Ένα από τα έργα του Ομήρου, εκτός από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, πιθανόν να είναι και η βατραχομυομαχία. Το έργο μοιάζει παρωδία της Ιλιάδας και κάποιοι πιστεύουν πως αποκλείεται να το έγραψε ο ίδιος και να διακωμώδησε έτσι τον εαυτό του. Σε κάθε περίπτωση, είναι μια καλή ιστορία με αντιπολεμικά μηνύματα. Είναι ποίημα 303 στροφών και έχει μια παραμυθένια υφή.  

 
Η Βατραχομυομαχία, λοιπόν έργο άγνωστου ποιητή πιθανόν του 6ου/5ου αι. π.Χ., περιγράφει τον πόλεμο μεταξύ των βατράχων και των μυών (= ποντικών). Οι «εχθροπραξίες» άρχισαν όταν ο βασιλιάς των βατράχων Φουσκομάγουλος (Φυσίγναθος) έγινε, χωρίς να το θέλει, αιτία να πνιγεί στη λίμνη ο βασιλιάς των ποντικών Ψιχουλαρπάχτης (Ψιχάρπαξ). Στους στίχους που ακολουθούν περιγράφεται μέρος της φονικής μάχης μεταξύ των δύο αντιπάλων: 

Ονόματα βατράχων
Ονόματα ποντικών
Φουσκομάγουλος
Αντρογλύφτης
Βροντόλαλος
Τρυποφράχτης
Λασπίδης
Χυτροβούτας
Παντζαράς
Ψωμοψάχτης
Φωνακλάς
Βασιλικιώτης
Βαλτίσιος
Τυροφάγος
Ριζοφάγος
Τσικνογλύφτης
Λιμνιώτης
Σαπουνάς
Καλαμνιώτης
Παστρουμάδης
Λασποσπίτης
Πιατογλύφτης
Νερορούφας
Ψυχουλάρπαγας
Πρασομούρης
Ψωμοφάγος
Λαχανάς
Κομματάς
Σκουξιάρης
Ροκάνας
Ριγανάτος
Και τότε σάλπιγγες αρπάζοντας στα χέρια τα κουνούπια 

το φοβερό της μάχης σάλπισμα σαλπίσαν κι απ’ τα ουράνια 200 

του Κρόνου ο γιος ο Δίας εβρόντησε, σημάδι του πολέμου. 

Με δόρυ πρώτος ο Βροντόλαλος χτυπάει τον Αντρογλύφτη 

μες στους προμάχους στο κατώκοιλο και του τρυπάει το σκώτι. 

Μπρούμυτα αυτός σωριάστη, γέμισε η λεπτή του χαίτη σκόνη. 

Με βρόντο πέφτει κι από πάνω του βροντήξαν τ’ αρματά του. 205 

Κι ο Τρυποφράκτης τότε χτύπησε και το βαρύ κοντάρι 

στο στήθος του Λασπίδη κάρφωσε  σωριάστη αυτός και μαύρος 

χάρος τον βρήκε, κι απ’ το σώμα του μακριά

πετάει η ψυχή του.

Τον Παντζαρά χτυπάει κατάστηθα, σκοτώνει ο Χυτροβούτας.

 

Τον Φωνακλά στο κατωκοίλι του χτυπάει ο Ψωμοψάχτης, 210 

σωριάστη ‘πίστομα, απ’ τα μέλη του μακριά πετάει η ψυχή του. 

Τον Φωνακλά σαν είδε οπού ‘σβηνε, χυμά ο Βαλτίσιος, τρέχει, 

τον Τρυποφράκτη φτάνει, τον χτυπά, στο σβέρκο τον πληγώνει. 

Βλέπει ο Βασιλικιώτης, θύμωσε, και στο Βαλτίσιο μπήγει, 

καλάμι σουβλερό και τ’ άφησε μπηγμένο κι ως τους είδε, 215 

με το λαμπρό του τον σημάδεψε κοντάρι κι ο Αντρογλύφτης 

και τον καρφώνει, δεν αστόχησε, το σκώτι, μα σαν είδε 

το Ριζοφάγο, που γοργόφευγε, τον κυνηγάει στις όχθες, 

και μήτε εκεί τον απαράτησε, του ρίχνει, πέφτει εκείνος 

κάτω και δε ματασηκώθηκε και με το σκούρο του αίμα 220 

βάφτηκε η λίμνη στην ακρογιαλιά μακρύς, φαρδύς ξαπλώθη 

κι απάνω στ’ άντερά του πήδαγε και στα παχιά λαγόνια. 

Στην όχθη κι οΛιμνιώτης σκύλεψε νεκρό τον Τυροφάγο. 

Τον Τσικνογλύφτη σαν αντίκρισε, με τρόμο ο Καλαμιώτης 

πέταξε την ασπίδα, πήδηξε και χώθηκε στη λίμνη. 225 

Προβάλλει ο Λασποσπίτης ο άψεγος, τον Σαπουνά σκοτώνει. 

Κι ο Νερορούφας εθανάτωσε το ρήγα Παστρουμάδη, 

τρανή πετώντας στο κεφάλι του κοτρώνα τα μυαλά του 

χύθηκαν από τα ρουθούνια του κι η γης εγέμισε αίμα. 

Όμως κι ο Πιατογλύφτης σκότωσε τον άξιο Λασποσπίτη 230 

με το κοντάρι ορμώντας σκέπασε τα μάτια του σκοτάδι. 

Τον είδε ο Πρασομούρης, του άδραξε το πόδι, μες στη λίμνη 

τον σέρνει, το λαιμό πατώντας του μες στα νερά τον πνίγει. 

Νεκρό το φίλο ο Ψιχουλάρπαγας διαφέντευε, και ρίχνει 

του Πρασομούρη στο κατώκοιλο και του τρυπάει το σκώτι 235 

μπροστά του εκείνος εσωριάστηκε, στον Άδη πάει η ψυχή του. 

Τους είδε ο Λαχανάς κι αδράχνοντας μια φούχτα λάσπη ρίχνει 

στον Ψιχουλάρπαγα, στα μούτρα του, πώς δεν στραβώθη, αλήθεια! 

Φρένιασε τότε εκείνος κι άδραξε με το χοντρό του χέρι 

κοτρόνα ασήκωτη, που κείτονταν βαριά στο χώμα απάνω, 240 

τη σφεντονάει, χτυπά στα γόνατα το Λαχανά, του σπάζει 

το πόδι το δεξί κι ανάσκελα στη σκόνη αυτός σωριάστη. 

Όμως ευθύς απάνω του όρμησε για γδικιωμό ο Σκουξιάρης, 

χτυπάει, στον αφαλό τον πέτυχε  κι όλο το κοντάρι 

χώθηκε στην κοιλιά και χύθηκαν στη γη τα σπλάχνα του όλα 245 

γύρω από το κοντάρι, ως το ‘σερνε με το χοντρό του χέρι. 

Τον είδε ο Τρυποφράκτης που έστεκε στου ποταμού τις όχθες 

και κούτσα, κούτσα από τον πόλεμο το σκάζει  στα χαντάκια 

πηδάει και τρομαγμένος πάσκιζε του χάρου να ξεφύγει. 

Στερνά απ’ τη λίμνη ο Φουσκομάγουλος προβάλλει τρομαγμένος. 250 

Τον είδε ο Ψωμοφάγος, του ‘ριξε, στο πόδι τον πληγώνει. 

Τον βλέπει ο Πρασομούρης που έπεφτε λιπόθυμος, και τρέχει 

μπροστά, το σουβλερό κοντάρι του στον Ψωμοφάγο ρίχνει 

μα δεν τρυπάει η ασπίδα, κράτησε του κονταριού τη μύτη 

μήτε το φουντωτό τετράχυτρο χωρίς ψεγάδι κράνος 255 

ο έξοχος Ριγανάτος πέτυχε, που φάνταζε ο ίδιος ο Άρης, 

το πρώτο μες στο βατραχόστρατο παράξιο παλικάρι. 

Κι ο Ψωμοφάγος πάλι χύμηξε κι ο ρήγας των βατράχων 

στους γαύρους μαχητές δεν άντεξε, βαθιά στη λίμνη εχώθη. 

Μέσα στους ποντικούς ξεχώριζεν ο Κομματάς, λεβέντης, 260 

γιος του Ροκάνα του αψεγάδιαστου, του Ψωμοκυνηγάρη· 

στο σπίτι ο κύρης παρακάλεσε το γιο να μπει στη μάχη 

κι αυτός μ’ αφανισμό φοβέριζε το γένος των βατράχων. 

Μ’ αντρειά περίσσια ομπρός τους στάθηκε διψώντας άγρια μάχη. 

Στη μέση ένα καρύδι χώρισε, το κάνει δυο κομμάτια 265 

και τ’ άδεια τσόφλια του τα φόρεσε γι’ αρματωσιά στα χέρια. 

Τρόμαξαν τα βατράχια κι όλα τους γοργά στη λίμνη τρέχουν. 

Και σίγουρα θα τα ξεκλήριζε, περίσσια η δύναμή του, 

αν των θεών ευθύς δεν το ‘νιωθε κι ανθρώπων ο πατέρας. 

Βατραχομυομαχία, μτφρ. Ν. Κοτσελίδης,

  ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Ἀρχόμενος πρώτης σελίδος χορὸν ἐξ Ἑλικῶνος 

ἐλδεῖν εἰς ἐμὸν ἧτορ ἐπεύχομαι εἵνεκ’ ἀοιδῆς, 

ἣν νέον ἐν δέλτοισιν ἐμοῖς ἐπὶ γούνασι θῆκα, 

δῆριν ἀπειρεσίην, πολεμόκλονον ἔργον Ἄρηος, 

[5]εὐχόμενος μερόπεσσιν ἐς οὔατα πᾶσι βαλέσθαι 

πῶς μύες ἐν βατράχοισιν ἀριστεύσαντες ἔβησαν, 

γηγενέων ἀνδρῶν μιμούμενοι ἔργα Γιγάντων, 

ὡς λόγος ἐν θνητοῖσιν ἔην. τοίην δ’ ἔχεν ἀρχήν· 

Μῦς ποτε διψαλέος γαλέης κίνδυνον ἀλύξας 

[10]πλησίον ἐν λίμνηι λίχνον παρέθηκε γένειον, 

ὕδατι τερπόμενος μελιηδέϊ· τὸν δὲ κατεῖδε 

λιμνόχαρις πολύφημος, ἔπος δ’ ἐφθέγξατο τοῖον· 

«Ξεῖνε τίς εἶ; πόδεν ἦλθες ἐπ’ ἠϊόνας; τίς ὁ φυσάς; 

πάντα δ’ ἀλήθευσον, μὴ ψευδόμενόν σε νοήσω. 

[15]εἰ γάρ σε γνοίην φίλον ἄξιον, ἐς δόμον ἄξω· 

δῶρα δέ τοι δώσω ξεινήϊα πολλὰ καὶ ἐσθλά. 

εἰμὶ δ’ ἐγὼ βασιλεὺς Φυσίγναθος, ὃς κατὰ λίμνην 

τιμῶμαι βατράχων ἡγούμενος ἤματα πάντα· 

καί με πατὴρ Πηλεὺς ἀνεδρέψατο, Ὑδρομεδούσηι 

[20]μιχθεὶς ἐν φιλότητι παρ’ ὄχθας Ἠριδανοῖο. 

καὶ σὲ βλέπω καλόν τε καὶ ἄλκιμον ἔζοχον ἄλλων, 

σκηπτοῦχον βασιλῆα καὶ ἐν πολέμοισιν μαχητὴν 

ἔμμεναι· ἀλλ’ ἄγε θᾶσσον ἑὴν γενεὴν ἀγόρευε.» 

Τὸν δ’ αὖ Ψιχάρπαξ ἀπαμείβετο φώνησέν τε· 

[25]«Τίπτε γένος τοὐμὸν ζητεῖς; δῆλον δ’ ἐν ἅπασιν 

ἀνθρώποις τε θεοῖς τε καὶ οὐρανίοις πετεηυοῖς. 

Ψιχάρπαξ μὲν ἐγὼ κικλήσκομαι· εἰμὶ δὲ κοῦρος 

Τρωζάρταο πατρὸς μεγαλήτορος· ἡ δέ νυ μήτηρ 

Λειχομύλη, θυγάτηρ Πτερνοτρώκτου βασιλῆος. 

[30]γείνατο δ’ ἐν καλύβηι με καὶ ἔκρυψ’ ἐννεμέθεσθαι 

σύκοις καὶ καρύοις καὶ ἐδέσμασι παντοδαποῖσιν. 

πῶς δὲ φίλον ποιῆι με, τὸν ἐς φύσιν οὐδὲν ὁμοῖον; 

σοὶ μὲν γὰρ βίος ἐστὶν ἐν ὕδασιν· αὐτὰρ ἔμοιγε 

ὅσσα παρ’ ἀνθρώποις τρώγειν ἔδος· οὐδέ με λήθει 

[35]ἄρτος τρισκοπάνιστος ἀπ’ εὐκύκλου κανέοιο, 

οὐδὲ πλακοῦς τανύπεπλος ἔχων πολὺ σησαμότυρον, 

οὐ τόμος ἐκ πτέρνης, οὐχ ἥπατα λευκοχίτωνα, 

οὐ τυρὸς νεόπηκτος ἀπὸ γλυκεροῖο γάλακτος, 

οὐ χρηστὸν μελίτωμα, τὸ καὶ μάκαρες ποθέουσιν, 

[40]οὐδ’ ὅσα πρὸς θοίνας μερόπων τεύχουσι μάγειροι, κοσμοῦντες χύτρας ἀρτύμασι παντοδαπτοῖσιν. 

[53]οὐ τρώγω ῥαφᾶνους, οὐ κράμβας, οὐ καλοκύνθας, 

οὐ πράσσοις χλωροῖς ἐπιβόσκομαι, οὐδὲ σελίνοις· 

[55]ταῦτα γὰρ ὑμέτερ’ ἐστὶν ἐδέσματα τῶν κατὰ λίμνην.» 

Πρὸς τάδε μειδήσας Φυσίγναθος ἀντίον ηὔδα· 

«Ξεῖνε λίην αὐχεῖς ἐπὶ γαστέρι· ἔστι καὶ ἡμῖν 

πολλὰ μάλ’ ἐν λίμνηι καὶ ἐπὶ χθονὶ θαύματ’ ἰδέσθαι. 

ἀμφίβιον γὰρ ᾿έδωκε νομὴν βατράχοισι Κρονίων, 

[60]σκιρτῆσαι κατὰ γαῖαν, ἐν ὕδασι σῶμα καλύψαι· 

εἰ δ’ ἐθέλεις καὶ ταῦτα δαήμεναι εὐχερές ἐστι· 

βαῖνέ μοι ἐν νώτοισι, κράτει δέ με μήποτ’ ὀλίσθηις, 

ὅππως γηθόσυνος πρὸς ἐμὸν δόμον εἰσαφίκηαι.» 

