Το Αιγαίο Αρχιπέλαγος  και η Νομική έννοια

1. Ο όρος “αρχιπέλαγος”, συναντάται στην γεωγραφία ως επιθετικός προσδιορισμός για τις συστάδες νησιών και βράχων που αποτελούν ενότητα και ανάμεσά τους υπάρχει θάλασσα
1.1. Σύμφωνα με πολλούς συγγραφείς αλλά και σε ελληνικές και ξένες εγκυκλοπαίδειες ,ο όρος “αρχιπέλαγος” αναφέρεται ως συνώνυμος του “Αιγαίου”, φέρεται μάλιστα ως όνομα ενετικής προελεύσεως για την περιγραφή της γεωγραφικής φυσιογνωμίας της θαλάσσιας περιοχής του Αιγαίου, επειδή η θάλασσα του είναι διάσπαρτη νησιών και βράχων.
1.2. Έτσι το Αιγαίο, αναφέρεται από πολλούς χαρτογράφους, ή απλώς ως “Archipelago” ή ως “MareAegeum Archipelago “, ονομασία που απαντάται σε ενετικούς, γαλλικούς και βρετανικούς χάρτες και πορτολάνους Χαρακτηριστικά δείγματα αυτών είναι του Chistoforo Buondelmonti το 1420, του Tomaso Porcacchida Castiglioni το 1572, του Marco Boschini το 1675, του Pieter VanderAa το 1729 και του Lapie το 1838.
1.3.Θα μπορούσε όμως να υποστηριχθεί και η άποψη ότι, η έννοια “αρχιπέλαγος” είναι ελληνικής προελεύσεως, επειδή το πρόθεμα “αρχι-” είναι ελληνικό, προϊόν της λέξεως “άρχω”, και η λέξη “πέλαγος” που ήταν συνώνυμη της έννοιας “πόντος”, χρησιμοποιείτο απότους αρχαίους έλληνες, για να υποδηλώνει την
θαλάσσια περιοχή, που κατά την αντίληψή τους ήταν μικρότερη εκείνης που ονόμαζαν “θάλασσα”.
1.4.Ανεξαρτήτως εάν η έννοια “αρχιπέλαγος” δεν συναντάται σε αρχαία κείμενα, ούτε και για να υποδηλώνει ειδικώς το “Αιγαίο Πέλαγος” (το οποίο, ως γνωστό, σχηματίστηκε από την καταβύθιση της χέρσου Αιγηίδος κατά την καινοζωική γεωλογική περίοδο), ευσταθεί η εκδοχή το “Αιγαίο” ως “Αρχιπέλαγος”, να ονομαζόταν έτσι από τους έλληνες σε μεταγενέστερες της αρχαίας εποχές, επειδή ήταν το “πρώτο” σε τάξη “πέλαγος” και έτσι να συναντήθηκε από τους ενετούς, που το υιοθέτησαν και το καθιέρωσαν επισήμως στην χαρτογράφηση.
2.Ιστορικώς λοιπόν, το όνομα “Αρχιπέλαγος” είχε επικρατήσει να χρησιμοποιείται αρχικά ως ουσιαστικό και να σημαίνει μόνο το “Αιγαίο”.Αργότεραυιοθετήθηκε ως τοπωνυμικό επίθετο, όταν θέλει να ορίσει κάποιο νησιωτικό σύμπλεγμα που έχει συγγενή συνοχή. Όμως, η έννοια του «Αρχιπελάγους» από την δεκαετία του 70, αρχίζει να αποκτά νομική αξία για τα Κράτη, αφού η διεθνής κοινότητα από τότε φαίνεται να ωριμάζει στις απαιτήσεις/πιέσεις των Νησιωτικών Κρατών, για νομική αναγνώριση των δικαιωμάτων που έχουν τα νησιωτικά συμπλέγματα, εισάγοντας πλέον στο σύγχρονο δίκαιο της θάλασσας την καθιέρωση, υπό προϋποθέσεις φυσικά, των ονομαζόμενων «Αρχιπελαγικών Κρατών». Έκτοτε ο επιθετικός προσδιορισμός ορισμένων θαλασσών ως “αρχιπέλαγος”, περιήλθε σε αχρησία και δεν σημαίνει τίποτα για τα Παράκτια, αλλά ούτε και για ορισμένα Ωκεάνια Νησιωτικά Κράτη. Μπορεί δηλαδή, και τα δύο αυτά είδη Κρατών, να διαθέτουν θάλασσες με διάσπαρτα νησιωτικά σε συστάδες συμπλέγματα, αλλά η γεωμορφολογία αυτή και μόνον δεν αρκεί για να τους προσφέρει νομικό δικαίωμα να αναγνωρισθούν ως«Αρχιπελαγικά». Και ενώ το δικαίωμα για τα Παράκτια Κράτη, με διάσπαρτα νησιωτικά σε συστάδες συμπλέγματα, να αναγνωρισθούν ως “Αρχιπελαγικά Κράτη” κατέστη ανυπόστατο, για τα Νησιωτικά ή Ωκεάνια Κράτη, υπάρχει σχετική ρύθμιση και μπορούν να νομιμοποιηθούν, αλλά μόνον όταν συγκεντρώνουν συγκεκριμένες γεωμορφολογικές προϋποθέσεις, που ρητώς προβλέπει το σύγχρονο δίκαιο θαλάσσης.
 2.1.Το θετικό διεθνές δίκαιο θαλάσσης, από την δεκαετία του ΄70 και μετά, ενδύει με νομική αξία “Κράτους” την γεωμορφολογική πραγματικότητα που έχει χαρίσει η φύση μόνο σε όσα νησιωτικά συμπλέγματα είναι διασπαρμένα μέσα στην θάλασσα και δεν ανήκουν στη κυριαρχία Ηπειρωτικού ή Παράκτιου Κράτους. Τοιουτοτρόπως αποδίδεται μεν βάρος στην χερσαία μάζα των νησιωτικών συμπλεγμάτων, έναντι της ενδιάμεσης θάλασσας, η οποία όμως από την άλλη πλευρά, καθορίζει και συγκεντρώνει και το αποκλειστικό ενδιαφέρον του δικαίου της θάλασσας, ώστε να εκχωρηθούν δικαιώματα στα “Αρχιπελαγικά Κράτη”, και παράλληλα να εξασφαλίζονται και τα δικαιώματα των άλλων Κρατών, να μπορούν χάριν του καθιερωμένου δικαιώματος της ελευθερίας της ναυσιπλοϊας των θαλασσών, να χρησιμοποιούν τις ενδιάμεσες των νησιωτικών συμπλεγμάτων θαλάσσιες περιοχές, κάτω από διεθνώς εφαρμοζομένους όρους και κανόνες και όχι αυθαιρέτως.
 2.2.Η αναγνώριση της έννοιας “Αρχιπέλαγος”, για να μπορεί να σημαίνει κάτι για τα Κράτη, για πολλές δεκαετίες δεν ήταν εφικτό να διευκρινισθεί από την διεθνή κοινότητα ώστε να αποκτήσει αυτοτελή νομική αξία, τέτοια, που θα εξασφάλιζε δικαιώματα στα νησιωτικά συμπλέγματα. Υπήρχε, κατά το μάλλον, σκόπιμη αδιαφορία, αλλά και αρνητική αντιμετώπιση, και κυρίως υπό των Παρακτίων ισχυρών ναυτικών Κρατών, να προχωρήσουν σε αποδοχή νομικών δικαιωμάτων υπέρ των “Νησιωτικών Κρατών”, με ειδικές ρυθμίσεις που να τους αναγνωρίζεται υπόσταση Αρχιπελαγικού Κράτους. Ακόμη και όταν μερικά από τα τελευταία προσπαθούσαν να επισύρουν το ενδιαφέρον της διεθνούς κοινότητος με μονομερείς διακηρύξεις αρχιπελαγικού καθεστώτος, η διευθέτηση σοβούσε, μπροστά σε συνεχή άρνηση ή αδιαφορία.
 2.3.Η αρνητική συμπεριφορά της κοινότητος των μεγάλων σε ισχύ Παρακτίων Κρατών, οφειλόταν κατά πρώτο στο ότι, διδόταν μεγαλύτερη έμφαση στον θαλάσσιο χώρο και η ύπαρξη νησιωτικών συμπλεγμάτων δεν φερόταν καθοριστική, αφού τα ίδια αυτά Παράκτια Κράτη περιλάμβαναν και νησιωτικά συμπλέγματα στην κυριαρχία τους και τους παρείχαν ασφάλεια και εγγυούνταν τα επιμέρους δικαιώματα των νησιών τους. Κατά δεύτερο, οφειλόταν στο ότι, πολλά από τα Νησιωτικά Κράτη, που θα νομιμοποιούνταν να θεμελιώσουν δικαίωμα Αρχιπελαγικού Κράτους, ήταν υπό κατοχή, κυριαρχία ή επικυριαρχία και έτσι δεν μπορούσαν να προβάλλουν αυτόνομες νομικές διεκδικήσεις ενιαίου όλου για τα νησιωτικά τους συμπλέγματα. Κατά τρίτο, οι διεκδικήσεις που εγείρονταν από ορισμένα ανεξάρτητα και μάλιστα αναγνωρισμένα από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών ως αυτόνομα και κυριαρχικά Νησιωτικά Ωκεάνια Κράτη, να τους αποδοθεί μορφή “Αρχιπελαγικής νομικής οντότητας”, για να κατοχυρώσουν έτσι δικαιώματα κυριαρχίας στην περιβάλλουσα τα νησιωτικά τους συμπλέγματα θάλασσα και να θεωρούνται ως ενιαίο πολιτικό, εθνικό και πολιτιστικό σύνολο, στο οποίο καθοριστική αξία θα είχε πλέον το έδαφος των νησιωτικών συμπλεγμάτων και όχι η ανάμεσά τους θάλασσα, προσέκρουε πάλι στην σθεναρή αντίδραση των μεγάλων ναυτικών δυνάμεων, που επιθυμούσαν να διατηρούν απρόσκοπτο το δικαίωμα της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας στις θάλασσες, και κάθε αναγνώριση κυριαρχίας σε αυτές υπέρ των Νησιωτικών Κρατών, αυτομάτως θα αποστερούσε το δικαίωμά τους να τις χρησιμοποιούν ελεύθερα.
3.Στο ζήτημα της αναγνωρίσεως νομικών δικαιωμάτων στα “Αρχιπελαγικά Κράτη”, υπεισέρχονταν και δύο άλλα σοβαρά νομικά θέματα. Αυτό της καθιερώσεως της μεθοδολογίας των “Ευθειών Γραμμών Βάσεως” (ΕΓΒ), ως άλλης μίας νόμιμης αφετηρίας από όπου μετά μετριέται το εύρος της χωρικής θάλασσας και εκείνο του εύρους αυτής καθαυτής της “Χωρικής Θάλασσας”(ΧΘ). Το τελευταίο αυτό ζήτημα ήταν μάλιστα περισσότερο οξύ και σοβαρό – σε συνάρτηση προς την εισαγωγή της μεθόδου των ΕΓΒ – επειδή υπήρχε διεθνής αταξία και τα Κράτη μεμονωμένα διεκδικούσαν μεγέθη 3ναυτικά μίλια (νμ), 6νμ, 12νμ, αλλά έως και 200νμ. Αυτό συνέβαινε γιατί, έως την δεκαετία του 1960, το καθιερωμένο διεθνώς εθιμικό δικαίωμα και το πλέον εφαρμοσμένο από τα πιο πολλά Κράτη εύρος της ΧΘ ήταν των 3νμ, και μόνο προς το τέλος της δεκαετίας αυτής αναπτύσσεται στο διεθνές περιβάλλον τάση προς άρση της αταξίας, καίτοι με πολλές παλινωδίες και χωρίς την προθυμία ιδιαίτερα των μεγάλων ναυτικών δυνάμεων, για την αναγνώριση ως μέγιστου εύρους της ΧΘ, τα 12ν.μ.
 3.1.Η εφαρμογή των ΕΓΒ, είναι το πρώτο δηλαδή ζήτημα, που σχετίζεται άμεσα με την νομική έννοια του “Αρχιπελάγους”. Είναι γνωστό ότι τα Κράτη, για να μετρήσουν την ΧΘ (καθώς και τις μετά από αυτήν άλλες δύο κύριες θαλάσσιες ζώνες εθνικής δικαιοδοσίας που το σύγχρονο δίκαιο αναγνωρίζει ότι μπορεί να οριοθετηθούν με άσκηση σε αυτές «κυριαρχικών δικαιωμάτων», δηλαδή την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη και την Υφαλοκρηπίδα), ακολουθούσαν αρχικά την “Φυσική Ακτογραμμή”, δηλαδή ελάμβαναν ως αφετηρία την υποχώρηση των υδάτων κατά την άμπωτη (δηλαδή την χαμηλότερη ρηχία). Από το 1951 όμως,το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (ΔΔΧ), με την “υπόθεση αλιείας μεταξύ Αγγλίας και Νορβηγίας”, με την επινόηση και νομιμοποίηση των ΕΓΒ, ως μιας άλλης νόμιμης και παραδεκτής αρχής μετρήσεως της ΧΘ, βάζει τα θεμέλια για την νομιμοποίηση των νησιωτικών συμπλεγμάτων υπό αρχιπελαγικό καθεστώς.
 3.2.Η “υπόθεση αλιείας” δικάστηκε στο ΔΔΧ, επειδή η Νορβηγία χρησιμοποιούσε, από το 1935, ως αφετηρία για να μετράει την ΧΘ της, νοητή ευθεία γραμμή που ένωνε τα εξωτερικά όρια των νησιωτικών συμπλεγμάτων που ευρίσκονταν κοντά στις ακτές της και έκλεινε με νοητή πάλι γραμμή όλες τις ακτές όπου σχηματίζονταν στενοί κόλποι και φιόρδς. Έτσι η Νορβηγία με την μεθοδολογίααυτή επεξέτεινε την ΧΘ σε μεγαλύτερη έκταση μέσα στην θάλασσα, πράγμα που η Αγγλία αντέκρουε ότι δεν συνάδει με το επικρατούν τότε διεθνές εθιμικό δίκαιο θαλάσσης και ότι με την στάση της αυτή η Νορβηγία της αποστερούσε εκτάσεις αλιείας στις οποίες αλίευε για πολλά χρόνια. Το 1951, το ΔΔΧ με την απόφαση του δέχεται την απόκλιση από την μέχρι τότε μόνη καθιερωμένη αρχή της “Φυσικής Ακτογραμμής” και νομιμοποιεί όσα Κράτη έχουν πολυσχιδείς και πολυεγκολπικές κατά το πρότυπο της Νορβηγίας ακτές, και όσων Κρατών ακόμη το Ηπειρωτικό έδαφός τους έχει κοντά στις ακτές του νησιωτικά συμπλέγματα, που είναι σαν φραγμός ή περιδέραιο, ή όταν υπάρχουν σημασμένοι σκόπελοι πάλι κοντά στις ακτές τους, να μπορούν εφαρμόζοντας νοητή ευθεία γραμμή, να ενώνουν τα εξωτερικά σημεία των γεωφυσιογνωμιών αυτών και να τα ενσωματώνουν στην ακτή. Έτσι καθιερώθηκε ώστε τα ύδατα των περιοχών που κλείνονται πλέον με την μέθοδο τωνΕΓΒκαι προς την πλευρά της ξηράς, να αναγνωρίζονται υπό νομικό καθεστώς “Εσωτερικών Υδάτων”, δηλαδή να αποκτούν το ίδιο νομικό καθεστώς που έχει το έδαφος πράγμα που σημαίνει πλήρη και απόλυτη κυριαρχία του Κράτους χωρίς αναγνώριση κανενός δικαιώματος προς άλλο Κράτος χωρίς την άδεια του πρώτου. Τοιουτοτρόπως, τα Κράτη που διέθεταν γεωφυσιογνωμία όπως αυτή της Νορβηγίας, ευνοούνταν, αφού μετά τις ΕΓΒ προς την πλευρά της θάλασσας, θα μπορούσαν πια να μετρήσουν το εύρος της ΧΘ τους κερδίζοντας θαλάσσια έκταση, και με δεδομένο μάλιστα ότι στην ΧΘ αναγνωρίζεται από το διεθνές δίκαιο κυριαρχία των Κρατών, είναι ευνόητο πολλά Παράκτια Κράτη που είχαν στην κυριαρχία τους νησιά και βράχους σε άμεση γειτνίαση των ακτών τους, να σπεύδουν να εκμεταλλευτούν την προρρηθείσα απόφαση του ΔΔΧ. Βέβαια η έννοια της «άμεσης γειτνιάσεως» αποτελούσε υποκειμενικό των Κρατών κριτήριο και συνέτρεχε η προϋπόθεση της σιωπηρής από τα άλλα Κράτη αποδοχής, και του σεβασμού των δικαιωμάτων που απέρρεαν από αυτή την εφαρμογή των ΕΓΒ.
3.3.Είναι χαρακτηριστική μάλιστα η αποστροφή στην απόφαση του ΔΔΧ που αναφέρει ότι “όταν το ηπειρωτικό έδαφος συνέχεται βραχώδους οχυρώματος που αποτελεί σχεδόν ενιαίο τμήμα με την ακτή, ως αφετηρία για την μέτρηση της ΧΘ μπορεί να λαμβάνεται υπόψη το εξωτερικό όριο του οχυρώματος αυτού, επειδή αυτή η λύση επιβάλλεται από την γεωφυσική πραγματικότητα”. Η αποστροφή αυτή δηλαδή θεμελιώνει από το 1951, διεθνώς το δικαίωμα των Παρακτίων Κρατών να εφαρμόζουν πέραν της μεθόδου της “Φυσικής Ακτογραμμής” (χαμηλότερη ρηχία κατά την άμπωτη), και την μέθοδο των ΕΓΒ.Μία άλλη χαρακτηριστική αποστροφή στην απόφαση του ΔΔΧ, δέχεται ότι όταν η ηπειρωτική ακτή συνέχεται με “αρχιπέλαγος” το οποίο σχηματίζεται από συστάδες νησιών ή βράχων που είναι περιδέραιο ή φραγμός της, τότε μπορεί με την εφαρμογή των ΕΓΒ να κλεισθούν οι συστάδες αυτές σε ενιαίο σύνολο. Συνεπώς μετά το 1951, γίνεται το πρώτον αναφορά σε “Αρχιπέλαγος” με νομική πλέον αξία. Και αυτή η απόφαση ευνοεί μόνο τα “Παράκτια Κράτη”, αφού παρά την ύπαρξη από τότε αναγνωρισμένων “Ωκεάνιων Κρατών”, το ζήτημα εφαρμογής σε αυτά των ΕΓΒ, δεν αντιμετωπίζεται συνολικά ώστε να διεκδικήσουν έστω και υπό προϋποθέσεις, καθεστώς “Αρχιπελαγικού Κράτους”. Την αξία της αποφάσεως του ΔΔΧ, δέχεται η κοινότητα των Παρακτίων Κρατών ως διεθνές έθιμο και αμέσως υιοθετούν την εφαρμογή των ΕΓΒ. Στη συνέχεια η μέθοδος των ΕΓΒ αποκρυσταλλώνεται εκθύμως το 1958, στην διεθνή Σύμβαση της Γενεύης περί “Χωρικής Θάλασσας και Συνορεύουσας Ζώνης”, αλλά πάλι, ούτε και τότε δεν υπάρχει πρόβλεψη για συνολική προς όφελος των νησιωτικών συμπλεγμάτων εφαρμογή της υπό των “Ωκεάνιων Κρατών”, αποστερώντας τους για μία ακόμη φορά, το δικαίωμα να κλείνουν τις νησιωτικές συστάδες τους περιμετρικά και να νομιμοποιούνται ως “ΑρχιπελαγικάΚράτη”.
3.4.Η Ελλάδα δεν κυρώνει την ανωτέρω Σύμβαση της Γενεύης 1958, και ακόμη δεν εκμεταλλεύεται ούτε την πρόκληση του εθιμικού κανόνα του 1951, για να εφαρμόσει τις ΕΓΒ, ώστε να δημιουργηθεί “Παράκτιο Αρχιπελαγικό” Κράτοςμε την ενσωμάτωση ορισμένων τοποθετημένων ως περιδέραιο των ακτών της νησιών, όπως π.χ. της Εύβοιας, μήτε να κλείσει περιμετρικώς π.χ. τις συστάδες των Σποράδων, των Κυκλάδων ή της Δωδεκανήσου στο Αιγαίο, ή στην δυτική πλευρά ορισμένων νησιώνκαι βράχων του Ιονίου που είναι σε άμεση γειτνίαση με τις ακτές της Αιτωλοακαρνανίας μέχρι την Αχαία, προσφέροντας έτσι στον εαυτό της δικαίωμα για μεγαλύτερη ΧΘ, αλλά και κατοχυρώνοντας από τότε, τις ενδιάμεσες θάλασσες των νησιωτικών της συστάδων ως Εσωτερικά Ύδατα. Έχει υπολογισθεί ότι με την πλέον συντηρητική χάραξη ΕΓΒ, η Ελλάδα θα αποκτούσε στο Αιγαίο 3% περισσότερη ΧΘ, ενώ με ευρεία χάραξη το ποσοστό αυξήσεως μπορεί να έφτανε το 25% επί πλέον της καλυπτόμενης με τα 6ν.μ. ΧΘ. Ο βασικός λόγος της ελληνικής αρνήσεως να εφαρμόσει τότε το πλεονέκτημα των ΕΓΒ, οφείλεται στηνεπίμονη στάση της Ελλάδος, περί μη επεκτάσεως διεθνώς του εύρους της ΧΘ πέραν του εθιμικώς καθιερωμένου των 3ν.μ. Η Τουρκία όμως, εκμεταλλεύεται το έθιμο του 1951, αφού και εκείνη δεν κυρώνει την Σύμβαση της Γενεύης 1958, αλλά ανακοινώνει επίσημα, με νόμο το 1964 (τον οποίο καταθέτει στον ΟΗΕ, για να είναι γνωστό στην διεθνή κοινότητα), την εφαρμογή ΕΓΒ σε όλα τα τουρκικά παράλια του Αιγαίου, καθιερώνοντας συγχρόνως και ζώνη αλιείας 12νμ. Η Ελλάδα, μπροστά σε αυτή την ενέργεια, αντιδρά επίσημα στον ΟΗΕ, το 1964, αμφισβητώντας την τουρκική ενέργεια, ως παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Το 1982 με νεώτερο νόμο της, η Τουρκία, καταργεί τον προηγούμενο του 1964, αλλά δεν αποσαφηνίζει έως σήμερα εάν καταργούνται και οι ΕΓΒ που είχε χαράξει, αφού διατηρεί στον ΟΗΕ τους χάρτες που εμφανίζουν χάραξη της Χωρικής της Θάλασσας βασισμένης στις ΕΓΒ.
3.5. Όσον αφορά το δεύτερο βασικό νομικό ζήτημα που επηρεάζει την αναγνώριση των “Ωκεάνιων Κρατών” ως “Αρχιπελαγικών”, είναι το εύρος της Χωρικής Θάλασσας (ΧΘ). Όπως προαναφέρθηκε, στην διεθνή κοινότητα από την δεκαετία του 1970 διαφαινόταν τάση γενικότερης αποδοχής του εύρους των 12νμ. Μία τέτοια προοπτική, όμως περιόριζε τις υπάρχουσες μέχρι τότε Ανοικτές Θάλασσες μετατρέποντάς τις σε ΧΘ και τοιουτοτρόπως θα μετατρεπόταν το καθεστώς ναυσιπλοίας από εκείνο της ελευθερίας των ανοικτών θαλασσών, σε καθεστώς υποκείμενο της κυριαρχίας του παρακτίου ή νησιωτικού Κράτους. Είναι γνωστό βεβαίως ότι η κυριαρχία των Κρατών στην ΧΘ τους, νοθεύεταιμε το δικαίωμα της “αβλαβούς διελεύσεως”, το οποίο είναι κατοχυρωμένο εθιμικά από τον 19ο αιώνα. Από το 1958 με την προρρηθείσα Σύμβαση της Γενεύης το δικαίωμα αυτό ρυθμίζεται και συμβατικά, και επαναλαμβάνεται ομοίως και στο σύγχρονο δίκαιο, στην νέα δηλαδή από το 1982 Διεθνή Σύμβαση του Δικαίου Θαλάσσης του MontegoBay. Το δικαίωμα της “αβλαβούς διελεύσεως”, φυσικά υπολείπεται της ελευθερίας της ναυσιπλοίας, που συντρέχει μόνον για τις Ανοικτές Θάλασσες.
 Και τούτο επειδή στην ΧΘ τους τα Παράκτια, τα Νησιωτικά, αλλά και τα Αρχιπελαγικά Κράτη:
α) Μπορούν να εφαρμόζουν τους νόμους τους και να ασκούν αστική και ποινικήδικαιοδοσία σε όλα ταδιαπλέοντα εμπορικά πλοία κάθε τύπου, κατηγορίας και σημαίας – πλην των πολεμικών που απολαύουν ετεροδικίας.
 β) Μπορούν να αναστέλλουν την διέλευση – ακόμη και των πολεμικών – έστω καιπροσωρινά, αλλά χωρίς διακρίσεις σε πλοία και σημαίες.
γ)Μπορούν να ελέγχουν την ναυσιπλοία όλων των διαπλεόντων πλοίων ώστε να είναι αβλαβής για τα συμφέροντα και την εθνική τους ασφάλεια.
δ)Μπορούν να απαγορεύουν τις ασκήσεις των πολεμικών πλοίων άλλων κρατών.
ε)Στην ΧΘ, επιβάλλεται επίσης στα υποβρύχια να πλέουν σε ανάδυση και απαγορεύεται η πτήση των στρατιωτικών αεροσκαφών, χωρίς προηγούμενη άδεια. Η σπουδαιότητα όμως της κυριαρχίας των Κρατών (Παρακτίων, Νησιωτικών και Αρχιπελαγικών) στην συνεχόμενη του ηπειρωτικού ή νησιωτικού τους εδάφους ΧΘ, επιβεβαιώνεται στο δίκαιο περίτρανα με την αναγνώριση υπέρ των Κρατών αυτών του δικαιώματος για πλήρη και αποκλειστική έρευνα και εκμετάλλευση της θαλάσσιας στήλης που αρχίζει από την επιφάνεια της θάλασσας και φτάνει μέχρι και το υποθαλάσσιο υπέδαφός της. Ενώ συγχρόνως, η κυριαρχία, επεκτείνεται και καθ’ ύψος πάνω από την επιφάνεια της θαλάσσης μέχρι του ορίου των 50χλμ.
4. Αναφορικώς με το εύρος της Χωρικής Θάλασσας (ΧΘ), χρήσιμο είναι να σημειωθεί ότι, από πλευράς Ελλάδος υπήρχε αρνητική θέση στην διεθνή τάση για την επέκταση της στα 12νμ. Η ελληνική άποψη έκλεινε προς μικρό εύρος, δηλαδή έως 3νμ, και από την εποχή της Συνδιασκέψεως της Κοινωνίας των Εθνών στην Χάγη το 1930, συντασσόταν μεταξύ των Κρατών εκείνων που δεν υποστήριζαν αύξηση του εύρους της ΧΘ πέραν των 3νμ. Η στάση αυτή παρέμενε έως το 1973 και επικρατούσε επειδή η Ελλάδα ήταν μία από τις μεγαλύτερες στον κόσμο ναυτιλιακές δυνάμεις, με μεγάλο αριθμό πλοίων και όγκο εμπορικού και αλιευτικούστόλου, ο οποίος έπλεε σε όλα τα γεωγραφικά μήκη και πλάτη, και έτσι τα εμπορικά και αλιευτικά της πλοία ευνοούταν με το να υπάρχουν περισσότερες “ανοικτές θάλασσες”. Υπ’ αυτή την έννοια, δεν συνηγορούσε στην αύξηση του εύρους της ΧΘ, επειδή κάθε αύξηση αντιμετωπιζόταν με γνώμονα τους επαγόμενους περιορισμούς που το δίκαιο δέχεται σε βάρος των διαπλεόντων πλοίων, ακόμη και υπό το καθεστώς του δικαιώματος της “αβλαβούς διελεύσεως”, αφού και αυτό, όπως αναφέρθηκε (ανωτέρω 3.7), λειτουργεί υπέρ των Κρατών, αφού προβλέπει την εξασφάλιση των δικαιωμάτων κυριαρχίας τους επί της θαλάσσιας αυτής ζώνης, και το σημαντικότερο, επειδή επί της ΧΘ τα Κράτη από οικονομικής πλευράς διαθέτουν υπέρ αυτών το αποκλειστικό δικαίωμα να εκμεταλλεύονται όλους τους φυσικούς πόρους της θαλάσσιας αυτής περιοχής.
4.1.Η ελληνική στάση, αυτή καθαυτή, στο θέμα του εύρους της Χωρικής Θάλασσας, υπήρξε αντιφατική επειδή ενώ μέχρι το 1973 επέμενε σε ΧΘ 3νμ ,από την άλλη πλευρά από το 1936, είχε ορίσει εύρος 6νμ. Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ιστορικώς, πώς μορφοποιείται το εύρος της ελληνικής ΧΘ, από την εποχή που συγκροτείται το σύγχρονο ελληνικό κράτος μέχρι σήμερα. Καταρχάς, το εύρος της ελληνικής ΧΘ αναφέρεται το 1887 σε κρατικά έγγραφα σε 3ν.μ., ενώ το 1895 ορίζεται απόσταση 10 χιλιομέτρων από τις ακτές χαρακτηριζόμενη ως ζώνη επιτηρήσεως. Περαιτέρω, σε διάφορες αποφάσεις δικαστηρίων μεταξύ των ετών 1902 και 1929, το εύρος της ΧΘ επιβεβαιώνεται στα 3νμ. Με τον Νόμο 6114 του 1934, η ΧΘ επιβεβαιώνεται πάλι σε 3νμ. Το 1936 όμως, με τον Αναγκαστικό Νόμο 230, η ελληνική Χωρική Θάλασσα ορίζεται στα 6νμ, καθεστώς που ισχύει έως και σήμερα.
4.2. Παραλλήλως από το 1931, με τον Νόμο 5017, η Ελλάδαορίζει ως εθνικό εναέριο χώρο εύρος 10νμ, για την αστυνόμευση της αεροπορίας. Ο νόμος αυτός, ισχύει και σήμερα, μαζί με τον ανωτέρω Αναγκαστικό Νόμο 230 του 1936, που ορίζει το εύρος της ΧΘ στα 6ν.μ. Πέραν των δύο αυτών νομικών κειμένων, υπάρχει από το 1913 και ο ειδικός Νόμος ΔΡΜΑ΄, με βάση τον οποίο, σε περίοδο πολέμου το εύρος της ελληνικής ΧΘ επεκτείνεται σε 10νμ, και εξομοιώνεται δηλαδή με τον εθνικό εναέριο χώρο
4.3.Η ελληνική στάση υπέρ μικρού εύρους ΧΘ, γιατί ήθελε να παραμένουν περισσότερες “ανοικτές θάλασσες”, συνεπικουρείται και από το γεγονός ότι το εύρος των 3νμ, επικρατούσε διεθνώς και ήταν το πλέον αποδεκτό μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1960, επειδή τότε 26 κράτη είχαν εύρος 3νμ, 4 κράτη είχαν 4νμ, 1 κράτος 5νμ, 10 κράτη 6νμ, 1 κράτος 9νμ, 1 κράτος 10νμ, 13 κράτη είχαν 12νμ, 1 κράτος 50νμ και 1 κράτος 200νμ.
5. Θα πρέπει όμως να συνυπολογισθεί πως, η πολυκύμαντη πολιτική ιστορία της Ελλάδοςενδεχομένως να αποτελεί την βασικότερη αιτία, για να εξηγηθεί γιατί δεν μπορούσε να παρακολουθήσει την εξέλιξη των διεθνώς τεκταινομένων στον χώρο του δικαίου θαλάσσης και εμφανιζόταν, απούσα, ή απρόθυμη, είτε διστακτική. Η Ελλάδα, από τον 19ο αιώνα μέχρι και το μέσο περίπου του 20ου, εμπλεκόταν σε ένοπλες διεθνείς και παγκόσμιες συγκρούσεις έως ότου να σχηματισθεί και καθιερωθεί ως Κράτος στα σύνορα που έχει σήμερα, ενώ συγχρόνως υπέφερε και με εσωτερικές συγκρούσεις και αιμορραγούσε ακόμη και με εμφύλιο πόλεμο.
5.1. Το Ελληνικό Έθνος, όπως είναι γνωστό, αγωνιζόταν με συνεχείς επαναστάσεις για να αποτινάξει τον Οθωμανικό ζυγό και για να φτάσει στη καθολική πλέον εξέγερση για την Εθνική Απελευθέρωση το 1821. Συγχρόνως είχε να αντιπαλέψει για την συγκρότηση του κράτους μέσα σε ένα αντίξοο περιβάλλον, αφού οι ισχυρές δυνάμεις της εποχής δεν έβλεπαν με ενθουσιασμό την αλλαγή του πολιτικού χάρτη της περιοχής. Χρειάστηκαν συνεχείς πολεμικές αναμετρήσεις, επαναστάσεις, εξεγέρσεις και έντονη διπλωματική, οικονομική και προσωπική δραστηριοποίηση των ελλήνων της διασποράς, για να αναγνωρίσουν τελικώς οι τότε Μεγάλες Δυνάμεις και να συμφωνήσουν με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου το 1830, το επαναστατημένο ελληνικό έθνος και την απελευθέρωση από τον Οθωμανικό ζυγό του πρώτου τμήματος του κατεχομένου περί τα τετρακόσια και πλέον χρόνια ελληνικού εδάφους, ώστε να ενσωματωθούν τότε στο ανασυγκροτούμενο Ελληνικό Κράτος τα απελευθερωμένα ηπειρωτικά εδάφη, η Εύβοια, το σύμπλεγμα των Σποράδων και οι Κυκλάδες.
