ΠΙΣΩ

Αμαλία Κ. Ηλιάδη*

Το κίνημα των Νεοτούρκων του 1908,  η απήχησή του στον πολιτικό κόσμο της Ελλάδος και οι επιπτώσεις του στις ελληνικές εδαφικές διεκδικήσεις στη Μακεδονία δεν είναι αμελητέα ζητήματα ως προς την τελική έκβαση του Μακεδονικού Αγώνα.
Οι ανεκτίμητες υπηρεσίες στο ελληνικό, Μακεδονικό  ζήτημα  της «Πανελληνίου Οργανώσεως» και της «Οργανώσεως της Κωνσταντινουπόλεως» μετριάζουν τις   διαλυτικές δραστηριότητες της κυβερνήσεως Ράλλη. Σε αυτή τη χρονική στιγμή είναι  οριακές οι συνθήκες επιβιώσεως του Μακεδονικού Ελληνισμού.

Οι Διακηρύξεις των Νεοτούρκων του 1908 καταδεικνύει περίτρανα την  αντίθεση θεωρίας πράξης στα ολέθρια  αποτελέσματα του κινήματος αυτού για τον Ελληνισμό. Συνάμα η εκμετάλλευση των νεοτουρκικών διακηρύξεων από τους Βουλγάρους συντελεί στον  επανεξοπλισμό τους και στις απειλές που εκτοξεύουν κατά του ελληνικού στοιχείου: η αναστάτωση απλώνεται απ΄άκρη σ΄άκρη της μακεδονικής γης.

Η συνακόλουθη διάλυση των Ελληνικών ανταρτικών σωμάτων και οργανώσεων, η προκλητική αδιαφορία και η ανοχή έναντι των βουλγαρικών δραστηριοτήτων ενισχύουν τον Βουλγαρικό παράγοντα, ο οποίος είχε καταστεί κράτος εν κράτει στη Μακεδονία. Η εμπέδωση του Νεοτουρκικού Κινήματος στα 1909 και η λήψη  στοιχειδών «προστατευτικών» μέτρων εκ μέρους του Ελληνισμού συνέτειναν στα ακόλουθα:

¡  Η τουρκική αγριότητα και η παρανομία κορυφώνεται καθώς τελειώνει το 1909, λαμβάνονται δρακόντεια μέτρα κατά του Ελληνικού στοιχείου και γι αυτό επανεμφανίζονται τα ελληνικά ανταρτικά σώματα στη Μακεδονία. Οι Βούλγαροι καταγγέλλουν κάθε ελληνική δραστηριότητα στην Τουρκική Διοίκηση.

¡  Ανασυγκροτούνται 10 – 12 ελληνικά ανταρτικά σώματα και οι Τούρκοι, προαισθανόμενοι και διαβλέποντας ότι το τέλος της κυριαρχίας τους στη Μακεδονία προσεγγίζει, «σφαδάζουν», φέρονται θηριωδώς και συλλαμβάνουν αθρόα Έλληνες  ύποπτους για επαναστατική δράση.

¡  Με την έλευση του 1910 οι Νεότουρκοι στοχεύουν με αθέμιτους, βάρβαρους και άδικους τρόπους στην αποδυνάμωση και φυσική εξόντωση του Ελληνικού στοιχείου στη Μακεδονία, φοβούμενοι μοιραίο κτύπημα.

Από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες που προετοίμασαν, ενίσχυσαν, οργάνωσαν και ενέπνευσαν το Μακεδονικό αγώνα  είναι  ο Ίων Δραγούμης. Υποπρόξενος στο Μοναστήρι από το 1902,  με οκτώ ακόμη επίλεκτους άνδρες ίδρυσε  στα τέλη του 1902, στο Μοναστήρι, το σωματείο «Μακεδονική Άμυνα», η οποία άπλωσε τα πλοκάμια της σε ολόκληρη τη Μακεδονία και είχε ως ιερό κανόνα της: «όχι την ανατροπή των καθεστώτων,  αλλά  υπεράσπισις εθνική, συνασπισμός των ελληνικών κοινοτήτων και αλληλοβοήθεια». Στο μυστικό κομιτάτο της «Μακεδονικής Άμυνας» μυούνταν έλληνες πρόκριτοι, δάσκαλοι και ιερείς, οι οποίοι διαδραμάτιζαν σημαντικό ρόλο στην προετοιμασία και την οργάνωση. Κατά τη μύηση έδιναν έναν απλό όρκο: «ορκίζομαι να κρατήσω μυστικήν την Άμυναν». Μεταξύ της «Άμυνας» και της Αθήνας καθώς και διαφόρων άλλων εθνικών σωματείων δρούσε ο Παύλος Μελάς. Ο Ίων Δραγούμης διεκήρυττε: «…έχουμε δυνάμεις αμέτρητες στη Μακεδονία και στη Θράκη και σ’ όλη την Ανατολή. Άλλα κράτη αρπάζουν πολιτείες και χώρες και εμείς και εκείνα που είναι δικά μας και κείνα δεν τα κρατάμε. Σκιαζόμαστε μη μας πουν οι Ευρωπαίοι πως δεν είναι δικά μας…» Με αυτές  τις αρχές οι μυούμενοι στην «Άμυνα» ανελάμβαναν να κινητοποιήσουν τον Ελληνισμό της Μακεδονίας και να ξεσηκώσουν την ελληνική κοινή γνώμη…. Στις επαφές και τις ομιλίες τους τα μέλη της οργανώσεως επεσήμαιναν στους νοτιοελλαδίτες την Ελληνικότητα της Μακεδονίας και υπογράμμιζαν τον σημαντικό ρόλο  που είχε παίξει το Πατριαρχείο στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας.Τόνιζαν επίσης τη δραστηριότητα και τους κρυφούς σκοπούς του βουλγαρικού παράγοντα στο γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας. Διακήρυτταν με όλα τα μέσα και μ΄όλους τους τρόπους την ομόνοια και την αγάπη μεταξύ των μελών των ελληνικών κοινοτήτων και απεκάλυπταν ότι ένας ένοπλος αγώνας επίκειται  μεταξύ των ελληνικών ανταρτικών σωμάτων  που περιφέρονταν στην ύπαιθρο χώρα και προετοίμαζαν το έδαφος  ενθαρρύνοντας, φρονηματίζοντας και ξεσηκώνοντας τους κατοίκους, παρέχοντας συγχρόνως  πολλές φορές σε αυτούς τρόφιμα και χρήματα.

Ο Ίων Δραγούμης πίστευε ακράδαντα στον Ελληνισμό και τη δυναμική του παρουσία σε οποιοδήποτε σημείο του κόσμου κι αν βρισκόταν. Περιηγήθηκε  ολόκληρη τη Μακεδονία , από τη μια άκρη στην άλλη, και  άκουσε τα  βάσανα των αγροτών και των χωρικών, αφουγκραζόμενος με προσοχή τα παράπονά τους. Διαπίστωσε  απόλυτα ότι οι Βούλγαροι δεν σταματούν πουθενά προκειμένου  να υλοποιήσουν τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (1878). Βασανίζουν, βιαιοπραγούν, βιάζουν, θανατώνουν αλύπητα, δολοφονούν, καίγουν και ρημάζουν τα πάντα, λεηλατούν και διασκεδάζουν, ακρωτηριάζουν απάνθρωπα τα θύματά τους.  Κατά τον Ίωνα Δραγούμη σε αυτές τις αντίξοες συνθήκες «…Η Μακεδονία είναι σχολείο ελευθερίας, σχολείο που φτιάχνει άνδρες ελεύθερους. Όλοι οι Έλληνες «θα συμπληρώσουν τας σπουδάς των εις την Μακεδονίαν. Η Μακεδονία θα μας σώσει. Αν τρέξουμε να σώσουμε τη Μακεδονία, εμείς θα σωθούμε…» (Βλ. Κων/νου Α. Βακαλόπουλου, Μακεδονία, σελ. 422-423).

Ο Ίων Δραγούμης γνώριζε καλά την τακτική των Βουλγάρων στη Μακεδονία, ήξερε ότι ήταν κυρίαρχοι στο Βόρειο τμήμα της, προ πάντων μεταξύ των απλοϊκών και αγραμμάτων αγροτικών πληθυσμών, στους οποίους επαγγέλλονταν αόριστα οφέλη με τεχνάσματα, εφόσον προσχωρούσαν στη Βουλγαρική Εξαρχία. Είχε διαπιστώσει  ότι οι Βούλγαροι αποτελούσαν «κράτος εν κράτει» μέσα στο μακεδονικό χώρο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Δεν του διέφυγε την προσοχή ότι οι Τούρκοι αποτελούσαν τη φανερή διοίκηση και οι Βούλγαροι την κρυφή εξουσία του χώρου. Οι Τούρκοι είχαν στρατό και οι Βούλγαροι συμμορίες. Σε κάθε γεωγραφική περιφέρεια της Μακεδονίας περιφέρονταν ένα μεγάλο βουλγαρικό ανταρτικό σώμα που αποτελούνταν από 30-40 άνδρες.

Ωστόσο, τότε πολλοί λίγοι Έλληνες ασπάζονταν την άποψη του Δραγούμη για ένοπλη προετοιμασία, ιδιαίτερα της Βόρειας Μακεδονίας. Η απόλυτη πίστη του Δραγούμη, ότι δηλαδή μόνο με τη συγκρότηση ελληνικών ανταρτικών σωμάτων θα επιλύονταν ευνοϊκά για τους Έλληνες το ζήτημα, δικαιώθηκε απόλυτα από τις εξελίξεις. Τον Ιανουάριο του 1904, σε μια περίοδο δραματικής κορυφώσεως της Βουλγαρικής τρομοκρατίας στη Μακεδονία, οι Έλληνες του Μεγαρόβου και του Τιρνόβου έγραφαν στον Πατριάρχη: «Διακηρύττομεν  εν βαθειά συναισθήσει της εξ΄Ελλήνων καταγωγής ημών ότι θα εμμείνωμεν εις τα πάτρια και ότι η βία και η πίεσης εκ μέρους των εθνικών ημών πολεμίων, ως δεν κατώρθωσαν, ουδέ θα κατορθώσωσιν ποτέ να κλονίσωσι τας εθνικάς ημών πεποιθήσεις. Τουναντίον μάλιστα θα διαιωνίσωμεν αυτάς, ως και τας ιστορικάς και θρησκευτικάς ημών παραδόσεις, δια τας επερχομένας γενεάς αλωβήτους, οίας εκληροδότησαν ημίν οι ένδοξοι και αθάνατοι ημών πρόγονοι…»

Ο Ίων Δραγούμης γνώριζε από βιωμένη εμπειρία την κατάσταση στη Μακεδονία σε σχέση με τις βίαιες προσπάθειες των Βουλγάρων να την προσαρτήσουν και διατύπωνε με σθένος τις απόψεις του: « Η Μακεδονία είναι τόπος αληθινής ζωής, όχι ψεύτικης όπως είναι η Αθήνα. Οι Έλληνες… που στην Αθήνα κοπροσκυλιάζουν… και κανένα κίνδυνο δεν έχουν από κανένα – πήγαν στη Μακεδονία να βοηθήσουν  τους Μακεδόνες και βρέθηκαν ριγμένοι σε άλλον κόσμο, σε κόσμο σοβαρό, σε κόσμο επικίνδυνο, σε κόσμο αλύπητο, περιτριγυρισμένο από γκρεμούς, από βάραθρα, από τριβόλους και παγίδες, από Βουλγάρους, από στοιχειά και από αίματα. Κόσμος αληθινής ζωής… Όσοι πήγαν στη Μακεδονία ελευθερώθηκαν από την ψευτιά που φέρνει την παραλυσία και τη νάρκη…»

Ο Ίων Δραγούμης δόθηκε ολόψυχα στην προετοιμασία του ένοπλου αγώνα. Με την ίδρυση συλλόγων, οργανώσεων, κομιτάτων, επιτροπών, γαλβάνισε ψυχές και διαμόρφωσε υψηλό φρόνημα και ακράδαντη πίστη στην ελληνική νίκη στη Μακεδονία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, σημαίνοντα πρόσωπα της δημοσιογραφίας και της  Αθηναϊκής αστικής κοινωνίας, πολιτικοί, επιστήμονες, στρατιωτικοί, οργανώθηκαν, προετοιμάστηκαν, ενίσχυσαν οικονομικά την προσπάθεια του Δραγούμη η οποία κατέληξε στην εποποιία του Μακεδονικού Αγώνα. Αυτό το ελληνικό επίτευγμα ξάφνιασε τους Ευρωπαίους, τη διπλωματία και την κοινή γνώμη στην Ευρώπη, βασιλείς, αυτοκράτορες, στρατηγούς, πολιτικούς στους οποίους οι Βούλγαροι είχαν δημιουργήσει την εντύπωση ότι η Μακεδονία ήταν πια Βουλγαρία. Για την επίσημη ελληνική εξωτερική πολιτική ο Δραγούμης έλεγε: «Σιχαίνομαι την Κυβέρνηση, δε σιχαίνομαι τον Ελληνισμό. Πονώ για τον Ελληνισμό, για την Κυβέρνηση μου έρχεται  καταφρόνια…». Καυτηρίαζε με σκληρά λόγια την ελληνική εξωτερική πολιτική λέγοντας: «Η αλήθεια είναι πως δεν κάνουμε καμιά πολιτική καθόλου. Ρίχνουμε μονάχα στάχτη στα μάτια του κόσμου και γλείφουμε τα πόδια,  τα πόδια της Τουρκίας…» (Βλ. Ίων  Δραγούμης, «Μαρτύρων και Ηρώων αίμα»).

Κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα η Σερβία (πρώην Γιουγκοσλαβία), με τα Σκόπια ( Μακεδονία) έδειξε  έντονο το ενδιαφέρον της  για τη Μακεδονία. Η μυθοπλαστική θεωρία του εθνογράφου Γκόμπτσεβιτς είναι χαρακτηριστική αυτού του ενδιαφέροντος, όπως θα διαφανεί παρακάτω. Εν τω μεταξύ, η  Σερβική δραστηριότητα πλαισιώνεται και ενισχύεται  από Ρώσους και Σέρβους Αξιωματούχους και γι αυτό διαμορφώνονται στη Μακεδονία ζώνες Σερβικής και Ελληνικής επιρροής. Ιδρύονται Ρωσικά προξενεία στο Μοναστήρι και στα Σκόπια. Διαφαίνεται ελληνοσερβική προσέγγιση και επαναλαμβάνεται ο καθορισμός ζωνών επιρροής. Οι Σέρβοι όλο και προσβλέπουν νοτιότερα απλώνοντας την εδαφική τους «βουλιμία». Η τάση της Σερβίας προς τη Μακεδονία υποθαλπόταν επίσης από την αυστριακή πολιτική, παρά την έλλειψη οιωνδήποτε λαϊκών, ιστορικών, και εθνολογικών ερεισμάτων στο μακεδονικό χώρο.

Κύριοι στόχοι της Σερβικής πολιτικής στη Μακεδονία ήταν η ίδρυση σερβικών σχολείων, η χρήση της Σλαβικής γλώσσας καθώς και ο διορισμός  σέρβων επισκόπων στα Βελεσσά, στο Νευροκόπι, στην Αχρίδα και στα Σκόπια. Τα ιστορικά, εθνολογικά και εθνογραφικά δικαιώματα των Ελλήνων, στον αναφερόμενο χώρο για τους Σέρβους, θεωρήθηκαν ανάξια κάθε ενδιαφέροντος και προσοχής. Η ακολουθία των γεγονότων πραγματικά εκπλήσσει: Δημοσιεύονται στον ευρωπαϊκό τύπο πλαστές σερβικές στατιστικές σχετικά με τους σερβικούς πληθυσμούς στη Μακεδονία, με πρωτεργάτη το Βέλγο Αιμίλιο Λαβελαίη. Έπονται όμως ελληνικές διαμαρτυρίες για τα ψεύδη των Σλάβων προς τις Ευρωπαϊκές δυνάμεις. Ο σερβο-σλάβος μυθοπλάστης και πλαστογράφος της ιστορικής αλήθειας Γκόπτσεβιτς εντείνει το σωβινισμό στους θερμοκέφαλους του Βελιγραδίου και ανεβάζει τους Σέρβους του Μοναστηρίου, του Κοσσόβου και της Θεσσαλονίκης σε 1.000.000 κατοίκους.

Περαιτέρω καθορίζονται οι ζώνες επιρροής μεταξύ των Ελλήνων και των Σέρβων. Γραμμή ελληνικής επιρροής προς βορράν καθορίζεται η πορεία: Νευροκόπι, Μελένικο, Περλεπές, Κρούσοβο, Στρούγγα, χωρίς ο καθορισμός αυτός να θέσει τέρμα στις προς νότον διεκδικήσεις των Σέρβων. Ως κατακλείδα στις επιτυχίες των Σέρβων θεωρείται ο διορισμός του Σέρβου αρχιμανδρίτη Φιρμιλιανού  ως επισκόπου των Σκοπίων. Παρά τον κατ΄επανάληψη καθορισμό των ζωνών επιρροής Ελλάδος-Σερβίας από επισήμους εκπροσώπους των δύο χωρών, παραμένει ακαταμάχητη σερβική επιθυμία και μόνιμο όνειρο των Γιουγκοσλάβων η Θεσσαλονίκη ως φυσικό λιμάνι του Βελιγραδίου, και η έξοδος στο Αιγαίο.

Γύρω στο 1900, κι επειδή έλειπαν τα ιστορικά, εθνολογικά και λαϊκά ερείσματα για τους Σέρβους, επήλθε ευρεία χαλάρωση της  Σερβικής κίνησης, ιδιαίτερα στην περιοχή των Σερρών, Γευγελής, Γουμένισσας κ.τ.λ. Παραμένει εξ άλλου αναντίρρητο το γεγονός ότι όπου οι κατά τόπους μητροπολίτες του Πατριαρχείου τηρούσαν σθεναρή και δυναμική στάση, εκεί η σερβική δραστηριότητα νεκρώνονταν είτε σημείωνε  ελάχιστες  επιτυχίες όπου λ.χ. συνέβη στην Πελαγονία, Βέροια, Έδεσσα, Νευροκόπι και αλλού, ενώ  παράλληλα η τουρκική εύνοια, τόσο προς τους Βουλγάρους όσο και προς τους Σέρβους, συνέβαλε στην ενδυνάμωσή τους.

Στις 17 Μαΐου 1916 είχε μεταφερθεί  στη Θεσσαλονίκη από την Κέρκυρα σερβικός στρατός… Εν συνόλω 130.000 άνδρες και 300 πυροβόλα που συγκροτούσαν δύναμη 72 σερβικών ταγμάτων. Ο σκοπός της μεταφοράς του Σερβικού εκείνου στρατού στη Θεσσαλονίκη σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε απ΄τους Συμμάχους του  Α΄παγκοσμίου πολέμου για να ενισχύσει το Μακεδονικό Μέτωπο και να πολεμήσει εναντίον των Κεντρικών Αυτοκρατοριών. Όμως ο σερβικός εκείνος στρατός, εξ αιτίας του διχασμού που μάστιζε την Ελλάδα (κράτος των Αθηνών με βασιλική κυβέρνηση και κράτος της Θεσσαλονίκης με κυβέρνηση «Εθνικής Αμύνης» υπό τον Ελ. Βενιζέλο), σκέφθηκε και αποφάσισε να καταλάβει τη Θεσσαλονίκη ως στρατός κατοχής για να την καταστήσει μεσοπρόθεσμα Σερβική. Αλλά ο Γάλλος στρατηγός  Σαράιγ, ο αρχιστράτηγος των συμμαχικών δυνάμεων στο Μακεδονικό Μέτωπο, πληροφορήθηκε έγκαιρα τα κυοφορούμενα σχέδια των Σέρβων και ματαίωσε τα σχέδιά τους.

Η σχετική σερβική προπαγάνδα με φυλλάδια και έντυπα σε βάρος του ελληνικού στρατού, η ταπείνωση του ελληνικού στρατιωτικού αποσπάσματος στο Μπούφι, ο δόλιος τρόπος  με τον οποίο οι Σέρβοι αφήρεσαν από την Ελλάδα τα 25 χωριά του Μοριχόβου είναι εύγλωττα στοιχεία… Επιπροσθέτως η απαγόρευση της κυκλοφορίας Ελληνικών εφημερίδων στο Μοναστήρι το 1912 και οι συνακόλουθες διαμαρτυρίες του ανθηρού και εύρωστου οικονομικά ελληνικού πληθυσμού της επιβεβαιώνουν τις σερβικές προθέσεις, απέναντι,  μάλιστα , σε σύμμαχη χώρα…

*Είναι ιστορικός-φιλόλογος
(ΜΑ Βυζαντινής Ιστορίας) Δ/ντρια 3ου Γυμνασίου Τρικάλων