Αχιλλεύς Λαζάρου
Καθηγητής Πανεπιστημίου Σορβόννης IV

Παρῆλθε πλήρης δεκαετία, ἀφ᾿ ὅτου εἰς τὴν Κοζάνην εἶχον ὀργανώσει Συνέδριον, τοῦ ὁποίου τὸ θέμα ἦτο σχεδὸν ταυτόσημον μὲ αὐτὸ τῆς τετράτομης σειρᾶς μας: «Ὁ Ἑλληνισμὸς εἰς τὴν Ἀνατολικὴν καὶ Νοτιοανατολικὴν Εὐρώπην». Ἡ δὲ δημοσία ἀξιολόγησίς του δικαιολογημένως ἐδυνάμωνε τὸ ἐνδιαφέρον. Ὅσα βλέπουν τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος ἐντυπωσιάζουν καὶ τὸν ἀδιάφορον: «Ἔγραψε ὁ Λουκιανός, ὅτι, ἄν σταθῇς τυχερὸς καὶ παρακολουθήσῃς τοὺς ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΥΣ ἀγῶνες, θὰ ἐθαύμαζες τὴν ἱκανότητα τῶν ἀθλητῶν καὶ δὲν θὰ ἔπαυες νὰ χειροκροτῇς».

Παραφράζων τὸν Λουκιανόν, γράφω, ὅτι παρακολουθῶν τὸ συνέδριον, θὰ ἐθαύμαζες τοὺς ὁμιλητὰς καὶ δὲν θὰ ἔπαυες ὁμοίως νὰ χειροκροτῇς.

Ἕν τοιοῦτο συνέδριον μὲ τοὺς εἰδικοὺς ἐπιστήμονας ὁμιλητὰς καὶ μὲ θέματα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξαν, ὄχι ἁπλῶς διεφώτισαν, ἀλλὰ παρουσίασαν ὅλην τὴν διάστασιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἰς τὴν Ἀνατολικὴν καὶ Νοτιοανατολικὴν Εὐρώπην. Τί νὰ πρωτοθαυμάσῃς καὶ τί νὰ πρωτοσημειώσῃς…

Τὸ συνέδριον εἶχε ποιότητα, ἦτο πλούσιον εἰς γνώσεις, εἰς ἐνημέρωσιν, εἰς κριτικὴν σκέψιν, εἰς στοχασμόν, εἰς περίσκεψιν, ὅλος ὁ διαχρονικὸς Ἑλληνισμὸς τῆς Ἀνατολικῆς καὶ Νοτιοανατολικῆς Εὐρώπης διεχέετο εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ Κοβενταρείου…» (‘’Δυτικὴ Μακεδονία’’, 2.9. 92,4).

Ἀκριβῶς αὐτὰ τὰ τόσον ἐγκωμιαστικὰ ἐπενεργοῦν ἀντιθέτως καὶ δίδουν ἐνδεχομένως τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸ δυ-σεύρετον ἤ καὶ ἀνύπαρκτον τῶν Πρακτικῶν. Εὐλόγως δὲ εἰς τὰ χείλη ὅλων ἔρχεται τὸ ἱστορικὸν ἐρώτημα: Τίς πταίει; Διότι εἰς τὴν τωρινὴν Ἑλλάδα εὐχερέστερον κυκλοφοροῦνται, καὶ δαπάναις τῶν Ἑλλήνων φορολογουμένων, βιβλία ἥκιστα ἐπιστημονικὰ καὶ ταυτοχρόνως ἐθνικῶς ἐπιβλαβέστατα, ὅπως εἰς τὴν ἀνωτέρω μόλις ἑνότητα ἀπεκαλύφθη, ἐνῷ τὰ ὑψηλοῦ ἐπιστημονικοῦ ἐπιπέδου καὶ ἐθνωφελῆ ἀφανίζονται. Ἤδη διὰ τὸν πλέον ἀνεπαίσθητον ἀφανισμὸν ἤ τὴν πλέον ἀνώδυνην συρρίκνωσιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ πασχίζει ὄντως καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἱστορίας τοῦ Κέντρου διὰ τὴν Δημοκρατίαν καὶ τὴν Συμφιλίωσιν εἰς τὴν Νοτιοανατολικὴν Εὐρώπην ‘’(βλ. Ἰ.Α. Νικολαΐδης, Ὅταν τὸ μάθημα τῆς ἱστορίας ὑπηρετῇ σκοπιμότητες, ΑΚΤΙΝΕΣ Μάϊος 2007, 151-154).

Ἐπισημαίνονται ὁπωσδήποτε χειρότερα· πρωτόφαντα προκλητικαὶ παρερμηνεῖαι, ὑποκρισίαι, διαστροφαί, ὅπως εἰς τὸν πρῶτον τόμον, «βιβλίον ἐργασίας» 1, σ. 51, εἰς τὸ ὁποῖον καταχωρίζεται ὡσὰν ἱστορικὴ ἀλήθεια τὸ αὐτόχρημα ψευδέστατον διὰ τὸ παιδομάζωμα: «ἕνα πρωτότυπον σύστημα στρατολογήσεως, τὸ ὁποῖον μετέτρεπε νεαροὺς μὴ μουσουλμάνους ὑπηκόους εἰς μίαν προνομιακὴν κοινωνικὴν ὁμάδα, τοὺς ὑπερηφάνους διὰ τὸ εἰδικὸν καθεστώς των καπικουλῆδες». Προσφυέστατα ὁ Νικολαΐδης παρατηρεῖ: «Οὔτε τοὺς θρήνους τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ, οὔτε τῆς μάνας τὸν σπαραγμὸ ἐσεβάσθησαν οἱ ἀθεόφοβοι. Τὸ παιδομάζωμα, αὐτὸς ὁ βαρὺς φόρος αἵματος, ἐξωραΐζεται καὶ προπαγανδίζεται ἀδίστακτα, ἐνῷ πρόκειται διὰ μίαν ἀπὸ τὶς πλέον ἀπάνθρωπες ἐνέργειες τῶν κατακτητῶν. Ἤρπαζον, ὅπως εἶναι γνωστόν, τὰ τρυφερὰ βλαστάρια τῶν ὑποδούλων, ἀσκοῦσαν ἐπάνω των μιὰ ἐξουθενωτικὴν ἀγωγὴν ψυχικῆς διαστρεβλώσεως καὶ τὰ μετέτρεπαν εἰς στρατιωτικὰ «ρομπότ», εἰς μηχανὲς πολέμου. Φθορὰ τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητος καὶ μεταμόρφωσις τῶν ἀνθρώπων εἰς ἀγέλη…».

Εἰς τὸ ἴδιο Β.Ε. 1, σ. 10, κατ᾿ ἐξοχὴν ἀποκαλυπτικὴ παρατήρησις ἀφορᾶ εἰς τὸν ὅρον Ἔθνος, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ δομικὴν ἀφετηρίαν τῆς ὅλης προσπαθείας: «Οἱ μαθητὲς καλοῦνται νὰ ὑπερβοῦν τὸ Ἔθνος». Διὰ νὰ πεισθοῦν δὲ
τὸ θέμα ἐπαναφέρεται καὶ εἰς τὸ Β.Ε. 2, σ. 14: «Τὰ ἔθνη δὲν εἶναι παρὰ κατασκευάσματα τοῦ νοῦ μας, τὰ ὁποῖα ἐπενοήθησαν ἀρκετὰ πρόσφατα» Ἔπειτα, ἀφοῦ ἡ λέξις τίθεται εἰς εἰσαγωγικὰ ἀπὸ τοὺς συγγραφεῖς, προστίθεται: «’’Τὰ ἔθνη’’ καὶ οἱ ἐθνικὲς ταυτότητες δὲν εἶναι αὐθύπαρκτες ὀντότητες», ὁπότε ὁ Νικολαΐδης κραυγάζει: Τίποτε περισσότερον ἀνιστόρητον. Τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος εἶναι πανάρχαιον…

Τὰ τελευταῖα ἔτη, κατὰ τὴν καθηγήτριαν εἰς τὸ Π.Τ.Δ.Ε. τοῦ Πανεπιστημίου Ἰωαννίνων Σοφίαν Βούρη, «Ὡς ἐνδεχόμενες λύσεις διὰ τὴν υἱοθέτησιν τῆς διαπολιτισμικῆς προοπτικῆς εἰς τὰ σχολικὰ βιβλία ἱστορίας προτείνονται: ἡ ἀποδόμησις τῆς ἐθνοκεντρικῆς ἱστορικῆς ἀφηγήσεως, ἡ ἐπιβολὴ τῆς «ἐθνοκεντρικῆς λογοκρισίας», ἡ σχετικοποίησις τῆς ἐθνικῆς ἱστορίας μὲ τὴν ἰσότιμον παρουσίασιν τῶν ἄλλων ἐθνικῶν ἱστοριῶν, ἡ ἐπιλεκτικὴ χρῆσις τῆς ἱστορίας καὶ ἡ διεύρυνσις τοῦ περιεχομένου της μὲ θέματα ἀπὸ τὴν κοινωνικὴν καὶ οἰκονομικὴν ἱστορίαν, τὴν τέχνην καὶ τὸν πολιτισμόν, διεύρυνσις, ἡ ὁποία συνεπάγεται τὸν περιορισμὸν τῶν πολεμικῶν θεμάτων καὶ τὴν οὐδέτερη προσέγγισὶν των. Ἡ ἐλεγχομένη, ὅμως, διευθέτησις τῶν πολεμικῶν καὶ ἐπίμαχων θεμάτων θεωρεῖται ἀπὸ πολλοὺς μηχανιστική». Προσφυέστερα θὰ ἐχαρακτηρίζετο ὡσὰν ἀναχρονιστικὴ καὶ περιττή.

Διότι ὅλαι αἱ συζητούμεναι ρυθμίσεις ἐπραγματώθησαν ἤδη εἰς τὸ ἀπώτατον παρελθὸν καὶ μεταγενεστέρως. Ὁμολογουμένως γενέτειρα τῆς Ἱστορίας εἶναι ἡ Ἑλλάδα. Ἔχει δὲ πατέρα της τὸν Ἡρόδοτον, ὁ ὁποῖος εἰς τὰ ἐννέα βιβλία τῶν Ἱστοριῶν του, τῶν λεγομένων Μουσῶν, πέραν τῆς καθ᾿ αὐτὸ ἱστορικῆς ὕλης περιλαμβάνει καὶ ποικίλα ἄλλα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα μὲ τὴν πάροδον τοῦ χρόνου ἐξελίσσονται εἰς αὐτοτελεῖς γνωστικοὺς τομεῖς, ἐπιστῆμες, λαογραφία, ἐθνολογία, κοινωνιολογία… Ἐπὶ πολὺ δὲ αὐτὰ ἐθεωρήθησαν ὡσὰν τρωτά, ἁμαρτήματα. Ὅμως ἔγιναν κατόπιν ἀποδεκτὰ ὡς πρωτοποριακὰ καὶ ἀξιοσπούδαστα.

Ἡ Ἱστορία εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀνεδείχθη ὡς ἀκραιφνὴς ἐπιστήμη μὲ τὴν ἐπιμελημένην ἐπιλογὴν τῆς ἀπολύτως ἐνδεδειγμένης ‘’ἱστορικῆς’’, πολεμικῆς, ὕλης, συνάμα δὲ τῆς μεθοδολογίας καὶ τῆς δεοντολογίας, τὶς ὁποῖες καθιερώνει ὁ Θουκυδίδης, ὁ πρῶτος τῶν ἐξειδικευμένων ἐπιστημόνων ἱστορικῶν.

Βεβαίως αἰσθητοτέρα βελτίωσιν, λελογισμένον ἐκσυγχρονισμόν, ὑφίσταται ἡ Ἱστορία ἀπὸ τὸν Πολύβιον, ὁ ὁποῖος συγγράφει μὲ κέντρον, ἄξονα, ὄχι πλέον τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ τὴν Μεγάλην Ἑλλάδα, τὴν ‘’ἑλληνίδα’’ Ρώμην καθιστῶν αὐτὴν Οἰκουμενικὴν καὶ παραλλήλως προάγων τὴν ἀμεροληψίαν καὶ ἀντικειμενικότητα εἰς ἀνυπέρβλητα ἐπίπεδα.

Τὰ πρότυπα διαφυλάσσονται καὶ κατὰ τοὺς μεσαιωνικοὺς χρόνους, ὅπως διακρίνονται εἰς κείμενα τοῦ Ἰωάννου Λυδοῦ, Προκοπίου, Ἰωάννου Σκυλίτζη – Γεωργίου Κεδρηνοῦ, Ἄννας Κομνηνῆς, Γεωργίου Παχυμέρη, ἀκόμη καὶ τοῦ τόσον παρεξηγημένου Λαονίκου Χαλκοκονδύλη, ὁ ὁποῖος εἰς καίρια σημεῖα θυμίζει Θουκυδίδην! Ἀπηχήσεις διαπιστώνονται καὶ κατὰ τοὺς μεταβυζαντινοὺς καὶ μετέπειτα χρόνους, ὅταν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ Ἱστορία, τὴν ὁποίαν μὲ σπάνιαν σαφήνειαν καὶ θαυμαστὴν ἐπιστημοσύνην σκιαγραφεῖ πρὸ πάντων ὁ ἀκαδημαϊκὸς Διονύσιος Α. Ζακυθηνός, συγγράφεται μὲ προσήλωσιν εἰς τὴν τήρησιν τῶν κανόνων, τῶν ἀρχῶν καὶ μεθόδων της. Δὲν ὑπολείπονται δὲ καὶ οἱ ἐπιπολαίως ἐπικρινόμενοι καὶ ὑποτιμώμενοι ἱστορικοὶ τῆς τουρκοκρατίας καὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ ᾿21. Π.χ ὁ Χριστόφορος Περραιβὸς πείθει μὲ τὴν πηγαίαν καὶ αὐθόρμητον ὁμολογίαν του. Ὁ προβληματισμὸς τοῦ Περραιβοῦ ἀποτελεῖ πραγματικὸν ἀπόηχον τῆς πεποιθήσεως τοῦ Πολυβίου: «Φιλόπολιν δεῖ εἶναι τὸν ἀγαθὸν ἄνδρα καὶ φιλόπατριν, καὶ συμμισεῖν τοὺς ἐχθροὺς καὶ συναγαπᾶν τοὺς φίλους· ὅταν δὲ τὸ τῆς Ἱστορίας ἦθος ἀναλαμβάνῃ τις, ἐπιλαθέσθαι χρὴ πάντων τῶν τοιούτων, καὶ πολλάκις μὲν εὐλογεῖν καὶ κοσμεῖν τοῖς μεγίστοις ἐπαίνοις τοὺς ἐχθρούς, ὅταν αἱ πράξεις ἀπαιτῶσι τοῦτο, πολλάκις δ᾿ ἐλέγχειν καὶ ψέγειν ἐπονειδίστως τοὺς ἀναγκαιοτάτους, ὅταν αἱ τῶν ἐπιτηδευμάτων ἁμαρτίαι τοῦθ᾿ ὑποδεικνύωσι».

Κάποια παρέκκλισιν ἀπὸ τὴν πανάρχαιαν παράδοσιν εἰς τὴν ὀρθὴν θεώρησιν τῆς Ἱστορίας σημειώνεται μετὰ τὴν ἔναρξιν ἐξαπλώσεως τοῦ μαρξιστικοῦ ὑλισμοῦ καὶ τὴν ἐκπροσώπησίν του ἀπὸ πολιτικὸν κόμμα, τὸ ὁποῖον εἶχε ἤδη θέσει ὑπεράνω τῆς ἱστορικῆς ἀληθείας τὴν κομματικὴν σκοπιμότητα – ὄχι ἐντελῶς ἄγνωστη καὶ ἀπὸ ἄλλα κόμματα…Παράδειγμα πολυσχολιασμένον εἶναι ὁ Ἰωάννης Κορδάτος, ὁ ὁποῖος μὲ τὸ πρῶτον βιβλίον του, ἐπιγραφόμενον «Ἡ κοινωνικὴ σημασία τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821» (Ἀθήνα 1924), χαρακτηρίζει τὸν ἀγῶνα τῶν Ἑλλήνων ταξικόν, ἀλλὰ εἰς μεταγενέστερα δημοσιεύματά του ἀναιρεῖ αὐτὸν τὸν χαρακτηρισμὸν καὶ ὑποστηρίζει τὸν ἀπελευθερωτικὸν καὶ ἐθνικὸν χαρακτῆρα του! Ἔξ ἄλλου, ὅταν ὁ ἴδιος καὶ ὁ ‘’σύντροφός’’ του Πουλιόπουλος ἐξηναγκάσθησαν νὰ ἀπαρνηθοῦν τὴν ἱστορικὴν ἀλήθειαν, τὴν ἑλληνικότητα τῆς Μακεδονίας, θυσιάζοντες τὴν ἀκεραιότητα τῆς πατρίδος των, διεφώνησαν εἰς τὸ Μακεδονικὸν Ζήτημα καὶ διεγράφησαν ἀπὸ τὸ κόμμα.

Μεθωδευμένως γίγνεται λόγος περὶ Μακεδονίας εἰς τὸ Β.Ε. 2, δεύτερον ἀρνητικὸν σημεῖον, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Νικολαΐδης: «Χωρία ἐπιλεγμένα ποὺ προβάλλουν τὶς ξένες διεκδικήσεις. Κείμενα ποὺ μὲ τὰ σημερινὰ δεδομένα ἠμποροῦν νὰ χρησιμεύσουν εἰς τὴν σκοπιανὴν προπαγάνδα…». Ἀλλὰ καὶ τὰ ἱστορούμενα εἰς τὸ Β.Ε. 3, «μᾶς προσανατολίζουν σταθερὰ πρὸς τὴν πολιτικὴν τῶν Βορείων γειτόνων μας διὰ τῆς ἀποφυγῆς ἐσκεμμένως τῆς χρήσεως τοῦ ὅρου ἑλληνικὴ Μακεδονία, ἐκτὸς ἀπὸ μίαν ἤ δύο περιπτώσεις εἰς κείμενα ἑλληνικά…». Εἰς τὸ δὲ Β.Ε. 4, σ. 32 ὁ χάρτης παρουσιάζει τὴν Ἑλλάδα «κολοβωμένη (χωρὶς Μακεδονίαν καὶ Θράκην)». Συνοψίζων ὁ Νικολαΐδης ἀδίστακτα πληροφορεῖ «ὅτι καὶ τὸ περιεχόμενον καὶ ἡ μέθοδος τῶν βιβλίων ἀπὸ ἑλληνικῆς σκοπιᾶς εἶναι ἀπαράδεκτα ὡς ἐπικίνδυνα».

Ὁ καθηγητὴς Νεώτερης καὶ Σύγχρονης Βαλκανικῆς Ἱστορίας εἰς τὸ Τμῆμα Ἱστορίας καὶ Ἀρχαιολογίας τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Σπυρίδων Σφέτας προβαίνει εἰς πολλαπλῶς πειστικὲς παρατηρήσεις μὲ Ἀνακοίνωσιν, ἐπιγραφόμενην «Κριτικὴ προσέγγισις τοῦ ἐναλλακτικοῦ ἐκπαιδευτικοῦ ὑλικοῦ διὰ τὴν διδασκαλίαν τῆς Νεωτέρας Ἱστορίας τῆς Νοτιοανατολικῆς Εὐρώπης» (Ἡ ἀποδόμησις τοῦ Ἐθνικοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἱστορίας του, Ἑταιρεία Μακεδονικῶν Σπουδῶν, Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη ἀρ. 53. Ἐπιστημονικὴ Ἡμερίδα, Θεσσαλονίκη, 29 Ἀπριλίου 2007, 49-57): «Ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ δευτέρου τόμου ,,Ἔθνη καὶ κράτη στὴ Νοτιοανατολικὴ Εὐρώπη,, τὰ ἐθνικὰ κράτη θεωροῦνται ὡς παρωχημένα μορφώματα καὶ τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα ὑποτίθεται ὅτι δημιουργοῦνται τεχνητὰ ἀπὸ τοὺς διανοουμένους ἐντὸς τοῦ πλασίου τῶν ἐθνικῶν κρατῶν, δὲν εἶναι ἱστορικὲς ὀντότητες. Ἔτσι, ἀπονευρώνεται πλήρως ἡ ἐθνικὴ ἰδεολογία καὶ ἰσοπεδώνονται τὰ ἱστορικὰ ἔθνη (Ἕλληνες, Σέρβοι, Βούλγαροι) μὲ τὰ νέα πολιτικὰ ἔθνη τοῦ 20ου αἰ. Ἡ κατάρα τοῦ ἐθνικισμοῦ θεωρεῖται ἡ αἰτία τῶν συνεχῶν διενέξεων εἰς τὰ Βαλκάνια καὶ ἡ ἀπομυθοποίησις τοῦ ἔθνους ἡ ἐγγύησις τῆς συμφιλιώσεως καὶ τῆς εἰρηνικῆς συνυπάρξεως τῶν βαλκανικῶν κρατῶν ἐντὸς τῆς Ἡνωμένης Εὐρώπης. Ἄν οἱ ἀφορισμοὶ αὐτοὶ ὑποκρύπτουν τὶς πολιτικὲς ἐπιδιώξεις ὡρισμένων κύκλων διὰ τὸ μέλλον τῶν Βαλκανίων, ὁ ἱστορικὸς ὀφείλει νὰ ἀντιδράσῃ…» (ἡ ὑπογράμμισις Α.Γ.Λ.)

Εὐσχήμως ἐπίσης ἐνίσταται: «Ἡ ἐγκατάστασις εἰς τὴν Θεσσαλονίκην τῶν ἐκδιωχθέντων Ἑβραίων ἀπὸ τὴν Ἰσπανίαν δὲν ἐστεροῦσε τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ ἱστορικὰ δίκαια εἰς μίαν πόλιν, τὴν ὁποίαν Ἕλληνες εἶχον οἰκοδομήσει, εἰς μίαν πόλιν, ἡ ὁποία ἦτο ἡ δευτέρα πόλις τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας, εἰς μίαν πόλιν, ἡ ὁποία οὐδέποτε περιῆλθεν ὑπὸ σλαβικὴν κυριαρχίαν…». Ὑψηλὸν χρέος τοῦ ἱστορικοῦ ὑποδηλώνουν καὶ τὰ ἀκόλουθα: «Εἶναι πρόδηλον ὅτι ἡ θετικῶς γενικὰ εἰκὼν ποὺ προβάλλεται διὰ τὴν ὀθωμανικὴν αὐτοκρατορίαν, ὅτι δηλαδὴ δὲν ἦτο ἡ βασικὴ αἰτία τῆς ὀπισθοδρομήσεως τῶν Βαλκανίων, συνδέεται ἀμέσως μὲ τὴν εὐρωπαϊκὴν προοπτικὴν τῆς συγχρόνου Τουρκίας. Εὔλογα ἐνεργοποιεῖται εἰς τὸν ἁπλὸν ἀναγνώστην τὸ σύνδρομον τῆς συνωμοσίας: μήπως μὲ τὴν προεξόφλησιν τοῦ θανάτου τῶν ἐθνικῶν κρατῶν καὶ μὲ μίαν ἐπιστροφὴν τῆς Τουρκίας εἰς τὰ Βαλκάνια μέσῳ τῆς Εὐρωπαΐκῆς Ἑνώσεως, ἡ ὁποία ὡς πολιτικὴ ὀντότης δὲν ἔχει τὴν ἀπαραίτητον ἐσωτερικὴν συνοχὴν καὶ τὴν βαρύτητα εἰς τὴν διεθνῆ σκηνήν, καλλιεργεῖται ἕν εἶδος νεοοθωμανισμοῦ, μήπως ἡ θετικὴ συνολικῶς ἀποτίμησις τῆς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας, ἡ ἀναφορὰ εἰς τὴν συμβίωσιν τῶν βαλκανικῶν λαῶν, εἰς τὴν ἑνότητα τοῦ χώρου ποὺ ἀποκατέστησε ἡ Pax Ottomana, προοιωνίζονται τὰ συμβησόμενα;» Ἐπιπροσθέτως ἐπιμένει: «Τὸ βασικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ θέσῃ ὁ πρῶτος τόμος εἶναι κατὰ πόσον ἡ ὀθωμανικὴ αὐτοκρατορία συνιστᾶ συνέχειαν ἤ ρῆξιν μὲ τὸ παρελθὸν τῶν βαλκανικῶν λαῶν, πῶς τελικῶς οἱ ἴδιοι οἱ Βαλκάνιοι ἀντεμετώπισαν τοὺς Ὀθωμανούς. Δὲν ὑπάρχει καμία οὐσιαστικὴ ἀναφορὰ εἰς τοὺς ἱστορικοὺς τῆς Ἁλώσεως…ἡ ὀθωμανικὴ κατάκτησις ἀνέκοψε τὶς πρόδρομες μορφὲς τοῦ ‘’ἐθνικοῦ κράτους’’ (Ἕλληνες ἐσμὲν τὸ γένος, ὡς ἥ τε φωνὴ καὶ ἡ πάτριος παιδεία μαρτυρεῖ)…
…Ὅποιες καὶ νὰ ἦσαν οἱ προθέσεις τῶν συντακτῶν τῶν τόμων, ὅτι δηλαδὴ ἡ ἱστορία σήμερα πρέπει νὰ γράφεται χωρὶς τὰ στερεότυπα τοῦ παρελθόντος καὶ τὰ διαθλαστικὰ πρίσματα, ὅτι οἱ βαλκανικοὶ λαοὶ πρέπει νὰ ἀλληλογνωρισθοῦν, ἡ προσπάθειά των δὲν ὑπῆρξεν ἐπιτυχής…». Ἐν τέλει ὁ καθηγητὴς Σφέτας ἐρωτᾶ: «Διατὶ ἡ πρωτοβουλία αὐτὴ νὰ ἀνήκῃ εἰς διάφορα ἐξωτερικὰ κέντρα καὶ νὰ μὴ εἶναι μέριμνα τοῦ ἐθνικοῦ κράτους;».

Σχετικῶς μὲ τὰ λοιπὰ κράτη τῆς ΝΑ Εὐρώπης εἶναι διαπιστωμένον ὅτι καὶ μὲ κομμουνιστικὸν καθεστώς, τὸ ὁποῖον διὰ ἐξωτερικὴν κατανάλωσιν διεκήρυσσε ἰδέες διεθνιστικές, εἰς τὴν σχολικὴν καὶ διδακτέαν ὕλην ἡ ὅλη διατύπωσις ἦτο ἐθνικιστική. Εἰς τὸ τετράτομον ἐναλλακτικὸν ὑλικόν ἡ παρουσίασις τοῦ ἑλληνικοῦ δυναμικοῦ μειονεκτεῖ εὐδιακρίτως καὶ ὄχι πάντοτε ἐξ αἰτίας ἀλλοτρίων. Ἐνδεικτικῶς ἀναφέρεται ἡ ἀποξένωσις ἀπὸ τὸν Ἑλληνισμὸν διακεκριμένου λογίου, μάλιστα μὲ γραφίδα ἑλληνικήν. Συγκεκριμένως πρόκειται διὰ τὸν Ἰώσηπον Μοισιόδακα, τὸν ὁποῖον καὶ σήμερον Ρουμάνοι εἰδικοὶ κατατάσσουν εἰς τοὺς Ἕλληνας (Paula Scalcau, Grecii din Romania. Editura OMONIA. Bucuresti, 2005, 228, 229, 301. Idem, Elenismul in Romania. Editura OMONIA. Bucuresti, 2006, 95. Ἐπίσης Ἕλληνες εἰδικοί: Ἀθανάσιος Ε. Καραθανάσης, Οἱ Ἕλληνες λόγιοι στὴ Βλαχία (1670-1714). Συμβολὴ εἰς τὴν μελέτην τῆς ἑλληνικῆς πνευματικῆς κινήσεως εἰς τὶς Παραδουνάβιες Ἡγεμονίες κατὰ τὴν προφαναριωτικὴν περίοδον. 194 Ἵδρυμα Μελετῶν Χερσονήσου τοῦ Αἵμου. Θεσσαλονίκη 1982. Ιdem, Ὁ Ἑλληνισμὸς τῆς Τρανσυλβανίας. Θεσσαλονίκη 2003 καὶ Elena Lazar, Interferente literare Romano-elene. Editura OMONIA. Bucuresti, 2007).