5.2.Οι αγώνες για την ανεξαρτησία και των άλλων υπό Οθωμανική κατοχή ελληνικών ηπειρωτικών και νησιωτικών εδαφών, συνεχίζονται αδιάλειπτα, με αποκορύφωμα τους νικηφόρους Βαλκανικούς πολέμους 1912-1913, οπότε η Ελλάδα κυριαρχείμε τον ισχυρό πολεμικό της στόλο στην θάλασσα και απελευθερώνει όλα τα νησιά του βορείου και του κεντρικού Αιγαίου. Κατόπιν τούτου με την Συνθήκη του Λονδίνου το 1914, αναγνωρίζεται επισήμως η ενσωμάτωση της Κρήτης και στην συνέχεια όλων των άλλων νησιών πλην της Δωδεκανήσου που ευρίσκετο υπό ιταλική κατοχή, και των νησιών Ίμβρος, Τένεδος και Καστελόριζο που παρέμεναν υπό Οθωμανική κατοχή. Ακολουθεί η συμμετοχή της Ελλάδος το 1917, στον Α Παγκόσμιο Πόλεμο και από το 1919 αναπτύσσεται η αρχικά νικηφόρα εκστρατεία για την απελευθέρωση των ελληνόφωνων περιοχών της Ανατολίας. Το 1920, συντάσσεται η Συνθήκη των Σεβρών για να κατοχυρωθούν οι τότε ελληνικές επανακτήσεις των δυτικών παραλίων της Ανατολίας και η απελευθέρωση της ‘Ίμβρου και Τενέδου, ενώ είχε δοθεί διπλωματικώς και η ιταλική υπόσχεση να επιστραφούν στην Ελλάδα τα Δωδεκάνησα και το Καστελόριζο, πλην της Ρόδου που θα παρέμενε υπόπενταετή επιπλέον ιταλικό έλεγχο. Η κατάσταση μεταβάλλεται άρδην και δραματικά μετά την εκστρατεία των Νεοτούρκων εναντίον των ελληνικών δυνάμεων και του ελληνικού πληθυσμού της Ανατολίας, με αποτέλεσμα να μην ισχύσει η Συνθήκη των Σεβρών, αφού μεσολαβεί η Μικρασιατική καταστροφή του 1922.
5.3. Το 1923 υπογράφεται η Συνθήκη Ειρήνης της Λοζάννης, με την οποία επισημοποιείται κατηγορηματικά η κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και αναγνωρίζεται το νεοσύστατο Τουρκικό κράτος. Με την υπογραφή της Συνθήκης της Λοζάννης η Τουρκία συναινεί και αναγνωρίζει αφενός την ελληνική κυριαρχία σε όλα τα νησιά του Αιγαίου, πλην της ‘Ίμβρου, της Τενέδου και των Λαγουσών, των οποίων αποκτά την κυριαρχία και αφετέρου, όπως ορίζεται ρητώς στην υπόψη Συνθήκη, παραιτείται οποιασδήποτε περαιτέρω διεκδικήσεως εδάφους πέραν των 3νμ από τις ακτές της. Η Δωδεκάνησος, που έως τότε ήταν υπό ιταλική κυριαρχία (την οποία η Ιταλία διατηρούσε μετά τον ιταλο-τουρκικό πόλεμο του 1911-1912), με την Συνθήκη της Λοζάννης του 1923, εξακολουθεί να παραμένει υπό ιταλική κυριαρχία.
5.4. Η Ελλάδα, περιμένει έως το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, για να της αποδοθεί τελικώς η Δωδεκάνησος από την Ιταλία με την Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων το 1947, αφού προηγουμένως είχε υποστεί, το 1940, κατακτητική από μέρους της επίθεση, την οποία απέκρουσε επιτυχώς, αλλά τελικώς η επέμβαση τότε των γερμανικών στρατευμάτων την υποχρεώνει και πάλι σε πλήρη κατοχή του εδάφους και των νησιών της από το 1941 μέχρι το 1944. Με την λήξη της γερμανικής κατοχής, μεσολαβεί ο εμφύλιος πόλεμος μέχρι το 1945. Τέλος το 1948, ολοκληρώνεται μετά από τοπικό δημοψήφισμα, και η επίσημη πλέον ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στο Ελληνικό Κράτος.
6. Από την άλλη πλευρά και η διεθνής κοινότητα ήταν και εκείνη για πολλά χρόνια υπό αναστάτωση και αναδιάρθρωση και πολλά Παράκτια ή Ωκεάνια Κράτη που ήταν υπό κατοχή ή επικυριαρχία αγωνίζονταν για αυτοπροσδιορισμό και ανεξαρτησία και επομένως εύλογο ήταν να μην υπήρχε σημαντική εξέλιξη με κωδικοποιήσεις διεθνών συμβάσεων που να καθορίζουν ρητώς τα δικαιώματα των Κρατών αυτών στην θάλασσα.Βέβαια, υπήρξαν ορισμένες διεθνείς προσπάθειες για κωδικοποιήσεις του δικαίου της θάλασσας, ώστε να ενσωματωθούν σε συμβατικάκείμενα οι κανόνες που είχαν δημιουργηθεί από την εθιμική χρήση, ή και από αποφάσεις διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων, όπως του ΔΔΧ ή της διαιτησίας, αλλά το αποτέλεσμα δεν ήταν ενθαρρυντικό ούτε ικανοποιούσε τις επιδιώξεις των μικρών και ασθενέστερων Κρατών.
6.1. Περαιτέρω θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι, για την δημιουργία των διεθνούς αποδοχής κανόνων η δικαιοπαραγωγική διαδικασία είναι πολύπλοκη. Καταρχήν, η δημιουργία εθιμικού κανόνα, ώστε να μπορέσει στην συνέχεια να αποκρυσταλλωθεί σε θετικό δίκαιο όπως είναι οι συμβάσεις, χρειάζεται την ομοιόμορφη και με συνείδηση περί δικαίου (opiniojuris), για πολλά χρόνια πρακτική των κρατών (statepractice), ή δικαστικές αποφάσεις, που να αποδέχονται και να επιβεβαιώνουν το έθιμο που έχει πλασθεί. Σοβαρά επίσης λαμβάνονται υπόψη και οι απόψειςτων διεθνώς έγκριτων διεθνολόγων τα γραπτά και η διδασκαλία των οποίων χρησιμεύουν ως επιχειρηματολογία για την τεκμηρίωση των εθιμικών κανόνων. Για όλους αυτούς τους λόγους η διαδικασία διαμορφώσεως διεθνώς αποδεκτών κανόνων είναι χρονοβόρα, είτε αυτοί είναι προηγούμενα εθιμικοί, είτε το πρώτον προσπαθούν τα Κράτη και μάλιστα τα ισχυρότερα, να τους εισάγουν με την πρακτική τους, σε εθιμική διαδικασία και το σημαντικότερο, είτε όταν επιδιώκεται να προωθηθούν σε συμβατικά κείμενα χωρίς προηγουμένως να έχουν συνειδητοποιηθεί ως έθιμο, κανόνες που ευνοούν συμφέροντα, όταν, όπως είναι αντιληπτό τα συμφέροντα αυτά ποικίλλουν ανάμεσα στα κράτη, οπότε δεν είναι πάντοτε εφικτός ο συμβιβασμός και η γενική αποδοχή τους, από το σύνολο των Κρατών.
6.2. Έτσι έχοντας τα πράγματα, η διαδικασία για την αναγνώριση των δικαιωμάτων υπέρ των “Ωκεάνιων Κρατών” ως “Αρχιπελαγικών”, είναι ευνόητο γιατί καθυστερούσε τόσο πολύ. Πάντως από τα τέλη του 19ου αιώνα, υπήρχε η απαίτηση και είχε εμφανισθεί μονομερώς το 1874 από τα νησιά Φίτζι, που τότε όμως ήταν αποικία της Μ. Βρετανίας, το 1887 από τον Μονάρχη των νησιών Τόγκα, όταν προσδιόριζε με συγκεκριμένες συντεταγμένες την κυριαρχία του στην θάλασσα, καθώς και από τις Φιλιππίνες το 1899, όταν κήρυξαν αυτονομία από τις ΗΠΑ και διεκδίκησαν ιστορικό δικαίωμα αναγνωρίσεως της κυριαρχίας τους και στην θάλασσα, ανάμεσα και πέριξ των πολυαρίθμων νησιών τους. Τα περιστατικά όμως αυτά ήταν και ελάχιστα και μεμονωμένα, για να επισύρουν το ενδιαφέρον ριζικής λύσεως σε διεθνές κείμενο αλλά και με περίσκεψη μπορεί να τεκμηριωθεί ακόμη ότι παρουσίαζαν την ανάδυση διεθνούς εθίμου, καίτοι αποτελούν το έμβρυο, που όμως δεν συνεχίστηκε αλλά ούτε και γενικεύτηκε, λόγω της απροθυμίας, όπως προαναφέρθηκε της διεθνούς κοινότητος (ανωτέρω 2.2 και 2.3).
 6.3.Το θέμα των “Αρχιπελαγικών Κρατών” έχει επισημανθεί ανωτέρω (παρ. 3, 3.1, 3.5), ότι σχετίζεται άμεσα με το θέμα των Ευθειών Γραμμών Βάσεως (ΕΓΒ), αλλά και έμμεσα με εκείνο του εύρους της Χωρικής Θάλασσας (ΧΘ) (παρ. 3.5, ανωτέρω). Παραλλήλως η ΧΘ παρακολουθεί άμεσα την νομική εξέλιξη της αναγνωρίσεως του δικαιώματος εφαρμογής υπό των κρατών των ΕΓΒ, αφού το εύρος της μετριέται μετά από αυτές. Και τα δύο όμως αυτά θέματα, ΕΓΒ και ΧΘ, έχουν άμεση εφαρμογή και σχέση με το νομικό καθεστώς των δικαιωμάτων που αναγνωρίζει τοδιεθνές δίκαιο στα νησιά και τους βράχους και κατά συνέπεια είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με το νομικό καθεστώς των Κρατών που διαθέτουν νησιωτικά συμπλέγματα είτε είναι παράκτια είτε ωκεάνια.
6.4. Η αναγνώριση του δικαιώματος στα νησιά να έχουν ΧΘ εμφανίζεται το 1805 με την “υπόθεση του πλοίου Άννα”, που δικάστηκε από το Ανώτατο Ναυτικό Δικαστήριο της Μ.Βρετανίας. Με βάση αυτή την απόφαση το 1852 η Μ.Βρετανία αναγνωρίζει στη Ισπανία δικαίωμα ΧΘ στα κοραλλιογενή κατοικούμενα νησιά της Κούβας. Το ίδιο δικαίωμα στην Κούβα αναγνωρίζουν το 1869 και οι ΗΠΑ. Στην διαφορά που υπάρχει μεταξύ Μ.Βρετανίας και Γαλλίας για την ΧΘ των νησιών Farne (Αγγλικά νησιά, που είναι φραγμός στις ακτές της βορ. Αγγλίας) το 1853, η Γαλλία όμως δεν αναγνωρίζει το δικαίωμα τους σε ΧΘ. Το 1898, η διαιτησία στην “υπόθεση της Θάλασσας Bering (δυτ. Alaska, 60ος βόρειος γεωγραφικός παράλληλος)”, αναγνωρίζει δικαίωμα σε ΧΘ όχι μόνο στα νησιά, αλλά και στους βράχους με φάρο. Το 1930, στη Διάσκεψη Κωδικοποιήσεως της Χάγης, τα Κράτη συμφωνούν ότι τα νησιά έχουν ΧΘ, αλλά δεν περιλαμβάνουν τους βράχους. Το 1951, με την απόφαση του ΔΔΧ στην προαναφερθείσα “υπόθεση Αλιείας” μεταξύ Νορβηγίας – Μ. Βρετανίας (παρ. 3.1, 3.2), γίνεται αποδεκτή η εφαρμογή των ΕΓΒ, για να κλείνονται περιμετρικά οι συστάδες των νησιών, των βράχων αλλά και των σκοπέλων με φάρο, και έξωθεν των ΕΓΒ να μετριέται το εύρος της ΧΘ.
 6.5. Το 1958, στην Γενεύη με την Σύμβαση “περί Χωρικής Θάλασσας και Συνορεύουσας Ζώνης” τα Κράτη αναγνωρίζουν στα νησιά ΧΘ, αλλά δεν διευκρινίζεται τίποτα για τους βράχους, οπότε ερμηνευτικά γίνεται αποδεκτό ότι τους περιλαμβάνουν, αφού θα μπορούσαν να τους εξαιρέσουν εάν υπήρχε τέτοια πρόθεση. Άλλωστε, το γεγονός ότι η υπόψη Σύμβαση του 1958, αναφέρεται χωριστά με ρύθμιση στους σκοπέλους και την συμμετοχή τους στον υπολογισμό της ΧΘ, ενισχύει την άποψη ότι, κατά συμπερασμό περιλαμβάνονται και οι βράχοι στην γενική διατύπωση των νησιών. Τέλος με την Σύμβαση του MontegoBay του 1982, συνοψίζονται όλες οι ρυθμίσεις του παρελθόντος και έτσι με το άρθρο 121 αναγνωρίζεται στα νησιά και τους βράχους να έχουν δική τους ΧΘ ανάλογη εκείνης που έχει ορίσει το Κράτος τους, έως το ανώτερο εύρος που η ίδια η Σύμβαση του 1982, δέχεται για όλα τα Κράτη, ήτοι 12νμ. Παραλλήλως, με το άρθρο 7 αυτής, ορίζεται ότι τα Κράτη με πολυσχιδείς και πολυεγκολπικές ακτές μπορούν να εφαρμόζουνΕΓΒ για να μετρούν, έξω από αυτές, την Χωρική τους Θάλασσα. Ακόμη, στο ίδιο άρθρο 7, περιλαμβάνονται και οι σκόπελοι με φάρο στην δυνατότητα να κλεισθούν με ΕΓΒ, όταν ευρίσκονται μέσα στο εύρος της ΧΘ που εφαρμόζει το συγκεκριμένο Κράτος και κείνται μέχρι της αποστάσεως των 12νμ, για όσα κράτη έχουν ορίσει τόση ΧΘ. Τέλος με την Σύμβαση του 1982, αναγνωρίζεται πλέον και το δικαίωμα “Ωκεάνιων Κρατών”, με ορισμένες όμως τις προϋποθέσεις, που θα αναλυθούν στην συνέχεια, ναχαρακτηρισθούν ως “Αρχιπελαγικά”, ενώ αποκλείει το αντίστοιχο δικαίωμα στα “Παράκτια Κράτη”, στα οποία επιτρέπεται όμως η χρησιμοποίηση των Ευθειών Γραμμών Βάσεως (ως εναλλακτικής μεθόδου, μαζί με την Φυσική Ακτογραμμή), για την οριοθέτηση της Χωρικής Θάλασσας, και τους όρους της εφαρμογής των οποίων την θέτει υπό το άρθρο 7, όπως προαναφέρθηκε, ώστε να περιορίζονται αυθαιρεσίες των Κρατών.
 7.Όταν για πρώτη φορά η διεθνής κοινότητα ασχολήθηκε με την Χωρική Θάλασσα των “Παρακτίων και Νησιωτικών Κρατών” και όχι όπως αναλύθηκε προηγουμένως (παρ. 6.4 και 6.5), για το μεμονωμένο δικαίωμα των νησιών και των βράχων σε ΧΘ, στην σύνοδο του InstitutdeDroitInternational το 1889, επικρατούσε το κριτήριο της “βολής του κανονιού”, για το όριο (εύρος) της Χωρικής Θάλασσας, ενώ την εποχή εκείνη, τα Σκανδιναβικά κράτη εφάρμοζαν ΧΘ που κυμαινόταν από 3 έως 4 νμ. Στην συνέχεια, μεταξύ 1920-1924, ηInternationalLawAssociation, αλλά και το AmericanInstituteofInternationalLaw το 1926, προβληματίστηκαν, χωρίς όμως να καταλήξουν, ώστε να υιοθετηθεί διεθνώς κάποιος τρόπος, για να μπορούν οι νησιωτικές συστάδες να κλείνουν τις ενδιάμεσες θαλάσσιες περιοχές δημιουργώντας ενιαίο σύνολο με τα απώτερα νησιά του συμπλέγματός τους.
7.1. Στην ιστορική διαδρομή για την αναγνώριση των «Αρχιπελαγικών Κρατών», μεταξύ 1927-8, γίνεται προσπάθεια από το InstitutdeDroitInternational, ώστε να συμφωνηθεί συγκεκριμένο μήκος για την απόσταση των απώτερων νησιών που ανήκαν στην κυριαρχία των Παρακτίων ή Ωκεάνιων Κρατών και προτάθηκε το διπλάσιο της τότε επικρατούσας ΧΘ. Αλλά και η προσπάθεια αυτή δεν τελεσφόρησε και το θέμα των Αρχιπελαγικών Κρατών παρέμεινε σε εκκρεμότητα. Καίτοι το ζήτημα επανήλθε από το HarvardResearchinInternationalLaw το 1929, με παρόμοια πρόταση σε σχέδιο συμβάσεως, δεν υπήρξε πάλι αποτέλεσμα. Το ίδιο έγινε και το 1930 στην Διάσκεψη Κωδικοποιήσεως της Χάγης, όπου, επιτροπή εμπειρογνωμόνων προχώρησε σε προτάσεις για τα Νησιωτικά και τα Αρχιπελαγικά Κράτη, αλλά τελικώς οι εκπρόσωποι των συμμετεχόντων ισχυρών Κρατώντις απέρριψαν, για να παραμείνει πάλι το ζήτημα ανοικτό.
7.2. Η απόφαση του ΔΔΧ του 1951, που προαναφέρθηκε (παρ. 3.2), καθιερώνει μεν την μέθοδο των ΕΓΒ, αλλά καίτοι εισάγει την έννοια του “Αρχιπελάγους”, το αναφέρει σχηματικά και μόνο, για τα Παράκτια Κράτη χωρίς, να εισάγεινομική υποθήκη για αναγνώριση δικαιωμάτων στα Ωκεάνια Νησιωτικά συμπλέγματα, να μπορούν να τις εφαρμόσουν.
7.3. Το 1956, η InternationalLawCommission του ΟΗΕ, προετοιμάζοντας την διεθνή διάσκεψη της Γενεύης του 1958, ξεκαθαρίζει ότι τα νησιά (και οι βράχοι όπως αναλύθηκε ανωτέρω παρ. 6.5) έχουνΧΘ όση και τα παράκτια ηπειρωτικά εδάφη, αλλά δεν ασχολείται πάλι με τα “Ωκεάνια Κράτη”. Επειδή φαινόταν λοιπόν ξανά η γνωστή απροθυμία των Κρατών να συμβιβασθούν με την έννοια των «Αρχιπελαγικών Κρατών», η Ινδοκίνα το 1955 και οι Φιλιππίνες το 1957, προκειμένου να κατοχυρώσουν δικαίωμα στην αναγνώριση και για αυτά της αποφάσεως του ΔΔΧ του 1951, ανακοινώνουν ότι θα κλείσουν τα νησιωτικά τους συμπλέγματα περιμετρικώς (δηλαδή εξωτερικά) και θα ανακηρύξουν τις ανάμεσαθάλασσες ως “εσωτερικά τους ύδατα”.
7.4.Η 1η Διεθνής Διάσκεψη για το Δίκαιο της Θάλασσας που έγινε στην Γενεύη, καταλήγει το 1958 σε τέσσερα συμβατικά κείμενα, “περί Χωρικής Θάλασσας και Συνορεύουσας Ζώνης”,”περί Υφαλοκρηπίδας”, “περί Αλιείας” και “περί της Ανοικτής Θάλασσας”, αλλά δεν ασχολείται καθόλου με τα “Αρχιπελαγικά Κράτη”, ούτε και ρυθμίζει το εύρος της ΧΘ, κωδικοποιεί όμως την απόφαση του ΔΔΧ του 1951 για τις ΕΓΒ. Επειδή τα κείμενα αυτά ήταν ξεχωριστά, τα Κράτη επέλεγαν την κύρωση τους αναλόγως των συμφερόντων τους, γιαυτό και παρουσιάζεται το φαινόμενο της απροθυμίας να δεσμευτούν με όλες αυτές τις Συμβάσεις, και να κυρώνουν επιλεκτικά αυτές που θεωρούσαν ότι τα συμφέρουν οπότε και ο αριθμός των κρατών που προσχωρούν, διαφέρει σε κάθε κείμενο και στο σύνολο μάλιστα είναι περιορισμένος. Η Ελλάδα, κυρώνει μόνο την Σύμβαση “περί Υφαλοκρηπίδας” με το ΝΔ 1182 του 1972, ενώ η Τουρκία δεν κυρώνει καμία από τις ενλόγω Συμβάσεις.
7.5. Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο να αναφερθεί ότι, η σημασία της κυρώσεως των Συμβάσεων από τα Κράτη, διευκολύνει τις επιλύσεις των τυχόν αναφυομένων μεταξύ τους διαφορών, επειδή χρειάζεται να υπάρχει κοινός τόπος της αναγωγής του προς επίλυση ζητήματος σε αμοιβαίως αποδεκτά διεθνή νομικά κείμενα. Άλλως, τα Κράτη κατά τις μεταξύ τους διαπραγματεύσεις ή το διεθνές δικαιοδοτικό όργανο (είτε αυτό είναι δικαστήριο είτε διαιτησία ή συμβουλευτικό κοινώς αποδεκτό όργανο) στο οποίο θα προσφύγουν για την επίλυση της διαφοράς τους, θα πρέπει να αναζητήσουν υπάρχον και θεμελιωμένο εθίμο προκειμένου να καταλήξουν με ποιο τρόπο θα επιλύσουν την διαφορά τους.
7.5.1 .Σημειωτέον ότι, όταν η Ελλάδα προσέφυγε το 1976 στο ΔΔΧ για την Υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου, μετά την γνωστή υπόθεση της προσπάθειας της Τουρκίας το 1973-1974 για διεκδίκηση του μισού Αιγαίου, το δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με την ουσία της οριοθετήσεως, πρώτον γιατί η Ελλάδα δεν το ζήτησε αυτό αλλά ζήτησε απόφασή του περί προσωρινών μέτρων για να σταματήσουν οι τουρκικές έρευνες επειδή (η Ελλάδα) έκρινε ότι θίγονται έννομα οικονομικά της συμφέροντα, και κατά δεύτερο, γιατί η Τουρκία δεν είχε αποδεχτεί την προσφυγή με συνυποσχετικό, αλλά ούτε και προσήλθε τελικώς στην διαδικασία παρά μόνο στο αρχικό στάδιο, για να καταθέσει τις απόψεις της.
7.6.Η προρρηθείσα Σύμβαση της Γενεύης 1958, “περί Χωρικής Θάλασσας και Συνορεύουσας Ζώνης”, με το άρθρο 4, υιοθετεί την απόφαση του ΔΔΧ του 1951, περί εφαρμογής των ΕΓΒ από τα Κράτη, παράκτια ή ωκεάνιακαι έτσι ο εθιμικός κανόνας αποκτά και συμβατική αξία. Όπως τονίστηκε όμως ανωτέρω, αφού η Ελλάδα δεν κύρωσε τη Σύμβαση, η ρύθμιση αυτή δενμπορούσε να τύχει εκμεταλλεύσεως. Φυσικά μπορούσε να γίνει χρήση των ΕΓΒ με αναγωγή στον εθιμικό κανόνα του 1951, αλλά ούτε και με αυτόν ασχολήθηκε η Ελλάδα. Η Τουρκία αντιθέτως όπως προαναφέρθηκε (ανωτέρω παρ. 3.4), εφαρμόζει ΕΓΒ το 1964. Αλλά και τα άλλα συνορεύοντα της Ελλάδος κράτη, εφαρμόζουν όλα ΕΓΒ. Έτσιη Αλβανία χαράζει ΕΓΒ από το 1970 στις ακτές της, αλλά όταν φτάνει νότια μετά την νήσο Σάσωνα και το Ακρ. Κιούμπες τις διακόπτει στο Ακρ. Όρσος, δηλαδή αρκετά πριν την περιοχή του στενού της Κέρκυρας. Και η Ιταλία από το 1978, έχει ορίσει ΕΓΒ σε όλες τις ακτές της. Ομοίως και η (τότε) Γιουγκοσλαβία, έκλεισε τις ακτές της στην Αδριατική με ΕΓΒ από το 1948 και το επιβεβαίωσε με νόμο το 1965, πράγμα που συνεχίζουν και τα διάδοχα μετά την διάλυση της ομοσπονδίας Κράτη.
7.7. Το 1960 γίνεται στην Γενεύη η 2η Διεθνής Διάσκεψη για το Δίκαιο της Θάλασσας, με αποκλειστικό θέμα να ορισθεί συγκεκριμένο εύρος για την ΧΘ και δεν ασχολείται με κανένα άλλο ζήτημα. Η διάσκεψη αυτή αποτυγχάνει παταγωδώς, επειδή τα Κράτη δεν μπορούν να συμφωνήσουν σε συγκεκριμένο εύρος Χωρικής Θάλασσας. Μπροστά στην κατάσταση που είχε διαμορφωθεί, η Ινδοκίνα το 1960 και οι Φιλιππίνες το 1961, με νόμους τους εφαρμόζουν εκείνα που είχαν ανακοινώσει από το 1955 και 1957 αντιστοίχως, δηλαδή να κλείσουν περιμετρικά τα νησιά τους με Ευθείες Γραμμές, αλλά οι ενέργειές τους επισύρουν την επίσημη διαμαρτυρία των Ηνωμένων Πολιτειών και της Μ. Βρετανίας. Την εποχή εκείνη αποκτούν σταδιακώς ανεξαρτησία και εμφανίζονται και άλλα «Αρχιπελαγικά Κράτη» στην Καραϊβική, τον Ινδικό και τον Ειρηνικό. Παραλλήλως την εποχή εκείνη αποκτούν ενδιαφέρον για όσα Κράτη είχαν στην κυριαρχία τους και «μαδρεπορικής γενέσεως» νησιωτικούς σχηματισμούς (δηλαδή κοραλλιογενή νησιά). Έτσι, αναδύονται επιτακτικά τα συμφέροντα όλων των νέων κρατών για οικονομική και πολιτική αυτονομία, για την προστασία της ασφαλείας τους και την προστασία του θαλασσίου τους περιβάλλοντος, και ζητούν επιμόνως ισότιμα με τα Παράκτια Κράτη δικαιώματα. Οι αντιρρήσεις όμως των μεγάλων σε ισχύ ναυτικών και ναυτιλιακών κρατών, απέτρεπαν πάλι, κάθε αναγνώριση δικαιώματος, ώστε να κλείνονται από τα Ωκεάνια Αρχιπελαγικά ή από τα Νησιωτικά Κράτη με περιμετρικές ΕΓΒ ως “εσωτερικά ύδατα”, περιοχές θαλάσσης που προηγουμένως ήταν “ανοιχτή” ή ”χωρική” θάλασσα. 8. Το 1973 ο ΟΗΕ, με απόφαση της Γενικής του Συνελεύσεως, συγκαλεί την 3η Διεθνή Διάσκεψη για το Δίκαιο της Θάλασσας, η οποία μετά από εργασίες εννέα ετών ολοκληρώνει στο MontegoBay της Τζαμάϊκα, την Σύμβαση του 1982, που τέθηκε σε παγκόσμια ισχύ τον Νοέμβριο 1994. Σημειώνεται ότι, τον Ιούλιο 2009, την Σύμβαση είχαν κυρώσει 159 Κράτη επί συνόλου 192 που αριθμεί ο ΟΗΕ, καθώς και η Ευρωπαϊκή Ένωση, ως νομική οντότητα. Συνεπώς μπορεί να λεχθεί ότι, η Σύμβαση του 1982, έχει τύχει παγκόσμιας σχεδόν αποδοχής και συμπυκνώνει το σύγχρονο δίκαιο, γιαυτό και έχει χαρακτηρισθεί ως ο καταστατικός χάρτης των θαλασσών και των ωκεανών, που φιλοδοξεί να επιλύσει όλα τα ζητήματα που έχουν σχέση με την θάλασσα. Με 320 άρθρα και 9 Παραρτήματα, η Σύμβαση του 1982, ρυθμίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις όλων ανεξαρτήτως των Κρατών, είτε είναι Παράκτια με την κλασσική έννοια (δηλαδή αυτά που έχουν Ηπειρωτικό έδαφος και Νησιά και Βράχους), είτε Νησιωτικά (που έχουν μόνο νησιά, αλλά η γεωφυσιογνωμία τους δεν τους επιτρέπει να αναγνωρισθούν ως Αρχιλπελαγικά), είτε Αρχιπελαγικά (επειδή αναγνωρίζει την συγκρότηση Ωκεάνιων Κρατών, σε σύνολο με τους νησιωτικούς τους σχηματισμούς και τα συμπλέγματα που τα αποτελούν), είτε τα Κράτη είναι Μεσόγεια (δηλαδή Κράτη που δεν έχουν μέτωπο σε θάλασσα, ασχέτως εάν έχουν μέτωπο σε ποταμούς ή και λίμνες και τα οποία τα ονομάζει «Περίκλειστα»).Οι καινοτομίες που εισάγονται με την Σύμβαση 1982 για τα “Αρχιπελαγικά Κράτη” είναι ότι, πλέον αναγνωρίζονται από την διεθνή κοινότητα, με το ιδιαίτερο αυτό νομικό καθεστώς.
8.1.Με την έναρξη των εργασιών της διασκέψεως το 1973, τα Ωκεάνια Κράτη Φίτζι – Ινδονησία – Φιλιππίνες – Μαυριτανία, συγκροτούν ομάδα Κρατών και επιδιώκουν την αναγνώρισή τους υπό το ιδιάζον καθεστώς που για χρόνια επέμεναν να διασφαλίσουν. Καίτοι όμως επιτυγχάνουν την αναγνώριση των Ωκεάνιων Κρατών να θεωρούνται “Αρχιπελαγικά”,(όταν συντρέχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την αναγνώριση τους),δεν επιτυγχάνουνστην σημαντικότερη επιδίωξή τους, να τους αναγνωρισθεί το δικαίωμα όταν κλείνουν με τις ονομαζόμενες “Αρχιπελαγικές (Ευθείες) Γραμμές”, το σύνολο των νησιωτικών τους συστάδων περιμετρικώς, τα ύδατα που θα κλείνονται να θεωρούνται ως “Εσωτερικά”, γιατί συναντούν την κατηγορηματική αντίρρηση των μεγάλων ναυτικών δυνάμεων, που θέλουν για τα πλοία τους μεγαλύτερη ελευθερία.
Τοιουτοτρόπως η Σύμβαση του 1982, αναγνωρίζει με τα άρθρα από 46 έως και 54,το καθεστώς των “Αρχιπελαγικών Κρατών” ως εξής :
α)”Αρχιπέλαγος”, είναι σύμπλεγμα ή συμπλέγματα νήσων με ύδατα αλληλοσυνδεόμενα, που συγκροτούναυτοτελή γεωγραφική, οικονομική και πολιτική ενότητα, ή που αναγνωρίζονταν έτσι ιστορικά.
β)”Αρχιπελαγικό Κράτος” ορίζεται το Κράτος εκείνο, που αποτελείται αποκλειστικά από ένα ή περισσότερα Αρχιπελάγη και ενδεχομένως καιάλλα νησιά που δεν ευρίσκονται σε σχηματισμό συστάδας.
 γ)Τα “Αρχιπελαγικά Κράτη”, μπορούν να χαράσσουν ευθείες “αρχιπελαγικές γραμμές”, που να ενώνουν τα ακρότατα σημεία των πλέον απομακρυσμένων νήσων και σκοπέλων του αρχιπελάγους, χωρίς όμως να αποκόπτουν την ΧΘ άλλου κράτους, και υπό τους όρους : (1)Ο λόγος του εμβαδού των υδάτων που κλείνονται προς το εμβαδόν της ξηράς να είναι μεταξύ 1:1 και 9:1. Ξηρά λογίζονται και οι μαδρεπορικής γενέσεως κοραλλιογενείς νήσοι. Δηλαδή πιο απλά, πρέπει, τα τετραγωνικά χιλιόμετρα της επιφάνειας της θάλασσας που βρίσκεται ανάμεσα στα νησιά και τους βράχους του συμπλέγματος, να ισούνται ή να είναι έως εννέα φορές περισσότερα από το σύνολο των τετραγωνικών χιλιομέτρων της επιφάνειας των νησιαίων ή των βράχων εδαφών, που βρίσκονται μέσα στις ευθείες γραμμές (γιαυτό και ορισμένα Κράτη που μπορεί να απαρτίζονται μόνο από Νησιά και Βράχους, δεν μπορούν να αναγνωριστούν ως «Αρχιπελαγικά») (2)Το μήκος των Αρχιπελαγικών (ευθειών) Γραμμών, δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 100νμ,αλλά ανάλογα με τις γεωγραφικές συνθήκες της περιοχής, επιτρέπεται το 3% του συνόλου των χαρασσομένων (ευθειών) γραμμών να φτάνει τα 125 ν.μ.
 δ) Τα “Αρχιπελαγικά Ύδατα”, που κλείνονται με τις αρχιπελαγικές γραμμές, δεν λογίζονται ως “Εσωτερικά”. Εσωτερικά ύδατα έχει κάθε νησί του Αρχιπελάγους μεμονωμένα και είναι οι λίμνες, τα λιμάνια, οι εκβολές ποταμών και οι κόλποι που μπορεί να κλείνονται στο στόμιό τους έως ανοίγματος 24 ν.μ.
 ε) Τα “Αρχιπελαγικά Ύδατα”’ συνιστούν ειδική κατηγορία :
 (1)Αναγνωρίζεται η κυριαρχία του Αρχιπελαγικού Κράτους σ’αυτά, στα νησιά που περικλείουν, στο υποθαλάσσιο έδαφος και υπέδαφος, και τέλος στον υπερκείμενο εναέριο χώρο.
(2)Συγχρόνως όμως εφαρμόζεται υπέρ των διαπλεόντων πλοίων όλων των κρατών, εμπορικών και πολεμικών :
(α) το σύνηθες καθεστώς της “αβλαβούς διελεύσεως”,
 (β) μέσα σε συγκεκριμένους θαλασσίους και αεροπορικούς διαδρόμους τους οποίους πρέπει να ορίσει το Αρχιπελαγικό Κράτος, το πλεονεκτικό για τα πλοίακαι ιδιαίτερα ευνοϊκό για τα πολεμικά καθεστώς της “αρχιπελαγικής διελεύσεως” (“archipelagicsealanespassage“, το οποίο είναι η εφαρμογή του καθεστώτος “transitpassage” που ισχύει στα στενά διεθνούς ναυσιπλοίας των Παρακτίων Κρατών). Στους διαδρόμους αυτούς επιτρέπεται δηλαδή η διέλευση όλων των πλοίων χωρίς αναστολή, καθώς και η δυνατότητα των υποβρυχίων να καταδύονται και ναυπερίπτανται αεροσκάφη, ήτοι επιτρέπονται προνομίες που κανονικώς απαγορεύονται στις χωρικές θάλασσες των κρατών,
 (γ) Σε περίπτωση που το Αρχιπελαγικό Κράτος, δεν ορίσει τους θαλάσσιους διαδρόμους και τους αεροδιάδρομους, τότε η διέλευση ισχύει σε όσες θαλάσσιες οδούς και αεροδιάδρομους έχει καθιερώσει η πρακτική της ναυσιπλοΐας και της αεροπορίας
στ)Τα Αρχιπελαγικά Κράτη, έχουν και αυτάπλήρες δικαίωμα να ορίσουν την ΧΘ τους έως 12νμ, μετρούμενη από το εξωτερικό όριο της αρχιπελαγικής (ευθείας) γραμμής. Μέσα στην ΧΘ,, επικρατεί για όλα τα πλοία των άλλων κρατών ομοίως το δικαίωμα της “αβλαβούς διελεύσεως”.
ζ)Τα Αρχιπελαγικά Κράτη, έχουν και αυτά δικαίωμα σε “Συνορεύουσα Ζώνη” έως 24νμ (του εύρους της ΧΘ τους συμπεριλαμβανομένου), καθώς και “Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη” έως 200ν.μ.(του εύρους της ΧΘ τους συμπεριλαμβανομένου) και “Υφαλοκρηπίδα έως 200ν.μ. που μπορεί να φτάσει αναλόγως της γεωμορφολογίας του υποθαλασσίου εδάφους έως τα 350ν.μ. (του εύρους της ΧΘ συμπεριλαμβανομένου).
 8.2. Εφαρμοζομένων των προϋποθέσεων που οι διατάξεις της Συμβάσεως 1982 προβλέπουν για να αναγνωρίζεται ένα Ωκεάνιο Κράτος ως “Αρχιπελαγικό”τα ακόλουθα21 νησιωτικά Κράτη έχουν δηλώσει ότι απολαύουν το καθεστώτoς: Αντίγκουα και Μπαρμπούντα – Άγιος Βικέντιος και Γρεναδίνες – Βανουάτου – Γρενάδα – Ινδονησία – Κομόρος – Κιριμπάτι – Μαλβίδες – Μπαχάμες – Νέα Γουϊνέα – Νησιά Μάρσαλ – Νησιά Σολομώντος – Παπούα – Πράσινο Ακρωτήριο – Σεϋχέλλες – Τόγκα – Τουβαλού – Τρινιτάτ και Τομπάγκο – Τζαμάικα – Φιλιππίνες – Φίτζι . 8.3.Ορισμένα όμως Νησιωτικά Κράτη δεν έχουν δηλώσει καθεστώς Αρχιπελαγικού Κράτους, επειδή δεν έχουν το απαραίτητο βάσει της Συμβάσεως 1982 κριτήριο τηςαναλογίας εμβαδόν θαλάσσης με ξηρά (ανωτέρω παρ. 8.1.γ (1)). Τέτοια Νησιωτικά Κράτη είναι η Ιαπωνία, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μ. Βρετανίας και Βορ.Ιρλανδίας,η Ισλανδία, η Κύπρος και η Μάλτα.
8.4.Υπάρχουν όμως και ορισμένα Ηπειρωτικά ή Παράκτια Κράτη, που έχουν κτήσεις νησιωτικών συμπλεγμάτων, τα οποία ανεξαρτήτως εάν ευρίσκονταισε ωκεανούς, δεν νομιμοποιούνται, υπό τις προϋποθέσεις που θέτει η Σύμβαση του 1982 να κλεισθούν ως “αρχιπελαγικά”, αφού τέτοιο καθεστώς δικαιούνται βάσει ορισμού μόνο τα “αμιγώς” Αρχιπελαγικά Κράτη. Παρά ταύτα η Δανία έχει κλείσει τις Φερόες, το Εκουαδόρ τα νησιά Καλαμπάγκος, η Νορβηγία τα νησιά Σπιτσμπέργεν και η Πορτογαλία τις Αζόρες, αλλά οι ενέργειες αυτές έχουν επισύρει προς ορισμένα από αυτά τα Κράτη, την αντίδραση των ΗΠΑ, Μ. Βρετανίας και Γερμανίας, για κατάχρηση δικαιώματος, αφού τέτοιο δικαίωμα δεν αναγνωρίζεται από την Σύμβαση 1982. Μία άλλη χάραξη, αυτή της Ερυθραίας στο αρχιπέλαγος Ντάλακ, έτυχε της σχολιάσεως του ΔΔΧ (στην απόφασή του 1989 κατά την εκδίκαση της υπό Ερυθραίας και Υεμένης αιτήσεώς τους, για την οριοθέτηση της μεταξύ τους συνοριακής γραμμής στην παρεμβαλλόμενη θάλασσα), και το υπόψη Δικαστήριο απεφάνθη αφενός ότι είναι “ασυνήθιστη” περίπτωση και αφετέρου την αγνόησε κατά την οριοθέτηση λαμβάνοντας υπόψη ως αφετηρία μετρήσεως την χαμηλότερη ρηχία.
9.Όπως έχει πλέον αποκρυσταλλωθεί στο σύγχρονο δίκαιο θαλάσσης, ο όρος “Αρχιπέλαγος”, δεν αποκλείεται να χρησιμοποιείται από όλα τα Κράτη που διαθέτουν στην κυριαρχία τους νησιωτικά συμπλέγματα, ως επιθετικόςπροσδιορισμός των θαλασσών τους που έχουν τέτοιες συστάδεςνησιών και βράχων, αλλά η χρήση του όρου δεν προσφέρει κανένα νομικό αποτέλεσμα, όταν τα κράτη έχουν ηπειρωτικό κορμό (Παράκτια Κράτη), επειδή δεν νομιμοποιούνται να χρησιμοποιούν την μεθοδολογία των “Αρχιπελαγικών (ευθειών) Γραμμών” και να κλείνουν περιμετρικά τα νησιωτικά συμπλέγματά τους σε ενιαίο σύνολο σχηματίζοντας “μεικτό Αρχιπελαγικό Κράτος” (δηλαδή κράτος ηπειρωτικό και θαλάσσιο). Από την άλλη πλευρά, τα Παράκτια Κράτη, δικαιούνται να χρησιμοποιούν την μέθοδο των Ευθειών Γραμμών Βάσεως (ΕΓΒ), και να κλείνουν, ή μαζί με τον ηπειρωτικό τους κορμό, ή και κάθε νησί μεμονωμένα, τα άλλα νησιά ή βράχους, που ευρίσκονται όμως σε άμεση γειτνίαση ως περιδέραιο ή φραγμός των ακτών του ηπειρωτικού τους εδάφους ή κάθε μεμονωμένου νησιού, ή να συμπεριλαμβάνουν και τους σκοπέλους που έχουν φάρους ή φανούς όταν είναι διεθνώς αναγνωρισμένοι και ευρίσκονται μέσα στο όριο της ΧΘ τους έως 12νμ. Βεβαίως, το δίκαιο θέτει και μία αυστηρή προϋπόθεση, δηλαδή να μην κλείνονται από τα παράκτια κράτη με ΕΓΒ, θαλάσσιες περιοχές που προηγουμένως ήταν Ανοικτή Θάλασσα ή αποτελούν Χωρική Θάλασσα άλλου Κράτους, για να αποφεύγονται αυθαιρεσίες και να μην δημιουργούνται μεταξύ των Κρατών τριβές.
10.Το φημισμένο “Αιγαίο”, που αποτέλεσε και το υβρίδιο, για την νομική έννοια του “αρχιπελάγους” και έδειχνε στη διεθνή κοινότητα το πλέον απτό δείγμα γεωφυσιογνωμίας θάλασσας διάσπαρτης με νησιάκαι βράχους, και ιστορικώς είναι το πρώτο γνωστό στον κόσμο “Αρχιπέλαγος”,δικαιούται να αναφερθεί ως επίλογος αυτής της εργασίας.
10.1. Τα όρια του Αιγαίου, όπως έχουν περιληφθεί από το 1953, σε Εγχειρίδιο που εκπονήθηκε από τον Διεθνή Υδρογραφικό Οργανισμό, με το οποίο προσδιορίζονται ταόρια όλων των ωκεανών και των θαλασσών της Γης, έχουν συμφωνηθεί από Ελλάδακαι Τουρκία ότι περικλείουν την θαλάσσια περιοχή : -Δυτικά από την γραμμή που συνδέει το Ακρ. Μαλέας (Πελοπόννησος), με το Ακρ. Μπεμπάντα (βορ. Αντικυθήρων), το Ακρ. Απολυτάρες (νοτ.Αντικυθήρων) και το Ακρ. Κοκκάλα (νοτ-δυτ. Κρήτης) Περιλαμβάνει δηλαδή μέσα στα όριά του δυτικά τα Κύθηρα και Αντικύθηρα. -Νοτιοανατολικώςαπό την γραμμή που συνδέει το Ακρ. Πλάκα (νοτ-ανατ. Κρήτης), με το Ακρ. Βροντή (ανατ. Καρπάθου) και το Ακρ. Πράσο (νοτ. Ρόδου). Περιλαμβάνει δηλαδή την βόρεια πλευρά της Κρήτης, την δυτική και βορειοδυτική πλευρά της Καρπάθου και ολόκληρη την Κάσσο μέχρι το νότιο τμήμα της Ρόδου. -Ανατολικά από την γραμμή που συνδέει το Ακρ. Ζωνάρι (βορ. Ρόδου), με το Ακρ. Akyar (νοτ. Τουρκία).Περιλαμβάνει δηλαδή το δυτικό τμήμα της Ρόδου μέχρι τις απέναντι τουρκικές ακτές. Συνεπώς το Καστελόριζο και η Ρω, είναι νησιά της Μεσογείου. -Βόρεια από την είσοδο των Δαρδανελλίων. Βρέχει δηλαδή όλη την δυτική ακτογραμμή της Τουρκίας και την ανατολική ακτογραμμή της Ελλάδος.
10.2.Η θαλάσσια επιφάνεια του Αιγαίου, περιλαμβάνει έκταση 188.934 τ.χλμ., και εκτείνεται σε μήκος 334 ν.μ. από βορρά προς νότο (Καβάλα – Κρήτη), και 248,2 ν.μ. από δυσμάς προς ανατολή (Κύθηρα – Ρόδος), με το στενότερο μήκος δυσμών-ανατολής 70,1 ν.μ. (Εύβοια – Τσεσμέ).
10.3.Το εμβαδόν της Ελληνικής ΧΘ με εύρος 6 νμ, καλύπτει 81.436 τ.χλμ., ήτοι το 43,1% του συνολικού εμβαδού της θαλάσσιας επιφάνειας του Αιγαίου, ενώ η Τουρκική ΧΘ με αντίστοιχο εύρος 6 νμ καλύπτει 14.114 τ.χλμ., ήτοι το 7.47% του συνολικού εμβαδού. Ο εθνικός εναέριος χώρος των 10 νμ της Ελλάδοςστο Αιγαίο, καλύπτει 165.891 τ.χλμ., ήτοι το 87,8% του συνολικού εμβαδού της θαλάσσιας περιοχής.
10.4.Η Ανοικτή Θάλασσα του Αιγαίου δεν είναι συνεχόμενη σε όλη την επιφάνειά του, αλλά σχηματίζονται θύλακες, οι οποίοι αποκαλύπτονται ανάμεσα σε επικαλυπτόμενη ή σε εφαπτόμενη ελληνική ΧΘ. Με υπολογισμένη Χωρική Θάλασσα 6 νμ Ελλάδος και Τουρκίας, η Ανοικτή Θάλασσα αποτελεί το 49,4% της συνολικής θαλάσσιας περιοχής.
 10.5.Στον χώρο του Αιγαίου υπάρχουν διάσπαρτα αλλά και σε συστάδες 6.947 ελληνικά νησιά, βράχοι και σκόπελοι, ανεξαρτήτως μεγέθους και εγγύτητας στην ακτή. Από αυτά 154 είναι κατοικημένα και 290 αποτελούν αυτοτελείς οικισμούς κατά την πρόσφατη απογραφή του 2001.Από το σύνολο των 6.947 ελληνικών νησιών, βράχων και σκοπέλων, ελάχιστα είναι αποκομμένα από συστάδες ή από τον ηπειρωτικό κορμό της Ελλάδος, ενώ οι μάζες των νησιωτικών συστάδων Σποράδες, Κυκλάδες, Κεντρικού Αιγαίου, Δωδεκανήσου και βορειο-ανατολικώς της Κρήτης, δημιουργούν αλληλένδετα συμπλέγματα ομάδων νησιών και βράχων, που οι ανάμεσά τους θαλάσσιες περιοχές έχουν ή επικαλυπτόμενη ή εφαπτόμενη Χωρική Θάλασσα, ώστε κάλλιστα να μπορούν με την εφαρμογή Ευθειών Γραμμών Βάσεως, να κλεισθούν ακόμη και περιμετρικά (χωρίς φυσικά να διεκδικείται καθεστώς “αρχιπελαγικού κράτους”, αφού αυτό το απαγορεύει το σύγχρονο δίκαιο), και η εφαρμογή των ΕΓΒ να είναι σύννομη, αφού δεν παραβιάζεται ο προαναφερθείς περιορισμός που θέτει το δίκαιο να μην κλείνονται δηλαδή θαλάσσιες περιοχές που πριν ήταν ανοικτή θάλασσα ή ΧΘ άλλου κράτους, επειδή ουσιαστικά η ανάμεσά τους θάλασσα είναι ελληνική Χωρική Θάλασσα .
10.6.Την πραγματικότητα αυτή του Αιγαίου, παρουσίασε και η Τουρκία, κατά τον πιο επίσημο τρόπο με τρεις χάρτες που κατέθεσε ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, για την υπόθεση της Υφαλοκρηπίδας το 1976, και τους οποίους έσπευσε όμως να αποσύρει στην συνέχεια, αφού δεν παρέστη ως διάδικος. Με τους τρεις χάρτες αυτούς, η Τουρκία επιχειρεί να εμφανισθεί ότι “στραγγαλίζεται” από την Ελλάδα σε περίπτωση που επεκτείνει την Χωρική της Θάλασσα, ως δικαιούται από το διεθνές εθιμικό αλλά και συμβατικό δίκαιο, σε 12νμ. Παραλλήλως (η Τουρκία), παρουσιάζει και την σημερινή κατάσταση με την Χωρική Θάλασσα των 6νμ και του εναερίου χώρου της Ελλάδος των 10νμ και δείχνει ποσοστά καλύψεως της επιφάνειας του Αιγαίου, επίτηδες μεγαλύτερα από τους ανωτέρω ελληνικούς υπολογισμούς. Το αξιοπρόσεκτο σε αυτούς τους τρεις τουρκικούς χάρτες, έχει δύο παραμέτρους: Αφενός παρουσιάζει ότι στο Αιγαίο η Χωρική Θάλασσα των νησιών και των βράχων είναι συνεχόμενη στις διάφορες συστάδες και συνεπώς μπορούν να εφαρμοσθούν οι Ευθείες Γραμμές Βάσεως και έτσι η Ελλάδα να μην παρανομεί εάν τις εφαρμόσει. Αφετέρου, δείχνει τον ελληνικό εναέριο χώρο των 10νμ, τον οποίο όμως δεν αναγνωρίζει και τον παραβιάζει με υπερπτήσεις αεροσκαφών της. Ένα όμως ακόμη σημαντικό συμπέρασμα από τους παραπάνω τουρκικούς χάρτες, που δεν είναι σχετικό με το θέμα που αναλύεται, αλλά έχει εξαιρετικό εθνικό ενδιαφέρον είναι ότι, με την Χωρική Θάλασσα της Ελλάδος, όπως την παρουσιάζει, η Τουρκία, δείχνει περίτρανα ότι παραδέχεται την ελληνική κυριαρχία σε όλα εκείνα τα νησιά και τους βράχους που κατά καιρούς έχει δηλώσει ότι αμφισβητεί το καθεστώς κυριαρχίας τους, όπως τα Ίμια, το Αγαθονήσι, την Γαύδο, καθώς και τα άλλα νησιά και βράχους που έχει δημοσιεύσει ότι διεκδικεί με το αιτιολογικό ότι δεν έχουν δοθεί ονομαστικά στην Ελλάδα, με τις Συνθήκες της Λοζάννης του 1923 και των Παρισίων του 1947.
 Παύλος Γ. Φωτίου
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Amerasinghe C.F. «The Problem of Archipelagoes in the International Law of the Sea», 23 ICLQ 539 (1974) Anand R.P. «Mid-Ocean Archipelagos in International Law, Theory and Practice», 19 IJIL 228 (1979) Andrew D. «Archipelagos and the Law of the Sea: Island Straits or Island studded Sea Space? » 1 Marine Policy 46 (1978) Bowett D.W «The Legal Regime of Islands in International Law», Dobbs Ferry Publ. N.Y, 1979 Brown E.D. «The International Law of the Sea», Vol. I, Dartmouth Publ., Aldreshot UK, 1994 Γεωργακόπουλος Γ. «Η Αιγιαλίτιδα Ζώνη της Ελλάδος», Αθήνα, 1988 Churchill R.R – Lowe A.W «The Law of the Sea», 2nd ed. Manchester University Press, UK, 1988 Demirali A. «The Third United Nations Conference on the Law of the Sea and An Archipelagic Regime», 13 San Diengo Law Review 742 (1976) Evensen J. «Certain Legal Aspects Concerning the Delimitation of the Territorial Wates of Archipelagos», UN Doc.A/CONF.13/18, First UN Conference on the Law of the Sea, Off.Rec., Vol. I Herman L.L «The Modern Concept of the off-lying Archipelago in International Law», XXIII Canadian Yrbk of Int’l Law, 172 (1985) Hodgson R.D. – Alexander L.M. «Towards an Objective Analysis of Special Circumstances. Bays, Rivers, Coastal and Oceanic Archipelagos and Atolls» Law of the Sea Institute, University of Rhode Island, Occasional Paper No 13, 45 (1972) Jayewardene H.W. «The Regime of Islands in International Law» Martinus Nijhoff Publ., Dordrecht, 1990 Ιωάννου Κ. – Στρατή ΑΔίκαιο της Θάλασσας» , β έκδοση, Α. Σάκκουλας, 2000 Kosumaatmadja M. «The Legal Regime of Archipelagos: Problems and Issues» Proceedings, Law of the Sea Institute, 7th Annual Conference 1972 Μιχαήλ ΜΗ Επέκταση της Ελληνικής Χωρικής Θάλασσας στο Αιγαίο Πέλαγος στα 12 ΝΜ» , εκδ. Σάκκουλα 1983 Munawwar M. «Ocean States: Archipelagic Regimes in the Law of the Sea», Martinus Nijhoff Publ., Dordrecht, 1993 Nandan N.S. and Rosenne S. «UN Convention on the Law of the Sea 1982. A Commentary» Vol. II, Martinus Nijhoff Publ., Dordrecht, 1993 O’Connell D.P. «Mid-Ocean Archipelagos in International Law» 45 BYIL 1(1971) Prescott J.R.V. «Straight and Archipelagic Baselines» in G. Blake (ed) Maritime Boundaries and Ocean Resources, London, 1987 Roach J.A – Smith R.W. «Excessive Maritime Claims» US Naval War College, Vol.66, 1994 Rogers P.E.J. «Midocean Archipelagos and International Law» N.Y, 1981 Roucounas E.«Greece and the Law of the Sea» , in Tullio Treves (ed.) «The Law of the Sea, the Eurpean Union and Its Member States», Martinus Nijhoff Publ, Hauge/Boston/London, 1977 Syrigos A. «The Status of the Aegean Sea According to International Law», Skkoulas/Bruyalant Publ. Athens, 1990 Tangsubkul P. «Τhe Southeast Asian Archipelagic States: Concept, Evolution and Current Practice» Honolulu, Hawaii, 1984 United Nations Convention on the Law of the Sea (UNCLOS), UN Doc A/CONF62/122 (1982).Reprinted in 21 ILM 1261(1982) Convention on the Territorial Sea and Contiguous Zone done at Geneva, Apr 29, 1958, 516 UNTS 205 Report of the 33rd Conference of the International Law Association, Stockholm 259 (1924) Report of the 34th Conference of the International Law Association, Vienna 40 (1926)

www.antibaro.gr    Ἀντίβαρο