[65]Ὣς ἄρ’ ἔφη καὶ νῶτ’ ἐδίδου· ὁ δ’ ἔβαινε τάχιστα 

χεῖρας ἔχων τρυφεροῖο κατ’ αὐχένος ἅμματι κούφωι. 

καὶ πρῶτον μὲν ἔχαιρεν ὅτ’ ἔβλεπε γείτονας ὅρμους, 

νήξει τερπόμενος Φυσιγνάθου· ἀλλ’ ὅτε δή ῥα 

κύμασι πορφυρέοις ἐπεκλύζετο, πολλὰ δακρύων 

[70]ἄχρηστον μετάνοιαν ἐμέμφετο, τίλλε δὲ χαίτας, 

καὶ πόδας ἔσφιγγεν κατὰ γαστέρος, ἐν δέ οἱ ἥτορ 

πάλλετ’ ἀηθείηι καὶ ἐπὶ χθόνα βούλεθ’ ἱκέσθαι· 

δεινὰ δ’ ὑπεστενάχιζε φόβου κρυόεντος ἀνάγκηι. 

οὐρὴν πρῶτ’ ἐπελάσσεν ἐφ’ ὕδασιν ἠύτε κώπην 

[75]σύρων, εὐχόμενος δὲ θεοῖς ἐπὶ γαῖαν ἱκέσθαι 

ὕδασι πορφυρέοισιν ἐκλύζετο, πολλὰ δ’ ἐβώστρει· 

καὶ τοῖον φάτο μῦθον ἀπὸ στόματός τ’ ἀγόρευσεν· 

«Οὐχ οὕτω νώτοισιν ἐβάστασε φόρτον ἔρωτος 

ταῦρος ὅτ’ Εὐρώπην διὰ κύματος ἦγ’ ἐπὶ Κρήτην 

[80]ὡς μῦν ἁπλώσας ἐπινώτιον ἦγεν ἐς οἶκον 

βάτραχος ὑψώσας ὠχρὸν δέμας ὕδατι λευκῶι.» 

Ὕλλος δ’ ἐξαπίνης ἀνεφαίνετο, πικρὸν ὅραμα 

πᾶσιν ὁμῶς· ὀρθὸν δ’ ὑπὲρ ὕδατος εἶχε τράχηλον. 

τοῦτον ἰδὼν κατέδυ Φυσίγναθος, οὔ τι νοήσας 

[85]οἷον ἑταῖρον ἔμελλεν ἀπολλύμενον καταλείπειν. 

δῦ δὲ βάθος λίμνης καὶ ἀλεύατο κῆρα μέλαιναν. 

κεῖνος δ’ ὡς ἀφέθη, πέσεν ὕπτιος εὐδὺς ἐφ’ ὕδωρ, 

καὶ χεῖρας ἔσφιγγε καὶ ὀλλύμενος κατέτριζε. 

πολλάκι μὲν κατέδυνεν ὑφ’ ὕδατι, πολλάκι δ’ αὖτε 

[90]λακτίζων ἀνέδυνε· μόρον δ’ οὐκ ἦν ὑπαλύξαι. 

δευόμεναι δὲ τρίχες πλεῖον βάρος εἷλκον ἐπ’ αὐτόν· 

ὕδασι δ’ ὀλλύμενος τοίους ἐφθέγξατο μύθους· 

«Οὐ λήσεις δολίως Φυσίγναθε ταῦτα ποιήσας, 

ναυηγὸν ῥίψας ἀπὸ σώματος ὡς ἀπὸ πέτρης. 

[95]οὐκ ἄν μου κατὰ γαῖαν ἀμείνων ἦσθα κάκιστε 

παγκρατίωι τε πάληι τε καὶ εἰς δρόμον· ἀλλά πλανήσας 

εἰς ὕδωρ μ’ ἔρριψας. ἔχει θεὸς ἔκδικον ὄμμα.» 

Ὣς εἰπὼν ἀπέπνευσεν ἐν ὕδασι· τὸν δὲ κατεῖδεν 

[100]Λειχοπίναξ ὄχδηισιν ἐφεζόμενος μαλακῆισιν· 

δεινὸν δ’ ἐξολόλυξε, δραμὼν δ’ ἤγγειλε μύεσσιν. 

ὡς δ’ ἔμαθον τὴν μοῖραν ἔδυ χόλος αἰνὸς ἅπαντας. 

καὶ τότε κηρύκεσσιν ἑοῖς ἐκέλευον ὑπ’ ὄρθρον 

κηρύσσειν ἀγορὴν ἐς δώματα Τρωξάρταο, 

[105]πατρὸς δυστήνου Ψιχάρπαγος, ὃς κατὰ λίμνην 

ὕπτιος ἐξήπλωτο νεκρὸν δέμας, οὐδὲ παρ’ ὄχθαις 

ἦν ἤδη τλήμων, μέσσωι δ’ ἐπενήχετο πόντωι. 

ὡς δ’ ἦλθον σπεύδοντες ἅμ’ ἠοῖ, πρῶτος ἀνέστη 

Τρωξάρτης ἐπὶ παιδὶ χολούμενος, εἶπέ τε μῦθον· 

[110] 

«Ὦ φίλοι, εἰ καὶ μοῦνος ἐγὼ κακὰ πολλὰ πέπονθα 

ἐκ βατράχων· ἡ πεῖρα κακὴ πάντεσσι τέτυκται. 

εἰμὶ δ’ ἐγὼ δύστηνος ἐπεὶ τρεῖς παῖδας ὄλεσσα· 

καὶ τὸν μὲν πρῶτόν γε κατέκτανεν ἁρπάξασα 

ἔχθιστος γαλέη, τρώγλης ἔκτοσθεν ἑλοῦσα. 

[115]τὸν δ’ ἄλλον πάλιν ἄνδρες ἀπηνέες ἐς μόρον εἷλξαν 

καινοτέραις τέχναις ξύλινον δόλον ἐξευρόντες, 

ὁ τρίτος ἦν ἀγαπητὸς ἐμοὶ καὶ μητέρι κεδνῆι, 

τοῦτον ἀπέπνιξεν Φυσίγναθος ἐς βυθὸν ἄξας. 

[120]ἀλλ’ ἄγεθ’ ὁπλίζεσθε καὶ ἐξέλθωμεν ἐπ’ αὐτούς.» 

Ταῦτ’ εἰπὼν ἀνέπεισε καθοπλίζεσθαι ἅπαντας· 

κνημῖδας μὲν πρῶτον ἐφήρμοσαν εἰς δύο μηρούς, 

[125]ῥήξαντες κυάμους χλωρούς, εὖ δ’ ἀσκήσαντες, 

οὓς αὐτοὶ διὰ νυκτός ἐπιστάντες κατέτρωξαν. 

θώρηκας δ’ εἶχον καλαμορραφέων ἀπὸ βυρσῶν, 

οὓς γαλέην δείραντες ἐπισταμένως ἐποίησαν. 

ἀσπὶς δ’ ἦν λύχνου τὸ μεσόμφαλον· ἡ δέ νυ λόγχη 

[130]εὐμήκης βελόνη, παγχάλκεον ἔργον Ἄρηος· 

ἡ δὲ κόρυς τὸ λέπυρον ἐπὶ κροτάφοις ἐρεβίνθου. 

Οὕτω μὲν μύες ἦσαν ἔνοπλοι· – ὡς δ’ ἐνόησαν 

βάτραχοι, ἐξανέδυσαν ἀφ’ ὕδατος, ἐς δ’ ἕνα χῶρον 

ἐλθόντες βουλὴν ξύναγον πολέμοιο κακοῖο. 

[135]σκεπτομένων δ’ αὐτῶν πόθεν ἡ στάσις ἢ τίς ὁ θρύλλος, 

κῆρυξ ἐγγύθεν ἦλθε φέρων ῥάβδον μετὰ χερσίν, 

Τυρογλύφου υἱὸς μεγαλήτορος Ἐμβασίχυτρος, 

ἀγγέλλων πολέμοιο κακὴν φάτιν, εἶπέ τε τοῖα· 

«Ὦ βάτραχοι, μύες ὔμμιν ἀπειλήσαντες ἔπεμψαν 

[140]εἰπεῖν ὁπλίζεσθαι ἐπὶ πτόλεμόν τε μάχην τε. 

εἶδον γὰρ καθ’ ὕδωρ Ψιχάρπαγα ὅν περ ἔπεφνεν 

ὑμέτερος βασιλεὺς Φυσίγναθος. ἀλλὰ μάχεσθε 

οἵ τινες ἐν βατράχοισιν ἀριστῆες γεγάατε.» 

Ὣς εἰπὼν ἀπέφηνε· λόγος δ’ εἰς οὔατ’ ἀμύμων 

[145]εἰσελθὼν ἐτάραξε φρένας βατράχων ἀγέρωχων· 

μεμφομένων δ’ αὐτῶν Φυσίγναθος εἶπεν ἀναστάς· 

«Ὦ φίλοι, οὐκ ἔκτεινον ἐγὼ μῦν, οὐδὲ κατεῖδον 

ὀλλύμενον· πάντως δ’ ἐπνίγη παίζων παρὰ λίμνην, 

νήξεις τὰς βατράχων μιμούμενος· οἱ δὲ κάκιστοι 

[150]νῦν ἐμὲ μέμφονται τὸν ἀναίτιον· ἀλλ’ ἄγε βουλὴν 

ζητήσωμεν ὅπως δολίους μύας ἐξολέσωμεν. 

τοιγὰρ ἐγὼν ἐρέω ὥς μοι δοκεῖ εἶναι ἄριστα· 

σώματα κοσμήσαντες ἔνοπλοι στῶμεν ἅπαντες 

ἅκροις πὰρ χείλεσσιν, ὅπου κατάκρημνος ὁ χώρος· 

[155]ἡνίκα δ’ ὁρμηθέντες ἐφ’ ἡμέας ἐξέλθωσι, 

δραξάμενοι κορύθων, ὅς τις σχεδὸν ἀντίος ἔλθηι, 

ἐς λίμνην αὐτοὺς σὺν ἐκείνωι’ εὐθὺ βάλωμεν. 

