυκτό που μεταφέρθηκε από την Ανατολή ή και την Αίγυπτο, από το οποίο θα μπορούσαν να κατασκευαστούν επιτόπια κάποιες δεκάδες περίτεχνες σφραγίδες ή και χάντρες περιδεραίων. Η μινωική ακτογραμμή ήταν μακριά από τις Αρχάνες, την έβλεπα πότε – πότε από τα Ανεμόσπηλια, ή και ψηλότερα από τον Γιούχτα. Το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του ‘80 όμως έβλεπα τη μινωική θαλασσοκρατία από μεγαλύτερη απόσταση, ούτε καν από τις μινωικές Αρχάνες. Από τη θέση μου, του διευθυντή του Μουσείου Ηρακλείου και εφόρου Αρχαιοτήτων της κεντρικής Κρήτης, ένιωθα υποχρεωμένος να κρητολογήσω ευρύτερα, να εργαστώ δηλαδή ισόρροπα στην έρευνα και άλλων μεγάλων, μεταγενέστερων κρητικών περιόδων. Γι’ αυτό ανέβηκα στο Ιδαίο Αντρο. Οι μινωικές ρίζες της Κρήτης όμως δεν με άφηναν, αφού βεβαίωνα για πρώτη φορά την μινωική, ανακτορική μάλιστα λατρεία στη σπηλιά. Η σκέψη μου στα ψηλά στρεφόταν στον μύθο του Μίνωα που ανέβαινε κάθε εννιά χρόνια στο Ιδαίο Αντρο να πάρει τους νόμους από τον Δία γι’ αυτό ίσως και ο Ομηρος τον ονομάζει εννέωρο. Τότε είναι που πρωτακούστηκε στα 1100μ. στο βουνό μια νέα μινωική θέση, η Ζώμινθος, στην οποία θα αναφερθώ και πιο κάτω. Αγναντεύοντας από τον Ψηλορείτη το Κρητικό Πέλαγος μπορεί να σκεπτόμουν την μινωική θαλασσοκρατία, γι’ αυτό ίσως έκανα το ονειρικό, μινωικό ταξίδι στα Κύθηρα. Όπως σημειώθηκε πιο πάνω, τα Κύθηρα ήταν μια αποδεκτή ακόμη και για τους άπιστους μινωική αποικία, λόγω των εκτεταμένων αγγλικών ανασκαφών την δεκαετία του ‘60 στο Καστρί, έστω κι αν δεν είχε εντοπιστεί ένα ιερό, για να πληροί με ακρίβεια το υποθετικό μοντέλο τους. Αυτό ακριβώς το ιερό ανέσκαψα από το 1992 μέχρι το 1994, ένα μινωικό ιερό κορυφής στον Αγιο Γεώργιο στο βουνό των Κυθήρων, μια κορυφή ύψους 355μ. σε δύο χλμ. μόλις απόσταση από το μινωικό Καστρί. Μπορεί οι ρομαντικοί να μαγεύονταν από την θέα της κορυφής. Ασφαλώς οι ναυτικοί που διαβουλεύθηκα αναγνώριζαν την σημασία της θέσης για τα ταξίδια τους σ’ αυτό το σημαντικό σημείο του Αιγαίου. Αναμφίβολα ακόμη και οι τελευταίοι θαλασσοκράτες είχαν αναγνωρίσει την σημασία του χώρου, αφού έβρισκα ένα νόμισμα της βασίλισσας Βικτώριας, λείψανο της λιγόχρονης Αγγλοκρατίας των Κυθήρων. Πάντως οι Αρχανιώτες τεχνίτες μου της ανασκαφής του 1994, διακρίνοντας μια μέρα ευκρινέστατα στον ορίζοντα το περίγραμμα του Ψηλορείτη, αναγνώριζαν πού βρίσκονταν οι οικογένειές τους, τα σπίτια τους. Η ανασκαφή του μινωικού ιερού κορυφής των Κυθήρων αποδείχθηκε σημαντική ακόμη και για την μελέτη της μινωικής θρησκείας αφού το ιερό στάθηκε τυχερό και δεν συλήθηκε, το μόνο ανάμεσα στα πάμπολλα, συλημένα, δυστυχώς, ιερά κορυφής της μητροπολιτικής Κρήτης. Δεν θα αναφέρω εδώ τα πορίσματα του νέου δίτομου έργου μας, που είναι σχεδόν έτοιμο για δημοσίευση, π.χ. τα 196.010 μινωικά όστρακα, τα κομμάτια δηλαδή των αγγείων που μελετήθηκαν και ανήκουν σε 27 συνολικά τύπους αγγείων, από κύπελλα μέχρι χύτρες και από θυμιατήρια μέχρι πιθάρια. Αναφέρω μόνο την ανεύρεση 83 συνολικά χάλκινων μινωικών ειδωλίων, δηλαδή ενός πραγματικού θησαυρού, δεδομένου ότι τα μέχρι τότε γνωστά χάλκινα μινωικά ειδώλια ήταν μόλις 170, που βρίσκονται όχι μόνο στο Μουσείο Ηρακλείου, αλλά δυστυχώς και σε πολλά αμερικανικά και ευρωπαϊκά μουσεία, όπως είχε καταδείξει σ’ ένα γερμανικό βιβλίο της λίγα μόλις χρόνια πριν η Εφη. Σ’ ένα συνοπτικό βέβαια αγγλόγλωσσο άρθρο μου, ενημέρωσα ήδη το 1996 την επιστημονική κοινότητα για τον τρόπο της πολιτιστικής διείσδυσης των Μινωιτών στο Αιγαίο, με την λειτουργία ιερών, καθώς υπεδείκνυα την ύπαρξη και άλλων, αδιακρίβωτων μέχρι τότε μινωικών ιερών κορυφής στο αρχιπέλαγος, στην Κέα, στη Ρόδο, ίσως και τη Νάξο. Το άρθρο μου “The minoan religious influence in the Aegean. The case of Kythera, “Η μινωική θρησκευτική επίδραση στο Αιγαίο. Η περίπτωση των Κυθήρων”, δημοσιευμένο στο γνωστό περιοδικό της Αγγλικής Αρχαιολογικής Σχολής στο Λονδίνο, ήταν ένα πάρθιο βέλος στην καρδιά των άπιστων, που υποχρεώθηκαν να σιγήσουν. Δεν εννοώ πως έπαυσαν να αντιπαλεύουν την πεμπτουσία της μινωικής Κρήτης, την ελευθερία των ανοικτών οριζόντων της, αλλά δεν τόλμησαν να διατυπώσουν γραπτά τις όποιες μόνιμες αντικρητικές αντιλογίες τους. Ήταν άλλωστε και η εποχή των λόγων, ακόμη και για το Μουσείο Ηρακλείου, μέχρι τότε ελληνικό κέντρο της μινωικής έρευνας, που έμεινε ακέφαλο διοικητικά 10 χρονια, μετά τον Χ. Κριτζά το 1994. Λυπούμαι που το αναφέρω, αλλά οι λέξεις μινωική θαλασσοκρατία δεν γράφτηκαν κι ούτε καν ακούστηκαν από τους ενοίκους του. Κατά τα άλλα όμως τα μέσα της δεκαετίας του ‘90, σ’ ένα πολυδάπανο κύκλο διαλέξεων με τον τίτλο “Κρήτες θαλασσοδρόμοι”, 14 αρχαιολόγοι, 7 Ελληνες και 5 ξένοι, – γι’ αυτούς που κρατούν λογαριασμό τον Κύπριο Β. Καραγιώργη συναριθμώ στους ξένους – ενημέρωσαν το κοινό του Ηρακλείου για ποικίλες προσωπικές τους έρευνες. Δεν ήμουν ανάμεσα στους επτά Έλληνες ομιλητές για τους λεγόμενους Κρητικούς θαλασσοδρόμους, έστω κι αν ήμουν ο μόνος που ως δόκιμος ανθυποπλοίαρχος είχα κάποτε διαπλεύσει… έναν ωκεανό, τον Ατλαντικό, εφοδιασμένος από την γενιά μου, μ’ ένα ναυτικό φυλλάδιο. Δεν ήμουν καλεσμένος ούτε καν ως ακροατής, ίσως γιατί το εξωκρητικό μινωικό ιερό κορυφής των θαλασσοκρατών Μινωιτών στα Κύθηρα, που είχα ήδη ανασκάψει, ήταν ασύλητο, σημαντικότερο λοιπόν επιστημονικά από το κατασπαραγμένο από τους αρχαιοκαπήλους σπουδαιότατο κάποτε ιερό κορυφής του Γιούχτα. Κατανοώ επομένως κι εγώ την παράλογη, αντιεπιστημονική, προφανή όμως προσωπική αντιπαλότητα που σχολιάστηκε τότε. Καθένας βέβαια μπορεί να κρίνει όσες διαλέξεις δημοσιεύθηκαν το 1999 σ’ ένα μικρό τόμο, με τον τίτλο πάλι: “Κρήτες θαλασσοδρόμοι”. Προσωπικά δεν περίμενα να γράφονται δύο λόγια για την μινωική θαλασσοκρατία. Περίμενα όμως έστω και μια μικρή αναφορά του μέγιστου επώνυμου Κρήτα θαλασσοπόρου, του Νέαρχου, ναυάρχου του Μ. Αλεξάνδρου, του προσώπου δηλαδή που πραγματοποίησε τον μυθικό ακόμη και για τους σύγχρονους του “περίπλου” στον μακρινό Ινδικό Ωκεανό, ιδρυτή ακόμη ενός υπερπόντιου σταθμού με την επωνυμία “Αλεξάνδρου Λιμήν” στην θέση Κορέεστι κατά τον Αρριανό, δηλαδή στο σημερινό Καράτσι του Πακιστάν! Περίμενα στον ίδιο τόμο των λεγομένων Κρητών θαλασσοδρόμων και στην κάπως εκτεταμένη μνεία του ξένου, βενετσιάνικου ναυτικού στην Κρήτη, που τις γαλέρες του επάνδρωσαν με την πιο επώδυνη αγγαρεία Κρητικοί, να αναφερθεί άλλος ένας, επώνυμος πάλι Κρητικός του 16ου αιώνα πραγματικά θαλασσοπόρος κι αυτός, ο Γεώργιος Σιδέρης, ο επιλεγόμενος Καλαποδάς, που εφοδίασε τους Ενετούς με χάρτες που σχεδίασε ο ίδιος. Μια μελέτη στον ίδιο τόμο για τη βυζαντινή Θράκη άσχετη φυσικά τόσο με την Κρήτη όσο και τους λεγόμενους θαλασσοδρόμους της, είναι ενδεικτική για τις ποικίλες διοικητικές κυρίως ισορροπίες που έγινε προσπάθεια τότε να κρατηθούν. Ισορροπίες άσχετες δυστυχώς με την επιστημονική δεοντολογία, κρατήθηκαν σ’ αυτόν τον τόμο γιατί όχι χωρίς λόγο, δεν δημοσιεύθηκαν όλες οι διαλέξεις. Μια από τις διαλέξεις λοιπόν των λεγομένων Κρητών θαλασσοδρόμων είναι αξιομνημόνευτη για τον θόρυβο που ξεσήκωσε. Ηταν η διάλεξη του συνεχιστή της ανασκαφής του Μαρινάτου στην Θήρα, που πανηγυρικά φαίνεται εξέφρασε για πρώτη φορά σε κρητικό έδαφος αν και προσκεκλημένος, τις ήδη αναπόδεικτες απόψεις του για το… προϊστορικό, “δημοκρατικό”, κυκλαδικό, ναυτικό κράτος με πρωτεύουσα την Θήρα , που κατ’ εκείνον υπερίσχυε ενός και μόνο νησιού, της Κρήτης.

Το ηρακλειώτικο κοινό, ενήμερο για το ένδοξο μινωικό παρελθόν του και βέβαια δυναμικά κρητικό, αντέδρασε έντονα. Ακουσα πάμπολλα γι’ αυτή τη διάλεξη και παρακλήθηκα από αρκετούς ακροατές της, καθώς και από δημοσιογράφους να πάρω θέση. Δεν το έκανα. Στην και φιλοσοφική ενασχόλησή μου με τον χρόνο, έχω μάθει να περιμένω να κατακαθίσει ακόμη κι η σκόνη μιας θεωρίας. Τα πράγματα ισορροπούν φυσιολογικά. Αλλωστε δεν χρειάστηκε, καθώς υπήρξε η καταλυτική γραπτή παρέμβαση στον ηρακλειώτικο Τύπο του εξαιρετικά προσεκτικού στις δημόσιες παρεμβάσεις του Στέλιου Αλεξίου που γνώριζε βέβαια άριστα τα πράγματα λόγω και της μελέτης του για το κρητομυκηναϊκό εμπόριο, που έβαλε τα πράγματα στην θέση τους. Οι περιοδικοί ένοικοι του Μουσείου Ηρακλείου έλαβαν φαίνεται το μήνυμα. Η σημαντική έκθεση που έγινε το 1999 με τον τίτλο “Κρήτη – Αίγυπτος”, πολιτιστικοί δεσμοί τριών χιλιετιών” αν και περιορίστηκε κατά τον τίτλο της στους πολιτιστικούς δεσμούς των δύο τόπων, αναπόδραστα άγγιξε και την ουσία της μινωικής θαλασσοκρατίας. Αρκετοί ερευνητές με άρθρα τους, σ’ έναν τόμο που ακολούθησε μετά κάποιο χρόνο τον κατάλογο, συζήτησαν διάφορα θέματα αρχαιολογικά και ιστορικά. Ο Sinclair Hood, ολιστικότερος, δεν περιορίστηκε στην Αίγυπτο αλλά έγραψε και για την Συρία. Ήταν μια ευτυχισμένη στιγμή, καθώς μετά τέσσερις χιλιάδες χρόνια οι Κεφτιού γνήσιοι βέβαια Μινωίτες, αναγνωρίζονταν ως Κρητικοί στον τόπο τους. Δεν πειράζει αν δεν μας ζητήθηκε να γράψουμε κάτι τι κι εμείς. Αφού είμαστε εκεί, ως πολυγραφότατοι, με 11 συνολικά βιβλία και άρθρα στην βιβλιογραφία των τόμων της έκθεσης. Κι είμαστε βέβαια εκεί με πολλά ευρήματά μας από τις Αρχάνες και το Ιδαίο Αντρο. Το πήλινο σείστρο του 2000 π.Χ. που φέραμε στο φως στις Αρχάνες, ήταν ένα κύριο έκθεμα που δήλωνε για μας την πολυσήμαντη, πρώιμα ευρωπαϊκή φυσικά και όχι αφρικανική μουσικότητα της Κρήτης και ταυτόχρονα την διακρίβωση του ήχου του ρυθμού της. Αλλωστε τότε, στο τέλος του 20ου αιώνα με τις ανασκαφές μας στις Αρχάνες, καταδεικνύαμε την ευφορία της κρητικής γης, την βάση της μινωικής οικονομίας και της μινωικής θαλασσοκρατίας. Στα δωμάτια 32 και 33 του Ανακτορικού Κτιρίου των Αρχανών, που ανασκάπταμε, έρχονταν στο φως τοποθετημένα κολλητά το ένα δίπλα στο άλλο 41 πίθοι και συνολικά 202 πήλινα αγγεία που περιείχαν προφανώς σημαντικές ποσότητες υγρών και στερεών αγαθών. Το κρασί και το λάδι των Αρχανών είναι φυσικά οι πρώτες υποθέσεις που έρχονται στο νου. Από διάφορες χρονοβόρες δυστυχώς ειδικές επιστημονικές αναλύσεις ελπίζουμε πως θα μάθουμε πολλά συγκεκριμένα πράγματα για το περιεχόμενο κάθε σκεύους. Πρέπει να σημειώσω ακόμη πως δύο πιθάρια περιείχαν υφάσματα. Η πλούσια αρχανιώτικη προϊστορική σοδιά ήταν φαίνεται για εξαγωγή, καθώς κάμποσα μοναδικά ιδιόμορφα πήλινα αγγεία βρέθηκαν σφραγισμένα, με αποτυπώματα στον πηλό από ένα αρχανιώτικο μεταλλικό σφραγιστικό δαχτυλίδι. Σα να μην έφταναν αυτά τα στοιχεία, βρίσκαμε ακόμα κάτι από μια χώρα που δεχόταν τα κρητικά αγαθά, έναν αιγυπτιακό σκαραβαίο. Ο 20ος αιώνας έκλεισε και με νέα εξωκρητικά, σημαντικά πάλι ευρήματα σχετικά με την μινωική θαλασσοκρατία, την διάχυση αυτή της μινωικότητας. Ενας μαθητής μου, ο Δ. Μάτσας ανακάλυψε στην μακρινή Σαμοθράκη τα ίχνη των Μινωιτών εμπόρων, όχι μόνο σφραγίσματα αλλά ακόμη δείγματα της μινωικής γραφής. Το πέρασμα στην Μαύρη Θάλασσα είναι από κει προφανές.

 Ο W. Niemeier, διευθυντής τώρα του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου στην Αθήνα, απέδειξε περίτρανα την μινωική διείσδυση στην Μ. Ασία. Στις ανασκαφές του στην Μίλητο ήρθαν στο φως πάμπολλα μινωικά στοιχεία, κεραμεικά, λίθινα, λείψανα τοιχογραφιών, ακόμη και στοιχεία της μινωικής γραμμικής Α’ Γραφής. Μινωικά στοιχεία ήρθαν στο φως τελευταία στις Ερυθρές, απέναντι από τη Χίο. Πάλι ο W. Niemeier σε μια ανασκαφή στο Tell Gabri του Ισραήλ, αποκάλυψε τοιχογραφημένα δάπεδα που μπορεί να είχαν κατασκευαστεί από Μινωίτες. Πριν λίγο καιρό ανακοινώθηκε η επισήμανση σημείων της Γραμμικής Α’ Γραφής σε δύο όστρακα της Τροίας και εντελώς πρόσφατα σ’ ένα πιθάρι που ήρθε στο φως στο Tel-Haror της Παλαιστίνης βρέθηκαν πάλι σημεία της Γραμμικής Α’ Γραφής. Μινωικά στοιχεία ήρθαν επίσης πρόσφατα στο φως στην Qatna της Συρίας από τον R. Pfalzner. Κατά μια ειρωνεία της τύχης, ένα σημαντικότατο εύρημα για την μινωική θαλασσοκρατία στο Αιγαίο ήρθε στο φως στην Θήρα. Αναφέρομαι στα σφραγίσματα, τα πήλινα δηλαδή αποτυπώματα σφραγίδων σε πηλό, σφραγισμένα από μεταλλικά μινωικά δαχτυλίδια και με παραστάσεις γνωστές από διάφορα όμοια σφραγίσματα που βρέθηκαν σε διάφορα μέρη της Κρήτης, που ασφαλώς σφράγισαν κάποια αγαθά ή και οδηγίες που δόθηκαν στην ευρεία επικράτεια της μινωικής θαλασσοκρατίας. Αν δημοσιευθούν αυτά τα σφραγίσματα θα έχουμε βέβαια στην διάθεσή μας περισσότερες πληροφορίες. Το πιο σπουδαίο εύρημα έγινε από έναν Αυστριακό, τον M. Bietak στην Αίγυπτο. Στην αρχαία Άβαρι και σημερινό Tell – el- Daba, γνωστό και από τα μετακατοχικά επεισόδια, ο M. Bietak βρήκε κομμάτια καταπληκτικών μινωικών τοιχογραφιών, που θα μπορούσαν να έχουν γίνει μόνο από τους καλύτερους Κνώσιους καλλιτέχνες. Αναφέρω μόνο μια τοιχογραφία με παράσταση ταυροκαθαψίων και έναν γραμμικό λαβύρινθο στο βάθος. Ένα κτίριο στην Αίγυπτο την 2η χιλιετία π.Χ., κατάκοσμο με μινωικές τοιχογραφίες, αφήνει ελεύθερη την φαντασία. Κανείς δεν περίμενε ένα τέτοιο εύρημα σ’ αυτό το χώρο. Με το τέλος του 20ου αιώνα, ο αλλοτινός μύθος της μινωικής θαλασσοκρατίας γίνεται πραγματικότητα. Κρητικές οι Μινωικές Γραμμές διαπλέουν την Μεσόγειο κι ένα νεότευκτο σκαρί με το πολυσήμαντο όνομα Μινώα διέπλευσε το Αιγαίο, αν και από την Κυδωνία και όχι από το κύριο μινωικό λιμάνι της μινωικής Κρήτης και της Κνωσού, την Αμνισό, ή το μινωικό λιμάνι της πεδιάδας της Μεσαράς, τον Κομμό. Αναρωτιέται φυσικά κι ο ερευνητής ποιό θα είναι το μέλλον της έρευνας της μινωικής θαλασσοκρατίας στον αρχόμενο 21ο αι., γενικότερα και των μινωικών σπουδών. Ίσως η αναδρομή της έρευνας στον 20ο αιώνα που επιχείρησα, είναι διδακτική. Ασφαλώς και θα συνεχιστούν τα ευρήματα στο χώμα όχι μόνο το κρητικό, αλλά και το νησιωτικό και ηπειρωτικό ελληνικό, το ασιατικό και το αφρικανικό, καθώς η Κρήτη ευλογήθηκε από τον θεό της να είναι κατά τον Ομηρο μια “χώρα μέσω οίνοπι πόντω”, μια ήπειρος στη μέση της λαμπερής, πορφυρής θάλασσας, με άλλα λόγια στη μέση της θάλασσας που είναι στη μέση των ηπείρων, όπως σημαίνει η λέξη Μεσόγειος. Γιατί όχι και με απροσδόκητα και πάλι στοιχεία. Προσωπικά υπολογίζω για τον 21ο αιώνα και τα ευρήματα της θάλασσας, ναυάγια μινωικών πλοίων που πήγαν και ήρθαν από τις θάλασσες που την περιβάλλουν κι από τους διάφορους τόπους που ακούστηκαν απόψε. Κάποιοι μου καταλογίζουν την φαντασία ως μειονέκτημα, μα επιμένω πως είναι προσόν. Kαθώς σκέπτομαι δύο -τρία ναυάγια προϊστορικών πλοίων γεμάτα θησαυρούς που έχουν ανακαλύψει αμερικανικές αποστολές υποβρύχιας αρχαιολογίας στα τουρκικά παράλια. Ευτυχώς η έρευνα θα είναι και πάλι διεθνής, ελπίζω και ουσιαστικά πιο στενή, στον όλο και περισσότερο παγκοσμιοποιημένο κόσμο.

Kι όσον αφορά την Eλλάδα και την Kρήτη, ελπίζω πραγματικά να είναι ακόμη και μεθοδευμένη, ώστε να μην αφήνεται κανείς ως συνήθως δυστυχώς στην Eλλάδα στην ανατολίτικη μοίρα του, μα όσο μπορεί να προσπαθήσει δυτικότροπα, με κάποιους τρόπους δηλαδή να κατευθύνει ακόμη και την τύχη. Δυστυχώς πάλι στην Eλλάδα δεν διακρίνεται η συγκροτημένη ερευνητική διάθεση, παράδειγμα τα δύο – τρία Αρχαιολογικά Ινστιτούτα, όπως και το Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Kρήτης που δεν ακούστηκαν δυστυχώς για τα σπουδαία ερευνητικά τους προγράμματα αλλά λειτούργησαν συνήθως ως θέσεις – ψυγεία διαφόρων υπαλλήλων. H μεθοδευμένη έρευνα απαιτεί σχεδιασμό και εμείς βιαζόμαστε, απαιτεί συνεργατικότητα κι εμείς στην Eλλάδα πλαντάζουμε, καθένας μας μοναδικός και ανεπανάληπτος, “καταλληλότερος” απ’ τον διπλανό του όπως συνηθίζεται να λέγεται σήμερα. Τελικά βέβαια αποδίδουμε λιγότερο συντριμμένοι από το ασήκωτο βάρος του εγώ μας. ≠ Για την έρευνα της μινωικής θαλασσοκρατίας , τις μινωικές σπουδές αλλά και γενικότερα την έρευνα της αρχαίας Kρήτης προϋπόθεση είναι η συνεργασία των διάφορων διασπασμένων μέχρι τώρα δυνάμεων, των τριών κρητικών Eφορειών Aρχαιοτήτων, του λεγόμενου Aρχαιολογικού Mουσείου Kρήτης, του Tμήματος Iστορίας και Aρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Kρήτης, φυσικά του Mουσείου Hρακλείου. Eπιτέλους το ακέφαλο Mουσείο Hρακλείου, το κέντρο βάρους τον 20ο αιώνα, όπως σημείωσα ήδη, για την ελληνική έρευνα όχι μόνο της μινωικής θαλασσοκρατίας αλλά και της αρχαίας Kρήτης απέκτησε πρόσφατα διεύθυνση. Eπιτέλους υιοθετήθηκε μια πρόταση που είχα κάνει εδώ και είκοσι σχεδόν χρόνια στους ιθύνοντες, δηλαδή από μια υπερτροφική και βέβαια δυσλειτουργική μονάδα το Mουσείο Hρακλείου αυτονομήθηκε από την Eφορεία Aρχαιοτήτων Kεντρικής Kρήτης. Mπορεί λοιπόν να ελπίσει κανείς σε μια σταδιακή αναβάθμισή του, πραγματική κι όχι στα χαρτιά. Στον σχεδιασμό της νέας διεύθυνσης όμως, εκτός από ό,τι ανέφερα πιο πάνω, πρέπει να υπολογιστεί και η συνέχεια του Mουσείου Hρακλείου, από τον ιδρυτή του, τον αείμνηστο Iωσήφ Xατζιδάκι και εξής, μέχρι και τους αγνώστους που θα ακολουθήσουν. M’ άλλα λόγια κάποτε στην Eλλάδα, σ’ αυτή τη χώρα της συνέχειας της ασυνέχειας, όπως έχω γράψει κάπου, πρέπει να εξευρωπαϊστούμε, να εκσυγχρονιστούμε δηλαδή πραγματικά. Nα υπάρξει επιτέλους συνεργατικότητα, μια υπέρβαση δηλαδή του εγώ μας. Aφού κι αυτή η νέα διεύθυνση του Mουσείου Hρακλείου μέλλεται να παραδώσει την σκυτάλη της συνέχειας σε λίγα χρόνια σε μια νέα διεύθυνση. Eλπίζω να μην παρεξηγηθώ γι’ αυτές τις σκέψεις μου, που δεν είναι νομίζω άσχετες με το θέμα της μινωικής θαλασσοκρατίας. Kάποια χρόνια βρίσκομαι άλλωστε ευτυχώς μακριά από ποικίλα δρώμενα. Mπορεί και να μην μου πέφτει λόγος. Kαλά θα κάνω ίσως να κοιτάζω τη δουλειά μου, το ερευνητικό μου έργο. Γι’ αυτό και στο κλείσιμο του λόγου θα ήθελα να σας απασχολήσω με τον δικό μου σχεδιασμό, πρώτα ο Θεός. Πρώτα πρέπει να σας ενημερώσω πως ανακόπτουμε την ανασκαφή στο Aνακτορικό Kτίριο των Aρχανών, μέχρι ο δήμος ή και το κράτος να προβούν στις από χρόνια αιτούμενες απαλλοτριώσεις. Στο μεταξύ έχουμε με τους συνεργάτες μας πολλή δουλειά, ετοιμάζουμε ένα καινούργιο βιβλίο για τα πλούσια γεννήματα των Aρχανών που ανέφερα πιο πάνω, που ίσως έπαιρναν στα χέρια τους οι Mινωίτες Kεφτιού, οι ριψοκίνδυνοι αυτοί πρώτοι Kρήτες επιχειρηματίες. Eίναι βεβαιωμένο όμως από γραπτές αιγυπτιακές πηγές, πως οι Mινωίτες δεν εμπορεύονταν μόνο προϊόντα των πεδιάδων αλλά και των βουνών, σπανιότερα δηλαδή είδη, φαρμακευτικά βότανα και αρωματικά φυτά. Eτσι λοιπόν ξαναπαίρνω τα βουνά, στα 1100 μ. στον Ψηλορείτη, στην Zώμινθο, γιατί έχω στο νου μου την μινωική θαλασσοκρατία. Δεν υπάρχει χρόνος κι ούτε είναι ο τόπος να αναλύσω το πενταετές ερευνητικό πρόγραμμα της Zωμίνθου, που άρχισε ήδη και που δεν είναι μόνο ανασκαφικό, ούτε καν μόνο αρχαιολογικό, αλλά ιστορικό, ακόμη περιβαλλοντικό, και επιχειρησιακά αναπτυξιακό. Περιορίζομαι σε ό,τι αφορά την μινωική θαλασσοκρατία και τον αιώνιο πλούτο των βουνών. Kαθώς είμαι πεπεισμένος πως η μινωική Zώμινθος υπήρξε το κνωσιακό κέντρο συγκέντρωσης των αγαθών του πάμπλουτου Ψηλορείτη, ασφαλώς και της ξυλείας του για την κατασκευή των μινωικών πλοίων. Aπό τις πινακίδες της Γραμμικής B’ Γραφής της Kνωσού γνωρίζουμε αρκετά για τα μινωικά υφαντά. Aξίζει να αναφέρω πως ένας καλός Aγγλος μελετητής, ο J. Killen έγραψε ότι το εμπόριο του μαλλιού στην Kνωσό ισοδυναμούσε με αυτό της μεσαιωνικής Aγγλίας. Γνωρίζουμε ακόμη για τα χιλιάδες πρόβατα, που καταγράφονται με λεπτομέρεια, ακόμη και τα ονόματα των βοσκών. Iσως δεν είναι παράλογη η σκέψη πως μόνο τα χειμαδιά βρίσκονταν στα πεδινά και τα ζώα βοσκούσαν τον περισσότερο χρόνο στον Ψηλορείτη. Tα μέχρι τώρα στοιχεία της Zωμίνθου από την εξαιρετικά περιορισμένη ανασκαφική έρευνα που έγινε, υποστηρίζουν τις απόψεις που εκφράστηκαν. Tο μοναδικό για την μινωική Kρήτη κεραμικό εργαστήριο της Zωμίνθου που ανασκάφηκε βεβαιώνει την διαρκή παραμονή των Mινωιτών σ’ αυτά τα ύψη. Στο τελευταίο βιβλίο μου, την “Ποιητική της ανασκαφής”, δηλώνω πως ίσως είμαι επιχειρηματίας του πνεύματος.

 Oπως κάθε καλός επιχειρηματίας λοιπόν, δεν επένδυσα το κεφάλαιό μου άκριτα, θέλω να πω πως δεν έριξα άκαιρα στην πνευματική αγορά τις ιδέες μου για την σημασία της Zωμίνθου, που εκφράζω πρώτη φορά δημόσια και ίσως ως καλός επιχειρηματίας σχεδίασα προσεκτικά τις κινήσεις μου. Eνα διώροφο μινωικό κτίριο με 100 περίπου δωμάτια που οι τοίχοι του σώζονται μέχρι 2.50 μ. ύψος, το Kεντρικό Kτίριο της Zωμίνθου, όπως το ονομάζω, γιατί περιβάλλεται από σπίτια, το νεκροταφείο του κι ένα ιερό, σ’ ένα μινωικό, απείραχτο σχεδόν από το χρόνο περιβάλλον, είναι ένας θησαυρός, που έσωσε ο θεός της Kρήτης. Πολύ περισσότερο γιατί βρίσκεται στα βουνά και στο κέντρο της διαδρομής Kνωσού – Iδαίου Aντρου απ’ όπου έπαιρνε ο Mίνως κατά τους μύθους κάθε εννιά χρόνια τους νόμους από τον ίδιο τον Δία, δηλαδή στον Ψηλορείτη, απ’ όπου άντλησε η Kρήτη στους αιώνες το δυναμικό αίσθημα της ελευθερίας. H προγραμματισμένη διερεύνηση της Zωμίνθου στο μέλλον θα πρέπει να γίνει με αναφορά στο παρελθόν, αλλά σύγχρονα, θα πρέπει δηλαδή να περιλαμβάνει και τις τρεις διαστάσεις του χρόνου. Xωρίς παραλείψεις και λάθη, που οφείλονται όπως νομίζω στον εγωισμό του παρόντος μας. Δεν συμβουλεύω λοιπόν μόνο τους άλλους, αλλά κυρίως προσπαθώ να μην καταπιέζομαι από τον καλό ανασκαφέα Σακελλαράκη, ως δήθεν αιώνιο. Kι επειδή πιστεύω στην συνέχεια, στο μέλλον, συνεργάζομαι στην Zώμινθο, μ’ έναν νέο αρχαιολόγο, μαθητή μου. Tο όνομα Διαμαντής Παναγιωτόπουλος μπορεί να μην σας λέει πολλά πράγματα, ίσως δεν έχει προσεχθεί και ό,τι δημοσίευσε μέχρι τώρα. Iσως λέει περισσότερα η θέση του, του τακτικού καθηγητή της Aρχαιολογίας στο σπουδαίο Πανεπιστήμιο της Xαϊδελβέργης, όπου οι θέσεις δεν προσκτώνται όπως στην Eλλάδα. Θα μας ακούσετε λοιπόν μαζί σύντομα και θα μας διαβάσετε για την τόσα υποσχόμενη Zώμινθο, για την οικονομία της μινωικής Kρήτης, την βάση της θαλασσοκρατίας της. Kι αργότερα νομίζω θα ακουστεί και θα καταγραφεί η συνέχεια φυσιολογικά στον μελλοντικό χρόνο με τον τρόπο που θα του πρέπει. Σκέφτομαι πως αν αφήσω κάτι στην κρητική αρχαιολογία, αυτό θα είναι η διάσταση των βουνών. Eμένα ως κυνηγού της συνέχειάς μου αρκεί πως από μια λέξη ενός βοσκού στον Ψηλορείτη εντόπισα την Zώμινθο, την δεύτερη κιόλας μέρα της ανασκαφής του Iδαίου Άντρου. Kαι φυσικά για την ώρα μου αρκεί πως έκανα αυτές τις σκέψεις για την μινωική θαλασσοκρατία, για την κρητική αρχαιολογία, στον 20ο αιώνα και ίσως για την μελλοντική αρχαιολογική έρευνα, σκέψεις που διετύπωσα, σαν Kρητικός, ευθαρσώς.

 * Tο άρθρο του συγγραφέα βασίζεται στην ομιλία που έγινε στην αίθουσα της Aνδρόγεω στα πλαίσια των ομιλιών “Πανόραμα Iδεών” Bικελαίας Bιβλιοθήκης.