ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΙΩΝ

Ο Γλαύκος και ο Διομήδης ανταλλάσσουν τον οπλισμό τους.

Ο Ποιητής καλύπτει το χρόνο της πορείας του Έκτορα προς την πόλη με το επεισόδιο Γλαύκου – Διομήδη, που δρα συμπληρωματικά για να προβληθεί εκείνος και η ιπποτική συμπεριφορά του. Η συνάντηση αυτή, «αληθινή όαση μέσα στη σκληράδα του ανθρώπινου πόνου, ένα ξανατόνωμα της πίστης στην αξία της περιποίησης του ξένου», λειτουργικά εξασφαλίζει ηρεμία, που τη χρειάζεται ο ακροατής για να παρακολουθήσει χωρίς αγωνία τα γεγονότα μέσα στην πόλη.

Ο Διομήδης, έκπληκτος που στάθηκε αντίπαλος να τον αντιμετωπίσει, υποπτεύεται ότι έχει θεό απέναντί του και ζητάει να εξακριβώσει την ταυτότητα του αντιπάλου του. Ο Γλαύκος εξιστορεί πλατιά τη γενεαλογία του και ο Διομήδης αναγνωρίζει στο πρόσωπό του φίλο πατρικό. Ακολουθεί ενθουσιώδης απόφαση για ανανέωση της πατροπαράδοτης φιλίας, σφίξιμο χεριών και ανταλλαγή των όπλων. Ο ποιητής μάλιστα τονίζει τη συγκινησιακή έξαρση της στιγμής και δικαιολογεί μ’ αυτήν το συναισθηματικό παρασυρμό του Γλαύκου να ανταλλάξει τα χρυσά όπλα του με τα χάλκινα του Διομήδη· χαρακτηριστική λεπτομέρεια που τονίζει και αυτή την ανθρωπιά της σκηνής, που στέκει πάνω από μίση και υλικές αξίες.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΕΔΩ