ΠΙΣΩ

Αμαλία Κ. Ηλιάδη, ιστορικός-φιλόλογος (ΜΑ Βυζαντινής Ιστορίας)

Οι πληθυσμοί της Μακεδονίας στις παραμονές του Μακεδονικού Αγώνα ήταν, ως προς τη γλώσσα, στην πλειοψηφία τους: Σλαβόφωνοι, Ελληνόφωνοι, Βλαχόφωνοι, Αλβανόφωνοι. Οι πληθυσμοί αυτοί στο μεγαλύτερο μέρος τους και μετά το 1870 διατήρησαν την ελληνική τους συνείδηση, όπως αποκαλύπτεται από τους μακροχρόνιους και σκληρούς αγώνες για την κτήση και κατοχή των ελληνικών σχολείων και εκκλησιών. Η παρουσία των Σλαβόφωνων πληθυσμών που αποτελούσαν και την πλειοψηφία σε σύγκριση με τους Ελληνόφωνους κατοίκους της Μακεδονίας καθώς και τους Βλαχόφωνους και τους Αλβανόφωνους, προέκυψε από τις μακροχρόνιες επιμειξίες Ελλήνων και Σλάβων των ελληνικών –βυζαντινών χωρών που συνέβησαν από τα τέλη του 6ου αι. μ.Χ. και προ πάντων από τις αρχές του 7ου βυζαντινού αιώνα. Αυτοί οι Σλαβόφωνοι Ελληνικοί πληθυσμοί της μεσαίας και νότιας γεωγραφικής ζώνης δέχτηκαν στην πλειοψηφία τους μόνο τη γλωσσική επίδραση, η δε εθνική τους συνείδηση παρέμενε ελληνική. Είναι οι πασίγνωστοι «Γραικομάνοι» του Μακεδονικού Αγώνα.

Το 1856 παρατηρείται ευρύτατη διάδοση του Πανσλαβισμού στα Βαλκάνια.Ο Πανσλαβισμός εξαπλώνεται ευρέως στο πλαίσιο της εφαρμογής του κύριου πολιτικού στόχου της Ρωσίας: η ρωσική πολιτική επινόησε την πανσλαβιστική κίνηση ανάλογη με τον επιδιωκόμενο στόχο της: να πείθει τους Ουνίτες-Χριστιανούς Ορθόδοξους μεταστάντες στον Καθολικισμό-της Μακεδονίας να αναγνωρίζουν τη Βουλγαρική Εξαρχία, με δόλωμα τη λήψη υλικών, χρηματικών απολαβών. Η πανσλαβιστική Ρωσία ταλαντευόταν πότε βοηθώντας τους Βουλγάρους και άλλοτε τους Σέρβους και πολλές φορές βοηθούσε και τους μεν και τους δε, διότι και οι δύο ήταν Σλαβικοί λαοί και μέσω αυτών μπορούσε να αποκτήσει προγεφυρώματα στο Αιγαίο για την κάθοδό της προς τη Μεσόγειο θάλασσα. Η ρωσική «συμπαράσταση» , κατά το μεγαλύτερο μέρος της, ενδυνάμωνε τη βουλγαρική προπαγάνδα, επειδή η Σερβία από το έτος 1882 συνδεόταν με την Αυστρία με συνθήκη συμμαχίας και αυτό δεν άρεσε στους Ρώσους Πανσλαβιστές, διότι θεωρούσαν αντίπαλό τους την Αυστρία.

Η πανσλαβιστική Ρωσία ενδιαφερόταν κυρίως για τον εθνολογικό εκσλαβισμό των Σλαβοφώνων κατοίκων των Ευρωπαϊκών επαρχιών της Τουρκίας μέχρι το 1896. Απόδειξη των υλικών μέσων τα οποία η Ρωσική προπαγάνδα διέθετε για την ενίσχυση των σερβικών προσπαθειών στη Μακεδονία είναι η πληροφορία την οποία μας παρέχει ο Έλληνας πρεσβευτής στο Βελιγράδι, ο οποίος σε γραπτή του αναφορά το έτος 1887 αναφέρει πίστωση 4.000.000 φράγκων για την εξυπηρέτηση των εθνικών αναγκών της Σερβίας στη Μακεδονία από πλευράς των Ρώσων πρακτόρων: Αναφορά του Έλληνα πρεσβευτή στο Βελιγράδι για το 1887: «Προς εξαγοράν υπέρ των σερβικών υποθέσεων κυρίως Οθωμανών υπαλλήλων, οίτινες υπό των Βουλγάρων επίσης δωροδοκούμενοι, κατεδίωκον τους Σέρβους διδασκάλους…» (Βλ. Νικολάου Βλάχου, καθηγητού Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών, «Το Μακεδονικό Ζήτημα ως φάσις του Ανατολικού Ζητήματος : 1878-1908», σελ. 177-178).

Όμως, η άκαμπτη επιθυμία των Σέρβων για κατάληψη της Μακεδονίας τους παρασύρει σε αθέτηση των συμφωνηθέντων. Εντείνονται οι Ρωσικές πιέσεις υπέρ των Γιουγκοσλάβων. Οι Σερβικές «προσηλυτιστικές» βλέψεις εντείνονται και επεκτείνονται σε αδιαμφισβήτητα ελληνικά εδάφη στο χώρο της Μακεδονίας (1887-1894). Σέρβοι και Έλληνες αλληλοϋποβλέπονται και ενίοτε συγκρούονται στα διάφορα μακεδονικά διαμερίσματα. Οι Σλαβικές χώρες Γιουγκοσλαβία και Βουλγαρία: αιχμή του δόρατος για την κάθοδο της Ρωσίας στη Μεσόγειο θάλασσα. Ωστόσο, η κατάσταση στη Μακεδονία και τη Θράκη αποτελεί μεγάλο εμπόδιο για την επικράτηση του Πανσλαβισμού στη Βαλκανική.

Ο Τίτο αργότερα δημιουργεί το πλαστό «Μακεδονικό έθνος»: η Σερβία, δηλαδή η Γιουγκοσλαβία πριν από τη σημερινή διάλυσή της, «μεγαλύνθηκε» κυριολεκτικά με τους Βαλκανικούς πολέμους (1912-1913) τόσο στο Κοσσυφοπέδιο όσο και στη Βόρεια Μακεδονία και δημιουργήθηκε το «Βασίλειο των Σλοβένων, των Κροατών και των Σέρβων», το οποίο κατέρρευσε κάτω από τα ακαριαία γερμανικά πλήγματα του 1941. Όταν, πολύ αργότερα , τα συμφέροντα της «Σοβιετικής Ενώσεως» ήλθαν σε σύγκρουση με εκείνα του Τίτο στη Γιουγκοσλαβία το 1948, το ανταρτικό κομμουνιστικό κίνημα στην Ελλάδα καταδικάστηκε σε θάνατο από τη Μόσχα και στη συνέχεια «εκτελέστηκε». Το καταπληκτικό και ενδιαφέρον εδώ είναι ότι έπειτα από πέντε αιώνες σταθερής ρωσικής πολιτικής που είχε μόνιμο στόχο τη Μακεδονία και μέσω της Μακεδονίας την έξοδο προς το Αιγαίο, η ρωσική στρατηγική είχε μεταβληθεί. Ο Τίτο, όμως, διαπίστωσε τη χαλαρότητα και τις μεγάλες διαφορές που χώριζαν τις διάφορες εθνότητες της χώρας του και ενώ ο ίδιος ήταν Κροάτης επεδίωξε να ενώσει την πανσπερμία των λαών με την πολιτική διεθνή ακτινοβολία του. Γι’ αυτό στο κενό που υπήρχε μεταξύ των διαφόρων εθνοτήτων της χώρας που δημιούργησε, συγκρότησε την Ομοσπονδία των Νοτίων Σλάβων (Αυτό σημαίνει Γιουγκοσλαβία). Αλλά την ενίσχυσε με ισχυρότερους οργανικούς δεσμούς όπως ήταν: α. Η Κομμουνιστική Ιδεολογία β. Το κοινό σύστημα της Οικονομίας και γ. η συνεκτική κεντρική δύναμη, το Κομμουνιστικό κόμμα.

Μέσα στα σχέδια του Τίτο ήταν να ενσωματωθεί με τον καιρό και η Αλβανία στη Γιουγκοσλαβία, σα χωριστή ομόσπονδη λαϊκή δημοκρατία. Κατά τον ίδιο τρόπο επεδίωκε και την ένωση της Βουλγαρίας. Το σημαντικότερο από όλα τα σχέδιά του ήταν να ενσωματώσει στο δικό του Κράτος, τη Γιουγκοσλαβία και ολόκληρη τη Μακεδονία μέχρι τον ποταμό Αλιάκμονα και τον Όλυμπο. Υπήρχαν οπωσδήποτε προβλήματα, διότι ενώ σε όλες τις άλλες περιοχές υπήρξε αντίστοιχος λαός με αντίστοιχη εθνική συνείδηση, στη Μακεδονία που ήταν διαιρεμένη σε τρεις χώρες: Ελλάδα, Βουλγαρία, Σερβία με ελληνική εθνική συνείδηση, βουλγαρική και σερβική δεν υφίστατο ένας λαός με αντίστοιχη, ενιαία εθνική συνείδηση. Και για να λύσει το πρόβλημα βάπτισε από μόνος του όλους τους κατοίκους με το όνομα: «Μακεδόνες». Το 1941 ο Γιόσιπ Μπρος Τίτο ήταν από τους πρώτους που αποδέχτηκε την απόφαση της Σοβιετικής Ένωσης του 1934 να αναγνωρίσει την ύπαρξη ξεχωριστού «Μακεδονικού Έθνους» και προχώρησε μάλιστα στη σύσταση ξεχωριστού κομμουνιστικού κόμματος «Μακεδονίας».

Ο ανατέλλων αστέρας του ΚΚΕ Νικόλαος Ζαχαριάδης με τη στενή συνεργασία του τόσο με τη Γ΄Διεθνή της Μόσχας, όσο και με τα άλλα Κ.Κ της Βαλκανικής και έχοντας τυφλή αφοσίωση στο στρατάρχη Τίτο και τα σχέδιά του συνέβαλε και αυτός, όπως και ο Τίτο, στη «μακεδονοποίηση» του λαού της Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας. Με αυτά τα δεδομένα και τις πολεμικές συνθήκες που επικρατούσαν εκείνη την εποχή στα Βαλκάνια και εκμεταλλευόμενος ο Τίτο τη διεθνή ακτινοβολία του, σκέφθηκε να ενσωματώσει στο δικό του κράτος, τη Γιουγκοσλαβία, ολόκληρη τη Μακεδονία μέχρι τον ποταμό Αλιάκμονα και τον Όλυμπο. Επειδή ,όμως, «μακεδονικό έθνος» δεν υπήρξε ποτέ, το κατασκεύασε ο ίδιος, γι΄ αυτό και στη διάσκεψη του Γιάιτσε ανακήρυξε τη «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Το γεγονός αυτό του «πραξικοπήματος» του Τίτο αποκαλύπτει ότι στα σχέδια του ήταν η σταδιακή κατάκτηση ελληνικών εδαφών στην περιοχή της λεγόμενης «Μακεδονίας του Αιγαίου» για την επέκταση της Γιουγκοσλαβίας προς το Αιγαίο πέλαγος.

Οι πολιτικοί , στρατιωτικοί, διπλωματικοί, πνευματικοί κύκλοι της Ελλάδος μπροστά στην πλαστογράφηση της Ιστορίας και της αλήθειας από τον Τίτο αδράνησαν και αδιαφόρησαν σχεδόν εγκληματικά για 4 ολόκληρες δεκαετίες… Επιπλέον, η συνηγορία στα σχέδια του Τίτο και των Σκοπιανών του Παναγ. Κανελλόπουλου στις 29 Οκτωβρίου 1942 έρχεται με παράδοξο τρόπο να ισχυροποιήσει τις πολιτικές και εθνικές θέσεις τους: «…Έτσι, ώστε η Ελλάς να΄ναι ο συνεκτικός κρίκος της Ομοσπονδίας της Ανατολικής Μεσογείου και της Βαλκανικής Ομοσπονδίας, και η Γιουγκοσλαβία (εννοείται να΄ναι) ο ενωτικός κρίκος της Βαλκανικής και της Παραδουνάβιας Ομοσπονδίας…» Ο Τίτο, με τη σειρά του, αναλάμβανε την υποχρέωση να υποστηρίξει την ενσωμάτωση της Ελληνικής Θράκης στη Βουλγαρία. Το ΚΚΕ επικροτεί και επιδοκιμάζει αυτή την «προσάρτηση» της Ελληνικής Μακεδονίας στο κράτος των Σκοπίων, την εγκαθίδρυση στη Βαλκανική μιας ενώσεως Σοβιετικών Δημοκρατιών, που θα περιλαμβάνει την Ελλάδα, τη Βουλγαρία, τη Μακεδονία και τη Σερβία. Επίσης, διακηρύσσει το δικαίωμα του «Μακεδονικού λαού» να ενωθεί, υπό τη σοφή καθοδήγηση του «στυλοβάτη» Τίτο, με τη Μακεδονία του Βαρδαρίου (Σκόπια). Ακόμη διακηρύσσεται ότι ολόκληρη η Μακεδονία θα αποτελέσει ανεξάρτητη, αυτόνομη Σοβιετική Δημοκρατία. Αποκαλυπτική και επαίσχυντη είναι η συμφωνία που υπογράφτηκε στις Καρυδιές Εδέσσης στις 25 Ιανουαρίου 1944: «Το ΕΑΜ και το ΣΝΟΦ αποφασίζουν από κοινού για να δημιουργήσουν αυτόνομο Μακεδονικό κράτος με σοβιετική οργάνωση, που θα ζητήσει να τεθεί υπό την προστασία της ΕΣΣΔ…»

Επακολουθεί η αποστολή από τον Τίτο, του Σβεταζάρ Βουκμάνοβιτς, για να ενώσει όλα τα ανταρτικά κινήματα της Βαλκανικής, κάτω από την ηγεσία του Τίτο. Όλα τα παραπάνω σχεδίαζε και προγραμμάτιζε ο στρατάρχης Τίτο σε στενή συνεργασία με τα κομμουνιστικά κινήματα της Βαλκανικής, αλλά ο Στάλιν στη Μόσχα, μεταξύ 9ης και 18ης Οκτωβρίου 1944 συμφώνησε άλλα με τον Ουίνστον Τσώρτσιλ. Προς αυτή τη συμφωνία, θέλοντας και μη, ο Τίτο και τα ΚΚ της Βαλκανικής αναγκάστηκαν να συμμορφωθούν. Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος που τα ρωσικά στρατεύματα, υπό τον Ρώσο στρατάρχη Τολμπούχιν το 1944 σταμάτησαν στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα και δεν προχώρησαν να καταλάβουν τη Μακεδονία φθάνοντας ως τις ακτές του Αιγαίου. Επειδή, όμως, στους κόλπους του ΚΚΕ αρκετά στελέχη με ελληνική εθνική συνείδηση αντιτάχθηκαν στα σχέδια του Τίτο και των ομοφρώνων του ΚΚ της Βαλκανικής για απόσχιση της Μακεδονίας από την Ελλάδα, ο Τίτο αυτή την αντίδραση τη χαρακτήρισε «σεχταριστική»! Πρωτεύουσα θέση στις αντιδράσεις αυτές κατά της αποσχίσεως της Μακεδονίας από την Ελλάδα, κατέχει ο Ευριπίδης Μπακιρτζής που διεκήρυξε στη Θεσσαλονίκη: «…Η Μακεδονία και η Δυτική Θράκη ήταν και θα παραμείνουν Ελληνικές Επαρχίες…»

Ο Στρατάρχης Τίτο στηριζόμενος στις 800.000 παρτιζάνους του, με μελετημένο σχέδιο, προχωρεί στη γιουγκοσλαβοποίηση ολόκληρης της Μακεδονίας. Πολιτικοί και στρατιωτικοί ηγέτες της Ελλάδος καθώς και διπλωματικοί και προξενικοί παράγοντες της χώρας αδρανούν εγκληματικά και οι Γιουγκοσλάβοι προετοιμάζουν μεθοδικά το σημερινό πρόβλημα με τα Σκόπια. Έλληνες πολιτικοί εκπρόσωποι εξυπηρετούν τα σχέδια του Τίτο, η δε Γιουγκοσλαβία και Βουλγαρία «μοιράζονται» μεταξύ τους, αρπακτικά , τη Μακεδονία και τη Θράκη. Η διανομή των «ζωνών επιρροής» δεν γίνεται αποδεκτή από τον ΕΛΑΣ και επιδιώκεται βίαια η απόσχιση της Μακεδονίας από την Ελλάδα, μάταια βεβαίως. Ο Ιωσήφ Στάλιν καταδικάζει και εξανεμίζει τα ονειροπόλα σχέδια του στρατάρχη Τίτο για την ίδρυση της «Γιουγκοσλαβικής αυτοκρατορίας» στα Βαλκάνια. Επομένως, ο Τίτο «εγκαινίασε» και θεμελίωσε τη σημερινή διαμάχη της Ελλάδας με τα Σκόπια, η δε ενωμένη Γιουγκοσλαβία την κυοφόρησε και την επεξέτεινε.

Οι περιστάσεις του τέλους του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου ζητούσαν ή καλύτερα απαιτούσαν από το Στάλιν πρώτα να επεκτείνει και να στερεώσει τη «Ρωσική κομμουνιστική αυτοκρατορία» στο Βόρειο τμήμα της Βαλκανικής και στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη, όπου η δύναμη των σοβιετικών όπλων και οι συμφωνίες με τη Δύση και τον Τσώρτσιλ είχαν εγχωρήσει στο Στάλιν την εξουσία. Για τους παραπάνω λόγους, η προτεραιότητα του Στάλιν στράφηκε στα άμεσα ενδιαφέροντα της απέραντης Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης. Η διανομή των «Ζωνών Επιρροής» μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων είχε γίνει στη Μόσχα, μεταξύ 9 και 18 Οκτωβρίου του 1944, όπου συναντήθηκαν ο Στάλιν με τον Τσώρτσιλ. Το 1943 είχαν, επίσης, συναντηθεί στην Τεχεράνη οι τρεις «Μεγάλοι»:

Ρούσβελτ, Τσώρτσιλ και Στάλιν. Ο Ουίνστον Τσώρτσιλ είναι αποκαλυπτικός και ωμότατος στα «Απομνημονεύματά» του σχετικά με τη διανομή των Βαλκανίων τον Οκτώβριο μήνα του 1944, στο Κρεμλίνο των Τσάρων της Ρωσίας: «Η στιγμή ήταν ευνοϊκή δια να ενεργήσω και γι΄αυτό εδήλωσα: ας ρυθμίσωμεν τας υποθέσεις μας των Βαλκανίων. Τα στρατεύματά σας ευρίσκονται εις Ρουμανίαν και Βουλγαρίαν. Έχομεν συμφέροντα, αποστολάς και πράκτορας εις τας χώρας αυτάς. Ας αποφύγωμεν να έλθωμεν εις σύγκρουσιν δια θέματα τα οποία δεν αξίζουν τον κόπον…Όσον αφορά την Μεγάλην Βρεττανίαν και την Ρωσίαν, τι θα ελέγατε δια μίαν υπεροχήν υμών κατά 90% εις την Ρουμανίαν, μίαν ημετέραν κυριαρχίαν κατά 90% εις την Ελλάδα, και μίαν ισότητα 50-50% εις την Γιουγκοσλαβίαν».

Ενώ μετέφραζον τα λόγια μου (συνεχίζει ο Τσώρτσιλ), έγραψα σε μισό φύλλο χαρτιού: Ρουμανία: Ρωσία 90% οι λοιποί 10%.
ΕΛΛΑΣ: Μ. Βρεττανία (εν συμφωνία μετά των Ηνωμ. Πολιτειών) 90%, Ρωσία: 10%.
ΓΙΟΥΓΚΟΣΛΑΒΙΑ: 50-50%.
ΟΥΓΓΑΡΙΑ: 50%
ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ: Ρωσία 75%, οι λοιποί: 25%.

Έσπρωξα το χαρτί εμπρός στον Στάλιν, στον οποίο είχε ήδη γίνει η μετάφρασις των προηγουμένων. Ακολούθησε μια μικρή παύσις. Κατόπιν επήρε στα χέρια το μπλε του μολύβι, εχάραξε ένα μεγάλο σημείο επάνω στο χαρτί για να δείξει ότι το εγκρίνει και μου επέστρεψε το χαρτί. Τα πάντα ετακτοποιήθησαν σε λιγότερο χρόνο από ότι χρειάζεται τώρα για να τα γράψω. Βεβαίως, είχαμε μελετήσει πολύν καιρόν και με προσοχή το ζήτημα και οι συμφωνίες αυτές ήσαν για την πολεμικήν και μόνον περίοδον.

Η συνέχεια του αποσπάσματος από τα «Απομνημονεύματα» του Ουίνστον Τσώρτσιλ για το μοίρασμα του κόσμου σε ζώνες επιρροής από τις νικήτριες Μεγάλες δυνάμεις του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έχει ως εξής: «Όλα τα ευρύτερα προβλήματα παρέμεναν εκκρεμή από τις δύο πλευρές, για ότι ελπίζαμε τότε ότι θα ήταν μια διάσκεψις γύρω από το τραπέζι της ειρήνης μετά τη νίκη. Ηκολούθησε κατόπιν μακρά σιωπήν. Το χαρτί, με την μπλε του γραμμή, παρέμεινε στο κέντρο του τραπεζιού. Είπα τελικά: «Μήπως θεωρηθεί κάπως κυνικόν το να έχωμεν ρυθμίσει τα προβλήματα αυτά από τα οποία εξαρτάται η τύχη εκατομμυρίων ατόμων κατά ένα τόσον πρόχειρον τρόπον; Ας κάψωμεν το χαρτί αυτό «Όχι, κράτησέ το», είπε ο Στάλιν» (Βλ. Ουίνστον Τσώρτσιλ, «Απομνημονεύματα», μτφρ. Παπαρρόδου στην Ελληνική, τόμος 6ος, βιβλίο 1ο , σελ. 202-203).Απόδειξη αυτών των συμφωνιών των μεγάλων δυνάμεων αποτελεί η διαμόρφωση του μεταπολεμικού κόσμου ως απαυγάσματος των ιδεολογικών και κοινωνικοοικονομικών ζυμώσεών της μετά το 1944-45 περιόδου.

Εν τούτοις και παρά τις διακηρύξεις εκείνες και παρά τη συμφωνία Στάλιν-Τσώρτσιλ, ο Νικόλαος Ζαχαριάδης της Γ΄Κ. Διεθνούς, αναλαμβάνει να συνεργαστεί με τον Τίτο και τους αντάρτες του, να μην υπακούσουν στις αποφάσεις του Στάλιν και τις συμφωνίες του με τον Τσώρτσιλ και να πολεμήσουν με 20.000 άνδρες και γυναίκες για διχοτόμηση της Ελλάδος σε βόρειο κράτος υπό Κομμουνιστικό καθεστώς και σε νότιο κράτος. Πρώτος στόχος είναι και πάλι η κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τις κομμουνιστικές δυνάμεις με αιφνιδιαστικό χτύπημα με επικεφαλής το Μάρκο Βαφειάδη για να αποκοπεί ακολούθως η Μακεδονία και η Θράκη από την υπόλοιπη Ελλάδα. Στη συνέχεια ο Νίκος Ζαχαριάδης ευχαριστεί ολόψυχα το στρατάρχη Τίτο και το λαό της Γιουγκοσλαβίας που αγωνίζονται με κόπο για τον ακρωτηριασμό της Ελλάδας και την απόσχιση της Μακεδονίας και της Θράκης από τον εθνικό κορμό της. «…Ο λαός μας, λέει ο Νίκος Ζαχαριάδης σε επιστολή του προς τον Τίτο, νοιώθει ενστιχτώδικα και κατάκαρδα τη Νέα Γιουγκοσλαβία, το Λαό της και το Στρατάρχη της…»

Μετά τη συνειδητοποίηση εκείνων που σχεδίαζε ο Τίτο στη Βαλκανική ερήμην του Ιωσήφ Στάλιν, τα πράγματα πήραν διαφορετική, αυτόματα, τροπή. Εκλήθη εσπευσμένα ο Τίτο στη Μόσχα δυο φορές, αντιλαμβανόμενος , όμως, τι τον περίμενε στη Μόσχα, δεν παρουσιάστηκε στο Στάλιν και μόνο το 1948 έστειλε δυο έμπιστούς του στη Μόσχα: το Μίλοβαν Τζίλας και τον Εντουάρντ Καρντέλλι. Ο διάλογος μεταξύ του Στάλιν και των απεσταλμένων του Τίτο αποτελεί φοβερή αποκάλυψη, διότι καταδικάζεται ακαριαία το κομμουνιστικό κίνημα στην Ελλάδα: «Κουταμάρες!…Η επανάσταση πρέπει να σταματήσει μόλις αυτό θα είναι δυνατό…» Αυτά διέταξε ο Στάλιν, οπότε κάθε ελπίδα είχε πια χαθεί για τον Τίτο και το Ζαχαριάδη που αρνήθηκε την πατρίδα του και ήπιε το πικρό ποτήρι της αποτυχίας μέχρι το τελευταίο κατακάθι του…

Ο αρχιστράτηγος της φοβερής εκείνης εσωτερικής συγκρούσεως στην Ελλάδα Μάρκος Βαφειάδης απομακρύνεται αυτομάτως από όλες τις θέσεις του και προσωρινά από την Ελλάδα, ο Τίτο κλείνει τα σύνορά του στη ροή κάθε βοήθειας προς τους αντάρτες του Μάρκου Βαφειάδη τον Ιούλιο του 1949, ο δε Νίκος Ζαχαριάδης, πλήρης πικρίας, κάνει στροφή 180ο και κατηγορεί τον Τίτο ως συμμορίτη, ύπουλο και βδελυρό εχθρό: «Το λαϊκό δημοκρατικό κίνημα στη χώρα μας δε γνώρισε ακόμα, απ΄ τον καιρό της πρώτης κατοχής, τόσο ύπουλο και βδελυρό εχθρό, όσο η συμμορία του Τίτο…» Το ΚΚΕ δέσμιο της Γ΄ Κομμουνιστικής Διεθνούς και της Βαλκανικής Κομμουνιστικής Ομοσπονδίας ακολουθεί πιστά τις υποδείξεις και τις αποφάσεις της. Έτσι, όπως είδαμε, με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι ρωσικές στρατιές πλημμυρίζουν τη Βαλκανική, αλλά δεν καταλαμβάνουν τη Μακεδονία.