Ἐξ ἄλλου ἤδη τὸ 1989 εἰς τὸ τεῦχος 3 τῆς περιοδικῆς ἐκδόσεως τοῦ Ἱδρύματος Μελετῶν Χερσονήσου τοῦ Αἵμου Βαλκανικὰ Σύμμεικτα, σελ. 266-267, σημειώνονται: «Τὸ 1714 ὁ ἡγεμὼν τῆς Μολδαβίας Νικόλαος Μαυροκορδάτος ἵδρυσε εἰς τὸ Ἰάσιον τὴν πριγκιπικὴν Ἀκαδημίαν, ἕν εἶδος Πανεπιστημίου, ὅπου ἐδίδασκον σχεδὸν μόνον Ἕλληνες καὶ ἐσπούδαζον, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς Ρουμάνους, καὶ Ἕλληνες φοιτηταί.Οὕτω εἰς τὸ Ἰάσιον, τὸ ὁποῖον μετὰ τὸ 1765 ἔγινε ἕν σπουδαῖον κέντρον τοῦ νεοελληνικοῦ διαφωτισμοῦ, εἰσάγεται ἡ γερμανικὴ φιλοσοφία τοῦ διαφωτισμοῦ (Christian Wolff, Friedrich Christian Baumeister). Ἀπὸ ἐδῶ ἐξεκίνησαν οἱ ἐπιδράσεις τῆς γερμανικῆς φιλοσοφίας εἰς τὴν ἑλληνικὴν φιλοσοφίαν καὶ λογοτεχνίαν τοῦ διαφωτισμοῦ καὶ μετεφυτεύθησαν μέσῳ τῶν Ἑλλήνων διδασκάλων (π.χ. Νικολάου Τζερτζούλη, Νικολάου Βαρκώση, Ἰώσηπου Μοισιόδακα κ.ἄ.) εἰς τὰ διάφορα ἑλληνικὰ πολιτισμικὰ κέντρα τοῦ ὀθωμανικοῦ κράτους».

Ὁ Ἰώσηπος Μοισιόδαξ δὲν εἶναι μοναδικὴ ἑλληνικὴ προσωπικότης εἰς τὶς Παραδουνάβιες Ἡγεμονίες, εἰς τὴν Ρουμανίαν τῶν ἡμερῶν μας. Ὁ Ἑλληνισμὸς ἐμφανίζεται εἰς τὴν παραδουνάβιαν καὶ ὑπερδουνάβιαν χώραν διαχρονικῶς καὶ ὄχι ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν διάρκειαν τῆς τουρκοκρατίας. Ἰχνηλατεῖται ἀπὸ τὴν ἀπωτάτην ἀρχαιότητα μὲ τὴν ἐκστρατείαν τῶν Ἀργοναυτῶν καὶ τὶς κρητομυκηναϊκὲς ναυτιλιακὲς ἐπιδόσεις, τὴν ἵδρυσιν ἑλληνικῶν ἀποικιῶν εἰς τὰ παράλια τοῦ Εὐξείνου Πόντου καὶ τῶν ἐκβολῶν τοῦ Δουνάβεως, τὴν ἐγκατάστασιν ἑλληνικῶν ἐμπορείων εἰς τὶς ὄχθες τοῦ Δουνάβεως καὶ τῶν παραποτάμων του, ὥστε νὰ ὀνομάζεται καὶ ‘’ἑλληνικός’’, ὅπως ἐπίσης καὶ ἄλλοι μεγάλοι ποταμοί. Διὰ τὴν Ρουμανίαν πέραν τῶν ἀρχαιολογικῶν εὑρημάτων ἀφθονοῦν καὶ οἱ ἀναφορὲς τοῦ Ἡροδότου, θησαυρισμένες ἤδη καὶ εἰς ρουμανικὸν εἰδικὸν λεξικόν. ‘’Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν’’ τῆς Γετοδακίας (ἀρχαίας Ρουμανίας) ἔχει διατελέσει Ἕλλην, ὁ Ἀκορνίων. Ὡς διπλωμάτης διακρίνεται καὶ ὁ Ἀρισταγόρας, ὅταν ἡγέτης τῶν αὐτοχθόνων εἶναι ὁ Κότυς. Ἕλληνες συναντᾶ εἰς τὰ ρουμανικὰ παράλια ὁ ἐξόριστος Λατίνος ποιητὴς Ὀβίδιος, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ ἀξιόπιστον πηγὴν διὰ τοὺς αὐτόχθονας. Ἡ Δακία κατακλύζεται ἀπὸ Ἕλληνας τῆς ἐγγὺς Ἀνατολῆς, Μικρασιάτες, Κυπρίους, Κρητικούς, Ἑλλαδίτες. Μεταξὺ αὐτῶν διαπρέπουν ἰδιαιτέρως ὁ μηχανικός-ἀρχιτέκτων Ἀπολλόδωρος, εἰς τὸν ὁποῖον ὀφείλεται ἡ κατασκευὴ τῆς γεφύρας Drobeta τοῦ Δουνάβεως καὶ πολλῶν καλλιτεχνικῶν ἀριστουργημάτων, ποὺ γνωρίζουν ξένοι λαοί, ἀλλ᾿ ἀγνοοῦν οἱ …Νεοέλληνες! Ἐξ ἴσου διαπρεπὴς ἀνεδείχθη καὶ ὁ προσωπικὸς θεράπων ἰατρὸς τοῦ αὐτοκράτορος Ἀδριανοῦ καὶ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἐκστρατευτικοῦ ρωμαϊκοῦ σώματος Κρίτων, ὁ ὁποῖος ἐπεδόθη καὶ εἰς τὴν μελέτην τῆς γετοδακικῆς χλωρίδος μὲ φαρμακευτικὸν σκοπόν, καθὼς καὶ εἰς τὴν συγγραφὴν τῆς ἱστορίας τῆς νεορωμαϊκῆς ἐπαρχίας μὲ τίτλον Γετικά, εἰς τὴν ἑλληνικὴν γλώσσαν, ἄν καὶ ἦτο γνώστης καὶ χρήστης τῆς λατινικῆς ὡς Ρωμαῖος πολίτης, ὅπως πιστοποιεῖται καὶ ἀπὸ τὸ πλῆρες ρωμαϊκὸν ὄνομά του Titus Stabilius Crito, ἀπολύτως πειστικὸν παράδειγμα αὐτοῦ ποὺ σήμερα ἀποκαλεῖται ..Ἑλληνόβλαχος! Ἕλληνες δὲν ἀπουσιάζουν οὔτε κατὰ τοὺς σκοτεινοὺς χρόνους τῶν καθόδων καὶ ἐγκαταστάσεων μεταναστευτικῶν λαῶν, π.χ. Γότθων, τοὺς ὁποίους καὶ ἐκχριστιανίζουν. Ἤδη εἶναι διαπιστωμένη ἡ διάδοσις τοῦ Εὐαγγελίου ἀπὸ τὸν Καππαδόκην Ἕλληνα Γούλφιλα ἤ Οὔλφιλα, δημιουργὸν τῆς ‘’Γοτθικῆς Γραφῆς’’.

Εἰς τὴν ἀνάστατην αὐτὴν περιοχήν συνεχίζουν τὶς ἀποδημίες καὶ Ἕλληνες ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴν χερσόνησον, ἀπὸ τὸν Ἠπειροθεσσαλικὸν χῶρον τῶν Αἰθίκων, μεταξὺ τῶν ὁποίων τὴν αἰωνιότητα κατακτᾶ εἷς φιλόσοφος, ὁ Αἴθικος Ἱστρικός, εἰς τὸν ὁποῖον ἀποδίδεται ἡ δημιουργία ἐνὸς Ἀλφαβήτου καὶ μιᾶς Κοσμογραφίας.

Ἡ ἀνατολικὴ ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία μεριμνᾶ καὶ διὰ τοὺς διάσπαρτους εἰς τὰ Παραδουνάβια Ἕλληνας ἤ πλέον ὀρθότερον Ρωμαίους, οἱ ὁποῖοι κατέληξαν Ρωμιοί, καθὼς καὶ διὰ τοὺς ἐκρωμαϊσμένους Δάκες, Γέτες κ.ἄ. Σωστικοὶ παράγοντες τοῦ Ρωμαϊσμοῦ καὶ ὑπέρμαχοι πολιτισμοῦ κατὰ τὴν περίοδον τῶν φοβερῶν ἀναστατώσεων ἀποβαίνουν ὁ ‘’ρωμαϊκός’’, Βυζαντινὸς στόλος τοῦ Δουνάβεως καὶ τὰ παραδουνάβια ὀχυρὰ τῶν Βυζαντινῶν.

Οἱ Ἕλληνες παρομοίως δροῦν καὶ πρὸς τοὺς Σλάβους, τῶν ὁποίων μετριάζουν τὴν ἐπιθετικότητα κατὰ τῶν πληθυσμῶν τῆς Γετοδακίας (Ρουμανίας), ὅπου ἀρχίζει καὶ ἡ διαμόρφωσις καὶ ἡ χρῆσις τῆς σλαβωνικῆς. Εἰς τοὺς δὲ Γετοδάκες, ἐκρωμαϊσμένους ἀλλὰ σχεδὸν περιμετρικῶς ἐγκλωβισμένους ἀπὸ Σλάβους καὶ ἄλλους, ἡ Κωνσταντινούπολις, ἡ πρωτεύουσα τῆς Ρωμανίας, ἐφ᾿ ὅσον ἐπικαλοῦνται τὴν ρωμανικότητά τους δὲν ἀδιαφορεῖ. Ὕστερον, πρὸ καὶ μετὰ τὴν ἅλωσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, οἱ Ἕλληνες τῶν Παραδουναβίων Ἡγεμονιῶν ἀποτελοῦν καὶ ὑψηλοτέραν ἀποστολὴν ὡς ἡγεμόνες καὶ ποικιλώνυμοι ἀξιωματοῦχοι ἤ ἀρχηγοὶ πρώιμης ἀντιστάσεως κατὰ τοῦ τουρκικοῦ ἐπεκτατισμοῦ.

Πραγματικῶς ἐκπλήσσουν ὅσα χρεώνονται εἰς τοὺς Ἠπειρῶτες Βασίλειον Λοῦπον καὶ Μιχαὴλ τὸν Γενναῖον. Ἐξ ἴσου ἐκπληκτικῶς ἀπηχεῖ ἡ συμβολὴ τῶν Ἑλλήνων εἰς τὴν διάσωσιν τῆς Ὀρθοδοξίας εἰς τὸν χῶρον τῆς σημερινῆς Ρουμανίας, συνάμα δὲ εἰς τὴν κάθαρσιν τῆς δημώδους ρωμανικῆς γλώσσας τοῦ πληθυσμοῦ, τῶν λαϊκῶν στρωμάτων, καθὼς καὶ εἰς τὴν ἀνάδυσιν καὶ χρῆσιν της ἀντὶ τῆς σλαβωνικῆς, χάριν εἰς τὸν ἐμπνευσμένον συμπατριώτην τοῦ Κοραῆ διάκονον Κορέσην, ὁ ὁποῖος τοὺς ἐχάρισε καὶ ὡς ἐθνικὸν ὄνομα τὸ σημασιολογικῶς ἀλλοιωμένον Ρωμάνος, ποὺ εἶχε καταντήσει μὲ τὴν σημασίαν ‘’δοῦλος’’. Ὁ δὲ πρῶτος ἱστορικὸς τῆς Ρουμανίας, καταγόμενος ἀπὸ τὸ Πήλιον τῆς Θεσσαλικῆς Μαγνησίας, Δανιὴλ Φιλιππίδης, κατὰ τὴν ὁμολογίαν καὶ συγχρόνου μας διακεκριμένου Ρουμάνου ἱστορικοῦ, τοῦ E. Stanescu, καθιέρωσε τὸ ἐθνωνύμιον Ρουμανία ἀνύπαρκτον εἰς τὴν Δακίαν, δοθέντος ὅτι ἡ γένεσίς του χρονολογεῖται μετὰ τὴν ἐγκατάλειψίν της ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους, ἀκριβέστερον δὲ ἀπὸ τὸν Αὐρηλιανόν, 271 μ.Χ.

Προφανέστερον, συγγενὴς τοῦ πρώτου ἱστορικοῦ τῆς Ρουμανίας ὁ ὁμώνυμος Φιλιππίδης Ἀλέξανδρος, καθηγητὴς Πανεπιστημίου καὶ τακτικὸν μέλος τῆς Ρουμανικῆς Ἀκαδημίας, θεμελιωτὴς τῆς Γλωσσολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἰασίου, μύστης τῶν ἱστορικῶν πηγῶν τεκμηριώνει τὴν ἐντατικὴν διαδικασίαν ἀναρωμανισμοῦ ἀπὸ τὸν 7ον αἰῶνα τῶν πρὸς βορρᾶν τοῦ Δουνάβεως ἐδαφῶν μὲ ἄνοδον ρωμανικῶν πληθυσμῶν κατωδουναβικῶν, βαλκανικῶν, εἰς δίτομον ὀγκώδη συγγραφήν (Ἰάσιον, 1923-1927, τ. Α’ σελ. 889 καὶ τ. Β’ σελ. 829) διὰ τὴν καταγωγὴν τοῦ ρουμανικοῦ λαοῦ καὶ τῆς γλώσσης του (Enciclopedia istoriografiei romanesti, Bucuresti, 1978, 263), ἐπιστημονικὸν ἐπίτευγμα ἀποδεκτὸν τόσον ἀπὸ Ρουμάνους ἐπιστήμονες (T. Papahagi, N. Roman, A. Sacerdroteance, I. Siadbei, Ch. Cotosman, C. Daicoviciu- H. Daicoviciu) κ.ἄ. ὅσον καὶ ἄλλων χωρῶν, π.χ. E. Bourciez καὶ P. Garde. Ὁ δὲ Οὗγγρος Κ. Κadlek κάμνει λόγον διὰ μετανάστευσιν Ρωμάνων (Βλάχων) ἀπὸ Θεσσαλίαν!

Παρὰ τὶς πολύτιμες ἐπιστημονικὲς περγαμηνὲς καὶ τὸ ἐθνικὸν ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει τὸ ἔγκριτον σύγγραμμα διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἰδίως μετὰ τὴν ἐπινόησιν, ὅπως ἀποκαλύπτει ρουμανικὴ ἐπιστημονικὴ καὶ πολιτικὴ προσωπικότης, ὁ Mihail Kogalniceanu, ἀπὸ τὴν ρουμανικὴν πλευρὰν τῶν ‘’Μακεδο-Ρουμάνων’’, ὁ ὁμογενὴς Ἀλέξανδρος Φιλιππίδης, πανεπιστημιακὸς καὶ ἀκαδημαϊκός, μένει ἄφαντος εἰς τὰ ἀζήτητα, ἀγνοεῖται δὲ καὶ εἰς τὸν γενέθλιον τόπον του, τῶν προγόνων του, ὅπου ‘’θριαμβεύει‘’ ὁ δήμαρχος Βόλου Ν. Γεωργιάδης μὲ συγγραφήν του, ἡ ὁποία διατηρεῖται ἀκόμη ὡσὰν ,,δεκανίκι,, τῆς ρουμανικῆς προπαγάνδας.

Θλίψιν καὶ ὀδύνην προκαλεῖ ἡ ἀγνόησις καὶ ἄλλης πανευρωπαϊκοῦ ἐνδιαφέροντος συμβολῆς τοῦ προγενεστέρως ἐγκατεστημένου εἰς τὴν Ρουμανίαν ὁμογενοῦς Νικολάου Σπαθάρη- Μilescu, ὁ ὁποῖος ἐπέφερε τὴν ἀνάσχεσιν τῆς ἐξαπλώσεως τοῦ ἰσλαμισμοῦ εἰς τὴν Εὐρώπην πρὸ τῶν πυλῶν τῆς Βιέννης (1683) καὶ τὴν πλατυτέραν ἀφύπνισιν τῆς Εὐρώπης διὰ τὸν ἰσλαμικὸν κίνδυνον. Εἰς τὴν πνευματικὴν ἀνάπτυξιν καὶ ρουμανικὴν ἐθνικὴν ἀναγέννησιν ἀναγνωρίζεται πλέον ἀπὸ τοὺς Ρουμάνους ἐπιστήμονες, ὡς ἐξαιρετικὴ καὶ ἡ συμβολὴ τῶν τόσον κακολογημένων Φαναριωτῶν μὲ τίμημα πολλὲς φορὲς τὴν ἴδιαν τὴν ζωήν των, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν ἀπώλειαν εἴκοσι τεσσάρων Ἑλλήνων ἡγεμόνων, μεγάλων δειρμηνέων, λογοθετῶν καὶ παντοίων ἀξιωματούχων, οἱ ὁποῖοι ἐκρεμάσθησαν ἤ ἐκαρατομήθησαν εἰς διάστημα μόλις 62 ἐτῶν.

Ἡ ὕπαρξις Ἑλλήνων εἰς τὴν Ρουμανίαν δὲν διακόπτεται. Ἐμφανεστέρα ὁπωσδήποτε καὶ πολυμορφοτέρα γίγνεται καὶ κατὰ τὴν μεταφαναριωτικὴν περίοδον εἰς τὴν πολιτικήν, εἰς τὶς ἐπιστῆμες, εἰς τὰ γράμματα, εἰς τὶς τέχνες, εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν, εἰς τὸ ἐμπόριον, εἰς τὴν οἰκονομίαν, εἰς τὴν ναυτιλίαν, κατ᾿ ἐξοχὴν ποταμοπλοΐαν, εἰς τὴν βιοτεχνίαν, εἰς τὴν διπλωματίαν. Εἰς τὸν εὐρύτερον ρουμανικὸν χῶρον κατὰ τοὺς 19ον-20ον αἰῶνας ἀδιάψευστοι μάρτυρες λογίζονται οἱ Ἑλληνικὲς Κοινότητες, Ἐκκλησίες, Συντεχνίες, Ἐπιχειρήσεις-Ἐργοστάσια, Τυπογραφεῖα, Ἐφημερίδες…Μία προσωπικὴ πιστοποίησις ἑλληνικῆς καταστάσεως εἰς τὰ βορειότερα τῆς ΝΑ Εὐρώπης κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ 20ου αἰῶνος ἀφηγεῖται μὲ πρόδηλον συγκίνησιν ὁ καλλίτερον ἀπ᾿ ὅλους ἐνημερωμένος σχετικῶς Ἀντώνιος Θ. Σπηλιωτόπουλος: «Ἀπὸ τῆς Βιέννης ἕως τὴν Βούδαν καὶ τὴν Πέστην, ἀπὸ Βουκουρεστίου, Ἰασίου καὶ Γαλατσίου μέχρι Βελιγραδίου κι᾿ ἀπὸ Βελιγραδίου μέχρις Σουλινῶν τῆς Βουλγαρίας δὲν συνηντήσαμεν εἰ μὴ Ἕλληνας, Ἕλληνας, Ἕλληνας! Ὁ Ἕλλην Ἱερεύς, τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον, ὁ Ἕλλην Διδάσκαλος, τὸ Ἑλληνικὸν Φιλανθρωπικὸν Ἵδρυμα, ἡ Ἑλληνικὴ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ὁ Ἕλλην ἰατρός, ὁ Ἕλλην μεγαλέμπορος, ὁ Ἕλλην τραπεζίτης, μᾶς ὑπεδέχοντο παντοῦ, πόσον μεγάλη εἶναι εἰς τὴν πραγματικότητα ἡ Ἑλλάς! Τὸ Ἑλληνικὸν στοιχεῖον κυριολεκτικῶς εἶναι ἐκχυλίζον εἰς τὰς ὡς ἄνω χώρας». (Ἀντ. Ἐπ. Σπηλιωτοπούλου, Αἱ ὑπηρεσίαι πρὸς τὴν πατρίδα τῆς οἰκογενείας Σπηλιωτοπούλου, Ἀθῆναι 1997,28).

Ὡστόσον οἱ ὑπηρεσίες τοῦ Ἑλληνισμοῦ δὲν περιορίζονται εἰς τοὺς Ρουμάνους. Μὲ τὴν ἴδιαν διάθεσιν καὶ γενναιοδωρίαν διέθεταν οἱ Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι ἤσκουν ὁποιανδήποτε ἐξουσίαν ἤ διετέλουν ἀπόδημοι, πρὸς ὅλους τοὺς λαούς, ὄχι μόνον τῆς ΝΑ Εὐρώπης, ἀλλὰ καὶ τῆς σύνολης, ὅπως μὲ παρρησίαν καὶ σαφήνειαν διδάσκει, ὅσα προσεφέρθησαν πρὸς τοὺς Σλάβους ὁ διάσημος Τσέχος καθηγητὴς τῶν Πανεπιστημίων Πράγας καὶ Χάρβαρντ Frantisek Dvornik, τοῦ ὁποίου τὰ διδάγματα ἀναμεταδίδει ὁ ὁμόλογός του καὶ ὁμογενής μας καθηγητὴς Π.Π. Χαρανῆς κατὰ τὴν ἀναγόρευσίν του ‘’εἰς ἐπίτιμον διδάκτορα τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης’’. Ὠμότερον δὲ καὶ εἰλικρινέστερον παραδέχεται ὁ Βούλγαρος καθηγητὴς Alex Balabanoff – εἰς μετάφρασιν Νικ. Ἀνδριώτη-ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλγαρία «χρωστᾶ εἰς αὐτὴν τὴν γειτονιά. Ἀκόμη καὶ τὴν πνοὴ τῆς ἐλευθερίας…»!

Ὡς πρὸς τὴν γειτονικὴν Σκυπίριαν, Ἀλβανίαν, ὑφίστανται καὶ ὁλοζώντανες ἑλληνικὲς προσφορές. Ὁ ἀρχικῶς Πρόεδρος Δημοκρατίας καὶ σήμερον Πρωθυπουργὸς Μπερίσσα ἔχει ἑλληνικὲς διαρκείας σχεδὸν δύο αἰώνων καταβολές, οἱ ὁποῖες πρωτοεῖδαν τὸ φῶς δημοσιότητος (Νέα Ἑστία- Ἀφιέρωμα εἰς τοὺς λαοὺς τῆς Χερσονήσου τοῦ Αἵμου-Χριστούγεννα 1994, 84α), ὅταν ἐπεχείρει παρεμπόδισιν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου εἰς τὴν ἄσκησιν τῶν καθηκόντων του, εἰς τὴν δὲ ’’Δίκη τῶν Πέντε’’ (Κ. Κυριακοῦ, Ἐλεύθερος-Φυλακισμένος, Ἀθῆναι 1997, 13) ἐσκηνοθετήθη καὶ κατηγορία «διὰ τὸν ἐξελληνισμὸν τῆς νοτίου Ἀλβανίας», τῆς ὁποίας πράγματι τὸν ἑλληνικὸν χαρακτῆρα, τὴν ἑλληνικότητα εἶχε ὁμολογήσει ὁ ἀκραιφνέστερος Σκοπιτάρος τοῦ μεσοπολέμου Basri-bey, τ. βουλευτὴς εἰς τὸ Ὀθωμανικὸν Κοινοβούλιον, πρόεδρος τῆς δευτέρας ἐθνικῆς ἀλβανικῆς κυβερνήσεως καὶ ἀναπληρωτὴς ἀρχηγὸς τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας (1915-1916), κρατούμενος τῶν Αὐστρο-οὑγγρικῶν στρατιωτικῶν φυλακῶν (1916-1918), τίτλοι παρατιθέμενοι εἰς τὸ ἐξώφυλλον γαλλογλώσσου δημοσιεύματός του [μὲ κωδικὸν ἀριθμὸν Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης Γαλλίας: 40 J 719 (48)], τὸ ὁποῖον ἐπιγράφεται: Ἡ Ἀνατολὴ ἀποβαλκανοποιημένη καὶ ἡ Ἀλβανία. Αἰτία τῶν τελευταίων Πολέμων καὶ μέλλουσα Εἰρήνη, ἄ.τ.χ., 5, ὅπου παρέχονται καὶ οἱ ἑπόμενες πληροφορίες: «Μὲ τὸν ἀρχέγονον μικρὸν λαόν της, διηρημένον εἰς τρεῖς μεγάλες θρησκεῖες, ἡ Ἀλβανία ἕως τώρα στερεῖται ἐθνικῆς συνειδήσεως. Κάθε κίνημά της ἐθνικὸν εἶναι ἐπίπλαστον, εἰσαγόμενον ἀπὸ τὸ ἐξωτερικό, πρὸ πάντων ἀπὸ τὴ Βιέννη». (Βλ. καὶ Jean Claud Faveyrial, Histoire de l᾿Albanie. Edition etablie et presentee par Robert Elsie. Dukagjini, Peja 2001. XVIII + 426pp., καὶ Μιχαὴλ Γ. Τρίτου, Τὸ Τάγμα τῶν Λαζαριστῶν καὶ ἡ Ρουμανικὴ Προπαγάνδα. Ἐκδοτικὸς Οἶκος Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 2004, 12, 16 σημ. 19, 20 σημ. 30,31 κἑ.). Μὲ ἀληθινὴν ἀνωτερότητα καὶ πηγαίαν εὐσυνειδησίαν προσθέτει καὶ τὴν ἑπόμενην πληροφορίαν ὁ Basri-bey: «Ἀναγνωρίζομε τὸν ἑλληνικὸν χαρακτῆρα τῆς νότιας Ἀλβανίας, ὅπου τὸ ὑπεραιωνόβιον πολιτισμικὸν ἔργον τῶν σχολῶν της κυριαρχεῖ ἠθικὰ καὶ ἐθνικά».

Τοῦ Faveyrial τὸ ἀσυγκράτητον μίσος κατὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἶχε ἐπισημάνει καὶ ὁ G. Weigand [Οἱ Ἀρωμοῦνοι (Βλάχοι), Α’ 283]: «Μὲ ἰδιαιτέραν ἐμπάθειαν ὡμιλοῦσε γιὰ τοὺς ‘’maudits Grecs’’ (κατηραμένους Ἕλληνες), ποὺ οἱ Λαζαριστὲς εἶναι οἱ ἀδιόρθωτοι ἀντίπαλοί των, ὅσον καὶ νὰ ,,ξετρελαίνεται,, ὁ γαλλικὸς λαὸς γιὰ τὴν Ἑλλάδα». Ἡ δημοσιοποίησις συνιστᾶ διάβημα δηλωτικὸν διαπιστώσεως μισελληνισμοῦ πέραν τῆς ὁποιασδήποτε προσχεδιασμένης καὶ πληρωμένης πολεμικῆς, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ ἴδιος εἶχε δριμύτατα ἀσκήσει μισθοδοτούμενος ἀπὸ ρουμανικὲς κυβερνήσεις (Ἀχ. Λαζάρου, Ὁ G. Weigand καὶ ὁ Th. Kahl ὡς προπαγανδιστές, Τὸ Πάπιγκο, 77, 2007, 19-22, καὶ Ἡ Πρόοδος (Σερρῶν), 30.12.2006-4.1.2007).

Τὴν ὁμολογίαν τοῦ Basri-bey ὑπερθεματίζει ὁ Ἰταλὸς δημοσιογράφος Antonio Canini (La Questione dell᾿ Epiro, Roma 1879,8), πολὺ ἐνωρίτερον καὶ διὰ τὰ βορειότερα τῆς Βορείου Ἠπείρου: «Αὐτὴ ἡ ὑπεροχὴ τοῦ ἑλληνικοῦ στοιχείου δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν δύναμιν: εἶναι ἕν φυσικὸν ἐπακόλουθον τῆς φυλετικῆς καὶ πολιτιστικῆς ἀνωτερότητος, ἡ ὁποία ἀκόμη καὶ κατὰ τὶς δυσχερέστερες διὰ τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος περιόδους δὲν εἶχε παύσεις». Ἐπιπροσθέτως οὔτε εἰς μεταγενέστερον δημοσίευμά του (Lettere al giornale ‘’L᾿ andriatico’’ sulla questione balcanica con una appendice sull᾿ Eπiro e sull᾿ Albania. II Editione. Venezia , 1886) διακρίνει φυλετικῶς τοὺς Βλάχους, τοὺς ὁποίους ὁ Victor Berard (Τουρκία καὶ Ἑλληνισμός, 102-103) μὲ τὰ εἰδικὰ ἐθνολογικὰ ἐνδιαφέροντά του, μίαν σχεδὸν δεκαετίαν βραδύτερον, ἀναφέρει, ἀλλὰ ταυτοχρόνως καὶ σκιαγραφεῖ ὡς Ἕλληνες. Δικαιολογημένα αἰφνιδιάζεται ὁ Rene Puaux (Δυστυχισμένη Βόρειος Ἤπειρος, 160-161) διαπιστώνων συμπτωματικῶς τὴν κουτσοσλαβικὴν καταγωγὴν τοῦ συνοδοῦ του, ἀγωγιάτου Κώστα ἀπὸ τὸ Μέτσοβον. Διατυμπανίζει δὲ τὸ δυσδιάκριτον. Δεύτερος Ἰταλός, ὁ Luciano Magrini, σύγχρονος τοῦ Puaux, δὲν γράφει διὰ διαφορετικὸν λαόν, Βλάχους, παρὰ μόνον διὰ Ἠπειρῶτες Ἕλληνες, τῶν ὁποίων μέρος εἶναι καὶ οἱ Βλάχοι, ὅπως μὲ βεβαιότητα ἀποδεικνύεται διεπιστημονικῶς, ἰδίως δὲ μὲ βάσιν τὰ δομικὰ δεδομένα τοῦ ρωμανικοῦ ἰδιώματός των, τὰ ὁποῖα καὶ μόνα των ἀρκοῦν νὰ μὴ θεωροῦνται Ρουμάνοι μήτε νὰ ἀποκαλῶνται ‘’Ρουμανοβλάχοι’’! Φυσικὰ ‘’ἐξελληνισμένοι’’!

Ἐν τούτοις αὐτὸ ἀπερισκέπτως διαδίδει καὶ εἰς τὰς ἡμέρας μας ὁ δημοσιογράφος Θόδωρος Καρζής, ἐμφαντικῶς καὶ αὐθεντικῶς, χωρὶς στοιχειώδη δήλωσιν ἐνδεχομένων ἐνδεδειγμένων σπουδῶν, ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὸ WHO ᾿S WHO Δημοσιογράφων, Ἔκδοση Interad 1996 καὶ ἀπὸ τὸ πρόσφατον δημοσίευμά του, Ἐκδοτικοῦ Ὀργανισμοῦ Λιβάνη, Ἀθήνα 2002, τὸ ὁποῖον ἡ Ἐφημερίς Ἐλεύθερος Τύπος προσέφερεν εἰς τοὺς ἀναγνῶστες, γιὰ ν᾿ ἀποτελειωθοῦν μὲ τὰ δηλητηριώδη προπαγανδιστικὰ ἐδώδιμα. Ὁ δὲ ἀποτελειωμὸς ἐπέρχεται μᾶλλον ἀνεπαισθήτως καὶ ἴσως ἀνωδύνως χάρις εἰς τὴν προφανῆ γλαφυρὰν γραφήν. Ἰδοὺ δεῖγμα καὶ δῆγμα: «Διὰ ἕνα καὶ ἥμισυν αἰῶνα, πρώτη πόλις τῆς Βόρειας Ἠπείρου ὑπῆρξε ἡ Μοσχόπολις. Ἡ περίπτωσις τῆς Μοσχοπόλεως ἠμπορεῖ νὰ χαρακτηρισθῇ φαινόμενον, διότι ἡ τοποθεσία της κάθε ἄλλον παρὰ προσεφέρετο διὰ τὴν ἀπρόσμενη πολιτισμικήν της ἄνθισιν. […] Τὸ πῶς μία τέτοια ἀϊτοφωλιὰ μετεμορφώθη εἰς ἀκμαίαν καὶ σφριγηλὴν πολιτείαν 40-60.000 κατοίκων (μὲ τὸ δεύτερον ἀπὸ τὰ δύο τυπογραφεῖα τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας· μὲ μίαν σπουδαίαν ἑλληνικὴν ἀκαδημίαν· μὲ δημόσιαν βιβλιοθήκην· μὲ πολυάριθμα σχολεῖα καὶ μορφωτικὰ ἱδρύματα· μὲ πνευματικὴν καὶ καλλιτεχνικὴν ζωήν· μὲ ἐκρηκτικὴν ἐμπορικὴν καὶ βιομηχανικὴν κίνησιν· μὲ πλοῦτον καὶ εὐμάρειαν)- αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ μία ἐπιφανειακὴ ἔρευνα θὰ τὸ συνήρτα, ἴσως, μὲ τὸ ‘’δαιμόνιον τῆς φυλῆς’’. Ἀλλὰ ποιᾶς φυλῆς; Οἱ Μοσχοπολίτες ἦσαν ὅλοι Ρουμανοβλάχοι καὶ βλαχόφωνοι! Αὐτή, λοιπόν, εἶναι μία ἀκόμη περίπτωσις, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει ὅτι ‘’ καθαροί’’ λαοὶ δὲν ὑπάρχουν καὶ ὅτι τὴν ἐθνότητα δημιουργεῖ ἡ ἐθνικὴ συνείδησις τῶν ἀτόμων, τὰ ὁποῖα τὴν ἀπαρτίζουν, ἀσχέτως ἀπὸ φυλετικὴν προέλευσιν. Οἱ κάτοικοι τῆς Μοσχοπόλεως εἶχον βαθυτάτην ἑλληνικὴν συνείδησιν, μολονότι κατήγοντο ἀπὸ Ρουμάνους καὶ ὡμίλουν βλάχικα…» (σσ. 338-339). Ἀλήθεια, ὁ Θόδωρος Καρζῆς, δὲν διαμένει εἰς τὴν Ἑλλάδα; Ἄν ναί, τότε δὲν ἤκουσε ἤ δὲν ἐδιάβασε ὅτι ἐξελατινίσθησαν καὶ Ἕλληνες τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου μὲ πρώτους τοὺς Ἠπειρῶτες, τῶν ὁποίων ἡ λατινοφωνία προηγεῖται τῆς ὑποταγῆς των εἰς τοὺς Ρωμαίους καὶ ἦτο πρωτίστως ἐθελουσία; Διὰ βιοποριστικοὺς λόγους συμμετεῖχον εἰς τὰ βοηθητικὰ (auxilia) ρωμαϊκὰ στρατιωτικὰ τμήματα, ὅπως σημειώνουν οἱ S.I. Oost, N.G.L. Hammond, G Cheesman, P. Cabanes κ.ἄ. Ὁ δὲ Ἀκαδημαϊκὸς Ἀγαπητὸς Τσοπανάκης ὁρίζει ἐναρκτήριον ἔτος τὸ 239 π.Χ., ἐνῶ ὁ Cicerone Poghirc τὸ 229 π.Χ. Τοὺς λατινοφώνους-βλαχοφώνους τῆς Ἠπείρου, Μακεδονίας, Θεσσαλίας δέχονται ἑλληνικῆς καταγωγῆς καὶ ἄλλοι Ἕλληνες Πανεπιστημιακοί: Ἀντ. Δ. Κεραμόπουλλος, Στίλπων Κυριακίδης, Γεώργιος Κόλλιας, Ἄρης Πουλιανός…, ὁ δὲ Ἀπόστολος Βακαλόπουλος συγγράφει καὶ εἰδικὸν ἐπίτομον μελέτημα, εὐγλωττότατον καὶ ἐπιγραφικῶς: «Ὁ γλωσσικὸς ἐκλατινισμὸς τῶν κατοίκων τῆς Ἠπειρωτικῆς Ἑλλάδος».

Ἐξ ἄλλου τὴν ἑλληνικὴν καταγωγὴν τῶν βλαχοφώνων τῆς Ἠπείρου ἐπιμαρτυροῦν πορίσματα σχετικὰ προσφάτου ἐρεύνης Βουλγάρου ἀνθρωπολόγου, τὰ ὁποῖα ἐπιδοκιμάζει καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Ἑλληνικῆς Ἀνθρωπολογικῆς Ἑταιρείας καὶ καθηγητὴς τῆς Φυσικῆς Ἀνθρωπολογίας εἰς τὸ Πανεπιστήμιον Ἀθηνῶν Κ. Πίτσιος:«Ἰδιαιτέρως διὰ τοὺς Ἕλληνας Βλάχους, ἔχει παρατηρήσει ὅτι δὲν διαφέρουν ἀνθρωπολογικῶς ἀπὸ τοὺς γειτονικοὺς των μὴ βλάχικους πληθυσμοὺς τοῦ Ἑλλαδικοῦ χώρου. Ἐπίσης συμφώνως μὲ τὰ συμπεράσματα τοῦ Βουλγάρου ἀνθρωπολόγου Peter Boev, μὲ τὰ ὁποῖα συμφωνοῦν καὶ οἱ προσωπικὲς παρατηρήσεις τοῦ συγγραφέως, εἰς τὴν περιοχὴν τοῦ Κεφαλόβρυσου Πωγωνίου, οἱ διαφορετικὲς ἐθνογραφικὲς ὁμάδες τῆς Ἠπείρου-Βλάχοι, Σαρακατσάνοι καὶ Ἠπειρῶτες- χαρακτηρίζονται ἀπὸ κοινοὺς ἀνθρωπολογικοὺς τύπους καὶ τὴν ἴδια ἀνθρωπολογικὴν σύνθεσιν». (Ἐξελικτικὴ Ἀνθρωπολογία. Πορίσματα καὶ βασικὲς ἔννοιες τῆς σύγχρονης ἀνθρωπολογικῆς ἔρευνας. Ἀθήνα 2003, 526).

Ἐπίσης τὸν ἐκλατινισμὸν Ἑλλήνων ἀναγνωρίζουν καὶ διαπρεπεῖς ἐπιστήμονες τῆς Ρουμανίας, π.χ. οἱ ἀκαδημαϊκοὶ Vasile Parvan, Dumitru Pippidi, Jon I. Russu, Radu Vulpe…, καθὼς καὶ ἐπιφανεῖς πανεπιστημιακοί, π.χ. Α.D. Xenopol, T. Papahagi, C. Poghirc…, οἱ ὁποῖοι καὶ τεκμηριώνουν ἀδιασείστως διαχρονικὴν αὐτοχθονίαν τῶν βλαχοφώνων εἰς τὰς περιοχάς, ὅπου διαρκεῖ ἡ ὕπαρξίς των, ἀποδυναμώνοντες ἐντελῶς τὴν ἐξ ἀρχῆς σαθρὰν θεωρίαν περὶ καθόδου.

Ἀλλὰ ὁ Θόδωρος Καρζῆς ὑπεισέρχεται καὶ εἰς τὰ Σκυπιταρικά. Ἰσχυρίζεται δὲ ὅτι «τὸ ὄνομα Σκιπετάροι τὸ ἔλαβαν οἱ Ἀλβανοὶ εἰς τὰ νεώτερα ἔτη. Προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀρχαίαν ἰλλυρικὴν λέξιν shkype, ποὺ σημαίνει ἀετός, ἐνῷ ἡ σύνθετη Shkypetar ἠμπορεῖ ν᾿ ἀποδοθῇ “Υἱὸς τοῦ ἀετοῦ”». Ὅμως ἐτυμολογία, τὴν ὁποίαν ἔδωσε ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Ἀντώνιος Χατζῆς μὲ ἀναγωγὴν εἰς τὴν ἰταλικὴν λέξιν schioppetto καὶ ἐπεδοκιμάσθη μὲ διαδοχικὰ δημοσιεύματα τοῦ Βέλγου ἀκαδημαϊκοῦ H. Gregoire, ὑπερεκεράσθη ἀπὸ ἐκείνην τοῦ Κροάτου ἀκαδημαϊκοῦ Petar Skok, ὁ ὁποῖος ἐτυμολόγησε «διὰ τοῦ scupis (>ἀλβ. shkyp), πρωτευούσης τῆς Δαρδανίας, Σκόπια…». Κατὰ δὲ τὸν Βούλγαρον ἀκαδημαϊκὸν Vl. Georgiev ἤδη τὸν 2ον αἰ. π.Χ. οἱ Σκυπιτάροι κατοικοῦν εἰς τὴν Δαρδανίαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν βαθμιαίως μεταναστεύουν εἰς τὰ Ἄλβανα ἤ Ἄρβανα καὶ ἀποκτοῦν πρόσθετον ἐθνικὸν ὄνομα (Ἀχ. Γ. Λαζάρου, Ἀλβανοί, Ἀρβανίτες-Βορειοηπειρῶτες. Ἀθῆναι 1992, ἀνάτ. σελ. 9-10, σημ. 29, ἀπὸ περ. “Παρνασσός” ΛΔ’ 1992).

Θὰ ἦτο διασκεδαστικὴ ἡ ἀκόλουθος ἀφελεστάτη διατύπωσις τοῦ Θ. Καρζῆ: «Ὅλοι οἱ ἱστορικοὶ συμφωνοῦν ὅτι ἡ καταγωγὴ τῶν Σουλιωτῶν ἦταν ἰλλυρικὴ-ἀλβανική»! Δὲν ἱκανοποιεῖται πλήρως, συνδέων τοὺς Ἀλβανοὺς μὲ τοὺς Ἰλλυριοὺς καὶ πασχίζει νὰ συμπεριληφθοῦν καὶ οἱ Σουλιῶτες! Στοιχειώδης λογικὴ ἤ δεοντολογία ἐπιβάλλει ὄχι μόνον νὰ κατονομασθοῦν οἱ ἱστορικοί, ἀλλὰ καὶ νὰ παρουσιασθοῦν καὶ μὲ αὐτούσια ἀποσπάσματα τῶν συγγραφῶν τους. Διότι οἱ Σουλιῶτες δὲν ἀποτελοῦν τμῆμα ὁποιουδήποτε λαοῦ, ἀλλὰ κατ᾿ ἐξοχὴν ἑλληνικοῦ! Ἐπὶ τέλους δὲν ἀπαιτεῖται σοφία διὰ τὴν κατανόησιν τῆς ἐκκλήσεως τῶν Σουλιωτῶν: «Κρεμάσαμε τὰ ὅπλα μας εἰς βράχους ὑψηλῶν καὶ ἀπόκρημνων βουνῶν, τὴν κορυφὴν τῶν ὁποίων μόνο ὁ ἥλιος βλέπει. Ἐδῶ μένουμε, σπάζουμεν πέτρες καὶ τρεφόμαστε μὲ ξηρὲς ρίζες ἄγονης γῆς, ἔντρομοι στὴν ἰδέα τῆς σκλαβιᾶς. Σεβόμενοι τὸ γένος μας καὶ τοὺς τάφους τῶν προγόνων μας θὰ προτιμήσουμε τὸ θάνατο…» (Θ. Β. Παπακωνσταντίνου, Ἐκκλήσεις τῶν Ἑλλήνων πρὸς τοὺς Ἡγεμόνες τῆς Δύσεως καὶ τῆς Ρωσίας. Ἐκδόσεις Ὄλυμπος. Ἀθήνα 2002, 76). Γένος ἀλβανικὸν ἤ ἰλλυρικὸν σεβόμενοι; Αὐτονόητα ἑλληνικὸν. Ὡς πρὸς δὲ τὴν ἰλλυρικὴν καταγωγὴν τῶν Σουλιωτῶν θὰ ὑπῆρχε περιθώριον συζητήσεως, ἄν ἴσχυε καὶ διὰ τοὺς Ἀλβανούς. Διότι τὴν ἀποκλείει καὶ ὁ μέγιστος τῶν συγχρόνων μας ἰλλυρολόγων I.I. Russu, Bibliographia illyrica, Revue Roumaine d᾿Histoire (RRH), 19, 1980, 757: «…les Albanais (Shkipetari) n᾿ ont rien herite de l᾿ anthroponymie et meme de la toponymie des anciens Illyriens: ils n᾿ ont rien de comun avec ceux -ci…». (Βλ. & Ἀχ. Γ. Λαζάρου, Ἰλλυρολογία καὶ Βορειοηπειρωτικὸς Ἑλληνισμός. Ἀθήνα 1988).