οὕτω γὰρ πνίξαντες ἐκείνους τοὺς ἀκολύμβους 

στήσομεν εὐθύμος τὸ μυοκτόνον ὧδε τρόπαιον.» 

[160]῝Ως εἰπὼν συνέπεισε καθοπλίζεσθαι ἅπαντας· 

φύλλοις μὲν μαλαχῶν κνήμας ἑὰς ἀμφεκάλυψαν, 

θώρηκας δ’ εἶχον καλῶν χλοερῶν ἀπὸ σεύτλων, 

φύλλα δὲ τῶν κραμβῶν εἰς ἀσπίδας εὖ ἤσκησαν, 

ἔγχος δ’ ὀξύσχοινος ἑκάστωι μακρὸς ἀρήρει, 

[165]καὶ ῥα κέρα κοχλιῶν λεπτῶν ἐκάλυπτε κάρηνα. 

φραξάμενοι δ’ ἔστησαν ἐπ’ ὄχθαις ὑψηλαῖσι 

σείοντες λόγχας, θυμοῦ δ’ ἔμπλητο ἕκαστος. 

Ζεὺς δὲ θεοὺς καλέσας εἰς οὐρανὸν ἀστερόεντα, 

καὶ πολέμου πληθὺν δείξας κρατερούς τε μαχητάς, 

[170]πολλοὺς καὶ μεγάλους ἠδ’ ἔγχεα μακρὰ φέροντας, 

οἷος Κενταύρων στρατὸς ἔρχεται ἠὲ Γιγάντων, 

ἡδὺ γελῶν ἐρέειυε· 

«Τίνες βατράχοισιν ἀρωγοὶ 

ἢ μυσὶν τειρομένοις;» καὶ Ἀθηναίην προσέειπεν· 

«Ὦ θύγατερ, μυσὶν ἦ ῥα βοηθήσουσα πορεύσηι; 

[175]καὶ γὰρ σοῦ κατὰ νηὸν ἀεὶ σκιρτῶσιν ἅπαντες 

κνίσηι τερπόμενοι καὶ ἐδέσμασι παντοδαποῖσιν.» 

Ὣς ἄρ’ ἔφη Κρονίδης· τὸν δὲ προσέειπεν Ἀθήνη· 

«Ὦ πάτερ, οὐκ ἂν πώ ποτ’ ἐγὼ μυσὶ τειρομένοισιν 

ἐλθοίμην ἐπαρωγός, ἐπεὶ κακὰ πολλὰ μ’ ἔοργαν 

[180]στέμματα βλάπτοντες καὶ λύχνους εἵνεκ’ ἐλαίου. 

τοῦτο δέ μοι λίην ἔδακε φρένας οἷον ἔρεξαν – 

πέπλον μου κατέτρωξαν ὃν ἐξύφηνα καμοῦσα 

ἐκ ῥοδάνης λεπτῆς καὶ στήμονα μακρὸν ἔνησα· 

καὶ τρώγλας ἐτέλεσσαν, ὁ δ’ ἠπητής μοι ἐπέστη 

[185]καὶ πράσσει με τόκον· τὸ δὲ ῥίγιον ἀθανάτοισιν, 

χρησαμένη γὰρ ἔνησα καὶ οὐκ ἔχω ἀνταποδοῦναι. 

ἀλλ’ οὐδ’ ὣς βατράχοισιν ἀρηγέμεν οὐκ ἐθελήσω· 

εἰσὶ γὰρ οὐδ’ αὐτοὶ φρένας ἔμπεδοι, ἀλλά με πρώιην 

ἐκ πολέμου ἀνιοῦσαν ἐπεὶ λίην ἐκοπώθην, 

[190]ὕπνου δευομένην οὐκ εἴασαν θορυβοῦντες 

οὐδ’ ὀλίγον καταμῦσαι· ἐγὼ δ’ ἄϋπνος κατεκείμην 

τὴν κεφαλὴν ἀλγοῦσα, ἕως ἐβόησεν ἀλέκτωρ. 

ἀλλ’ ἄγε παυσώμεσθα θεοὶ τούτοισιν ἀρήγειν, 

μή κέ τις ὑμείων τρωθῆι βέλει ὀξυόεντι· 

[195]εἰσὶ γὰρ ἀγχέμαχοι, εἰ καὶ θεὸς ἀντίον ἔλθοι· 

πάντες δ’ οὐρανόθεν τερπώμεθα δῆριν ὁρῶντες.» 

῝Ως ἄρ’ ἔφη, καὶ τῆι γε θεοὶ ἐπεπείθοντ’ ἄλλοι, 

πάντες δ’ αὖτ’ εἰσῆλθον ἀολλέες εἰς ἕνα χῶρον. 

καὶ τότε κώνωπες μεγάλας σάλπιγγος ἔχοντες 

[200]δεινὸν ἐσάλπιγξαν πολέμου κτύπον· οὐρανώθεν δὲ 

Ζεὺς Κρονίδης βρόντησε, τέρας πολέμοιο κακοῖο. 

Πρῶτος δ’ Ὑψιβόας Λειχήνορα οὔτασε δουρὶ 

ἑσταότ’ ἐν προμάχοις κατὰ γαστέρα ἐς μέσον ἧπαρ· 

κὰδ δ’ ἔπεσεν πρηνής, ἁπαλὰς δ’ ἐκόνισεν ἐθείρας. 

[205]Τρωγλίτης δὲ μετ’ αὐτὸν ἀκόντισε Πηλείωνα, 

πῆξεν δ’ ἐν στέρνωι στιβαρὸν δόρυ· τὸν δὲ πεσόντα 

εἷλε μέλας θάνατος, ψυχὴ δ’ ἐκ σώματος ἔπτη. 

Σευτλαῖος δ’ ἂρ ἔπεφνε βαλὼν κέαρ Ἐμβασίχυτρον, 

[223]Τυροφάγον δ’ αὐτῆισιν ἐπ’ ὄχθαις ἐξενάριξεν. 

Πτερνογλύφον δ’ ἐσιδὼν Καλαμίνθιος ἐς φόβον ἦλθεν, 

[225]ἥλατο δ’ ἐς λίμνην, φεύγων τὴν ἀσπίδα ῥίψας. 

Λιτραῖον δ’ ἀρ’ ἔπεφνεν ἀμύμων Βορβοροκοίτης, χερμαδίωι πλήξας κατὰ βρέγματος· ἐγκέφαλος δὲ 

ἐκ ῥινῶν ἔσταξε. παλάσσετο δ’ αἵματι γαῖα. 

[230]Λειχοπίναξ δ’ ἔκτεινεν ἀμύμονα Βορβοροκοίτην, 

ἔγχει ἐπαΐξας· τὸν δὲ σκότος ὄσσε κάλυψεν. 

Πρασσαῖος δ’ ἐσιδὼν ποδὸς εἵλκυσε νεκρώσαντα, 

ἐν λίμνηι δ’ ἀπέπνιξε κρατήσας χειρὶ τένοντα. 

Ψιχάρπαξ δ’ ἤμυν’ ἑτάρου περὶ τεθνειώτος 

[235]καὶ βάλε Πρασσαῖον κατὰ νηδύος ἐς μέσον ἧπαρ, 

πῖπτε δὲ οἱ πρόσθεν, ψυχὴ δ’ Ἀϊδόσδε βεβήκει. 

Κραμβοβάτης δ’ ἐσιδὼν πηλοῦ δράκα ῥίψεν ἐπ’ αὐτόν, 

καὶ τὸ μέτωπον ἔχρισε καὶ ἐξετύφλου παρὰ μικρόν. 

ὠργίσθη δ’ ἄρ’ ἐκεῖνος, ἑλὼν δ’ ἄρα χειρὶ παχείηι 

[240]κείμενον ἐν δαπτέδωι λίθον ὄβριμον, ἄχθος ἀρούρης, 

τῶι βάλε Κραμβοβάτην ὑπὸ γούνατα· πᾶσα δ’ ἐκλάσθη 

κνήμη δεξιτερή, πέσε δ’ ὕπτιος ἐν κονίηισι. 

Κραυγασίδης δ’ ἤμυνε καὶ αὖθις βαῖνεν ἐπ’ αὐτόν, 

τύψε δὲ οἱ μέσσην κατὰ γαστέρα· πᾶς δὲ οἱ εἴσω 

[245]ὀξύσχοινος ἔδυνε, χαμαὶ δ’ ἔκχυντο ἅπαντα 

ἔγκατ’ ἐφελκομένωι ὑπὸ δούρατι χειρὶ παχείη. 

[250]Τρωξάρτης δ’ ἔβαλεν Φυσίγναθον ἐς ποδὸς ἄκρον – 

ἔσχατος δ’ ἐκ λίμνης ἀνεδύσετο, τείρετο δ’ αἰνῶς. 

Πρασσαῖος δ’ ὡς εἶδεν ἔθ’ ἡμίπνουν προπεσόντα, 

ἦλθε διὰ προμᾶχων καὶ ἀκόντισεν ὀξύσχοινον· 

οὐδ’ ἔρρηξε σάκος, σχέτο δ’ αὐτοῦ δουρὸς ἀκωκή· 

[255]οὐδ’ ἔβαλε τρυφάλειαν ἀμύμονα καὶ τετράχυτρον 

δῖος Ὀριγανίων, μιμούμενος αὐτὸν Ἄρηα, 

ὃς μόνος ἐν βατράχοισιν ἀρίστευεν καθ’ ὅμιλον· 

ὥρμησεν δ’ ἄρ’ ἐπ’ αὐτόν· ὁ δ’ ὡς ἴδεν οὐχ ὑπέμεινεν. 

(Ἀρτοφάγος δ’ ἐσιδὼν καὶ Πτερνογλύφος ἀμύμων 

ἦλθον ἀρηγέμεναι, ὁ δὲ βάτραχος οὐχ ὑπέμεινεν) 

ἥρωας κρατερούς, ἀλλ’ ἔδυνε βένθεσι λίμνης. 

[260]Ἦν δέ τις ἐν μύεσσιν Μεριδάρπαξ ἔξοχος ἄλλων, 

Κναίσωνος φίλος υἱὸς ἀμύμονος ἀρτεπιβούλου· 

οἴκαδ’ ἰών πολέμοιο μετασχεῖν παῖδ’ ἐκέλευεν· 

αὐτὸς δ’ ἑστήκει γαυρούμενος κατὰ λίμνην. 

οὗτος ἀναρπάξαι βατράχων γενεὴν ἐπαπείλει, 

[265]καὶ ῥήξας καρύοιο μέσην ῥάχιν εἰς δύο μοίρας 

φράγδην ἀμφοτέροισι κενώμασι χεῖρας ἔθηκεν· 

οἱ δὲ τάχος δείσαντες ἔβαν πάντες κατὰ λίμνην. 

καί νύ κεν ἐξετέλεσσεν ἐπεὶ μέγα οἱ σθένος ἦεν, 

εἰ μὴ ἄρ’ ὀξὺ νόησε πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε. 

[270]καὶ τότ’ ἀπολλυμένους βατράχους ὤικτειρε Κρονίων, 

κινήσας δὲ κάρη τοίην ἐφθέγξατο φωνήν· 

«Ὢ πόποι, ἦ μέγα θαῦμα τόδ’ ὀφθαλμοῖσιν ὁρῶμαι· 

οὐ μικρὸν πλήσσει Μεριδάρπαξ ὃς κατὰ λίμνην 

ἅρπαξ ἐν βατράχοισιν ἀμείβεται· ἀλλὰ τάχιστα 

[275]Παλλάδα πέμψωμεν πολεμόκλονον ἢ καὶ Ἄρηα, 

οἵ μιν ἐπισχήσουσιν μάχης κροπερόν περ ἐόντα.» 

Ὣς ἄρ’ ἔφη Κρονίδης· Ἄρης δ’ ἀπαμείβετο μύθωι· 

«Οὔτ’ ἄρ’ Ἀθηναίης, Κρονίδη, σθένος οὔτε Ἄρηος 

ἰσχύει βατράχοισιν ἀμυνέμεν αἰπὺν ὄλεθρον. 

[280]ἀλλ’ ἄγε πάντες ἴωμεν ἀρηγόνες· ἢ τὸ σὸν ὅπλον 

κινείσθω· οὕτω γὰρ ἁλώσεται ὅς τις ἄριστος, 

ὥς ποτε καὶ Καπανῆα κατέκτανες ὄβριμον ἄνδρα 

καὶ μέγαν Ἐγκελάδοντα καὶ ἄγρια φῦλα Γιγάντων.» 

[285]Ὣς ἄρ’ ἔφη· Κρονίδης δ’ λαβὼν ἀργῆτα κεραυνὸν 

πρῶτα μὲν ἐβρόντησε, μέγαν δ’ ἐλέλιξεν Ὄλυμπον, 

[αὐτὰρ ἔπειτα κεραυνὸν δειμαλέον Διὸς ὅπλον] 

ἧκ’ ἐπιδινήσας· ὁ δ’ ἄρ’ ἔπτατο χειρὸς ἄνακτος. 

πάντας μέν ῥ’ ἐφόβησε βολὼν ἐπὶ τούσδε τε μύας· 

[290]ἀλλ’ οὐδ’ ὣς ἀπέληγε μυῶν στράτος, ἀλλ’ ἔτι μᾶλλον 

ἔλπετο πορθήσείν βατράχων γένος αἰχμητάων. 

(καὶ τάχα δ’ ἂν δεινῶς οὖν ἀθλήσαντες ἐνίκων,) 

εἰ μὴ ἀπ’ Οὐλύμπου βατράχους ἐλέησε Κρονίων, 

ὅς ῥα φθειρομένοισιν ἀρωγοὺς εὐθὺς ἔπεμψεν· 

Ἦλθον δ’ ἐξαίφνης νωτάκμονες, ἀγκυλοχεῖλαι, 

[295]λοξοβάται, στρεβλοί, ψαλιδόστομοι, ὀστρακόδερμοι, 

ὀστοφυεῖς, πλατύνωτοι, ἀποστίλβοντες ἐν ὤμοίς, 

βλαισοί, χειλοτένοντες, ἀπὸ στέρνων ἐσορῶντες, 

ὀκτάποδες, δικάρηνοι, ἀχειρέες, οἱ δὲ καλεῦνται 

καρκίνοι, οἵ ῥα μυῶν οὐρὰς στομάτεσσιν ἔκοπτον 

[300]ἠδὲ πόδας καὶ χεῖρος· ἀνεγνάμπτοντο δὲ λόγχαι. 

τοὺς καὶ ὑπέδ<δ>εισαν δειλοὶ μύες οὐδ’ ἔτ’ ἔμειναν, 

ἐς δὲ φυγὴν ἐτράποντο· ἐδύετο δ’ ἥλιος ἤδη, 

καὶ πολέμου τελετὴ μονοήμερος ἐξετελέσθη. 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *