Ο Ορέστης όλα αυτά τα χρόνια που η μητέρα Κλυταιμνήστρα ζεί με τον εραστή της Αίγισθο, κατά μια άποψη είχε σταλεί, για δική του ασφάλεια ως έλεγε, στην Φωκίδα,από την μητέρα του. Εκεί ανδρώθηκε και εκεί έμαθε για τον θάνατο του πατέρα του. Όταν αποφάσισε να πάει στον τάφο του να προσκυνήσει συνάντησε την αδερφή του Ηλέκτρα που είχε στείλει η Κλυταιμνήστρα μαζί με τιςχοηφόρες να κάνουν εξιλαστήριες σπονδές γιατί την κατέτρεχαν οι Ερινύες. Όταν η Ηλέκτρα λέει: » Άκουσε πατέρα την ευχή μας και κάνε κάποια τύχη να φέρει εδώ τον Ορέστη», έρχεται η αναγνώριση μεταξύ των αδερφών  Τότε είναι που σχεδιάζεται η

εκδίκηση για το αίμα του πατέρα τους.Ορέστης και Πυλάδης αλλά και η Ηλέκτρα που πρώτη φεύγει και γυρίζει στις Μυκήνες υποκρινόμενη ότι όλα πήγαν καλώς.Για τον Πυλάδη γνωρίζουμε πως μεγάλωσε μαζί με τον Ορέστη με τον οποίο είχαν την ίδια ηλικία, όταν η Ηλέκτρα έστειλε τον τριετή αδερφό της στον Στρόφιο τον βασιλιά της Κορίνθου για να γλυτώσει από τον Αίγισθο που είχε πάρει την βασιλεία των Μυκηνών όταν ο Αγαμέμνων έφυγε στην Τροία. Γιός του Στρόφιου λοιπόν ο Πυλάδης μεγάλωσε με τον Ορέστη που τους έδεσε μια βαθιά φιλία πρώτυπο στην Ιστορία όπως εκείνη του Δάμωνος και Φειντίου. Έτσι από κοινού αποφάσισαν και σχεδίασαν την εκδίκηση για τον αίμα του Αγαμέμνωνος. Ο Ορέστης μαζί με τον φίλο του Πυλάδη καταφθάνουν στις Μυκήνες ως δυο ξένοι όπου αναγγέλλουν στην Κλυταιμνήστρα τον θάνατο του Ορέστη στην Φωκίδα. Τα υποκριτικά δάκρυα της Κλυταιμνήστρας φέρνουν τον Αίγισθο μπροστά σε μια πραγματικότητα. Είναι πλέον ο μοναδικός ηγέτης των Μυκηνών!!! Μόνον που δεν είχε υπολογίσει το σπαθί του Ορέστη που τον έριξε νεκρό. Μπροστά στο έγκλημα η Κλυταιμνήστρα οδύρεται ξεσηκώνοντας την οργή του Ορέστη που με το ίδιο ξίφος στέλνει την μητέρα του σε κοινό  με τον εραστή της τάφο. «Οι πεθαμένοι σκοτώνουν του νεκρούς…» λέει ο χορός στην τριλογία του Αισχύλου.

Οι προφητείες της Κασσάνδρας έχουν βγεί αληθινές, όπως και η κατάρα που ακολουθεί τον οίκο των Ατρειδών. Στο ίδιο μέρος όπου νεκροί είχαν πέσει ο Αγαμέμνων και η Κασσάνδρα τώρα κείτονταν τα πτώματα της Κλυταιμνήστρας και του Αιγίσθου.Στην Ωγυγία του Σταγειρίτου  διαβάζουμε τι ακολούθησε μετά την μητροκτονία.Ο Ορέστης γυρνούσε από πόλη σε πόλη αλλά κανείς δεν τον δεχόταν για το ανοσιούργημα της μητροκτονίας που είχε διαπράξει. Οι Τροιζήνιοι όμως τον λυπήθηκαν και τον δέχτηκαν δίνοντας του μια σκηνή έξω από την πόλη. Εκεί πήγαιναν εννέα άνδρες για να κάνουν τους καθαρμούς.Πολές ημέρες γινόταν αυτό με το νερό της Ιπποκρήνης πηγής. Τα νερά αυτά τα έριχναν κοντά στην σκηνή που φιλιξενούσε τον Ορέστη και  στο σημείο εκείνο φύτρωσε μια δάφνη. Βρισκόταν η σκηνή αυτή μπροστά στον ναό του Απόλλωνα. Στο σημείο αυτό μετά από χρόνια υπήρχε ένα κτίσμα το οποίο ονόμαζαν «σκηνή του Ορέστη».Μια πέτρα δε, πάνω στην οποία κάθονταν οι Καθαριστές, εθεωρείτο Ιερή. Γιατί ο καθαρισμός αυτός γινόταν με αίμα από χοίρους τους οποίους έσφαζαν και με το αίμα του καθάριζαν τα χέρια του Ορέστη και στη συνέχεια τα ξέπλεναν με αλατόνερο ή νερό από την πηγή Ιπποκρήνη όπως λένε. Ακόμη λέγεται πως επειδή δειπνούσαν μετά εκεί οι καθαριστές ήταν συνήθεια που συνέχισαν οι απόγονοί τους να κάνουν κάποιες συγκεκριμένες μέρες του χρόνου.
Όμως παρ’ όλα αυτά οι Ερινύες συνέχιζαν να  κατατρέχουν αυτόν με τέτοια μανία ώστε όταν βρέθηκε στην Αρκαδία κοντά στην Μεγαλούπολη, είδε στον ύπνο του τις Ερινύες μαύρες. Τέτοια ήταν η μανία του ώστε έφαγε όπως λέγεται, ένα του δάχτυλο.Το μέρος αυτό του χεριού του έθαψαν εκεί και ο τάφος ονομάσθηκε δακτύλου μνήμα. Έφτιαξαν δε και το σχήμα του δακτύλου από λίθο και το απόθεσαν στο μνήμα. Ο τόπος δε ονομάσθηκε Μανία.Μετά από αυτό είδε και πάλι τις Ερινύες λευκές και θυσίασε στις μεν Μαύρες αποτρόπαια θυσία( όπως χαρακτηριστικά λέει ο Σταγειρίτης), στις δε λευκές χαριστήρια. Εκεί όπου έγιναν αυτές οι θυσίες ονομάσθηκε το μέρος Άκη, από το άκος επειδή γιατρεύτηκε. Ακόμη ένα ιερό που βρισκόταν στο ίδιο μέρος  ονομάσθηκε Κουρείον επειδή μετά την γιατριά κούρεψε την κόμη του. Προς ανάμνηση όλων όσων πέρασε ο Ορέστης έκτισαν τρία Ιερά και θυσίαζαν στις Ερινύες.
Φυσικά πολλά πέρασε ακόμη ο Ορέστης γιατί μπορεί οι Ερινύες να τον άφησαν αλλά όχι και οι άνθρωποι που ζητούσαν να δικασθεί για το μεγάλο ανοσιούργημα της μητροκτονίας. Πολλοί ήσαν εκείνοι που έλαβαν μέρος στην δίκη αυτή, από τους Αρκάδες, τους Αργείους έως και τέλος τους Αθηναίους. Εκεί με την βοήθεια του Απόλλωνος και της Παλλάδας Αθηνάς ο Ορέστης αθωώθηκε.
Όμως φαίνεται πως και πάλι δεν ήταν αρκετό αυτό αφού οι Ερινύες επέστρεψαν. Στην από πόλη σε πόλη περιπλάνησή του ο Ορέστης βρέθηκε στην λακεδαίμονα όπου ενώ καθόταν σε μια πέτρα κοντά στο Γύθειο θεραπεύτηκε. Εκεί ονομάσθηκε το μέρος Ζεύς Καπώτας, δηλαδή καταπαυτής. Η συνέχεια όμως της μανίας τον έφερε στους Δελφούς και δια της Πυθίας ο Θεός Απόλλων του αποκαλύπτεται λέγοντάς του πως πρέπει να πάει στην Ταυρική να φέρει το ξόανο της Θεάς Αρτέμιδος στην Αθήνα.Όταν μαζί με τον Πυλάδη φθάνουν στην Ταυρική συλλαμβάνονται αμέσως γιατί υπάρχει έθιμο οι ξένοι να θυσιάζονται στην Θεά.Τότε λοιπόν έριξαν κλήρο για το ποιός εκ των δύο,Ορέστης ή Πυλάδης πρέπει να θυσιασθεί και ο κλήρος έπεσε στον Ορέστη. Τότε αναδείχθηκε η μεγάλη αυτή φιλία όταν ο Πυλάδης επέμενε πως εκείνος έπρεπε αντί του Ορέστη να θυσιασθεί. Ο Ορέστης όμως δεν ήθελε με τίποτα να ακούσει κάτι τέτοιο και είπε του Πυλάδη αφού τον ευχαρίστησε πρώτο για την μεγαλοψυχία του, πως ο κλήρος έπεσε σ’ αυτόν και έτσι πρέπει να γίνει.
Όμως όταν ετοιμάζονται για την θυσία την οποία έχει αναλάβει η Ιέρεια της Θεάς Αρτέμιδος, η Ιφιγένεια, ο ελεφάντινος ώμος το χαρακτηριστικό του οίκου των Πελοπιδών βάζει σε υποψίες την Ιφιγένεια που προφασίζεται πως ο θυσιαζόμενος δεν είναι καθαρός και πρέπει να τον καθαρίσει.Και την επομένη που έρχεται η Ιέρεια στην φυλακή,αναγνωρίζονται τα δυό αδέρφια.Ακόμη μια υπέροχη σκηνή στο έργο του Ευριπίδη «Ιφιγένεια εν Ταύροις», η σκηνή της αναγνώρισης!!! Η Ιφιγένεια έχει να δεί τον μικρό της αδερφό από την ημέρα στην Αυλίδα όπου την πρόσφερει θυσία ο Αγαμέμνων στην Άρτεμη. Μωρό σχεδόν εκείνος, πριν είκοσι χρόνια, κοπέλα εκείνη…  Και πέφτουν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.Τότε λέει η Ιφιγένεια στον βασιλιά της Ταυρίδος πως πρέπει να πάρει τον Ορέστη να τον καθάρει στην θάλασσα και μαζί και το ξόανο της Θεάς που μολύνθηκε.
Παίρουν το ξόανο της Αρτέμιδος και τα δυό αδέρφια μαζί με τον Πυλάδη καταφέρνουν να δραπευτεύσουν από την χώρα του Ταύρου, αφού σκότωσαν κάποιους και μαζί και τον Θόαντα τον βασιλιά της Ταυρίδος.
Ο Ορέστης κληρονομεί το βασίλειο των Μυκηνών το οποίο μεγάλωσε με την προσάρτηση του Άργους και της Λακεδαίμονας.Πήρε γυναίκα του την Ερμιόνη, κόρη του Μενελάου και της Ελένης και απέκτησε έναν γιό τον Τισαμενό. Λέγεται πως από την κόρη του Αιγίσθου την Ηριγόνη, είχε έναν ακόμη γιό νόθο τον Πενθίλο, όπως λέει ο λακεδαιμόνιος επικός ποιητής Κιναίθων.
Τελικά ο Ορέστης πέθανε στην Αρκαδία όταν τον δάγκωσε ένα φίδι και τον έθαψαν στην Τεγέα.Λέγεται πως οι Λακεδαιμόνιοι όταν έρχονταν σε πόλεμο με τους Τεγεάτες και έχαναν την μάχη πήραν χρησμό που έλεγε πως πρέπει να πάρουν τα οστά του Ορέστη και να τα θάψουν στην Λακεδαίμονα.Επειδή όμως δεν εύρησκαν τον τάφο του ρώτησαν την Πυθία η οποία τους είπε:
» Έστι της Αρκαδίης Τεγέη λευκώ ενί χώρω,
ένθ’ άνεμοι πνείουσι δυο κρατερής υπ’ ανάγκης,
και τύπος αντίτυπος και πημ’ επί πήματι κείται.
Ένθ’ Αγαμεμνονίδην κατέχει φυσίζωος αία,
τον σύ κομισάμενος, Τεγέης επιτάρροθος έση.»
Αλλά μη καταλαβαίνοντας τι μπορεί να σημαίνουν όλα αυτά έφυγαν οι Λακεδαιμόνιοι απογοητευμένοι. Όμως ένας Λάκων ο Λίχας είχε έρθει στην Τεγέα και ενώ βρισκόταν σε ένα σιδηρουργείο και παρακολουθούσε πως εργάζονταν τον σίδηρο και θαύμαζε, ο σιδεράς του είπε πως αυτό δεν είναι άξιο θαυμασμού αλλά μάλλον αυτό που είχε δεί κάποτε εκείνος. Και του αποκαλύπτει πως κάποτε είχε βρεί στην αυλή του σπιτιού του έναν τάφο επτά πήχεις μακρύ, αυτό ήταν όντως κάτι θαυμαστό. Και τότε ο Λίχας κατάλαβε πως επρόκειτο για τον τάφο του Ορέστη και έτσι μπορεί να εξηγηθεί ο χρησμός «ανέμους φύσας, τύπον και αντίκτυπον,πήμα επί πήματι» δηλαδή, τον σίδηρο επί του σιδήρου που σφυρηλατείται.
Και έτσι βρήκαν τα οστά του Ορέστη και νίκησαν τους Τεγεάτες. Πήραν τα οστά και τα έθαψαν στην Σπάρτη στον ναό των Μοιρών. Ο τόπος της Αρκαδίας που πέθανε ονομάσθηκε Ορέστειον και Ορεστειάς.
Ο Τισαμενός έγινε ο Βασιλιάς των Μυκηνών αλλά έμελλε να είναι ο τελευταίος απόγονος του οίκου των Πελοπιδών. Οι Τανταλίδες στο πρόσωπο του Τισαμενού νικήθηκαν από τους Ηρακλιδείς και η λάμψη των Μυκηνών έσβησε για πάντα.Βέβαια ο Τισαμενός που έφυγε στην Αχαϊα για να σωθεί έμελε εκεί και να πεθάνει. Τα οστά του τα πήραν οι Λακεδαιμόνιοι και τα έθαψαν στην Σπάρτη, όπου και έκτισαν μνημείο αξιόλογο. Πέντε γιους απέκτησε ο Τισαμενός, από άγνωστη σε εμάς γυναίκα, τον Κομήτη, την Δαϊμένη, τον Σπάρτωνα, τον Σέλλην και Λεοντομένην. Από αυτούς ο Κομήτης έκανε αποικία στην Ασία οι λοιποί έμεινα βασιλείς των Αχαιών. Όμως οι απόγονοί τους όπως λέει ο Σταγειρίτης » …ταπεινώθηκαν και αγνοούνται…» 
 
kapodistria-httpsxolianewsblogspotcom.blogspot.gr