Ἐκτὸς τῶν “Ρουμάνων” Μοσχοπολιτῶν, τοὺς ὁποίους λησμονεῖ πρὸς στιγμήν, ὁ Θ. Καρζῆς διαπράττει μεγαλύτερον λάθος: «Ὅπως βλέπομε, εἰς τὰ 400 χρόνια τῆς ὀθωμανικῆς κυριαρχίας, οἱ κάτοικοι τῆς Ἠπείρου – Ἕλληνες, Ἀλβανοὶ καὶ Τοῦρκοι – ἔζησαν τὴν Pax Turca εἰς μίαν ἰδιόμορφον κατάστασιν ἀκηρύκτου πολέμου…». Κατὰ πρῶτον ἡ Pax δὲν λέγεται Turca, ἀλλὰ Ottomana, οἱ δὲ Τοῦρκοι ἦσαν ἀνύπαρκτοι, ὅπως συμφωνοῦν οἱ ἐγκριτότεροι τουρκολόγοι, μάλιστα καὶ οἱ φιλότουρκοι, ὅπως ὁ Ὁλλανδὸς B. J. Slot, ὁ ὁποῖος εἰς τὸν πρόλογον συγγράματός του, δύο τόμων, προειδοποιεῖ ὅτι ἡ πλειονότης τῶν “Τούρκων”, διὰ τοὺς ὁποίους γίγνεται λόγος, δὲν εἶναι καθόλου Τοῦρκοι μὲ σημασίαν φυλετικήν, ἀλλὰ κατὰ τὸ μέγιστον μέρος Χριστιανοὶ προσηλυτισμένοι εἰς τὸ Ἰσλάμ. Τὸ ἴδιον ἐπισημαίνει ἐξ ἀρχῆς τῆς τουρκοκρατίας καὶ ὁ Ρουμάνος N. Beldiceanu. Ἀκριβῶς γράφει ὅτι «κατὰ τὰ μέσα τοῦ 15ου αἰῶνος ἡ λέξις “τοῦρκος” δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἑρμηνεύεται μὲ ἐθνικὴν ἔννοιαν». Ἐνωρίτερον ὁ Ἑλβετὸς Eugene Pittard ἐφίστα τὴν προσοχήν, ὅταν γράφωμε ”τοῦρκος”, ὅτι ὑπ᾿ αὐτὴν τὴν λέξιν εὑρίσκονται ἐντόπιοι βαλκανικοὶ πληθυσμοὶ ἐξισλαμισμένοι ἀπὸ ποικίλα αἴτια…».

Τὸ δημοσίευμα τοῦ Θ. Καρζῆ πάσχει βαρέως καὶ ἀπὸ πρωτοφανῆ πενία βιβλιογραφικήν. Βεβαίως ἐπιχειρεῖται κάποια ἐπίδειξις χρήσεως καὶ ξένων συγγραφῶν, ἀλλὰ τόσον ἀδεξίως καὶ ἀδοκίμως, ὥστε νὰ ἐπαυξάνωνται τὰ σφάλματα. Δῆθεν γίγνεται προσφυγὴ εἰς τὰ φῶτα τῆς Mary Adelaide Walker μὲ παραπομπὰς εἰς τὸ ἀγγλικὸν πρωτότυπον, μολονότι τὸ ἔργον μετεφράσθη εἰς τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν ἐπιγραφόμενον: Διὰ τῆς Μακεδονίας ὥς τὶς ἀλβανικὲς λίμνες (Ἀχρίδας καὶ Μαλίκης) Ἔκδοσις «Μακεδονολατρικοῦ Ὁμίλου». Χορηγία Ἀλ. Καρίπη. Μετάφρ. Κ. Πύρζα. Ἐπιμέλ. ἐκδόσ. Σ. Λιάκου, Θεσσαλονίκη Ἰούλιος 1973, ὅπου ὁ ἐπιμελητὴς διορθώνει εὐστόχως τὴν Ἀγγλίδα συγγραφέα. Παρομοίως ὁ Θ. Καρζῆς ἀγνοεῖ καὶ τὴν ἑλληνικὴν μετάφρασιν τῆς συγγραφῆς τοῦ Rene Puaux, ἡ ὁποία ἐπιγράφεται δυστυχισμένη Βόρειος Ἤπειρος, μὲ Εἰσαγωγὴν ἀπὸ σελ. 9-32, Σχόλια εἰς τὸ κείμενον τοῦ Γάλλου συγγραφέως καὶ Ἐπιλεγόμενα – Χρονικὸν τοῦ Βορειοηπειρωτικοῦ Ζητήματος ἀπὸ σελ. 211-246, Ἐκδόσεις Τροχαλία, ὅπου πλούσια ἑλληνικὴ καὶ ξένη βιβλιογραφία, συνακόλουθα δὲ ἀδιάσειστος τεκμηρίωσις τῶν καταγραφομένων ἀπόψεων.

Κανένα δὲν θὰ εἶχε ξενίσει διόλου ἐνδεχομένη δημοσία – δικαίωμά του- ἀποδοχὴ ἀπὸ τὸν Θόδωρον Καρζῆν τῶν διακηρύξεων τῶν συγχρόνων μας Ἀλβανῶν S. Pollo – A. Puto εἰς τὸ ἐξώφυλλον καὶ τῶν συνεργατῶν των Kristo Frasheri-Skender Anamali εἰς τὸ ἐσώφυλλον συλλογικοῦ τόμου, ποὺ ἐπιγράφεται Ἱστορία τῆς Ἀλβανίας ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα μέχρι σήμερα, μεταφρασμένη εἰς τὰς μεγαλυτέρας εὐρωπαϊκὰς γλῶσσας, καθὼς καὶ εἰς τὴν ἑλληνικήν, ὅπου χαρτογραφικῶς, σελ. 24, ἡ ἀρχαία Ἰλλυρία διαστέλλεται ἀναχρονιστικὰ σχεδὸν ἕως τὴν Ναύπακτον, ὁπότε δὲν ἀποκλείεται ἡ ἔνταξις εἰς τὰς ἀλβανικὰς διεκδικήσεις καὶ τοῦ…πρόσφατου Ἱδρύματος Μπότσαρη! Πάντως περισσότερον πιθανὸς φαίνεται ὁ ἐπηρεασμὸς τοῦ Θόδωρου Καρζῆ ἀπὸ τὸν συνονόματόν του Γερμανὸν γεωγράφον καὶ διερμηνέα Thede Kahl, ἐπισημασμένον ὡσὰν προκλητικὸν προπαγανδιστήν (Στ. Α. Παπαγιάννης, Βλάχοι καὶ βλαχόφωνοι Ἕλληνες. Ἀθήνα 2003, 276, καὶ Ἀχ. Γ. Λαζάρου, «Γερμανοὶ ξανάρχονται» γιὰ τοὺς Βλάχους, Ἀθήνα 2002) καὶ ἀποδιαπεπομπευμένον ἀπὸ τὴν Πανελλήνιαν Ὁμοσπονδίαν Πολιτιστικῶν Συλλόγων Βλάχων μὲ τὸν χαρακτηρισμὸν personna non grata, ἀνεπιθύμητον πρόσωπον! (“Ἠπειρωτικὸν Ἡμερολόγιον” Ἑταιρείας Ἠπειρωτικῶν Μελετῶν 2005, 306 κἑ.). Ὁ Θ. Καρζῆς καθίσταται συνένοχος εἰς τὴν κατὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ προπαγάνδαν, τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ὁ Θοδωρῆς Κάλ, ἀλλὰ καὶ ὑπόλογος διὰ παραπλάνησιν τῶν ἁρμοδίων συμβούλων τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας Κάρολου Παπούλια, ὁ ὁποῖος -ἀσφαλῶς ἀνενημέρωτος- προλογίζει Ἠπειρωτικὰ Παραμύθια τοῦ διδύμου Καρζῆ-Κάλ. Τὴν ἐπιτυχίαν του ὁ προπαγανδιστὴς Κάλ κορδακιζόμενος ἐγνωστοποίησε εἰς τὸν γράφοντα ἀνοητότατα γραπτῶς!

Ἐντελῶς ἐσφαλμένως ἀναζητεῖται Ἰλλυρία πρὸς τὴν Ἀιτωλοακαρνανίαν. Βεβαίως ἐντοπίζεται πολὺ πέρα τῶν βορείων συνόρων τῆς Βορείου Ἠπείρου, ὅπως μὲ ἀκρίβειαν ἐπισημαίνεται ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους, Στράβωνα, μεσαιωνικούς-βυζαντινούς, Προκόπιον, συγχρόνους μας Ἀντ. Δ. Κεραμόπουλλον (ΠΑΑ, 28, 1953, 160), Φ. Πέτσαν (Ἤπειρος, 1, 1979, 53), Vl. Popovic (Les Illyriens et les Albanais, Beograd 1988,254). Τὸ 1898 εἰς τὴν Σκόδραν (Σκούταρι-Χρυσούπολιν) ἡ ἀρχαιολογικὴ σκαπάνη ἔφερεν εἰς τὸ φῶς ἐνεπίγραφον δακτυλίδι. Ἐπειδὴ ἡ εὐρυτέρα περιοχὴ ἐθεωρεῖτο ἰλλυρικὴ παρὰ τὶς μεγάλες ἑρμηνευτικὲς δυσκολίες ἡ ἐπιγραφὴ ἐθεωρήθη ἰλλυρικὴ ἐξ ἀρχῆς καὶ διὰ διάστημα ἡμίσεος αἰῶνος. Ὅμως οἱ ἐλπίδες διὰ τὴν ἀποκάλυψιν τοῦ ἰλλυρικοῦ κόσμου ἀπέβησαν φροῦδες. Διότι τὸ 1959 ἡ Βουλγάρα ἀρχαιολόγος Ljuba Ognenova, ἡ ὁποία συνεχίζει νὰ μελετᾶ εἰς τὴν Σόφιαν, μετὰ πολλὲς καὶ προσεκτικὲς προσπάθειες ἔφθασε εἰς τὴν ἀκριβῆ τεκμηρίωσιν τῆς ἑλληνικότητος τῆς ἐπιγραφῆς καὶ τῆς χρονολογήσεώς της, 6ου-7ου αἰ. μ. Χ. Ἡ δὲ διαπίστωσίς της ἔχει καὶ ζωντανὸν μάρτυρα τῆς ἰδίας περιόδου, τὸν ἐπίσκοπον Σεβίλλης καὶ μετέπειτα ἀρχιεπίσκοπον Ἰσπανίας Ἰσίδωρον, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε περιώνυμος καὶ διὰ τὴν πολυπανεπιστημιακὴν κατὰρτισιν καὶ πρὸ πάντων διὰ τὴν ἀποστολήν του ἀπὸ τὸν Πάπα εἰς τὸ Ἰλλυρικὸν πρὸς ἐπιτόπιον διερεύνησιν καὶ ἐπιθυμητὴν ἐπίλυσιν τῆς ἐπ᾿ αὐτοῦ διαφορᾶς Βατικανοῦ καὶ Βυζαντίου. Ἀποφαίνεται σαφέστατα ὅτι τὸ Ἰλλυρικὸν εἶναι Ἑλλὰς καὶ πρώτη ἐπαρχία τῆς Ἑλλάδος ἡ Δαλματία! (Αἰκατερίνη Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινὴ Ἱστορία. Α΄ 324-610. Ἀθῆναι 1975, 321-322). Ἐπιμαρτυρία τῶν χρόνων μας δίδει ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου Πάδοβας Lorenzo Braccesi μὲ τὸ εὐγλωττότατα ἐπιγραφόμενον σύγγραμά του Grecita adriatica (Bologna 1971, B΄ ἔκδ. 1977), καθὼς καὶ μὲ νεώτερον εἰς συνεργασίαν τῆς Benedetta Rossignoli, Hellenikos Kolpos, Supplemento a Grecita adriatica, Roma 2001, ἀποκαλῶν τὴν Ἀδριατικὴ Ἑλληνικὸν Κόλπον!

Δημογραφικὴ καὶ γλωσσικὴ ἀπεικόνισις τῆς σύνολης χερσονήσου τοῦ Αἵμου, τῶν Βαλκανίων, ἡ ὁποία ἦτο ἰδιαιτέρα διοικητικὴ περιφέρεια τοῦ Βυζαντίου μὲ τὸ ὄνομα “Εὐρώπη”, φιλοτεχνεῖ ὁ διοικητής της καὶ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου Κωνσταντινουπόλεως Ἰωάννης Λυδὸς (ΕΕΒΣ, ΝΑ΄, 2003, 333-347) εἰς σύγγραμμά του, ἐπιγραφόμενον: Περὶ τῶν ἀρχῶν τῆς Ρωμαίων πολιτείας (261, 68), κατὰ τὸ ὁποῖον τὸν 6ον αἰ. μ.Χ. οἱ Ἕλληνες ὑπερεῖχον δημογραφικῶς τῶν ἄλλων λαῶν, ἀλλὰ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ρωμαιοκρατίας διὰ πρακτικοὺς σκοποὺς εἶχον γίνει χρῆστες τῆς λατινικῆς γλώσσης, δηλαδὴ λατινόφωνοι-Βλάχοι, ἀφοῦ ἐξελατινίσθησαν, ὅπως ἀργότερα ἀρκετοὶ ἐξεσλαβίσθησαν καὶ κατόπιν ἐξετουρκίσθησαν, ἐξαλβανίσθησαν… Ἡ μαρτυρία τοῦ Ἰωάννου Λυδοῦ, 6ου αἰ. μ. Χ., ἐπιβεβαιώνεται καὶ χαρτογραφικῶς εἰς σχετικὰ πρόσφατον συλλογικὸν διεπιστημονικὸν ὀγκῶδες δημοσίευμα. (Συγκεκριμένως καὶ εἰδικῶς L. Luca Cavalli-Sforza, Genes, peoples and languages, Proc. Natl. Acad. Sci. USA; Vol, 94, p.7722, Julz 1997. Colloquium Paper).

Τὸ 1025 μ.Χ. ὁ Ε. Stein, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται εἰς τὸν Ἰωάννην Λυδόν, ὑπολογίζει ὁλόκληρον τὸν πληθυσμὸν τῆς αὐτοκρατορίας περίπου εἰς 20 ἑκατομμύρια. Ὁ δὲ Τηλέμαχος Κ. Λουγγῆς (Ἑβδομάδα Μελέτης Ἑλληνικῆς Ἱστορίας καὶ Πολιτισμοῦ, Αἴγινα 1977, 41) συμπληρώνει «ὅτι τὸ ἐλληνικὸν στοιχεῖον ἔφθανε κατὰ προσέγγισιν, τὰ 10.000.000 εἰς τὰ χρόνια τῆς μεγάλης ἀκμῆς τοῦ βυζαντινοῦ πολιτισμοῦ. Ἤτο λοιπὸν ἡ ἰσχυροτέρα ἀριθμητικῶς καὶ πολιτιστικῶς ἀπὸ τὶς ἐθνότητες, ποὺ ἀπήρτιζον τὸν πληθυσμὸν τῆς αὐτοκρατορίας». Κατὰ τὸν Michel Deveze (L᾿Europe et le monde a la fin du XVII siecle, Paris 1970, 47) ὁ πληθυσμὸς τῆς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας ἀνέρχεται εἰς τὰ 25 ἑκατ., τῶν ὁποίων τὸ 1/3 ἀποτελοῦν οἱ Ἕλληνες. Ἀλλὰ ὁ Βρεταννὸς διπλωμάτης William Eton τονίζει: «…Δὲν λησμονοῦν τὴν δόξαν τῶν ἀρχαίων προγόνων των. Ἐπίσης εἶναι ἐξαιρετικῶς γενναῖοι…» (Ἀχιλλεὺς Τάγαρης, Ὁ πληθυσμὸς τῶν Ἑλλήνων εἰς τὸ παρελθόν, Ἡ Καθημερινή, 2002 καὶ ἀναδ. Στρατηγικαὶ Μελέται, 128,2002, 4). Ἐξ ἄλλου ὁ Δ. Βικέλας (“Παρνασσός”, Η΄, 1884,97) ἐπανέρχεται εἰς τὴν ἀρχαιότητα παρατηρῶν ὅτι συνολικῶς (Βαλκάνια, Μικρασία, Μεγάλη Ἑλλάδα, ἀποικίες) οἱ Ἕλληνες ἀριθμοῦν 20 ἑκατ., πόρισμα, εἰς τὸ ὁποῖον καταλήγει καὶ ὁ Κων. Δοξιάδης, μὲ τὴν προσθήκην, ὅτι τότε ὁ πληθυσμὸς τῆς Γῆς ἦτο περὶ τὰ 180 ἑκατ., ἐνῶ τὸ 2002 6 δισ. 200 ἑκ.! Πλημμυρίζει ἡ ψυχὴ τοῦ καθενὸς ἀπὸ κατάθλιψιν καὶ πόνον.

Δυστυχεῖς οἱ γινώσκοντες τὰς αἰτίας καὶ πρωταιτίους τῆς ἀπίστευτης συρρικνώσεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Μὲ τὴν ἀπαίσιαν σύμπτωσιν τῆς ἐνάρξεως σήμερα τῆς Συνδιασκέψεως τῶν Νατοϊκῶν εἰς τὸ Βουκουρέστι καὶ τὴν ἀπύθμενην ἰταμότητα τῶν Σκοπιανῶν ἡ ὑπόμνησις τυχαίου γεγονότος, τὸ ὁποῖον ἔζησε ὡς στρατιώτης εἰς τὸ Μακεδονικὸν Μέτωπον τοῦ Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ὁ Στρατῆς Μυριβήλης (Ἡ Ζωὴ ἐν τάφῳ, Ἐκδόσεις Ἑστίας, Ἀθήνα 1955, 76) ἐπιτρέπει κάποια μύησιν εἰς τὰ ἄδυτα τοῦ δράματος τοῦ Ἑλληνισμοῦ:«Τὸ Μοναστήρι εἶναι μία μεγάλη πολιτεία σέρβικη, ποὺ οἱ κάτοικοί της εἶναι Ἕλληνες… Οἱ ἄνθρωποι, ποὺ τὴν κατοικοῦν ὁμιλοῦν ψιθυριστά, περπατοῦν τρομαγμένα ὡσὰν κλέφτες, ἀτενίζουν τὸν οὐρανὸ μὲ φόβο καὶ κατοικοῦν στὰ κατώγεια καὶ στὶς τρύπες ποὺ ἔσκαψαν κάτω ἀπὸ τὰ σπίτια τους… Μυστήριο τὸ πῶς μυρίσθηκαν τὴν ἐθνικότητά μας… Ὥρμησαν γύρω μας, ξετρύπωσαν σὰν τὰ ποντίκια κάτω ἀπὸ τὴ γῆς, ἄντρες, γυναῖκες, προπάντων γυναῖκες καὶ παιδάκια… Εἶστε, ἀλήθεια, τ᾿ ἀδέρφια μας; Εἶστε Ἕλληνες; Ἕλληνες ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα; Μὰ ναί… Σᾶς ἐπεριμέναμε χρόνια στὴ σκλαβιά. Σᾶς ὀνειρευόμασταν, σᾶς τραγουδούσαμε, σᾶς προσκυνούσαμε καὶ δὲ σᾶς ξέραμε καὶ εἶστε τώρα κοντά μας… Καὶ μὴ μᾶς ἀφήσετε πιά, ἀδέλφια, στοὺς Σέρβους. Μᾶς τυραννοῦν σκληρὰ ποὺ εἴμαστε Ἕλληνες… Ἕνας γέρος μοὖπε: Μᾶς δέρνουν μὲ τὸ βούρδουλα σὰν μᾶς ἀκοῦν νὰ μιλᾶμε ἑλληνικά, νὰ λειτουργούμαστε ἑλληνικά. Μᾶς πῆραν τὶς Ἐκκλησίες, τὰ ὡραῖα σχολεῖα μας… Κύριε ἐλέησον. Μὰ ἤρθαμε, λοιπόν, νὰ πολεμήσουμε τοὺς Σέρβους, γιὰ νὰ λευτερώσουμε τοὺς Ἕλληνες, ἤ ἤρθαμε νὰ πολεμήσουμε τοὺς Γερμανοὺς καὶ τοὺς Βουλγάρους, γιὰ νὰ λευτερώσουμε τοὺς συμμάχους μας τοὺς Σέρβους;».

Ἐπιπροσθέτως, τὶ ἀπέγιναν οἱ 122.593 Ἕλληνες ἤ Ἑλληνόβλαχοι τῆς μικρῆς Σερβίας τοῦ 1864 καὶ τὶ ἀπέγιναν οἱ 102 .947 τῆς κρατικῆς μεταπολεμικῆς γιουγκοσλαβικῆς Ἀπογραφῆς 1948, δημοσιευομένης καὶ ἀγγλικά, τὸ δὲ δημοσίευμα, βιβλίον, ὑπάρχει καὶ εἰς τὴν Βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων; Ἐπεδείχθη ποτὲ ὁποιοδήποτε στοιχειῶδες ἐνδιαφέρον ἁρμοδίως διὰ τὴν τύχην των;

Μετὰ τὸ ἔγκλημα καθοσιώσεως, τὸ ὁποῖον διεπράχθη εἰς τὰ λείψανα τοῦ Ἑλληνισμοῦ τῆς Σερβίας, οἱ Σκοπιανοὶ ἀπεθρασύνθησαν διαλαλοῦντες καὶ σκλαβιὰ ὁμογενῶν των εἰς τὴν ἑλληνικὴν ἐπικράτειαν, εἰς τὴν Μακεδονίαν, διὰ τὴν ὁποίαν ὁ πλέον εἰδήμων καὶ ἁρμόδιος H. Morgenthau εἶχε διακηρύξει ὅτι ἔμεινε “καθαρῶς ἑλληνική”, πραγματικότης διακεκηρυγμένη τὴν 10ην Ἀπριλίου 1944 ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν Ἐξωτερικῶν τῆς Γιουγκοσλαβικῆς Κυβερνήσεως Ἐθνικῆς Ἀπελευθερώσεως (Τίτο) πρὸς τὸν ἀνταποκριτὴν τῶν “Τάιμς τῆς Νέας Ὑόρκης”: «Ὁ κ. Σμοντλάκα κηρύσσων τὴν ἀνάγκην σχηματισμοῦ Βαλκανικῆς Ὁμοσπονδίας καὶ τῆς ἱδρύσεως μιᾶς αὐτονόμου καὶ ὁμοσπόνδου Μακεδονίας, ἔσπευσε νὰ τονίσῃ ὅτι ἡ ὁμόσπονδος αὕτη δημοκρατία πρέπει νὰ ἀπαρτισθῇ ἐκ τοῦ γιουγκοσλαβικοῦ μόνον καὶ τοῦ βουλγαρικοῦ τμήματος τῆς Μακεδονίας, ἐξαιρουμένης τῆς ἑλληνικῆς Μακεδονίας, τῆς ὁποίας ἡ σύνθεσις εἶναι καθαρῶς ἑλληνική» (Π. Μοναστηριώτη, Οἱ Πρῶσσοι τῶν Βαλκανίων, ἔκδοσις Ὑπουργείου Τύπου καὶ Πληροφοριῶν, Κάιρον 1944, 50= “Ὁ Ἑλληνισμὸς τοῦ Βορρᾶ”. ΕΟΤ. Σχολὴ Ξεναγῶν Ἀθηνῶν, Ἀθήνα 1992, 104).

Ὅμως οἱ ἐπίσημες διακηρύξεις δὲν διετηρήθησαν εἰς ἰσχὺν καὶ ἐπηκολούθησαν ὅσα περιέχονται καὶ πολὺ περισσότερα εἰς τὴν ὄντως νωπότατην δημοσίευσιν τῆς Ἑταιρείας Μακεδονικῶν Σπουδῶν καὶ τοῦ Καριπείου Ἱδρύματος Μελετῶν Μακεδονίας-Θράκης, Μακεδονισμός. Ὁ ἰμπεριαλισμὸς τῶν Σκοπίων 1944-2006, Ἐκδόσεις ΕΦΕΣΟΣ, Ἀθήνα 2007, σ. 230 μεγάλου σχήματος, κόκκινος χάρτης εἰς τὸ ἐξώφυλλον, ἐκτυφλωτικὸς καὶ διάστροφος, ὁ ὁποῖος παρωθεῖ νὰ συναισθάνωνται κατάβαθα, ὅσα δὲν ἔπραξαν καὶ οἱ τοποθετημένοι εἰς τὶς ὑπεύθυνες θέσεις ἀλλοιθωρίζοντες καὶ κωφεύοντες!

Μετὰ τὸ πέρας, ὡς γνωστόν, τῆς ἑπτάχρονης παρενθέσεως τῶν Συνταγματαρχῶν, «ἀνυπευθύνου δεῖσθαι τὰ πράγματα μοναρχίας, ἥν δικτατωρίαν καλοῦσι», τὴν Ἑλλάδα διέτρεχε ἡ φήμη ἐκδημοκρατισμοῦ, διαδικασιῶν διασφαλιστικῶν ἀξιοκρατίας καὶ δικαιοπραξίας μὲ δυνατὴν διαφάνειαν. Ἐνδεδειγμένως διενεργεῖται διαγωνισμὸς Συμβούλων Ἐκπαιδεύσεως διὰ τὶς Ἑλληνικὲς Πρεσβεῖες. Συγκροτεῖται Ἐπιτροπὴ Εἰδημόνων ἄκρως ἐντυπωσιακὴ ἀπὸ τὴν πλευρὰν τῆς ποιότητος τῶν ἐξεταστῶν καὶ τῆς πρωτοτυπίας τῆς ἐνώπιον ὅλων τῶν ὑποψηφίων διενεργείας τῶν ἐξετάσεων, μὲ ἀποκορύφωμα ρητὴν δήλωσιν τῆς Προέδρου, κατὰ τὴν ὁποίαν χάνουν ὁριστικῶς τὴν εὐκαιρίαν, ὅσοι δὲν προσέλθουν! Ὅμως κατὰ τὴν λήξιν τοῦ τότε ἔτους ἀπεδείχθη ὅτι ἐπέτυχαν οἱ …μὴ προσελθόντες! Ἰδοὺ τί σημαίνει… Μεταπολίτευσις!
Δὲν πρόκειται διὰ περιστατικὸν μεμονωμένον. Μεταμεσονύκτιες ὧρες Κυριακῆς Βαΐων μιᾶς χρονιᾶς, Ἐκπαιδευτικὸς Μ.Ε., ὑψηλόβαθμος καὶ εὐρύτερα γνωστὸς διοικητικῶς, έπιστημονικῶς καὶ συγγραφικῶς, προσκαλεῖται τηλεφωνικῶς ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν μὲ οἰκείαν προσφώνησιν εἰς τὸ βαπτιστικὸν ὄνομα, χωρὶς νὰ βασίζεται εἰς κάποιαν ἰδιαιτέραν προσωπικὴν γνωριμίαν ἤ ὁποιανδήποτε ἄλλην σχέσιν, διὰ συνάντησιν τὴν ἑπομένην ἡμέραν, Μεγάλην Δευτέραν, ἤ μεθεπόμενην, Μεγάλην Τρίτην. Φθάνων ὁ προσκεκλημένος εἰς τὴν ὥραν του μένει κατάπληκτος… Διότι βλέπει νὰ παρίστανται, ἐκτὸς τοῦ ὑπουργοῦ, οἱ δύο ὑφυπουργοί, οἱ συνεργάτες ἤ σύμβουλοί των καὶ οἱ λεγόμενοι ὑπηρεσιακοὶ παράγοντες, συνάμα δὲ ὁ πρόεδρος τοῦ Παιδαγωγικοῦ Ἰνστιτούτου καὶ οἱ ἐπιτελεῖς του. Τὸ δὲ ζήτημα ἦτο συγγραφὴ σχολικοῦ ἐγχειριδίου Ἱστορίας Μ.Ε. Μόλις ἔληξεν ἡ παρουσίασις τοῦ θέματος ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν καὶ ἐδόθη ὁ λόγος εἰς τόν… ἐπισκέπτην, ἅπαντες αἰφνιδιάσθησαν εἰς τὸ ἄκουσμα ὅτι τὸ ζητούμενον δὲν εἶναι ἐφικτόν, δοθέντος ὅτι προσκρούει εἰς τὸ ἐν ἰσχύϊ νομικὸν πλαίσιον. Ἡ πραγμάτωσις ἀπήτει εἰδικὸν Προεδρικὸν Διάταγμα, τοῦ ὁποίου ἡ ἐξασφάλισις δὲν ἐθεωρήθη δύσκολος, χάριν, ὅπως ἐλέχθη, εἰς τὴν ὑπάρχουσαν φιλίαν τοῦ ὑπουργοῦ μὲ τὸν Πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας. Τὰ ὅσα δὲ ἐνδιαμέσως συνέβαιναν διὰ τὴν ἐγχείρισιν ἤ παράδοσιν τοῦ ἐγγράφου ἀναθέσεως τῆς συγγραφῆς ἐντάσσονται εἰς τά…τριτοκοσμικά! Ἐξ ἄλλου, ὅταν εἰδοποιήθησαν οἱ “ἐνδιαφερόμενοι” ὅτι ἑτοιμάσθη τὸ διάγραμμα, μὲ ἀδέξιαν διακριτικότητα καὶ πληθωρικὴν λεπτότητα, δηλωτικὴν κουτοπονηρίας, διετυπώθη αἴτημα γνωστοποιήσεώς του εἰς πανεπιστημιακὸν καθηγητήν, φίλον τοῦ προέδρου τοῦ Παιδαγωγικοῦ Ἰνστιτούτου. Ὁ ἤδη ἐπιφορτισμένος ὄχι μόνον ἔσπευσε εἰς τὴν ἄμεσον συναίνεσιν, ἀλλὰ ἐπροχώρησε καὶ εἰς πρότασιν συγγραφικῆς συνεργασίας καὶ διανομῆς τῆς ἀμοιβῆς, ἀποσκοπῶν εἰς τὴν ἑτοιμασίαν τοῦ καταλληλοτέρου βιβλίου καὶ ἀδιαφορῶν διὰ τὸ οἰκονομικὸν μέρος, ὅπως ἔπραξε δεκαετίες ὁλόκληρες διὰ παρόμοιες προσπάθειες. Ἀλλὰ ὁ “ἐμπειρογνώμων”, ἀφοῦ μὲ ζωηρὲς ματιὲς διεξῆλθε τὸ ὑπὸ συζήτησιν κείμενον τοῦ διαγράμματος, μὲ ὁλοφάνερη ἀμηχανίαν ἀπεφάνθη ὅτι τὸ ἐγχειρίδιον θὰ εἶναι “ἑλληνοκεντρικόν”! Εἰς τὴν ὑπενθύμισιν ὅτι προορίζεται διὰ Ἑλληνόπουλα, τὰ ὁποῖα μελλοντικὰ θὰ ἐπιδιώξουν νὰ συνδεθοῦν στενώτερα μὲ τοὺς συνομηλίκους τῶν ἄλλων χωρῶν, εἰς τὰς ὁποίας εὔληπτα καὶ λακωνικὰ ἐπεσημάνθησαν ὅσα ἑλληνικὰ πολιτισμικὰ στοιχεῖα διεδόθησαν διαχρονικῶς καὶ μερικὰ τουλάχιστον ἐπιβιώνουν, ἐπῆλθε σιωπή. Ἔκτοτε διεκόπη κάθε ἐπικοινωνία. Καὶ δὲν χωρεῖ ἁπλὸς σχολιασμός. Ὁ πρῶτος, εἰς τὸν ὁποῖον πανηγυρικὰ ἀπετάθησαν διὰ τὴν συγγραφὴν, δὲν ἔτυχεν τῆς παραμικρᾶς μετέπειτα ἐνημερώσεως. Πάντως ἡ δομὴ τοῦ βιβλίου μὲ συγγραφέα τὸν δεύτερον δὲν ἠλλοιώθη αἰσθητῶς ἀπὸ τὸ ἀρχικὸν ἑλληνοκεντρικὸν πνεῦμα! Ὡστόσο ἡ παρέμβασις τῶν φίλων καὶ τὰ παρεπόμενα ὑποδηλώνουν ὅτι εἶχε ἀρχίσει πολὺ παλαιότερον ἡ “διάβρωσις”, ὁ σχεδιασμὸς ἀποδομήσεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ.

Ἡ αἰφνίδια ἀνάδυσις τοῦ Κέντρου διὰ τὴν Δημοκρατίαν καὶ τὴν Συμφιλίωσιν εἰς τὴν Νοτιοανατολικὴν Εὐρώπην μᾶλλον καθυστερημένη φαίνεται. Ἐπὶ πλέον, ὅταν ἄρχισε τὴν δρᾶσιν του, διεπιστώθη, ὅτι εἶχε παραλείψει τὴν ἀξιοποίησιν τῆς ἐπιστημοσύνης καὶ τῆς ἤδη σημαντικῆς προσφορᾶς τῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς Σπουδῶν ΝΑ Εὐρώπης καὶ τῶν ἐπὶ μέρους κατὰ κράτη Ἐπιτροπῶν, πρὸ πάντων δὲ αἰσθητότατα ἀπουσίαζε ὁ κατ᾿ ἐξοχὴν εἰδικῶς κατηρτισμένος, ὁ καθηγητὴς Σπύρος Βρυώνης, βαλκανιολόγος, βυζαντινολόγος, σλαβολόγος, ἰσλαμολόγος. (Δ. Ν. Μαρωνίτη, Ἐθνολογικά, Τὸ Βῆμα, 14.6.1992, 32): «Ὡς ἄξων τῆς ποικίλης καὶ ἐξαντλητικῆς μελέτης καὶ ἔρευνας (ποὺ χρόνια τώρα ἀνέλαβε ὁ Βρυώνης καὶ διεκπεραιώνει) ἀναγνωρίζονται οἱ σχέσεις τοῦ Ἑλληνισμοῦ μὲ τοὺς λαούς (χριστιανικοὺς καὶ μουσουλμανικούς) τῆς Νοτιοανατολικῆς Εὐρώπης, τῆς ἐγγὺς καὶ Μέσης Ἀνατολῆς, ἀπὸ τὸν Μεσαίωνα ὥς τὶς ἡμέρες μας. Ἔγραψε, κατὰ κανόνα εἰς τὰ ἀγγλικά, πολυάριθμα ἄρθρα, μελετήματα καὶ μονογραφίες, ἀπὸ τὶς ὁποῖες μία («Ἱστορία τῶν βαλκανικῶν λαῶν», 1979) εἰς τὰ ἑλληνικά. Μεταδικτατορικά, γιὰ ἕξ χρόνια (1976-84) εὑρέθη, ὡς ἐπισκέπτης καθηγητής, καὶ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον Ἀθηνῶν, ἀλλὰ τὸ κλίμα δὲν τὸν ἐσήκωσε καὶ ἐπέστρεψε εἰς τὶς Ἡνωμένες Πολιτεῖες, ὅπου καὶ συνεχίζει τὸ ἐρευνητικόν, συγγραφικὸν καὶ διδακτικόν του ἔργον».
Ὅταν ἀνηγορεύθη ἐπίτιμος διδάκτωρ τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης τὸν παρουσίασε δεόντως ὁ καθηγητής Ἰ. Χασιώτης: «Ἐπιμένων ἰδιαιτέρως εἰς τὶς τελευταῖες ἔρευνες τοῦ Σπύρου Βρυώνη, οἱ ὁποῖες μελετοῦν εἰς βάθος τὶς ἐθνογενετικὲς θεωρίες εἰς τὴν νοτιοανατολικὴν Εὐρώπην κατὰ τὸν εἰκοστὸν αἰῶνα-ζήτημα ἄκρως ὀδυνηρὸν καὶ ἐπίκαιρον. Εἰς αὐτὸ ἐξ ἄλλου τὸ θέμα ἀφιέρωσε ὁ τιμώμενος ξένος καὶ τὴν ἐπίσημον ὁμιλίαν του, προτάσσων εἰς τὸν τίτλον της τὸ λατινικὸν ρητὸν prior tempore fortior jure- εἰς ἁπλουστέραν νεοελληνικὴν παράφρασιν: ὅσον ἀρχαιοτέρα ἡ καταγωγικὴ θεωρία ἑνὸς λαοῦ, τόσον καὶ περισσότερον ἐνισχυμένη ἡ δικαιακή του δύναμις εἰς τὸ παρόν. Ἰδεολόγημα τὸ ὁποῖον συνέχει, εἰς διαφορετικόν βαθμὸν κατὰ περίπτωσιν, ὅλες τὶς ἐθνογενετικὲς θεωρίες τῆς περιοχῆς».
Μεστὸς καὶ διαφωτιστικὸς ἐπίλογος ὁλοκληρώνει τὰ μονόστηλα “Ἐθνολογικά”: «Δὲν πρόκειται νὰ συνοψίσω ἐδῶ βάναυσα τὴν στοχαστικὴν ἀνάλυσιν τοῦ Βρυώνη σὲ ὅ,τι ἀφορᾶ τὴν ἐθνογενετικὴν αὐτὴν παθολογίαν, ἡ ὁποία ἐξηγεῖ τὰ ἀνεξήγητα καὶ τῆς σημερινῆς ἐπικινδύνου ἐμπλοκῆς εἰς τὸν βαλκανικὸν χῶρον. Ἐπιμένων πάντως ὁ ὁμιλητὴς εἰς τὸ νεοελληνικὸν παράδειγμα (ἔκτυπον καὶ εἰς τὸν ἐθνογενετικὸν οἶστρον τοῦ Μιστριώτη κατὰ τὶς ἀρχὲς τοῦ αἰῶνα), εἰς τὸ ρουμανικόν, τὸ βουλγαρικὸν καὶ τὸ τουρκικόν, συνέταξε ὁμόλογα κλάσματα (μὲ κοινὸν παρονομαστήν, ἀλλὰ διακεκριμένον ἀριθμητήν), τὰ ὁποῖα πολλὰ θὰ εἶχον νὰ μᾶς διδάξουν σήμερα. Τὸ ζήτημα εἶναι ποιός, ἄν ἔστω εἷς μετέφερε τὴν ἐθνικῆς σημασίας αὐτὴν ὁμιλίαν ἐκτὸς τῆς Αἰθούσης Τελετῶν τοῦ Α.Π.Θ. Καὶ παρὰ ταῦτα σχιζόμεθα γιὰ τὰ μακεδονικά μας δίκαια».
Πῶς καὶ πόσον σχιζόμεθα διὰ τὰ μακεδονικά μας δίκαια προκύπτει καὶ ἀπὸ τὴν ἀνεξήγητον μὴ ἀξιοποίησιν τοῦ ἐπιστημονικοῦ μόχθου ἑνὸς ἀλλοδαποῦ, Ρουμάνου, τοῦ Cicerone Poghirc, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν διδακτορικὴν διατριβήν του ἐκπονημένην εἰς τὴν δεκαετίαν τοῦ `60 καὶ ἐγκεκριμένην ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιον Λένινγκραντ ἔχει τεκμηριώσει εἰς νέαν βάσιν τὴν ἑλληνικότητα τῆς ἀρχαίας μακεδονικῆς διαλέκτου καὶ συνακόλουθα τῶν χρηστῶν της Μακεδόνων. Μάλιστα μεριμνᾶ διὰ τὴν ἀνακοίνωσιν τῶν συμπερασμάτων εἰς τὰ Πανεπιστήμια Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης μὲ κάποια δημοσιότητα, ἡ ὁποία κατέστησε πολὺ εὐρύτερα γνωστὸν τὸ ἐρευνητικὸν ἐπίτευγμα. Ἐπίσης μὲ μελετήματα ἐπίτομα κατέδειξε τὴν ἑλληνικότητα τοῦ ἐθνολογικοῦ καὶ γλωσσικοῦ ὑποστρώματος ὅλου τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου. Ἐν τούτοις, ὅταν ἡ διαμάχη μὲ τὰ Σκόπια ἔλαβε μεγάλες διαστάσεις εἰς συσχέτισιν μὲ τὴν ἀρχαίαν Μακεδονίαν, δὲν προσεκλήθη διόλου διὰ τὴν προσφορὰν τῶν καλῶν ὑπηρεσιῶν του, ἄν καὶ ἐν τῷ μεταξὺ ἀνεδείχθη καθηγητὴς δύο πανεπιστημίων. Ἀπὸ τοὺς εὐκαιριακοὺς δέ, δυστυχῶς καὶ πανεπιστημιακούς, “μακεδονολόγους” οὔτε κἄν μνημονεύεται, αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἐπηρέασε ὑπὲρ τῆς ἑλληνικότητος τῶν Μακεδόνων καὶ τὸν ἐπιφανέστατον Βούλγαρον ἀκαδημαϊκόν Vl. Georgiev. Ἔτσι μοιραῖα ἕπονται ἐπώδυνες ἐκπλήξεις.

(Ἐδημοσιεύθη εἰς τὸ περιοδικόν «Φωτεινὴ Γραμμή» τεῦχος 41, σελ. 150)
(Οκτώβριος-Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2009)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *