ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΕΚΤΟΝ

ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΡΥΕΝΝΙΟΣ
Πέμπτος Φράγκος αυτοκράτωρ της
Κωνσταντινουπόλεως
19 Απριλίου 1229 — 23 Μαρτίου 1237.

Αποβιώσαντος του Ροβέρτου, το αυτοκρατορικόν στέμμα κατά τον νόμον έπρεπε να περιέλθη εις τον αδελφόν αυτού Βαλδουίνον, μόλις το δέκατον της ηλικίας έτος συμπληρώσαντα, και όν η Υολάνδη άμα τη αφίξει αύτης εν Κωνσταντινουπόλει έτεκε. Βεβαίως, εις την κρισιμωτάτην περίστασιν, εις ήν διετέλει το κράτος, ο Βαλδουίνος ήν πάντη ακατάλληλος διά τον θρόνον ενώ εκατέρωθεν αυτού ίσταντο ο δεσπότης της Ηπείρου και ο αυτοκράτωρ της Νικαίας, άνδρες πολεμικοί και πολυμήχανοι, απεκδεχόμενοι την ανατροπήν αυτού. Απητείτο λοιπόν χειρ ουχί νηπιώδης, αλλ’ ανδρική και στιβαρά όπως κρατήση τας κυβερνητικάς ηνίας και αντεπεξέλθη επιτυχώς κατ’ εχθρών τοσούτον επικινδύνων.

Την ανάγκην ταύτην συναισθανόμενοι οι Βαρώνοι έστρεψαν τα βλέμματά των προς τα πέριξ του θρόνου επιζητούντες τινά, εις όν προς ώραν να αναθέσωσι την εξουσίαν· αλλά δυστυχώς δι’ αυτούς, οι ως ο Κόνων Πετούνης άνδρες, από πολλού είχον ήδη εκλίπει. Εζήτησαν λοιπόν στήριγμα εν τοις έξωθεν, και ως τοιούτον ενόμισαν ότι εύρον τον βασιλέα των Βουλγάρων Ασάν, ηγεμόνα εξιδιασμένης τόλμης και γενναιότητος· όπως δε προσελκύσωσιν αυτόν, τω προέτεινον τον γάμον του Βαλδουίνου μετά της θυγατρός αυτού. Οποία φορά των πραγμάτων! Οι Φράγκοι οι θρασείς και μεγαλαύχενες, οι ηττηθέντες και καταισχυνθέντες υπό του Ιωάννου και των Βουλγάρων, περιήλθον εις την επονείδιστον ανάγκην να αναθέσωσιν επί τον Ασάν και τους Βουλγάρους, ως επ’ άγκυραν, πάσαν αυτών την ελπίδα! Ο Ασάν προθύμως εδέξατο την πρότασιν των Φράγκων, το μεν, διότι εκολακεύετο η φιλοτιμία του, το δε, διότι εξεκεντάτο η φιλοδοξία του, επιθυμούντος σφόδρα να πολεμήση τον Βατάτζην και τους Γραικούς, αρχαίους των Βουλγάρων εχθρούς θεωρουμένους. Υπεγράφη λοιπόν συνθήκη, καθ’ ήν ο μεν Βαλδουίνος ώφειλεν εν καιρώ να νυμφευθή την θυγατέρα του Ασάν, ούτος δε ανεδέχετο ιδία δαπάνη να ανακτήση και επαναγάγη υπό την κυριότητα του αυτοκρατορικού θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως όλας τας χώρας, όσας ο της Ηπείρου δεσπότης Μιχαήλ και ο τούτου, διάδοχος Θεόδωρος απέσπασαν απ’ αυτού. Απελείπετο δε πλέον να γνωσθή αν ο Ασάν προυτίθετο να πραγματοποιήση ό,τι ανεδέξατο, ή αν ηλαύνετο υπό σκοπών ιδιοτελείας (134).

Εν τούτοις οι μετά του Βουργουνδίου ευγενούς εισελάσαντες εις τα ανάκτορα και περιυβρίσαντες την του Ροβέρτου παλλακίδα βαρώνοι, φοβούμενοι μη ο Βαλδουίνος, ισχυρός διά της συμμαχίας γενόμενος, ήθελε, διεκδικών την τιμήν του αδελφού του, καταδιώξει αυστηρώς αυτούς, ήρξαντο διά δολοπλοκιών να ενσπείρωσιν εις τους πάντας την ιδέαν ότι ο Ασάν κυριεύων παρά του Θεοδώρου τας διαφόρους χώρας ήθελε τας προσθέσει εις το κράτος του, και ότι αντί να ταπεινωθώσιν επί τοσούτον οι Φράγκοι, ώστε να ζητήσωσι την συνδρομήν έθους εχθρικού και βασιλέως βαρβάρου και απίστου, προτιμότερον και αξιοπρεπέστερον ήτο ει απηυθύνοντο πρός τινα Γάλλον άρχοντα, εις όν να αναθέσωσι την του Βαλδουίνου κηδεμονίαν. Η ιδέα αύτη γενικευθείσα εματαίωσε την προς τον Ασάν συνθήκην, και οι βαρώνοι απεφάσισαν να ζητήσωσι μεταξύ των ομοφύλων τον κατάλληλον όπως και τα του κράτους δεξιώς διευθύνη, και τους εναντίους αποσβήση ως τοιούτον δ’ εξελέξαντο τον Ιωάννην Βρυέννιον, κόμητα της Μάρχης (135).

Ο Ιωάννης Βρυέννιος, υιός Εράρδου του κόμητος Βρυεννίου και αδελφός του Γωτιέρου Βρυεννίου, παιδιόθεν είχε προορισθή διά το εκκλησιαστικόν στάδιον· αλλ’ άμα έφθασεν οπωσούν εις ηλικίαν, τοσούτον οικτρόν στάδιον τω εφάνη εκείνο, ώστε δραπετεύσας του πατρικού του οίκου, κατέφυγεν εις την μονήν του Κλερβώ, ένθα εδεξιώσατο και εξεπαίδευσεν αυτόν κληρικός τις θείος του. Μια δε των ημερών ενώ ίστατο παρά τη θύρα της μονής ταύτης, ανεγνωρίσθη υπό του στενού αυτού συγγενούς Σίμωνος δε-Βροά, άρχοντος της Σατωβιλαίνης, όστις συγχρόνως προς τας ευχάς του τω έδωκεν αγωγήν στρατιωτικήν και τον καθιέρωσεν ιππότην. Ο πατήρ του Ιωάννου, δυσηρεστημένος ων κατ’ αυτού, διότι εφάνη απειθής, τον ελησμόνησε σχεδόν καθ’ ολοκληρίαν· έλαβε λοιπόν ούτος τον σταυρόν μετά του αδελφού του Γωτιέρου και των άλλων κυρίων, οίτινες επορεύθησαν προς άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως. Αλλ’ επειδή ο Γωτιέρος περιεβλήθη το βασιλικόν στέμμα της Σικελίας, ο Ιωάννης τον συνώδευσεν εις Νεάπολιν, και μετά τον θάνατον εκείνου, ανέλαβε την κηδεμονίαν των τέκνων του· αποβιώσαντας δε του Αμορή Β’ ρηγός της Ιερουσαλήμ, οι βαρώνοι γνωρίζοντες εκ φήμης την ανδρίαν και την αρετήν αυτού έπεμψαν πρέσβεις προς τον Ιωάννην Βρυέννιον, όπως τω προσφέρωσι το τε στέμμα του βασιλείου της Ιερουσαλήμ, όπερ τότε απηρτίζετο εκ μόνης της Πτολεμαΐδας και της Τύρου, και την χείρα Μαρίας της θυγατρός Κονράδου του μαρκησίου της Μοντφεράτης και της βασιλίσσης Ισαβέλλας. Ο Ιωάννης εδέξατο προθύμως τας λίαν κολακευτικάς δι’ αυτόν προτάσεις ταύτας, και ενυμφεύθη μεν την Μαρίαν, εξ ής ετέκε την Υολάνδην, σύζυγον του Φριδερίκου Β’ οψιαίτερον γενομένην, έλαβε δε το σκήπτρον και μεταβάς εις το κράτος του κατεπολέμησε τους εχθρούς αυτού εν Παλαιστίνη και Αιγύπτω· αλλ’ οι ηρωικοί αυτού αγώνες δεν εδύναντο να κρατήσωσι το σεσαθρωμένον οικοδόμημα του βασιλείου της Ιερουσαλήμ, και ηναγκάσθη να μεταβή τω 1222 εις Γαλλίαν και εκείθεν παρά τω Πάπα εις Ρώμην, όπως ζητήση βοήθειαν κατά των απίστων. Αποβιωσάσης δε τότε της συζύγου του Μαρίας, ενυμφεύθη δεύτερον γάμον, και εβδομήκοντα τεσσάρων ήδη ετών ων, Βεραντζέρην την θυγατέρα του βασιλέως τη Καστιλλίας Αλφόνσου, εξ ής έσχε τρεις υιούς και μίαν θυγατέρα, εκδοθείσαν Βαλδουίνω τω αυτοκράτορι. Αλλά πληροφορηθείς ότι εν τη απουσία αυτού εκ Παλαιστίνης, ο γαμβρός του Φριδερίκος, μεταβάς εκεί, έλαβε τον τίτλον ρηγός Ιεροσολύμων, απεκδύων ούτω τον πενθερόν του του κράτους του, έμεινεν εις Ευρώπην και αποσυρθείς παρά τω Πάπα Γρηγορίω Θ’ έλαβε την αρχηγίαν του στρατού αυτού κατά του Φριδερίκου (136).

Η πολεμική φήμη του Ιωάννου διά τα κατά την Συρίαν κατωρθώματα αυτού ήτο μεγίστη· σύγχρονος δέ τις χρονογράφος, εγκωμιάζων τας αρετάς του, λέγει περί αυτού τάδε (137),

Ουδέ ο Εκτωρ, ουδ’ ο Ρολάνδος,
Ουδέ Ιούδας ο Μακκαβαίος
Έπραξε, τόσα, φανείς τοσούτον
Γενναίος, όσον ο Ιωάννης
Όστις εντός τε κ’ εκτός του κράτους,
Παρέσχε δείγματα τεραστίας
Τόλμης, ανδρίας, νοημοσύνης.

Τάδε προτερήματα αυτού ταύτα έκρυπτεν υπό σώμα γιγάντειον, το οποίον μετ’ εκπλήξεως περιγράφουσιν οι τότε χρονογράφοι. Και αυτός, δε ο Βυζαντινός Γεώργιος Ακροπολίτης, ιδών κατά πρόσωπον τον Ιωάννην, ιδού πώς εκφράζεται περί αυτού. «Ως και αυτός τούτον, είδον, υπερεξεπλάγην το του ανδρός μήκος εν πάση διαπλάσει τους άλλους υπερβάλλοντος κατά γε μήκος και πλάτος.» (138) Ήτο δε τότε ογδοήκοντά που ετών, αλλ’ εφαίνετο διατηρών όλην την ζωηρότητα και ρώμην της νεανικής ηλικίας.

Τοιούτον λοιπόν εκλεξάμενοι οι βαρώνοι ως ηγεμόνα αυτών κατά την ανηλικότητα του Βαλδουίνου, έπεμψαν και εκ σεβασμού και εκ φόβου μη προσκρούσωσιν εις τας προθέσεις της Ρώμης, πρέσβεις προς τον Πάπαν όπως τω εκθέσωσι την εκλογήν αυτών και ζητήσωσιν την επιδοκιμασίαν του. Παρουσιασθέντες λοιπόν οι πρέσβεις προς τον Γρηγόριον Θ’, τω εξέθηκαν «Ότι η μεν μικρά ηλικία του κυρίου των εδείτο οδηγού πεφωτισμένου, το δε κράτος αρχηγού ανδρείου και επιτηδείου όπως τω υπερασπίση κατά των περικυκλούντων αυτό εχθρών. Ότι η Μακαριότης του εγνώριζεν υπέρ πάντα άλλον πόσον ο Βρυέννιος συνεκέντρου εν εαυτώ τα προτερήματα ταύτα. Ότι διά του γάμου της θυγατρός αυτού μετά του ανήλικος αυτοκράτορος, ήθελον συνδεθή οι δύο ούτοι ηγεμόνες διά δεσμού αδιαρρήκτου, και ότι υπό την αιγίδα της ευτυχούς ταύτης, συμμαχίας, και υπό την προστασίαν της Αγίας Έδρας η αυτοκρατορία εσωτερικώς μεν ήθελεν ευδαιμονήσει, εσωτερικώς δε αποσοβήσει των Γραικών και των Βουλγάρων τας επιβουλάς.»

Ο Πάπας, επιδοκιμάσας τους λόγους, υφ’ ών ελαυνόμενοι οι βαρώνοι προέβησαν εις την εκλογήν του Βρυεννίου, πρασεκάλεσεν αυτόν εις Ριέτιον, και εκεί συνωμολόγησαν οι εκ Κωνσταντινουπόλεως πρέσβεις και αυτός την επομένην συνθήκην. «Ότι ο γάμος του Βαλδουίνου και της θυγατρός του Ιωάννου Μαρίας ήθελε τελεσθή άμα οι δύο ούτοι έφθανον εις ηλικίαν επίγαμον· ότι ένεκα της ανηλικιότητος του Βαλδουίνου ο Βρυέννιος ήθελε στεφθή αυτοκράτωρ, και διατηρήσει την εξουσίαν και τον τίτλον τούτον εφ’ όρου ζωής· ότι μετά την αποβίωσίν του, ο Βαλδουίνος και οι νόμιμοι κληρονόμοι του έπρεπε να ώσιν αυτοκράτορες· ότι ο Βρυέννιος ήθελε συντηρεί τον Βαλδουίνον μέχρις ηλικίας είκοσιν ετών συμφώνως προς την γέννησιν και την αξίαν αυτού και ότι τότε ο Βρυέννιος ήθελε λάβει το βασίλειον της Νικαίας και τας εν Ασία κτήσεις των Γάλλων, εκτός του δουκάτου της Νικομηδείας, όπερ επεφυλάσσετο διά τον Βαλδουίνον εν τέλει· ότι ο Βρυέννιος είχε το δικαίωμα να κληροδοτήση εις τους κληρονόμους του κατ’ εκλογήν ή τας εκείθεν του Βοσπόρου χώρας ή τας εντεύθεν, εξαιρουμένης της Θράκης από Αδριανουπόλεως, επί τω όρω όμως οι κληρονόμοι του να δώσωσιν όρκον εις τον Βαλδουίνον ότι θα τον υπηρετώσιν εν πολέμω ως υποτελείς και θα συνεκστρατεύωσι προσωπικώς όταν κακείνος εξεστράτευεν. Η συνθήκη αύτη εγκριθείσα υπό του Πάπα, επεκυρώθη παρ’ αυτού εν Περούζη τη 19 Απριλίου 1229. Ταυτοχρόνως δε ο Πάπας εξηκόντισε δεινόν αφορισμόν κατά του Θεοδώρου Κομνηνού, και καθ’ όλων όσοι ή δι’ όπλων ή διά στρατού και πλοίων τον συνέδραμον εις τον κατά των Φράγκων πόλεμον (139).

Ο Βρυέννιος ανακηρυχθείς τοιουτοτρόπως έπεμψε πρέσβεις μετά πολυτίμων δώρων προς τον γαμβρόν αυτού αυτοκράτορα Φριδερίκον, μετά του οποίου βεβαίως δεν διετέλει εν αρμονία ες ότου εκείνος απογυμνών αυτόν του κράτους του, προσέλαβε τον τίτλον βασιλέως της Ιερουσαλήμ. Ο Φριδερίκος υπεδέξατο, τη 29 Νοεμβρίου του αυτού έτους, μετά μεγίστης επισημότητος τους απεσταλμένους του πενθερού του, προς όν δι’ αυτών και συνθήκην συνωμολόγησεν· ο δε Βρυέννιος ήρξατο ποιών τας αναγκαίας διά την αναχώρησίν του προπαρασκευάς, αίτινες όμως διήρκεσαν δύο όλα έτη· κατά δε την πολυχρόνιον ταύτην εκ Κωνσταντινουπόλεως απουσίαν του, διώκει το κράτος ως παρατηρητής αυτού ο Ταρζότος δε-Τουσή άρχων Γάλλος, ού σύζυγος ην η θυγάτηρ του Θεοδώρου Βρανά και Αγνής της Γαλλίδος ηγεμονόπαιδος.

Εν τούτοις η προσγενομένη εις τον βασιλέα των Βουλγάρων προσβολή ήτο τοιαύτη, ώστε αδύνατον απέβαινεν εις αυτόν να μη ζητήση εκδίκησιν, ιδόντα προτιμώμενον τον Βρυέννιον και εν τη κηδεμονία του θρόνου και εις τον της θυγατρός του γάμον. Όπως δε εκδικηθή ταχύτερον και ευχερέστερον, συνεμάχησε μετά του ασπονδοτέρου των Φράγκων εχθρού, του δεσπότου της Ηπείρου Θεοδώρου, εις τον αδελφόν του οποίου Μανουήλ, προς πλείω παγίωσιν της συμμαχίας, εξέδωκε και την θυγατέρα αυτού Μαρίαν εις γάμον. Ήλπιζε δε ότι διά της αρωγής του Θεοδώρου ήθελεν επιφέρει πληγήν καιρίαν εις τους περιυβρίσαντας τοσούτον απρεπώς αυτόν· αλλ’ η απιστία του συμμάχου τούτου, τα πάντα εις τον βωμόν της φιλοδοξίας θύοντος, τον ηνάγκασε ν’ αναβάλη μεν την εκπλήρωσιν της εκδικήσεώς του, να στρέψη δε τα όπλα κατ’ αυτού του ιδίου συγγενούς και συμμάχου του. Ο Θεόδωρος, «ανήρ θρασύτερος, κατά την έκφρασιν του Ακροπολίτου, και ατακτότερον φερόμενος ου μόνον εν βασιλείοις, αλλά και εν πάσιν απλώς τοις πολιτικοίς και θαμά παραβαίνων τους όρκους και παρασπονδών τοις εν γειτόνων» αποσπάσας του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως την Θεσσαλονίκην, Αδριανούπολιν και όλας τα μέχρις Έβρου Θρακικάς πόλεις ηθέλησε, μεταχειριζόμενος ως μέσον την συνθήκην και την συγγένειαν όπως απογυμνώση εκείνους προς ούς συνεβάλετο, να παρεκτείνη τας κτήσεις του και προς την Βουλγαρίαν. Συναγαγών λοιπόν πολυάριθμον στρατόν Γραικών και Γερμανών, ούς τω είχε πέμψει προς υπηρεσίαν του ο αυτοκράτωρ Φριδερίκος, κατηυθύνθη, ηγούμενος αυτού, προς την Αδριανούπολιν· τούτο πληροφορηθείς ο Ασάν και υποπτεύων τους δολίους του Θεοδώρου σκοπούς, συνέλεξε και αυτός εκ του προχείρου όσους αν εδυνήθη στρατιώτας, οίς προσετέθησαν και ωσεί χίλιοι Κουμάνοι, και εστρατοπέδευσε προς την παρά τω Έβρω Κλοκοτινίτζαν. Βεβαίως ο στρατός αυτού ήτο ασυγκρίτως ολιγαριθμότερος του εχθρικού, αλλ’ είχεν υπέρ εαυτού το δίκαιον, διά τούτο άμα πληροφορηθείς την προσέγγισιν του Θεοδώρου τολμηρώς προέβη προς συνάντησιν αυτού πλήρης θάρρους και οργής. Όπως δε εμπνεύση τα αισθήματα ταύτα και εις τους στρατιώτας τους, απηώρησεν εις ιστόν, δίκην σημαίας, την έγγραφον συνθήκην, ήν αναίδην ο εχθρός παρεβίαζε, και υπό την σημαίαν ταύτην προσεκάλεσε τους Ηπειρώτας αυτού εις τον αγώνα. Συναντηθέντες λοιπόν οι δύο εχθροί, κατ’ Απρίλιον του 1230, συνεπλάκησαν, και μετά βραχυχρόνιον μεν, αλλ’ αιματηράν και πολύστονον μάχην, ηττήθη κατά κράτος ο Θεόδωρος, και ο μεν στρατός του οικτρώς κατεστράφη, αυτός δε ο ίδιος μετά των αρχηγών και λογάδων του έπεσαν αιχμάλωτοι, άπαν δε το στρατόπεδόν του περιήλθεν ως λεία εις τας χείρας του νικητού. Βεβαίως αν ήτο έτερός τις εις την θέσιν του Ασάν φρικωδώς ήθελεν εκδικηθή τον Θεόδωρον διά την δολιότητα μεθ’ ής προσεφέρθη· αλλ’ αυτός φιλανθρωπότερον προς το αλωθέν πλήθος διατεθειμένος, τους μεν πλείστους των αιχμαλώτων, και ιδία τους χυδαιοτέρους και σύγκλυδας, ηλευθέρωσε και προς τας εαυτών απέπεμψε πατρίδας, εκράτησε δε μόνον τον Θεόδωρον και τους αρχηγούς, οίς όμως επεδαψίλευσε πάσαν περιποίησιν. Έπραττε δε ταύτα ουχί μόνον εξ αισθημάτων φιλανθρωπίας εμπνεόμενος, αλλά και εξ αυτού του ιδίου συμφέροντος ελαυνόμενος, διότι επιθυμών να δεσπόση των λαών, προπαρεσκεύαζεν αυτούς διά της αγαθότητος και ηπιότητας εις υποταγήν· τούτο δε και επέτυχε, διότι μετά την νίκην εκείνην προβάς εκυρίευσεν αναιμωτί την Αδριανούπολιν, το Διδυμότοιχον, το Βολερόν άπαν, τας Σέρρας, την Πελαγονίαν, την Πρίλεπαν και τα πέριξ τούτων. Εξέτεινε δε συνάμα τας καταδρομάς αυτού διά Θεσσαλίας άχρις Ηπείρου, εκυρίευσε το Έλβανον και ελήισε την μέχρις Ιλλυρικού χώραν, ουχί διά πυρός και μαχαίρας, ως οι προκάτοχοι αυτού, ουδ’ εντρυφών εις τα αίματα των κατοίκων, αλλ’ ηπίως και αβλαβώς. Τοιουτοτρόπως προσείλκυσε των πάντων την αγάπην, θαυμαστός και μακάριος τοις πάσι λογιζόμενος (140).

Ο Θεόδωρος αιχμάλωτος μένων μετά των οικείων και αξιωματικών του καταστραφέντος στρατού του, εφρουρείτο μεν παρά του Ασάν, αλλά και εφιλοφρονείτο τα μέγιστα· επειδή όμως εφωράθη διενεργών συνωμοσίας κατά του βασιλέως των Βουλγάρων, εξετυφλώθη υπ’ αυτού, απολέσας τοιουτοτρόπως διά παντός την ελπίδα του να δυνηθή να επανορθώση ήν υπέστη ζημίαν. Ο δε αδελφός αυτού Μανουήλ Άγγελος, όστις και δεσποτικώ αξιώματι υπό του αδελφού ετιμάτο, σωθείς διά φυγής όταν κατεστράφη ο του Θεοδώρου στρατός, μετέβη εις Θεσσαλονίκην και ανέλαβε την διοίκησιν αυτής, δεσπότης ονομαζόμενος και ερυθροίς γράμμασι τας γραφάς αυτού επικυρών, και κυριεύων ταύτης και των περί ταύτην· ανθ’ ού καί τις πρέσβυς απεσταλμένος προς αυτόν παρά του Ασάν, τον έσκωψε διά τας βασιλικάς αυτού αξιώσεις, ειπών· «Εις σε επ’ αληθείας αρμόζει το εις τον Χριστόν ψαλτωδούμενον «Σε τον βασιλέα, και δεσπότην.»» Εν τούτοις ο Μανουήλ θέλων να παγιώση την εξουσίαν αυτού εζήτησε την συμμαχίαν των γειτνιαζόντων πριγγίπων, και ιδία του Γοδοφρέδου Βιλαρδουίνου, πρίγγιπος της Αχαΐας, προς δε απηυθύνθη, ως είχε πράξει εν αρχή και ο αδελφός αυτού, προς τον Πάπαν, εκλιπαρών την προστασίαν αυτού, εναντίον της θελήσεως του Έλληνος Πατριάρχου Γερμανού, όστις τω έπεμψε τον Μητροπολίτην Αγκύρας, όπως τον αποτρέψη του σκοπού τούτου, και υποσχόμενος αυτώ την αναγνώρισιν της πνευματικής του Ρωμαίου ποντίφικος υπεροχήν. Τοιουτοτρόπως ο Μανουήλ εγένετο άρχων των προς τα δυτικά μέρη χωρών και πόλεων, μηδέ παρά των Βουλγάρων το παράπαν ενοχλούμενος, διότι είχε λάβει ως σύζυγον την εκ παλλακίδος θυγατέρα του Ασάν (141).

Εν τούτοις ο αυτοκράτωρ Βρυέννιος, μετά την υπογραφήν της συνθήκης της εκλογής του, ητοιμάζετο να μεταβή όπως λάβη κατοχήν του θρόνου, εφ’ ήν ανήλθε χάρις εις την φήμην της ανδρίας και της πείρας του· αλλά πριν ή μεταβή εις Ανατολήν απεφάσισε να στρατολογήση στρατιώτας, και προς τούτο επεσκέψατο διαφόρους χώρας, μηδ’ αυτών των Παρισίων εξαιρουμένων. Εκείθεν μεταβάς εις Ενετίαν ανενέωσε την μεταξύ των προκατόχων του και της Δημοκρατίας εκείνης ανέκαθεν υπάρχουσαν συμμαχίαν, και εζήτησε παρ’ αυτής πλοία ίνα μετακομισθή διαπόντιος εις Κωνσταντινούπολιν, διότι μη έχων λαόν αξιόχρεων, καθ’ ά λέγει ο Ακροπολίτης, δεν ετόλμα να υπάγη διά ξηράς. Αφ’ ετέρου ο Πάπας δι’ εγκυκλίων του προς τους χριστιανούς πρίγγιπας παρώτρυνεν αυτούς να παράσχωσι συνδρομήν· και στρατιώτας δι’ έν τοσούτω ένδοξον έργον· η δε Ενετία συμμετέχουσα όλων των ωφελειών του Φραγκικού κράτους, τω προσέφερε δεκατέσσαρα πλοία πολεμικά και πολλά άλλα φορτηγά διά την μεταφοράν χιλίων διακοσίων ίππων και πεντακοσίων πεζών μετά ζωοτροφιών διά τρεις μήνας. Ταυτοχρόνως ο Πάπας έγραψε προς τον Πατριάρχην της Κωνσταντινουπόλεως Σίμωνα, εξαγγέλων αυτώ την προσεχή άφιξιν του Ιωάννου, και προσκαλών αυτόν να παροτρύνη τον λαόν, όπως διά πάσης τιμής υποδεχθή τον αυτοκράτορα. Τοιουτοτρόπως ο Βρυέννιος παρεσκευασμένος ανεχώρησεν εξ Ενετίας κατ’ Αύγουστον ή Σεπτέμβριον του 1231 και αφικόμενος εις Κωνσταντινούπολιν, ένθα περιεμενέτο ανυπομόνως, εστέφθη υπό του Πατριάρχου αυτοκράτωρ εν τη Αγία Σοφία μετά πασών των κατά τοιαύτας περιστάσεις διατυπώσεων (142).

Περιελθών εις τον αυτοκρατορικόν θρόνον ο Βρυέννιος διέψευσε την ιδέαν, ήν είχον σχηματίσει οι λαοί περί της ανδρίας αυτού, ής τοσαύτα τέως παρέσχε τεκμήρια, διότι αντί να χρησιμοποιήση τους άνδρας ούς εξ Ιταλίας και Γαλλίας ήγαγε, και ανακτήση τας χώρας τας οποίας οι Γραικοί είχον αποσπάσει από την αυτοκρατορίαν, άφησε να παρέλθωσι δύο έτη χωρίς ουδέν κατά των εχθρών του να επιχειρήση, χωρίς, ενί λόγω, ουδέ πόλεμον ουδέ ειρήνην να ποιήση, αλλ’ εγκαταλείπων τον στρατόν του να διαφθείρηται εν τη αεργία και τη τρυφή. Της απραξίας του ταύτης ο μεν Ακροπολίτης δίδωσι λόγον τον φόβον, όν είχε προς τον Βατάτζην, στρατηγικώτατον όντα και εις τας κατά των εχθρών μάχας ευμεθοδώτατον, έτεροι όμως αποδίδουσιν αυτήν εις την φιλαργυρίαν, σύνηθες των γερόντων ελάττωμα, υφ’ ής κατείχετο και ο Βρυέννιος. Όπως ποτ’ αν η, ο αυτοκράτωρ ούτος εφάνη λίαν αδρανής, και συγγνωστός μεν ήθελεν είσθαι αν προ πολλού επί του θρόνου καθήμενος και μετά βίον τρικυμιώδη και, παλυτάραχον εκοιμάτο επ’ αυτού· αλλ’ αξιόμεμπτος θεωρείται διότι ανέβη επί του θρόνου όπως κοιμηθή.

Κατά το πρώτον έτος της αυτοκρατορίας του Βρυεννίου απεβίωσεν εν Κωνσταντινουπόλει ο Φράγκος Πατριάρχης αυτής Σίμων· ο δε Πάπας, μεινάσης επί όν έτος κενής της Πατριαρχικής έδρας, ανεβίβασεν επ’ αυτήν τον εκ Πλακεντίας Νικόλαον, επίσκοπον Σπολέτου. Τότε δε συνέβη και σφοδρός εν Κωνσταντινουπόλει σεισμός όστις πολλούς μεν ναούς, πλείστας δε οικίας κατεκρήμνισε και πολλάς τη πόλει επήνεγκε ζημίας.

Μετά διετή ηρεμίαν απεφάσισε τέλος ο Βρυέννιος να εξέλθη εις εκστρατείαν, διότι έβλεπεν ότι ημαύρωσε κατά μέγα μέρος την πολεμικήν αυτού φήμην· εδράζατο δε της ευκαιρίας καθ’ ήν ο Ιωάννης Βατάτζης ην απησχολημένος εις τον πόλεμον προς Λέοντα τον Γαβαλλάν, όστις τω τίτλω Καίσαρος παρ’ αυτού τιμηθείς, ήρε την σημαίαν της ανταρσίας και κατέλαβε, την νήσον Ρόδον (143). Ο Βατάτζης θέλων να σωφρονίση τον αχάριστον εκείνον υπήκοόν του έπεμψε κατ’ αυτού ένα των μάλλον διακεκριμένων στρατηγών του, τον Ανδρόνικον Παλαιολόγον, μέγαν δομέστικον, μετά στόλου όστις κατεπολέμησε τον αντάρτην και επανήγαγε την Ρόδον υπό την κυριαρχίαν του αυτοκράτορος. Της καιρίας λοιπόν ταύτης δραξάμενος ο Βρυέννιος, τριήρεις οικονομήσας και στράτευμα συναθροίσας, εξήλθε της Κωνσταντινουπόλεως και πλεύσας εις Λάμψακον, καθώρμισε τας νήας αυτού περί τον τόπον τον ονομαζόμενον Ολκόν. Ο Βατάτζης έμπαλιν, πληροφορηθείς την έξοδον του της Κωνσταντινουπόλεως αυτοκράτορος, εστρατοπέδευσε προς τα μέρη της Σιγρηνής· μη έχων δε μεθ’ εαυτού δύναμιν αξιόμαχον όπως αντικρούση ή επιτεθή κατά του εχθρού, προσεπάθει διά στρατηγημάτων να κωλύση τας κινήσεις αυτού. Εξελθόντων λοιπόν του Βρυεννίου και των Φράγκων και βαδιζόντων τόπους τινάς παραιγιαλίους, χωρίς να τολμώσι ν’ απομακρυνθώσι των νηών αυτών, ο αντιστρατηγών αυτοίς Βατάτζης τους παρηκολούθει οδεύων παρά τας υπωρείας των ορέων και ποικιλοτρόπως παραβλάπτων αυτούς. Τοιουτοτρόπως προέβησαν από Λαμψάκου μέχρι των Κεγχριών, μικρόν ή μηδέν λυμήναντες, διότι ο Βατάτζης προφθάσας διέσωσε πάντα τα χρειώδη εις υψηλοτέρους τόπους, και μόνον έν φρούριον παρά την Κύζικον χειρωσάμενοι, όπερ ωνομάζετο Κεραμιδάς· είχον δε τας νήας αυτών ετοίμους όπως επιστρέψωσιν εις Κωνσταντινούπολιν, και ήθελον όντως επανέλθει, αισχύνης και ζημίας πεπληρωμένοι, ει μη εκυρίευον το άστυ των Πηγών, εις την ακρόπολιν του οποίου νυκτός αναβάντες και κατά των φυλάκων αίφνης επιπεσόντες, εφόνευσαν αυτούς και κατέλαβον την πόλιν. Η επιτυχία αύτη ενέβαλεν εις δειλίαν τους Γραικούς, διότι η πόλις εκείνη ην πλήρης στρατιωτών εκλεκτών· αλλ’ η του Βατάτζη περί τα τοιαύτα οικονομία και τους Γραικούς ενεθάρρυνε και τους Φράγκους ηνάγκασε να επιστρέψωσιν εις Κωνσταντινούπολιν, μικρόν, ως είπομεν, ή μηδέν εργασαμένους. (144)

Καθ’ όν χρόνον η Φραγκική αυτοκρατορία εξησθένει ένεκα της αδρανείας και ανικανότητος των κυβερνώντων αυτήν, τα λείψανα της Γραικικής αυτοκρατορίας από ημέρας εις ημέραν συνεπυκνούντο και ενεδυναμούντο. Η δραστηριότης και η ανδρία του Βατάτζη είχον ούτως ειπείν μεταβιβάσει εις τους ηττημένους την ψυχήν των κατακτητών αυτών, και ευλόγως εδύνατό τις να υποθέση ότι οι δύο λαοί μετέβαλον χαρακτήρα. Ο Ιωάννης μη αρεσκόμενος εις την κατάκτησιν των πλείστων νήσων του αρχιπελάγους, άς εκυρίευσεν, εξοπλίσας νήας πολυαρίθμους ηθέλησε να εκδιώξη τους Φράγκους και εκ Κρήτης· περίστασις δέ τις τω προσεφέρθη κατάλληλος προς τούτο, την οποίαν δεν έλειψεν εκείνος να εκμεταλλευθή.

Αφ’ ότου οι Ενετοί εγένοντο κύριοι της νήσου ταύτης η κυριαρχία των αδιαλείπτως σχεδόν διετέλει εις ανώμαλον κατάστασιν ένεκα του επαναστατικού πνεύματος των κατοίκων της. Οι Κρήτες μη δυνάμενοι να βαστάσωσι τον βαρύν και καταθλιπτικόν ζυγόν της αλαζόνος και φιλάρπαγος Δημοκρατίας, ποικιλοτρόπως προσπάθησαν ν’ αποτινάξωσιν αυτόν· αλλ’ αι προσπάθειαί των εναυάγησαν πάντοτε απέναντι της ανωτέρας υλικής δυνάμεως και του συμπαγούς των εχθρών των, επί τέλους δε απηυθύνθησαν προς τον Βατάτζην και τω προσήνεγκον την ηγεμονίαν της νήσου, αν τους συνέδραμε να εκδιώξωσι τους Ενετούς. Ο Βατάτζης νομίσας κατάλληλον την περίστασιν όπως πραγματοποιήση τους κατακτητικούς αυτού σκοπούς, έπεμψε προς βοήθειαν των Κρητών τριάκοντα πέντε γαλέρας. Η Δημοκρατία πληροφορηθείσα ταύτα διέταξε τον Μάρκον Σανούτον, δούκα της Ναξίας να πλεύση εις Κρήτην όπως αντικρούση τους εχθρούς· ούτος δε μεταβάς εις την νήσον εκείνην άμα είδε μακρόθεν τον κατάπλουν του Γραικικού στόλου, ανεχώρησεν αμέσως μεθ’ όσου είχε φέρει στρατού, η δε κατεσπευσμένη αύτη αναχώρησίς του παρέσχε την υπόνοιαν ότι επετεύχθη αντί χρημάτων υπό του Βατάτζη. Εν τούτοις ο Γραικικός στρατός εκπολιορκήσας την Ρέθυμνον, ηνάγκασε τον φρούραρχον αυτής Μάρκον Κουερίνην να παραδοθή, εκυρίευσε δε και πολλά άλλα μέρη της νήσου και μόνον εις το φρούριον του Βονιφατίου απήντησε μεγίστην αντίστασιν· ενώ δε ησχολείτο περί την πολιορκίαν αυτού, ο Μάρκος Κουερίνης συλλέξας στρατόν πολυάριθμον ήλθε προς βοήθειαν των πολιορκουμένων. Ο στρατηγός του Βατάτζη βλέπων ότι οι Κρήτες αντί να συνδράμωσιν αυτόν, καθ’ ά είχον υποσχεθή, έμενον αδιάφοροι και μη θέλων να διακινδυνεύση τον στρατόν του, έλυσε την πολιορκίαν και επιβάς επί των πλοίων του ανεχώρησεν· αλλά καθ’ οδόν καταληφθείς υπό σφοδράς τρικυμίας υπέστη δεινόν παρά τα Κύθηρα ναυάγιον, και μόλις τρία εκ των πλοίων αυτού εδυνήθη να σώση· απώλοντο δε μετά των άλλων και δύο πρέσβεις της Ενετίας, οίτινες μετέβαινον παρά τω Βατάτζη όπως ζητήσωσι την ειρήνην (145).

Ο Βατάτζης ουδόλως αποθαρρυνθείς εκ της πρώτης ταύτης αποτυχίας, συνενοήθη μετά των Κρητών και έπεμψε πάλιν μετ’ ου πολύ δώδεκα γαλέρας, όπως κυριεύσωσι την νήσον. Οι Ενετοί επολιόρκουν τότε φρούριόν τι Σορβία καλούμενον, άμα λοιπόν είδον την έλευσιν του Γραικικού στόλου, έπεμψαν ένα στρατηγόν μετά ισχυράς δυνάμεως προς επικουρίαν του Μεγάλου Κάστρου, φοβούμενοι μήπως οι Γραικοί ήθελον κυριεύσει αυτό· οι δε λοιποί επέβησαν εις τα πλοία των και κατηυθύνθησαν επί τους εχθρούς, οίτινες δι’ ανενδότου κωπηλασίας και έχοντες τον άνεμον ούριον, προσωρμίθησαν είς τινα λιμένα της νήσου. Εκεί οι Ενετοί τους προσέβαλον μετά μανίας, οι δε Γραικοί μη έχοντες χώρον όπως αναπτύξωσι τας δυνάμεις των, υπερησπίζοντο την είσοδον του λιμένος, εκσφενδονίζοντες κατά των Ενετών βέλη, τόξα και λίθους, βοηθούμενοι και υπό των εγχωρίων ομοφύλων, οίτινες έδραμον εις την παραλίαν προς επικουρίαν των Γραικών. Πληγωθέντος του Ενετού στρατηγού κατέπαυσεν η μάχη· οι δε Γραικοί προβλέποντες ότι οι Ενετοί έμελλον την επιούσαν να επαναλάβωσι την ναυμαχίαν και συναισθανόμενοι την ασθένειαν αυτών, εξήλθον νύκτωρ του λιμένος χωρίς οι Ενετοί να τους εννοήσωσι. Και απέτυχε μεν ο Βατάτζης κατά τας επανειλημμένας αυτού εν τη Κρήτη προσπαθείας, αλλ’ επηύξησε την φήμην αυτού ως τολμηρού και μεγαλεπιβόλου ανδρός, τούτο δε δεν ήτο μικρόν κατά την εποχήν εκείνην, καθ’ ήν τα πνεύματα διετέλουν τεταπεινωμένα και εκπεφαυλισμένα. Καθ’ όν δε χρόνον προσέβαλε τους Ενετούς, ηπείλει και τους αντιπάλους αυτών Γενουηνσίους, οίτινες διαμφισβητούντες το κράτος της θαλάσσης προς τους Ενετούς, απελάμβανον εις διαφόρους πόλεις της Ευρώπης και Ασίας τοσούτον εκτεταμένα προνόμια, ώστε ο Βατάτζης απεφάσισε να περιστείλη αυτά ως επιβλαβή εις τα συμφέροντά του· αλλά των Γενουηνσίων αντιστάντων επιμόνως προς τούτο, ο αυτοκράτωρ παρητήθη του σκοπού του, τω φόβω μη εξοργίση κατ’ αυτού την ισχυράν εκείνην Δημοκρατίαν, ήτις αδιαφορούσα περί παντός άλλου, προς έν μόνον απέβλεπε, πώς να παγιώση και αναπτύξη το εν τη Ανατολή εμπόριον αυτής εξ ού επορίζετο μέγιστα κέρδη. (146)

Ο Βατάτζης κατακτών την Κρήτην ήθελε καταστή κύριος όλου του Ελληνικού αρχιπελάγους· αποτυχών όμως τούτου προσώραν, ηθέλησε να καταπολεμήση τους Φράγκους διά ξηράς, αναβάλλων εις καιρόν ευθετώτερον την επανάληψιν της κατακτήσεως της νήσου εκείνης. Προς τούτο απηυθύνθη προς τον βασιλέα των Βουλγάρων Ασάν, όστις παρωργισμένος ων κατά των Φράγκων, δι’ ήν τω εποίησαν προσβολήν, αποβαλόντες και την κηδεμονίαν αυτού επί του Βαλδουίνου και τον μετ’ αυτού γάμον της θυγατρός του, επεζήτει την περίστασιν όπως εκδικηθή, και τω επρότεινε συμμαχίαν αμυντικήν και επιθετικήν. Ο Ασάν προθύμως εδέξατο την του αυτοκράτορος της Νικαίας πρότασιν, και όπως συσφίγξωσι τον προς αλλήλους σύνδεσμον, συνέθεντο και τον γάμον της εννεατούς αυτού θυγατρός Ελένης, ήν έσχεν εκ της συζύγου του Μαρίας, της θυγατρός του βασιλέως της Ουγγαρίας, μετά του ενδεκαετούς του Βατάτζη υιού Θεοδώρου του Λασκάρεως. Η σύμβασις αύτη γνωστή γενομένη εν Κωνσταντινουπόλει, ενέβαλεν εις δεινήν ταραχήν τον Βρυέννιον, όστις πέμψας πρέσβεις πανταχού της Ευρώπης, ιδία δε προς τον Πάπαν και την ενετικήν Δημοκρατίαν, εξητήσατο το τάχιστον επικουρίας. Ο Πάπας, όστις εθεώρει τον Βρυέννιον ωσεί προστατευόμενον αυτού, δεν ημέλησε να προσκαλέση τους Φράγκους πρίγγιπας να δράμωσι προς βοήθειαν της απειλουμένης αυτοκρατορίας. Προς τούτο έγραψε προς τον Θεβώτον, βασιλέα της Ναβάρας, όστις είχε λάβει τον σταυρόν όπως μεταβή εις Παλαιστίνην, να μεταβάλη τον σκοπόν του και να σπεύση εις Κωνσταντινούπολιν, ήτις έπιπτεν εις χείρας των σχισματικών Ελλήνων, και εξώρκιζεν αυτόν να προσκαλέση τον Εράρδον δε- Σατενέη και τους λοιπούς Γάλλους άρχοντας να συνδράμωσι τον Βρυέννιον. Ταυτοχρόνως προσεκάλεσε τον αρχιεπίσκοπον Σένσης να διατάξη γενικήν στρατολογίαν, και τους αρχιεπισκόπους Στριγονίας και Κολόσκης εν Ουγγαρία να πείσωσι τους προτιθεμένους να υπάγωσιν εις Συρίαν σταυροφόρους, να μεταβώσι κατά πρώτον εις Κωνσταντινούπολιν (147).

Αρξαμένου του έαρος εν έτει 1235, ο Ιωάννης Βατάτζης συναθροίσας πολυάριθμον στρατόν προκατέλαβε την Λάμψακον μεθ’ ό διαπεραιωθείς εις Καλλιούπολιν επολιόρκησε και, μετά βραχυχρόνιον αντίστασιν των φρουρούντων Ενετών, εκυρίευσεν αυτήν. Ήτο δε ήδη κύριος της πόλεως, ότε αφίκετο και ο Ασάν μετά της συζύγου αυτού Μαρίας της εξ Ούγγρων και της θυγατρός Ελένης. Οι δύο ηγεμόνες επεκύρωσαν τότε την πρότερον μεταξύ αυτών συνομολογηθείσαν ειρήνην, και ο μεν Ασάν διέμεινεν εις Καλλιούπολιν, ο δε Βατάτζης λαβών την εκείνου σύζυγον μετά της θυγατρός Ελένης διεπεραιώθη εις Λάμψακον, ένθα ήτο η αυτοκράτειρα Ειρήνη και ο υιός της Θεόδωρος, εκεί δε επανηγύρισε τον γάμον των παίδων, του Πατριάρχου Γερμανού τα της ιερολογίας τελέσαντος. Τότε δε και ο αρχιερεύς Τυρνόβου, όστις τέως διετέλει υπό την δικαιοδοσίαν του Πατριάρχου της Κωνσταντινουπόλεως, ετιμήθη δι’ αυτονομίας, και πατριάρχης ανηγορεύθη βασιλικώ και συνοδικώ τω θεσπίσματι, χαριζομένου του τε Ιωάννου και της Συνόδου εις τον βασιλέα Ασάν. Μετά τον γάμον, η μεν Ειρήνη παραλαβούσα τον υιόν και την νύμφην αυτής επανήλθεν εις Νίκαιαν, ως και η των Βουλγάρων βασίλισσα εις τον οικείον τόπον, ο δε βασιλεύς Ιωάννης και ο Ασάν παραλαβόντες τους στρατούς αυτών επέδραμον εις τας ανηκούσας τοις Φράγκοις χώρας και ελήισαν αυτάς· όπως δε εκτείνωσι ταχύτερον τας κατακτήσεις των, διήρεσαν τον στρατόν των εις δύο σώματα, ών το μεν διώκει ο Ιωάννης, το δε ο Ασάν. Ο Βατάτζης τότε ήρξατο κυριεύων τας παρά την Προποντίδα πόλεις και εν μικρώ κατέκτησεν άπασαν την από Καλλιουπόλεως μέχρις Έβρου χώραν, τα Μάδυτα, την Σηστόν, τον Κισσόν και πάσαν την Χερρόνησον. Εκράτησε δε και του όρους του Γάνου και εν αυτώ εδείματο και πολίχνιον, προς φρούρησιν του οποίου και όπως παρενοχλή τους εν Τζουρουλώ Φράγκους, εξέπεμψε τον Νικόλαον Κοτέρτζην, «άνδρα, ως λέγει ο Ακροπολίτης, πολλοίς κατεξητασμένον πολέμοις και εις τοσούτον ευδοκιμήσαντα, ως πάντας τοιαύτην δόξαν περί τούτου σχειν, μήτε προ αυτού, μήτε μην μετ’ αυτόν άλλον φανήναι τοιούτοις έργοις εγκεχειρηκότα ή τοσαύτα κατωρθοκότα.» Αφ’ ετέρου ο Ασάν τραπείς επί τα βόρεια, και βοηθούμενος υπό των Κουμάνων, εξέτεινε τας επιδρομάς αυτού μέχρι του Αίμου, μεγίστην προξενών τοις Φράγκοις φθοράν (148).

Μετά τας τοσαύτας των δύο συμμάχων επιτυχίας δεν απελείπετο πλέον ειμή η της Κωνσταντινουπόλεως κατάκτησις· αλλ’ ενταύθα συμβαίνει τι τοσούτω περίεργον, ώστε και ημείς αναγκαζόμεθα να προβώμεν εις το μέρος τούτο της ιστορίας, παραπλήσιοι προς εκείνους οίτινες περιπατούσι κεκλεισμένους έχοντες τους οφθαλμούς. Οι Βυζαντινοί ιστορικοί και ιδίως ο Ακροπολίτης, όστις χρησιμεύει ως πολύτιμος οδηγός τοις περί την ιστορικήν ταύτην περίοδον ασχολουμένοις, εν σιγή παρέρχονται τα κατά την προσβολήν της Κωνσταντινουπόλεως, ούτω πως τον λόγον καταλύοντες. «Μέχρι μεν ουν και αυτών των τειχών της Κωνσταντινουπόλεως αμφότεροι κατηντήκεσαν, του ρηγός Ιωάννου επ’ αυτών καθεζομένου και καθορώνος, και πτοίαν πολλήν τοις Λατίνοις ενέβαλον και εν στενώ κομιδή τα κατ’ αυτούς έθεντο. Επεί δε ο του μετοπώρου παρερρύη καιρός και ο χειμών ήγγιζεν, αλλήλοις συνταξάμενοι, ό τε βασιλεύς Ιωάννης και ο Ασάν, ο μεν εις την οικείαν χώραν των Βουλγάρων χωρεί, ο δε βασιλεύς εις την Έω διαπερά.» Τουναντίον δε οι εξ Εσπερίας συγγραφείς, αφηγούμενοι την κατά της Κωνσταντινουπόλεως επίθεσιν των δύο συμμάχων και την αποτυχίαν αυτών, εγκωμιάζουσι τον Βρυέννιον και τους μετ’ αυτού, ως ανταξίους των πρώτων ιπποτών και ως πρότυπα ηρωισμού και ανδρίας. Τη αληθεία, αι μετά Φραγκικού κόμπου γινόμενοι ούτοι, έπαινοι πολλήν παρέχουσι την υπόνοιαν ψευδολογίας, διότι ακατάληπτον ημίν τυγχάνει πώς δεν ανέπτυξαν οι Φράγκοι τον αυτόν ακαταγώνιστον ηρωισμόν και όταν ου προ πολλού ο Ιωάννης και ο Ασάν διατρέχοντες τας τέως απ’ αυτών εξαρτωμένας χώρας κατέκτων αυτάς. Όπως ποτ’ αν η, ημείς θέλομεν παραθέσει τα κατά την πολιορκίαν εκείνην υπό των Εσπερίων συγγραφέων μυθευόμενα, άτε ουδόλως παραβλάπτοντα την συνέχειαν του λόγου (149).

Εκ πασών των επικουριών, ας διά πρέσβεων προς τους της Ευρώπης ηγεμόνας είχε ζητήσει ο Βρυέννιος ουδεμία εισέτι είχεν αφιχθή, και αι στρατιωτικοί αυτού δυνάμεις περιωρίζοντο εις εκατόν εξήκοντα ιππότας, συνοδευομένους έκαστος υπό των υπηρετών του, εις ολίγους ιππείς και εις έτι ολιγωτέρους πεζούς στρατιώτας. Εις τοιαύτην λοιπόν κατάστασιν αυτού ευρισκομένου, πλέον των εκατοντακισχιλίων Γραικών και Βουλγάρων εις τεσσαράκοντα οκτώ φαλάγγας διηρημένων και πολυάριθμος στόλος υπό τον Λέοντα Γαβαλλάν, στρατηγόν δόκιμον προσέβαλον την πρωτεύουσαν κατά τε ξηράν και κατά θάλασσαν, και στήσαντες τας μηχανάς των, ήρξαντο την πολιορκίαν αυτής. Ο Ιωάννης Βρυέννιος συνενώσας τότε μετά της γεροντικής του πολυπειρίας, νεανικήν δραστηριότητα, πρώτον μεν αφώπλισε τους εν τη πόλει Γραικούς, προς ούς έτρεφε μεγίστην δυσπιστίαν· διανείμας δε είτα τα όπλα αυτών εις τους Φράγκους, κατέλιπε το ολιγάριθμον αυτού πεζικόν προς φρούρησιν της πόλεως, και παραλαβών ο ίδιος τους ιππότας και λοιπούς εφίππους, δι’ ών μόλις εδυνήθη να καταρτίση τρεις ίλας, εξήλθε της πόλεως. Μετά του ολιγαρίθμου δε τούτου στρατού, όστις ουδέ προς το τριακοστόν των εναντίων εδύνατο να εξισωθή, τοσούτον γενναίως αντέκρουσε την προσβολήν αυτών, ώστε τους έτρεψε μετά μεγάλης αισχύνης εις φυγήν. Εκ των τεσσαράκοντα οκτώ φαλάγγων μόλις τρεις διεσώθησαν, μεθ’ ών ο Ασάν και ο Βατάτζης απεσύρθησαν ωσεί δαιμονιώντες. Η νίκη αύτη, προσθέτουσιν οι εξ Εσπερίας ιστορικοί, οφείλεται κυρίως εις τον ατρόμητον Βρυέννιον, όστις εμπνέων διά του παραδείγματος του θάρρος εις τους στρατιώτας του, ενέσπειρε τον τρόμον εις τους Γραικούς και Βουλγάρους, ών εφόνευσεν απείρους· διεκρίθη δε μεταξύ των άλλων και ο Ιωάννης Πετούνης, ο ανεψιός του περιφήμου Κόνωνος (150).

Καθ’ όν χρόνον επί της ξηράς οι Φράγκοι εκέρδιζον την μεγάλην ταύτην νίκην, κατά θάλασσαν οι Ενετοί έστηνον νέα τρόπαια. Τη παρακλήσει του Ιωάννου Βρυεννίου η Δημοκρατία της Ενετίας είχε πέμψει επικουρίαν είκοσι πέντε γαλέρας υπό τας διαταγάς των προβλεπτών Λεονάρδου Κουιρίνη και Μάρκου Γουσόνη, οίτινες προς μηδέν λογισάμενοι τον εκ τριακοσίων πλοίων στόλον των εναντίων, ώρμησαν κατ’ αυτών και τους κατέστρεψαν, ώστε ολίγιστα των πλοίων εκείνων διεσώθησαν κακώς εις Λάμψακον. Ο Βατάτζης και ο Ιωάννης παρακολουθούμενοι από τα οικτρά λείψανα του στρατού των, διήρχοντο φεύγοντες την χώραν εκείνην, εν ή προ ολίγου είχον ενσπείρει τον φόβον. Προς επίμετρον δε της δυστυχίας των οι κάτοικοι των πόλεων, πληροφορηθέντες την ήτταν των, εφώρμων κατ’ αυτών και τοις προσέθετον νέας δοκιμασίας και νέας πληγάς. Ούτω πως εκτίθενται τα κατά την πολιορκίαν ταύτην· άπορον όμως, το επαναλαμβάνομεν, είνε πώς να υποστώσι τοιαύτην ήτταν ηγεμόνες τέως νικηφόροι και ανδρείοι, οδηγούντες στρατούς πολυπληθείς, υπό δρακός πολεμιστών, οσονδήποτε και αν υποτεθώσιν ανδρείων (151).

Εν τούτοις η αποτυχία αύτη αντί να απελπίση τους δύο βασιλείς (και ακολουθούμεν τους αυτούς ιστορικούς θαυμάζοντες το μεγαλόψυχον του Ιωάννου και του Ασάν ουδόλως αποθαρρυνθέντων εκ της τοιαύτης ριζικής καταστροφής) τουναντίον εξήψε την οργήν αυτών, προς εκδίκησιν ασπαιρόντων. Συνέλεξαν λοιπόν νέον στρατόν και διήνυσαν τον χειμώνα εις νέαν προπαρασκευαζόμενοι κατά της Κωνσταντινουπόλεως προσβολήν, εις δε τον στόλον προσέθηκε και ο Ασάν είκοσι πέντε γαλέρας, και ούτος εγένετο ο πρώτος φανείς εν τω Ευξείνω Πόντω ναυτικός εξοπλισμός των Βουλγάρων. Η φήμη των προπαρασκευών τούτων κατετάραξεν, ως εικός, τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως, εις τον οποίον η προηγουμένη επιτυχία ωμοίαζε προς νίκην Καδμείαν· διότι οσονδήποτε μεγάλη και αν υποτεθή η προσγενομένη τοις Γραικοίς και τοις Βουλγάροις βλάβη, ουδόλως όμως εδύνατο να εξισωθή προς ήν υπέστησαν οι Φράγκοι, ο μικρός των οποίων αριθμός έτι μάλλον ηλαττώθη, και οι ολίγοι πόροι επαισθητώς ωλιγόστευσαν. Ταύτα αναλογιζόμενος ο Βρυέννιος απηυθύνθη και πάλιν προς τους ηγεμόνας, προς ούς είχε γράψει και πρότερον, ικετεύων αυτούς να επιταχύνωσι την αποστολήν των επικουριών, άς τω υπεσχέθησαν· έγραψε δε και προς τον Πάπαν αγγέλλων αυτώ την τε προγεγονυίαν νίκην του και τον κίνδυνον υφ’ ού ηπειλείτο. Ο Γρηγόριος εστράφη προς τον Βήλαν Δ’ βασιλέα της Ουγγαρίας, όστις, καθό γειτνιάζων περισσότερον προς την Κωνσταντινούπολιν, ηδύνατο ευχερέστερον να συνδράμη αυτήν· όπως δε τον πείση καθώς και τους λαούς του να δράμωσι προς βοήθειαν της κινδυνευούσης αυτοκρατορίας, ηνέωξε τους θησαυρούς των συγχωροχαρτίων και παρέσχε πλήρη άφεσιν αμαρτιών εις όσους ελάμβανον μέρος εις την κατά των Γραικών σταυροφορίαν. Ταυτοχρόνως δ’ έγραψε προς τους αρχιεπισκόπους Γράνης και Κολόζης, προσκαλών αυτούς να επιταχύνωσι διά των προτροπών των την αποστολήν της επικουρίας. Οποίον αποτέλεσμα επέφεραν αι Παπικαί αύται προτροπαί, περί τούτου ουδέν οι ιστορικοί των τότε χρόνων αναφέρουσι· φαίνεται όμως ότι ο πόλεμος έληξε πριν ή επέλθη τοιούτον.

Εν τούτοις ο Βατάτζης και ο Ασάν, αρξαμένου του έαρος του 1236, ηγούμενοι πολυαρίθμου στρατού και στόλου εκ τριακοσίων πλοίων ήλθον εις Κωνσταντινούπολιν και επολιόρκησαν αυτήν, ο Βρυέννιος διέκειτο εις αθλίαν κατάστασιν, διότι αι δυνάμεις του ουχί μόνον να αποκρούσωσιν, αλλ’ ουδέ να αντιστώσι προς τους δύο συμμάχους ήσαν επαρκείς. Ήθελε λοιπόν αναγκασθή να παραιτήση την Κωνσταντινούπολιν, ει μη έσπευδε προς βοήθειάν του ο Γοδοφρέδος Βιλλαρδουίνος, πρίγγηψ της Αχαΐας, όστις καταλιπών την διοίκησιν του Κράτους του εις τον αδελφόν του Γουλλιέλμον, ανεχώρησεν εκείθεν μετά έξ πλοίων πολεμικών, εκατόν ιπποτών, τριακοσίων πελταστών και πεντακοσίων τοξοτών, μεθ’ ών ετόλμησε να προσβάλη τον Γραικικόν στόλον. Αφ’ ετέρου οι Ενετοί εξοπλίσαντες εκκαίδεκα πλοία υπό την αρχηγίαν του Ιωάννου Μικιέλη προσέβαλον επίσης τον στόλον εκείνον, βοηθούς έχοντες και τους Πισσαίους και Γενουηνσίους· ώστε τα πλοία του Ιωάννου υπό των διαφόρων τούτων εθνών καταπολεμούμενα, μέρος μεν κατεστράφησαν μέρος δ’ ετράπησαν εις φυγήν, συμπαρασύροντα και τον στρατόν της ξηράς. Τοιουτοτρόπως ο Βατάτζης και ο Ασάν αποτυχόντες και κατά την νέαν ταύτην απόπειραν, έλυσαν την πολιορκίαν της Κωνσταντινουπόλεως και απεσύρθησαν εις τα ίδια (152).

Οι συνεχείς ούτοι δονισμοί τοσούτον εξησθένησαν τους Φράγκους, ώστε ευρέθησαν μετ’ ου πολύ εκείνοι εστερημένοι και χρημάτων και των λοιπών επιτηδείων καθ’ ολοκληρίαν· διηγούνται δε ότι ο Πατριάρχης της Κωνσταντινουπόλεως, θυσιάσας κατά τας παρελθούσας περιστάσεις τας προσόδους αυτού υπέρ του κράτους, εις τοσαύτην διετέλει ένδειαν, ώστε απηυθύνθη προς τον Πάπαν, εκλιπαρών αυτόν να τω αποστείλη τα προς ζωάρκειάν του. Ο Πάπας έγραψε προς τον πρίγγιπα της Αχαΐας και προς τους επισκόπους του Μωρέως, προτρέπων αυτούς να συνδράμωσι τον πατριάρχην. Αφ’ ετέρου ο αυτοκράτωρ Βρυέννιος, φοβούμενος νέαν τινα προσβολήν, επεκαλέσθη εντονώτερον την συνδρομήν των Χριστιανών ηγεμόνων, και επειδή αι μέχρι τούδε επικλήσεις του ουδέν έσχον αποτέλεσμα, έκρινεν εύλογον να στείλη προς εκείνους τον Βαλδουίνον, όστις είχε και να διεκδικήση την πατρικήν του κληρονομίαν, ήν τω είχον καταλάβει τινές των συγγενών του. ο χρονογράφος Νάγγιος ιστορεί ότι μετά του Βαλδουίνου ο αυτοκράτωρ απέστειλε και τους τρεις υιούς του Αλφόνσον, Ιωάννην και Λουδοβίκον· έτεροι δε προσθέτουσιν ότι και ο ίδιος μετέβη προσωπικώς, αλλά περί τούτου ουδεμία υπάρχει βεβαιότης.

Αναχωρήσας εκ Κωνσταντινουπόλεως ο Βαλδουίνος μετά του Ιωάννου Πετούνη, μετέβη εις Ρώμην, ένθα ο Πάπας τον υπεδέξατο μετά πλείστης όσης φιλοφροσύνης· μη αρκούμενος δε ν’ ανανεώση τας υπέρ αυτού προκλήσεις προς τους επισκόπους Γαλλίας, Αγγλίας και Ουγγαρίας, εξέδωκε θέσπισμα δι’ ού οι εις Κωνσταντινούπολιν μεταβαίνοντες ως υπέρμαχοι αυτής, εξισούντο κατά την απολαυήν των πνευματικών δωρεών προς όσους ήθελον εκστρατεύσει επί την Αγίαν Γην. Προέβη δε ο Πάπας επί τοσούτον, ώστε και προς αυτόν τον Βατάτζην έγραψε προτρέπων αυτόν να παύση τον προς τους Φράγκους πόλεμον, και ενών τας δυνάμεις αυτού με τας εκείνων να συνεκστρατεύση προς απελευθέρωσιν της Αγίας Γης. Επειδή δε, ως προείπομεν, ο Βαλδουίνος προυτίθετο να διεκδικήση δικαιώματα κληρονομικά, έγραψε και περί του αντικειμένου τούτου ο Πάπας προς τους επισκόπους της Γαλλίας, προσκαλών αυτούς να αναγκάσωσιν επί ποινή αφορισμού τους κρατούντας παρανόμως κτήματα του Βαλδουίνου, όπως τω αποδώσωσιν αυτά (153).

Αναχωρήσας εκ Ρώμης ο Βαλδουίνος μετέβη εις Παρισίους παρά τω βασιλεί Λουδοβίκω, τω επικαλουμένω Αγίω, όστις στενώτατος αυτών συγγενής ων, τον υπεδέχθη μετ’ ανοικτών αγκαλών και τον παρεμύθησεν, υποσχόμενος αυτώ πάσαν την δυνατήν συνδρομήν. Τη μεσολαβήσει του Λουδοβίκου τω απεδόθησαν αι εν Γαλλία κτήσεις του εις Κουρτεναίην και αλλαχού, και παρά της κομήσσης Φλάνδρας Ιωάννας αι εις Φλάνδραν και Αινώ. Μόνη η αδελφή του Μαργαρίτα, ήτις είχε νυμφευθή τον κόμητα του Βιανδέν, και μετά τον θάνατον του αδελφού της Φιλίππου κατέλαβε την κομητείαν του Ναμούρ, ήν από ενδεκαετίας ήδη ενέμετο, ηρνήσατο ου μόνον να τω αποδώση ταύτην, αλλά και να τον αναγνωρίση ως αδελφόν της· εκβιασθείσα όμως ενόπλως ηναγκάσθη να αναθέση την λύσιν της διαφοράς εις την κόμησσαν της Φλάνδρας, ήτις, ερευνήσασα τα καθέκαστα, απεφάνθη ότι η Μαργαρίτα ώφειλε να παραδώση το Ναμούρ εις τον Βαλδουίνον, λαμβάνουσα όμως παρ’ αυτού ως έξοδα πολέμου και αμοιβήν της επιστασίας της επτακισχιλίας λίβρας. Τοιουτοτρόπως ανεκτήσατο εν βραχεί πάσαν την κληρονομίαν αυτού (154).

Καθ’ όν χρόνον ο Βαλδουίνος ησχολείτο περί την ανάκτησιν των δικαιωμάτων του, οι Γάλλοι άρχοντες, επόμενοι εις τας προτροπάς του Πάπα, παρεσκευάζοντο όπως μεταβώσιν εις Κωνσταντινούπολιν· μεταξύ δε των λαβόντων τον σταυρόν εις την κατά των Χριστιανών ταύτην σταυροφορίαν διεκρίνοντο ο Πέτρος Δρέξιος κόμης Βρετάνης, ο Ούγος Δ’ δουξ Βουργουνδίας, ο Ερρίκος Β’ κόμης Βαρίου, ο Ραούλ Νέσλιος, κόμης Σοασώνος, ο Ιωάννης κόμης Μακώνος, ο Ιωάννης κόμης Φορέτου και Νεβερσίας, ο Ριχάρδος Σωμόντιος, ο Ανζώ Λελίλιος, ο Ιμβέρτος δε-Βωζώ και πολλοί άλλοι βαρώνοι και κύριοι. Ητοιμάζοντο δε ούτοι ν’ αναχωρήσωσιν εκ Γαλλίας κατά Μάρτιον του 4237, ότε ανηγγέλθη προς αυτούς ο θάνατος του αυτοκράτορος Βρυεννίου. Ο δυστυχής ούτος αυτοκράτωρ εις τοσούτον οικτράν κατάστασιν είχε περιέλθει, ώστε δεν ετόλμα να στείλη εκτός της Κωνσταντινουπόλεως προς εύρεσιν ζωοτροφιών· ένεκα δε τούτου μέγας λιμός επεκράτει εν αυτή. Προς επίμετρον δε του κακού, πολλοί των ιπποτών και αρχόντων Φράγκων μη δυνάμενοι ν’ αντιστώσι προς τας αλλεπαλλήλους κακουχίας, επέστρεφον κρυφίως εις τας πατρίδας των, εγκαταλείποντες άνευ βοηθών τον αυτοκράτορά των. Κατά πόσον δε συμβιβάζεται η κατάστασις αύτη προς τας νίκας, εφ’ αίς μεγαλαυχούσι τοσούτον οι εξ Εσπερίας συγγραφείς, περί τούτου έκαστος κρινέτω.

Ο θάνατος του Ιωάννου Βρυεννίου ιστορείται παρά τινων συνοδευόμενος με περιστάσεις μυθώδεις άμα τε και λίαν περιέργους. Διηγούνται δηλονότι ότι παρακαλέσας πολλάκις τον Θεόν να προγνωρίση την ημέραν του θανάτου αυτού, εισηκούσθη, και ενώ μίαν νύκτα εκοιμάτο, είδε κατ’ όναρ σεβάμιον γέροντα, κρατούντα εν χερσίν ιμάτιον των Φραγκισκανών μοναχών μετά σχοινίου και σανδαλίων, όστις τω είπεν ότι κατά θείαν βούλησιν ώφειλε να αποθάνη φέρων το ιμάτιον αυτό. Παραπλησίας οράσεις λευχειμονούντων αγγέλων είδεν επί τρεις έτι νύκτας· εξαγγείλας λοιπόν ταύτα εις τον πνευματικόν του, ονομαζόμενον Άγγελον, τον ηρώτησε περί του πρακτέου, εκείνος δε τω απεκρίθη ότι τοιαύτας οράσεις είδε και αυτός καθ’ ύπνους, και επομένως τεκμαίρεται ότι το τέρμα του Βρυεννίου έσεται προσεχές. Και όντως μετά τινας ημέρας ο αυτοκράτωρ κατελήφθη υπό τριταίου πυρεττού, διαρκούντος του οποίου, έλαβε το ιμάτιον των μοναχών Φραγκισκανών, συνεχώς επαναλαμβάνων, «Ω γλυκύτατε Ιησού! είθε αφού έζησα μεγαλοπρεπώς, ημφιεσμένος ενδύματα πολυτελή εν τω κόσμω τούτω, είθε, καθώς εύχομαι περιπαθώς, να αποθάνω μιμούμενος εν τω ενδύματι τούτω την αγίαν σου πτωχίαν και ταπεινοσύνην.» Όπως ποτ’ αν η, ο Βρυέννιος είνε γνωστόν ότι απεβίωσε την εικοστήν τρίτην ή, κατά τον Δαρού, την 20 Μαρτίου 1237, εις ηλικίαν ογδοήκοντα εννέα ετών, και αφού οκτώ έτη έφερε τον τίτλον αυτοκράτορος (155).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΕΒΔΟΜΟΝ.

ΒΑΛΔΟΥΙΝΟΣ Β’.
Έκτος Φράγκος αυτοκράτωρ της
Κωνσταντινουπόλεως
1239-1272.

Η βασιλεία του Ιωάννου Βρυεννίου δεν υπήρξε βεβαίως τοσούτον ευτυχής· επέτυχεν όμως να διατηρήση την σκιάν της εν τη Έω Φραγκικής κυριαρχίας, διά τούτο ο θάνατος αυτού ενέσπειρε μεγίστην εις τα πνεύματα ταραχήν καθόσον πολλοί ήσαν οι επικείμενοι κίνδυνοι. Η Κωνσταντινούπολις είχεν έλλειψιν και στρατιωτών και αργύρου και τροφών· η προ πολλού αναμενομένη επικουρία δεν είχε φθάσει, ο Βαλδουίνος ήτο απών, οι εχθροί ήσαν προ των πυλών της πόλεως, τα πάντα τέλος διέκειντο εν αθλία καταστάσει. Τούτο βλέποντες οι εν Κωνσταντινουπόλει βαρώνοι, άμα εξήγγειλον τω εν τη Εσπερία Βαλδουίνω και τω Πάπα τον θάνατον του Βρυεννίου, προέβησαν εις τον διορισμόν τοποτηρητού του αυτοκράτορος· ως τοιούτον δ’ εξελέξαντο τον Ανζώ δε-Καχιέ, γόνον αρχαίας οικογενείας της Πικκαρδίας, και κύριον της παρά την θάλασσαν του Αγίου Βαλερίου χώρας Καχιέ. Ην δε ούτος λείψανον των πρώτων της Κωνσταντινουπόλεως κατακτητών, και έχαιρεν ένεκα μεν της ηλικίας και πολυπειρίας αυτού μεγίστην υπόληψιν παρά τοις Φράγκοις, ένεκα δε του γάμου αυτού μετ’ Ευδοκίας της θυγατρός του Λασκάρεως και το των Γραικών σέβας.

Ο θάνατος του Βρυεννίου υπήρξεν όντως ζημία επαισθητή διά τους Φράγκους, αύτη όμως εμετριάσθη ένεκα της διχονοίας, ήτις ενέσκηψε μεταξύ των δύο θανασίμων εχθρών του κράτους του, εις την οποίαν φαίνεται συνετέλεσεν εμμέσως και ο βασιλεύς της Ουγγαρίας Βήλας, όστις επόμενος, τω πατρικώ παραδείγματι, έτρεφεν ου σμικράν συμπάθειαν προς τους Φράγκους. Της δε διχονοίας ταύτης αίτιος εγένετο ο Ασάν, όστις μεταμεληθείς δι’ ήν μετά του Βατάτζη συνωμολόγησε συμμαχίαν, εκ φόβου μη ούτος αποδιώξας τους Φράγκους στρέψη τα όπλα του και κατά των ανέκαθεν τοις Βυζαντινούς υποτεταγμένων Βουλγάρων, εζήτει περίστασιν όπως διαλύση την συμμαχίαν ταύτην και αποσπάση την θυγατέρα του Ελένην των χειρών της αυτοκρατείρας Ειρήνης, παρ’ ή διέτριβε παιδευομένη, μέχρις ού φθάνουσα εις νόμιμον ηλικίαν ήθελε παραδοθή εις τον σύζυγόν της. Προς τούτο λοιπόν πέμψας πρέσβεις προς τον Βατάτζην τω παρήγγειλεν ότι, επειδή πολύ επεθύμησε αυτός τε και η σύζυγος του να ίδωσι την θυγατέρα των, τον παρεκάλουν να την πέμψη προς αυτούς και άμα την περιεπτύσσοντο, ήθελον την αποστείλει εκ νέου εις τον πενθερόν της. Ο Βατάτζης υπώπτευσε μεν την απιστίαν· αλλά μη επιθυμών να παράσχη αφορμήν δυσαρεσκείας, έστειλε την θυγατέρα προς τον Ασάν, προαγγείλας αυτώ ότι εάν κρατήση την κόρην και την αποστερήση του νομίμου συζύγου της, υπάρχει Θεός τα πάντα εφορών και αυστηρώς τιμωρών τους παραβαίνοντας τους όρκους και τας συνθήκας. Εναντίον όμως πάντων τούτων ο Ασάν λαβών την θυγατέρα αυτού ανεχώρησε προς το Τύρνοβον και απέπεμψε τους ελθόντας προς αυτόν εις συνοδείαν εκείνης. Η Ελένη έκλαιε πικρώς, αποδυρομένη τον χωρισμόν της Ειρήνης και του συζύγου αυτής, αλλ’ ο Ασάν ραπίσας αυτήν την ηνάγκασε να παύση θρηνούσα (156).

Ο βασιλεύς των Βουλγάρων διαλύσας ούτω την προς τον Βατάτζην συμμαχίαν, ηθέλησε να πραγματοποιήση τοιαύτην μετά των Φράγκων, όπερ επεζήτουν και εκείνοι ένεκα της μεγάλης ανάγκης, εις ήν είχον περιέλθει· όπως δε δείξη ότι έπραττε τούτο ουχί προσπεποιημένως, επρότεινε να παραιτήση την Ελληνικήν θρησκείαν, να εγκολπωθή τον καθολικισμόν και να υποβληθή ως και οι λοιποί Λατίνοι εις την εξουσίαν της Ρωμαϊκής εκκλησίας. Προς τούτο έγραψε τω Πάπα Γρηγορίω Θ’ παρακαλών αυτόν να στείλη ένα έξαρχον εις το βασίλειόν του διά να αποκαταστήση εν αυτώ την αληθή θρησκείαν, και μεθ’ ού να συνδιασκεφθή σπουδαίως περί του κράτους και περί της πόλεως του Κωνσταντίνου. Ο Πάπας εδέξατο την κομίζουσαν την επιστολήν ταύτην επιτροπήν μετά μεγίστης χαράς, παρουσιαζομένης αυτώ περιστάσεως προσφόρου όπως φέρη εις την εκκλησίαν του λαόν πολυάριθμον, εχθρόν τέως αμείλικτον των Φράγκων. Τω έπεμψε λοιπόν ως έξαρχον τον επίσκοπον Περουγίας, έχοντα βοηθόν τον επίσκοπον Βόσνης, και δι’ επιστολής, ήν τω έγραψε, τον προσεκάλεσε να συνδράμη πάση δυνάμει τον αυτοκράτορα όπως επαναφέρη τους Γραικούς εις την υποταγήν. Ταυτοχρόνως έγραψε προς τον βασιλέα της Ουγγαρίας και προς τον αρχιεπίσκοπον Καλόζης όπως συντελέσωσιν εις την σταυροφορίαν υπέρ της αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως, και προς τους επισκόπους της Βουλγαρίας όπως ενισχύσωσι τον βασιλέα των εις τον όσιον και θεοφιλή αυτού σκοπόν. Η επιστολή του Γρηγορίου προς τον Ασάν, γεγραμμένη τη 21 Μαΐου 1237, δεικνύει ότι καθ’ όν χρόνον εγράφη, η είδησις της αποβιώσεως του Βρυεννίου δεν είχεν εισέτι περιέλθει εις Ρώμην, καθόσον προσκαλεί τον βασιλέα των Βουλγάρων να συνδράμη τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως (157).

Το αποτέλεσμα της συμμαχίας ταύτης εφάνη ου μετά πολύ, διότι ο Ασάν συλλέξας ισχυρόν στρατόν, τον ωδήγησεν αυτός ο ίδιος εις Θράκην, μετ’ αυτού δε ηνώθησαν και οι Φράγκοι μετά πολλών μισθοφόρων Σκυθών, ούς είλκυσαν προς εαυτούς διά χρημάτων και πολλών υποσχέσεων, και κατηυθύνθησαν κατά του Βατάτζη, όστις ηυρίσκετο τότε πλησίον της Τζουρουλού. Φρουρός δε της πόλεως ταύτης παρά του βασιλέως τεταγμένος ήτο ο Νικηφόρος Ταρχανιώτης, όστις τότε μεν υπήρχεν επί της τραπέζης του βασιλέως, ύστερον δ’ ετιμήθη τω του μεγάλου δομεστίκου τίτλω· ήτο δε γαμβρός του Δομεστίκου Παλαιολόγου εκ της πρώτης αυτού θυγατρός Μαρίας. «Ην δε ο Ταρχανιώτης ούτος, λέγει ο Ακροπολίτης, και στρατιώτης καλός και αγαθός στρατηγός, και πολλής επαπολαύων της παρά Θεού αντιλήψεως, καθώς και μέχρι τούδε επέγνωσται μάλιστα· και γαρ εδόκει τοις πολλοίς ευτυχία κατορθούμενος τα πολλά ή ευανδρία και στρατηγία των εναντίων περιγενόμενος.» Των Φράγκων λοιπόν αρξαμένων την πολιορκίαν της πόλεως, διά μηχανημάτων και ελεπόλεων (157α), δι’ ών ηδύναντο υψηλότερα και ευμεγεθέστερα τείχη να κρημνίσωσιν, ο Ταρχανιώτης ανέπτυξε πάσαν αυτού την στρατηγικήν, διότι αντιμηχανώμενος κατά των έξωθεν μηχανημάτων, παρέλυε τας ενεργείας των πολιορκούντων και εματαίου τους σκοπούς αυτών. Αλλ’ όμως ο βασιλεύς Ιωάννης διέκειτο εις μεγάλην αμηχανίαν, όχι τόσον διότι έμελλε τάχιον ή βράδιον να πέση η Τζουρουλός, αλλά διότι έβλεπεν ότι, πιπτούσης αυτής, παρελύοντο πάντες οι εν τη δύσει αγώνες αυτού. Ευτυχώς η θεία πρόνοια, ήτις ματαιοί τας βουλάς των ασεβών, απήλλαξε τάχιστα τον Βατάτζην της τοιαύτης μερίμνης, διότι ενώ οι εν Τζουρουλώ πολιορκούμενοι διετέλουν εις τον έσχατον κίνδυνον, αίφνης επληροφορήθη ο Ασάν ότι η σύζυγος αυτού Μαρία απεβίωσε, συγχρόνως δε ότι απέθανον ό τε υιός του και ο του Τυρνόβου επίσκοπος. Τούτο λοιπόν θεομηνίαν εκλαβών ο Ασάν, έκχυσε παραχρήμα τας ελεπόλεις και απήλθεν εις τα ίδια· οι δε Φράγκοι, μόνοι εγκαταλειφθέντες και μη έχοντες τοσαύτας δυνάμεις, ώστε να ελπίσωσι την της πόλεως άλωσιν, λύσαντες την πολιορκίαν επέστρεψαν εις Κωνσταντινούπολιν. Διά τοιούτου λοιπόν ανελπίστου τρόπου ηλευθερώθη η Τζουρουλός και οι εν αυτή κάτοικοι της Φραγκικής δυναστείας. (158) Ο δε Ασάν υπολαβών ότι τα προεκτεθέντα δυστυχήματα τω συνέβησαν ένεκα της επιορκίας και ασεβείας αυτού, μεταμεληθείς έπεμψε πρέσβεις προς τον Βατάτζην, εαυτόν τε εξουθενών της κακίστης πράξεως και τας συνθήκας ανακαλούμενος και συγγνώμην διά την απιστίαν αυτού ζητών. Ο Βατάτζης και η Ειρήνη ευχαρίστως δραξάμενοι της περιστάσεως, εδέξαντο μετά τιμής την πρεσβείαν των Βουλγάρων και εμπεδώσαντες δι’ όρκων νέων τας προτέρας αυτών συνθήκας, συνήψαν νέαν μετά του Ασάν συμμαχιών τοιουτοτρόπως δε οι μεν σκοποί και αι ελπίδες του Πάπα Γρηγορίου και των Φράγκων εμηδενίσθησαν, η δε του Ασάν θυγάτηρ Ελένη εστάλη και πάλιν εις Νίκαιαν προς τον πενθερόν αυτής.

Ο Ασάν μετά τον θάνατον της πρώτης αυτού συζύγου ήλθεν εις δεύτερον γάμον μετά Ειρήνης της θυγατρός Αγγέλου Θεοδώρου, του άλλοτε δεσπότου της Ηπείρου. Ο δυστυχής ούτος, εστερημένος των οφθαλμών αυτού, διέτριβε παρά τη αυλή του Ασάν, ζων εν πάση ανέσει και τιμή μετά της οικογενείας του· είχε δε δύο υιούς, Ιωάννην και Δημήτριον και δύο θυγατέρας, Άνναν και Ειρήνην, ής, ερασθείς διά το έξοχον αυτής κάλλος ο Ασάν, εγένετο σύζυγος. Ένεκα λοιπόν του συγγενικού δεσμού ο Ασάν ου μόνον απέλυσε πάσης φρουρήσεως τον Θεόδωρον, αλλ’ ηθέλησε να τον αποκαταστήση άρχοντα της Θεσσαλονίκης και πάσης ής ήρχε πρότερον χώρας. Προς τούτο δε παρεχώρησεν αυτώ επικουρίαν στρατιωτών, αλλ’ εκείνος επειδή δεν εδύνατο φανερώς να κινήση πόλεμον κατά του αδελφού αυτού Μανουήλ, όστις εκράτει της Θεσσαλονίκης, απεφάσισε να καταλάβη αυτήν διά στρατηγήματος. Αμφιεσθείς ιμάτια επαίτου και εισελθών απαρατήρητος εις την πόλιν, εγνωρίσθη πρός τινας, τους οποίους ότε ήτο δεσπότης είχεν ευεργετήσει, και συνεργοίς αυτοίς της συνωμοσίας χρησάμενος, εγένετο εγκρατής εντός βραχέως χρόνου της τε Θεσσαλονίκης και των πέριξ πόλεων και κωμών, τον δε αδελφόν Μανουήλ συλλαβών έπεμψε προς τους Τούρκους εις Αττάλειαν, οίτινες όμως ου μόνον δεν τον εκακοποίησαν, αλλά και ελεύθερον τον άφησαν να υπάγη προς τον Βατάτζην, όπως παραπονεθή κατά του αδελφού του. Ο Βατάτζης ασμένως τούτον υποδεξιωθείς και διά την συγγένειαν μεθ’ ής συνεδέετο προς αυτόν, και διότι ήτο έκπαλαι δεσπότης, τω έδωκε χρήματα και έξ τριήρεις, μεθ’ ών εκείνος εκυρίευσε τα Φάρσαλα, την Λάρισσαν και την Πλαταμώνα· άρχων δε των χωρών τούτων γενόμενος, σπονδάς εποιήσατο μετά των αδελφών αυτού Κωνσταντίνου και Θεοδώρου, οίτινες εις συνάφειαν προς τους Φράγκους όντες έπεισαν και αυτόν να φανή αχάριστος, συνθηκολογών μετά των πριγγίπων της Αχαΐας και του Μωρέως κατά του ευεργέτου αυτού Βατάτζη· αλλά μεταμεληθείς εντός μικρού διά την διαγωγήν του ταύτην και περιφρονούμενος υπ’ αυτών έτι των συμμάχων του, απεβίωσε πριν ή φθάσας επανορθώση το σφάλμα του. (159) ο δε Θεόδωρος μη θέλων να ονομάζηται βασιλεύς της Θεσσαλονίκης διά το των οφθαλμών πάθος, ωνόμασε βασιλέα τον υιόν αυτού Ιωάννην, ερυθροίς πεδίλοις τους πόδας του υποδήσας και ερυθροίς γράμμασι επιτρέψας αυτόν να υπογράφη.

Εν τούτοις ο Βαλδουίνος διατρέχων την Γαλλίαν και επικαλούμενος την συνδρομήν των αρχόντων υπέρ της Κωνσταντινουπόλεως επέτυχε, χάρις εις τα παπικά θεσπίσματα, να παρασκευάση περί τας εξήκοντα χιλιάδας πολεμιστών, ετοίμων να μεταβώσιν εις Κωνσταντινούπολιν όπως υποστηρίξωσι τον ετοιμόρροπον θρόνον αυτού. Μόνος ο κόμης της Βρετάνης είχε στρατολογήσει μυρίους πεζούς και δισχιλίους ιππείς· ο κόμης του Βαρίου προσέφερεν εκατόν λογάδας ιππότας, πάντες δε συλλήβδην οι άρχοντες προσέφερον αναλόγως στρατιώτας και χρήματα, όσιον το έργον νομίζοντες και ψυχωφελές ένεκα των παπικών συγχωροχαρτίων. Εκ Γαλλίας ο Βαλδουίνος μετέβη εις Αγγλίαν, όπως πείση τον βασιλέα αυτής Ερρίκον Γ’ να συντελέση ομοίως εις την ένδοξον εκείνην επιχείρησιν· έμεινεν όμως έκπληκτος, όταν φθάσας εις Δούβρον, εύρεν απεσταλμένους του βασιλέως εκείνου, οίτινες εξ ονόματός του τω είπον ότι δεν τω επέτρεπε το να εισέλθη εις το κράτος χωρίς προηγουμένως να ζητήση την άδειάν του, διότι τούτο εδείκνυε περιφρόνησιν και αξιόμεμπτον αδιαφορίαν. Ο Βαλδουίνος, περίλυπος εκ τούτου, ητοιμάζετο να επανέλθη εις Γαλλίαν, ότε ο Ερρίκος τω διεμήνυσεν εκ δευτέρου ότι επειδή ήλθεν ως φίλος, άνευ όπλων και στρατού, τω επέτρεπε να διέλθη το κράτος του, αποδιδομένης αυτώ πάσης τιμής. Αφορμή της κακής ταύτης υποδοχής λέγεται ότι υπήρξε το κατά του Ιωάννου Βρυεννίου μίσος των Άγγλων, διότι ούτος ελθών άλλοτε εις Αγγλίαν όπως ζητήση επικουρίας διά την επί την Αγίαν Γην εκστρατείαν, αφού έλαβε τοιαύτας, συνεμάχησε μετέπειτα υπέρ του Αυγούστου Φιλίππου κατά των Άγγλων. Εν τούτοις η θέσις εις ήν ο Βαλδουίνος διετέλει, δεν τω επέτρεπε να φαίνηται τόσον ακριβόλογος, δι’ όπερ δεχθείς την πρόσκλησιν του βασιλέως Ερρίκου, μετέβη τον Μάιον του 1238 εις Λονδίνον, και εκείθεν εις Βοσδόκην, ένθα συνηντήθη μετά του βασιλέως και μετά του αδελφού αυτού κόμητος της Κορνουαλίας, οίτινες τον εδέχθησαν μετά πάσης τιμής. Μετά βραχυχρόνιον δε διατριβήν εν Αγγλία επέστρεψεν εις Γαλλίαν, φέρων μεθ’ εαυτού επτακοσίας σχεδόν μάρκας αργυρίου, τας οποίας οι δύο αδελφοί εκείνοι τω προσέφερον όπως επαρκέση εις τας πολεμικάς αυτού προπαρασκευάς (160).

Ενώ αφ’ ενός ο Βαλδουίνος περιέτρεχε γην και θάλασσαν όπως συλλέξη όσω το δυνατόν πλείω στρατόν, αφ’ ετέρου ο Πάπας δραστηρίως διενήργει παρά τοις Χριστιανοίς ηγεμόσιν όπως σπεύσωσιν εις βοήθειαν των εν Κωνσταντινουπόλει ομοφύλων των, υποδεικνύων ότι η παγίωσις αυτών εκεί ήθελε διευκολύνει και την ανάκτησιν της Αγίας Γης. Προς τούτο όλα τα χρήματα όσα είχον συλλεχθή διά την σκοπευομένην σταυροφορίαν διέτασσε να παραδοθώσι προς τον κόμητα του Μακώνος διά να χρησιμεύσωσιν εις μισθοδοσίαν των πολεμιστών· και επειδή επληροφορήθη παρά των εξάρχων, ούς είχε πέμψει εις Κωνσταντινούπολιν μετά τινων νεοσύλλεκτοι, περί της μεγάλης ελλείψεως ζωοτροφιών ήτις υπήρχεν εκεί, και συνέπεια της οποίας πολλοί των Φράγκων ελειποτάκτουν, προσεκάλεσε τον κόμητα της Βρετάνης να αναστείλη την νεοσυλλεξίαν και να περιορισθή εις μόνον εξακισχιλίους πεζούς και χιλίους πεντακοσίους ιππείς, τω φόβω μη η έλλειψις τροφών και των λοιπών επιτηδείων τους αναγκάση να διασκορπισθώσιν εάν ήσαν εις μεγαλείτερον αριθμόν. Ταυτοχρόνως, έπεμψεν εις Μωρέα και εις το δουκάτον των Αθηνών τον ιδιαίτερον γραμματέα του διά να πείση τους εκκλησιαστικούς των Πατρών, της Κορίνθου και των Θηβών να προσφέρωσι το τρίτον των εισοδημάτων αυτών υπέρ του αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως, καθόσον εκ της ησυχίας και δυνάμεως αυτού εξήρτητο απολύτως και η ιδική των ανάπαυσις· προσεκάλεσε δε και τον κόμημητα Παλατίνον της Ζακύνθου να συνδράμη την Κωνσταντινούπολιν διά τροφών, και τους αρχιεπισκόπους Λουγδούνων, Βεζανσώνος, Βούργης, Καμβραίας, Τούλης, Μέτζης, Λιέγης και Βερδούνης να προκηρύξωσιν εις τας επισκοπάς αυτών την κατά των σχισματικών Γραικών σταυροφορίαν, παραχωρουμένης πλήρους αφέσεως αμαρτιών εις τους μετασχόντας αυτής. Και ο τα τοιαύτα προκηρύττων ηξίου να θεωρήται επίτροπος επί της γης Εκείνου, όστις ότε είς των μαθητών του έσυρε την σπάθην διά να κτυπήση, ένα των εχθρών του, τον διέταξε να βάλη την μάχαιραν εις την θήκην, διότι οι μαχαίρα παίοντες εν μαχαίρα απολούνται! Τοιούτο ήτο το πνεύμα των χρόνων εκείνων, τοιαύτη ήτο η χριστιανική ηθική, υφ’ ής ενεπνέοντο οι της Ρώμης ποντίφικες! (161)

Αι τοσαύται γενόμεναι προπαρασκευαί εν τη Εσπερία διηυθύνοντο κυρίως κατά του Βατάτζη, αλλά και ο Ασάν δεν ήτο ολιγώτερον εκείνου επίφοβος και μισητός, αφότου μάλιστα εμπαίξας δι’ απατηλών υποσχέσεων των Πάπαν εφείλκυσε την οργήν αυτού. Ο Γρηγόριος, μένεα πνέων κατ’ αυτού, διότι αφού υπεσχέθη ν’ αναγνωρίση την πνευματικήν υπεροχήν του και να συμμαχήση τοις Φράγκοις κατά των Γραικών, ουχί μόνον τούτο δεν έπραξεν, αλλά τουναντίον και θερμός υπέρμαχος του Βατάτζη κατά των Φράγκων ανεδείχθη, απεφάσισε παντοιοτρόπως να τον καταστρέψη. Απηυθύνθη λοιπόν προς τον βασιλέα της Ουγγαρίας Βήλαν, και, πείσας τον Βαλδουίνον να παραιτηθή πάσης επί της Βουλγαρίας αξιώσεως, υπεσχέθη εις αυτόν το στέμμα της Βουλγαρίας, ως αν ήτο κύριος να διαθέτη τα στέμματα των διαφόρων κρατών κατ’ αρέσκειαν, και προς τούτο προυκήρυξεν εις Ουγγαρίαν σταυροφορίαν γενικήν κατά του Ασάν. Ο Βήλας κατά πρώτον εφάνη διστάζων ν’ αναδεχθή τοιούτον αγώνα, διότι επίδοξος διάδοχος του Βουλγαρικού θρόνου ήτο ο υιός της αδελφής του και δεν εδύνατο να προσβάλη τον Ασάν χωρίς να γείνη πολέμιος του συμμάχου και γαμβρού αυτού Βατάτζη του οποίου, ως γνωστόν, η σύζυγος Ειρήνη ήτο αδελφή της συζύγου του Ασάν Μαρίας· αλλά το αίσθημα του εγωισμού και της φιλοδοξίας υπερίσχυσε και τοιουτοτρόπως ήρξαντο αι διαπραγματεύσεις επί του αντικειμένου τούτου, ο Βήλας εζήτει ου μόνον βασιλεύς των Βουλγάρων, αλλά και έξαρχος παπικός ο ίδιος να αναγνωρισθή, εζήτει προσέτι να τω επιτραπή όπως προπορεύηται αυτού εν τη εκστρατεία ο σταυρός, και να αναδεχθή ο Πάπας την προστασίαν του βασιλείου του κατά την απουσίαν αυτού, εμποδίζων διά των όπλων του πνεύματος πάντα όστις ήθελε τολμήσει να τον προσβάλη. Τα δύο τελευταία αιτήματα του Βήλα ήσαν ευπρόσδεκτα, αλλά το πρώτον απήντησε πολλάς δυσχερείας, διότι οι Πάπαι, οίτινες τόσον ευκόλως κατεπάτουν τα δικαιώματα των ηγεμόνων, ήσαν πολύ ζηλότυποι εις όσα απέβλεπον τα ίδιά των δικαιώματα. Εν τούτοις μη θέλων ο Γρηγόριος να δυσαρεστήση τον βασιλέα της Ουγγαρίας, τω επρότεινε να διορίση έξαρχον, οίον αν επίσκοπον εκείνος εξέλεγε, και τούτο όπως διατηρήση την αξιοπρέπειαν της εκκλησίας, ήτις δεν παρείχε τίτλους εκκλησιαστικούς εις κοσμικούς ηγεμόνας. Αλλ’ όμως αι τοσαύται προσπάθειαι έμειναν άνευ αποτελέσματος, διότι ο Ασάν φοβηθείς την κατ’ αυτού σταυροφορίαν, ειρήνευσε μετά του Βήλα και των Φράγκων εις τους οποίους επέτρεψε το επιόν έτος την διά του κράτους του διάβασιν (162).

Εν τούτοις ο Βαλδουίνος ελάμβανε καθ’ εκάστην τας πλέον δυσαρέστους περί Κωνσταντινουπόλεως ειδήσεις πασχούσης και στέρησιν τροφών και έλλειψιν πολεμιστών, ένεκα του οποίου οι του Βατάτζη στρατιώται περιτρέχοντες τας πέριξ χώρας, έσπειρον τον τρόμον και την φρίκην μέχρι και αυτών των τειχών της πόλεως, χωρίς ουδεμίαν να απαντώσιν αντίστασιν. Ταύτα λοιπόν μανθάνων ο Βαλδουίνος απεφάσισε να πέμψη κατά Μάρτιον του 1238 πολυαρίθμους πολεμιστάς εις Κωνσταντινούπολιν υπό την οδηγίαν του Ιωάννου Πετούνη, τον οποίον ο Βρυέννιος τω είχε δώσει ως Μέντορα κατά την εις Ιταλίαν αναχώρησίν του. Ο γενναίος ούτος μαχητής έλαβε την εις Ιταλίαν άγουσαν οδόν, προτιθέμενος να επιβιβασθή επί πλοίων εν Ενετία και μεταβή διαπόντιος εις Κωνσταντινούπολιν, όπως αποφύγη τας προσβολάς του Βατάτζη και των Βουλγάρου, οίτινες ήσαν διεσπαρμένοι καθ’ άπασαν την μεταξύ χώραν· γεγονός τι όμως απροσδόκητον επελθόν, εματαίωσε τας του Πετούνη προθέσεις. Ο αυτοκράτωρ Φριδερίκος, όστις ήτο θανάσιμος εχθρός του Ιωάννου Βρυεννίου, και κατά συνέπειαν και του Βαλδουίνου, έτι δε μάλλον του Πάπα, μεθ’ ού διέκειτο εις φανερόν πόλεμον, δραξάμενος της περιστάσεως ηθέλησε να εκμηδενίση το σχέδιον εκείνο, όπερ ο Γρηγόριος περί τοσούτου εποιείτο· άμα λοιπόν ο Πετούνης διήλθε τας Άλπεις, τω απηγόρευσε να διαβή διά του κράτους του, απειλών εν εναντία περιπτώσει ότι διά των όπλων θέλει του εμποδίσει την διάβασιν. Ο Πετούνης εκπλαγής γενόμενος εκ της απειλής ταύτης του αυτοκράτορος, ήλθεν εις συνέντευξιν μετ’ αυτού, και παντοιοτρόπως προσεπάθησε να τον πείση, όπως τω επιτρέψη την διάβασιν· και εκάμφθη μεν ο Φριδερίκος, επιτρέψας τούτο, απήτησεν όμως ίνα ο Πετούνης μένη παρ’ αυτώ ως όμηρος διά την καλήν διαγωγήν την οποίαν οι σταυροφόροι ήθελον τηρήσει διερχόμενοι διά του κράτους του. Μάτην ο Πετούνης προσέφερεν εις τον αυτοκράτορα μέγιστον ποσόν χρημάτων διά να παραιτηθή του όρου τούτου, προφασιζόμενος ότι ο στρατός του άνευ αρχηγού μένων ήθελε διασκορπισθή. Ο Φριδερίκος επέμεινεν εις τον όρον αυτόν και επειδή είχεν αξιώσεις επί της Φραγκικής αυτοκρατορίας, απήτησε παρά του Βαλδουίνου να τον αναγνωρίση ως κυρίαρχον, διότι άλλως θέλει τον αναγκάσει διά των όπλων· του δε Βαλδουίνου μη συγκατανεύσαντος εις τούτο, απηγόρευσεν αυστηρώς την διά του κράτους του διάβασιν των σταυροφόρων, ο Πάπας σφοδρώς λυπούμενος επί ταις εχθροπραξίαις ταύταις, αίτινες εματαίουν τοσούτους αγώνας και προσπαθείας, δι’ επιστολών προσεπάθησε να τω υποδείξη πόσον ατόπως προσεφέρετο προς άπασαν την Χριστιανοσύνην, της οποίας εφαίνετο πολέμιος· αλλ’ ο Φριδερίκος περιφρονών και τον Πάπαν και τας επιστολάς του, επέμεινεν ακραδάντως εις τας αξιώσεις του. Ο δε Βαλδουίνος βλέπων ότι εκτός του Ασάν και Βατάτζη ανεφαίνετο τρίτος εχθρός, όν ώφειλε να πολεμήση, επέστρεψεν εις Ιταλίαν όπως συμβουλευθή τον Πάπαν και συσκεφθώσι περί του πρακτέου. Εν τούτοις οι εν Ενετία συνελθόντες στρατιώται όπως μεταβώσιν εις Κωνσταντινούπολιν διεσπάρησαν ελλείψει στρατηγού, ο δε Πετούνης ασθενήσας μετ’ ου πολύ και αποβιώσας, υπήρξεν ο τελευταίος ιππότης εκ των αρχαίων κατακτητών.

Η βραδύτης της αποστολής επικουρίας εις Κωνσταντινούπολιν, εξήντλησεν ολοσχερώς τους πόρους αυτής. Πάσα και δημοσία και ιδιωτική περιουσία είχε δαπανηθή, ο δε τοποτηρητής του αυτοκράτορος, αφού κατήντησε να αφαιρέση τον μόλυβδον από τας σκέπας των εκκλησιών διά να κόψη νόμισμα, απεφάσισε να υποθηκεύση και αυτά τα τιμαλφή λείψανα της Χριστιανικής ευσεβείας. Ο εξ ακανθών στέφανος, δι’ ού περιεβλήθη ο του κόσμου Λυτρωτής, εσώζετο εν τοις ανακτόροις του Βυζαντίου φέρων έτι τα ίχνη των φρικτών Εκείνου παθημάτων· τούτον λοιπόν τον στέφανον μη απολειφθέντος πλέον ετέρου τινός, απεφάσισεν ο τοποτηρητής να ενεχυριάση αντί της ποσότητος τεσσάρων χιλιάδων εκατόν εβδομήκοντα πέντε υπερπύρων πρός τινας Ενετούς επί συμφωνία, αν εντός ωρισμένου χρόνου δεν αποδώση το δάνειον, να λαμβάνωσιν εκείνοι εις την κατοχήν των αυτόν· εγένετο δε η συνθήκη αύτη τη 4 Σεπτεμβρίου 1238. Ο Βαλδουίνος πληροφορηθείς την σύμβασιν ταύτην προσέφυγε προς τον βασιλέα Λουδοβίκον, όστις παρέλαβε τον στέφανον αποτίων τα προς τους Ενετούς οφειλόμενα. Κατά Δεκέμβριον λοιπόν του αυτού έτους ο στέφανος ούτος επιβιβασθείς εις πλοίον Γαλλικόν μετεκομίσθη εις Ενετίαν και εκείθεν εις Παρισίους, ένθα κατετέθη μετά πλείστης όσης επισημότητος και πομπής εις την εκκλησίαν την επ’ ονόματι της Παναγίας τιμωμένην. ο Βατάτζης πληροφορηθείς την πώλησιν ταύτην του στεφάνου έστειλε πλοία όπως αρπάσωσιν αυτόν, αλλά δυστυχώς δεν επέτυχον ταύτα να συναντήσωσι το κομίζον εκείνον πλοίον· ο δέ Λουδοβίκος εδωρήσατο διά τον στέφανον δεκακισχιλίας λίβρας εις τον Βαλδουίνον, γενομένης και δαπάνης ετέρων δισχιλίων διά την μεταφοράν αυτού (163).

Η δεινή θέσις εις ήν περιήλθεν η αυτοκρατορία της Κωνσταντινουπόλεως ηνάγκασε τον Βαλδουίνον να επισπεύση την εις το κράτος του επάνοδον, μετά των στρατιωτών, ούς εν τη Δύσει είχε συλλέξει. Τοιουτοτρόπως αυτός μεν παρεσκευάζετο όπως απέλθη, ο δε Πάπας, παρά τω οποίω κατέλιπεν αντιπρόσωπον αυτού τον Ιωάννην Βαλενσιανόν, ησχολείτο ανενδότως όπως πείση τους σταυροφόρους Γάλλους να αναστείλωσι την εις Συρίαν μετάβασίν των και στρέψωσι τα όπλα των πρώτον κατά του Βατάτζη. Εκ τούτων πολλοί μεν επείσθησαν εις του Πάπα τας παρακελεύσεις, έτεροι όμως επέμενον εις το αρχικόν σχέδιόν των της επί την αγίαν Γην εκστρατείας, μεμψιμοιρούντες μάλιστα κατ’ αυτού διότι παρενέλαβε προσκόμματα εις την εκπλήρωσιν του σκοπού των και διότι διέθετε άλλως πως παρ’ όπως ανέκαθεν ήσαν προωρισμένα τα διά την σταυροφορίαν συλλεχθέντα χρήματα. Μετά των τελευταίων τούτων ήσαν ο Θιβώτος βασιλεύς της Ναβάρρας, ο Ούγγος δουξ Βουργουνδίας, ο Ερρίκος κόμης Βαρίου, ο Aμωρή κόμης Μοντφόρτης, ο Ριχάρδος δε-Σαμόντιος, ο Ανζώ Δέλλιος, οι κόμητες Βενδόμης, Μακώνος, Φορέτης, Νεβερσίας και άλλοι, οίτινες βλέποντες του αυτοκράτορος Φριδερίκου την διαγωγήν και μη επιθυμούντες ν’ αναλάβωσιν αγώνα, προς τον οποίον εκείνος εφέρετο τοσούτον δυσμενώς, εγκατέλιπον τον Βαλδουίνον και λαβόντες την εις Μασσαλίαν άγουσαν οδόν, επεβιβάσθησαν εκείθεν εις πλοία διά Παλαιστίνην, εναντίον της παπικής επιθυμίας (164).

Η αρχή αυτή δεν επροοιμίαζε βεβαίως καλόν τέλος· αλλ’ ο Βαλδουίνος μηδόλως αποθαρρυνθείς, αφού διά τελευταίαν φοράν μετέβη εις Ρώμην ίνα συνεντευχθή προς τον Πάπαν, επέστρεψεν εις Γαλλίαν, και μη έχων χρήματα όπως διαπλεύση τον στρατόν του εδανείσθη παρά του βασιλέως Λουδοβίκου πεντήκοντα χιλιάδας λιβρών, προς εξασφάλισιν των οποίων υπεθήκευσεν αυτώ την κομητείαν του Ναμούρ, ήν ο βασιλεύς παρεχώρησεν εις τους ιππότας Τεμπλιέρους να την διοικώσι μέχρις ού ο Βαλδουίνος ήθελε τω αποτίσει τα οφειλόμενα, ιστορικοί τινες λέγουσιν ότι προς τη κομητεία του Ναμούρ υπεθήκευσε και την της Ωξέρης· αλλά περί τούτου ουδεμία υπάρχει βεβαιότης. Τέλος τακτοποιήσας τα οικιακά του πράγματα απεφάσισε να αναχωρήση, διερχόμενος διά Γερμανίας, της οποίας ο αυτοκράτωρ Φριδερίκος, τη επιμόνω αιτήσει του βασιλέως της Γαλλίας, τω επέτρεψε την διά της χώρας του διάβασιν διά χρυσοβούλου εκδοθέντος τη 7 Δεκεμβρίου 1238. Ταις προσπαθείαις του Πάπα και ο βασιλεύς της Ουγγαρίας Βήλας και ο τούτου αδελφός Καλομάνος δουξ Σκλαβουνίας και ο βασιλεύς αυτός της Βουλγαρίας Ασάν, όστις ου προ πολλού είχε συμμαχήσει μετά των Φράγκων, υπεσχέθησαν ου μόνον κατ’ ουδέν να παρενοχλήσωσι τους σταυροφόρους διά των κρατών αυτών διερχομένους, αλλά τουναντίον και να τοις χορηγήσωσι πάσαν αντίληψιν. Ο Βαλδουίνος ηρίθμει εν ταις τάξεσιν αυτού εξηκοντακισχιλίους άνδρας, εν οίς ήσαν επτακισχίλιοι ιππόται μετά των ιπποκόμων αυτών και τριακοντακισχίλιοι έφιπποι τοξόται. Πολλοί δε διακεκριμένοι άρχοντες είχον ενωθή μετ’ αυτού, οίοι ήσαν ο Θωμάς Μάρλιος κύριος του Κουσή, ο Ιμβέρτος κύριος του Βωζώ, ο Ζοσεράνδος κύριος του Βρασιών, ο άρχων του Βωμέζου, ο Γουλλιέλμος δε-Καχιέ, ο Βαρόνος δε-λα-Χαβερί και άλλοι· συνώδευσε δ’ αυτόν ως Παπικός έξαρχος ο Βαλδουίνος Σενιγαλλίας και ο Βαρίνος, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, τον οποίον είχεν εκδιώξει ο δεσπότης της Ηπείρου Θεόδωρος ότε εκυρίευσε την πόλιν ταύτην. Τοιουτοτρόπως αναχωρήσας ο αυτοκράτωρ μετά παντός του στρατού αυτού και διελθών την Ιταλίαν διά των υπωρειών των Άλπεων, αφίκετο εις το Οστρίκιον· κατελθών δε εις Ουγγαρίαν διεπέρασε τον Ίστρον, και διά της Βουλγαρίας έφθασεν εις Κωνσταντινούπολιν κατά Δεκέμβριον του 1239. Οι εν αυτή εδέξαντο τον Βαλδουίνον μετά μεγίστου ενθουσιασμού, και των πάντων ελπιζόντων παντός δεινού την απαλλαγήν, ούτος εστέφθη αυτοκράτωρ μετά της συνήθους επισημότητος εν τω ναώ της Αγίας Σοφίας (165).

Και αληθώς έπρεπε να ελπίσωσι πολλά εκ της ελεύσεως του Βαλδουίνου και του πολυαρίθμου εκείνου στρατού· διότι εκτός της υλικής δυνάμεως, ήν ο αυτοκράτωρ τοις εκόμιζεν, είχε προσέτι περιποιήσει εαυτώ πολλούς συμμάχους, αποσπών αυτούς από του Βατάτζη. Οι Ούγγροι ήσαν φίλοι αυτού, ο Ασάν είχεν επίσης συμμαχήσει μετ’ αυτού, οι Κουμάνοι, ηγουμένων των βασιλέων των Ιωνά και Σορονίου, εζήτησαν εις Κωνσταντινούπολιν την φιλίαν των Φράγκων, και ο πολεμικός ούτος λαός, ως εκ των προτέρων είδομεν, δεν ήτο μικρού λόγου επίκουρος. Διά τούτο ο Βαλδουίνος έσπευσε να παραδεχθή την συμμαχίαν αυτού, και πληρεξούσιοι διορισθέντες εκατέρωθεν συνωμολόγησαν ειρήνην και φιλίαν αδιάρρηκτον· μετά δε την συνομολόγησιν αυτής οι πληρεξούσιοι εκβαλόντες ολίγον αίμα εκ των φλεβών των, το προσέφερον αλλήλοις ίνα το πίωσιν, ως διά να δείξωσι τρόπον τινά ότι το αυτό αίμα εζωογόνει αμφοτέρους τους λαούς εις το εξής. Μετά την αιμοποσίαν ταύτην ταχθέντες εις δύο γραμμάς οι πληρεξούσιοι των συμβαλλομένων εθνών, κατέκοψαν μεληδόν διά των ξιφών κύνα, όν ηνάγκασαν να διέλθη εν τω μέσω των φωνούντες, «Ούτως απωλεσθήτω το έθνος εκείνο, όπερ παραβιάσει την ένορκον συμμαχίαν.» Τοιαύτη ήτο η συνθήκη την οποίαν οι Κουμάνοι συνέθεντο προς τους Φράγκους· όπως δε παγιώσωσιν αυτήν ηθέλησαν να συσφίγξωσι την συμμαχίαν των δι’ ιδιαιτέρων δεσμών. Βαπτισθεισών λοιπόν των δύο θυγατέρων του Σορονίου, την μεν έλαβεν εις γυναίκα ο Γουλλιέλμος, υιός του Γοδοφρέδου Μερή, την δε ο Βαλδουίνος κόμης του Αινώ· την δε θυγατέρα Ιωνά, του ισχυροτέρου των δύο βασιλέων ενυμφεύθη ο Ναρζότος δε-Τουσή, όστις πρώτην σύζυγον έσχε την θυγατέρα του Βρανά (166).

Πρώτιστον έργον των Φράγκων, τοιουτοτρόπως υπό των Κουμάνων ενισχυθέντων, υπήρξεν η πολιορκία της Τζουρουλού, ής ο Βατάτζης υπήρχε κύριος, διορίσας εν αυτή φρούραρχον τον Χαρτουλάριον Ιωάννην Πετραλείφαν, άνδρα γενναίον και παιδιόθεν εξησκημένον περί τα πολεμικά. Και αντέταξε μεν ούτος προς τους πολυπληθείς εχθρούς και τας πολυποικίλους μηχανάς των μεγίστην καρτερίαν και ανδρίαν· αλλ’ αναγκασθείς υπό των πολλών δυνάμεων των πολεμίων, συνάμα δε και υπό των προδοτών, οίτινες δεν λείπουσι πάντοτε κατά τοιαύτας περιστάσεις από τας πολιορκουμένας πόλεις, παρεδόθη. Οι δε Φράγκοι, χειρωσάμενοι την πόλιν, συνέλαβον τον Πετραλείφαν και τους συν αυτώ, και μεταγαγόντες εις Κωνσταντινούπολιν επώλησαν ως ανδράποδα προς τους οικείους των (167).

Ο Βατάτζης μη αισθανόμενος εαυτόν ικανόν όπως αντεπεξέλθη κατά των Φράγκων, πολιορκούντων την Τζουρουλόν, απεφάσισε να κατακτήση όσα μέρη τοις έμενον έτι κατά τα παράλια της Προποντίδος. Όπως δε επιτύχη ευχερέστερον τον σκοπόν αυτού, ηθέλησε να τους προσβάλη και διά ξηράς και διά θαλάσσης· λαβών λοιπόν αυτός την ηγεμονίαν του στρατού και από Νικομηδείας απάρας προσέβαλε και εκυρίευσε τον Χάρακα, την Δακίβυζαν και το του Νικητιάτου φρούριον, συσκευασάμενος δε τριήρεις ικανάς έθηκεν αυτάς υπό τας διαταγάς Ιφρέ του Αρμενίου, ανδρός ανικάνου και οκνηρού περί τα μάχιμα τελούντος, παύσας τον πρότερον την των τριήρεων στρατηγίαν περιεζωσμένον Μανουήλ Κοντοφρέ, άνδρα γενναίον και πολεμοχάρμην, διότι ούτος παρρησία και φιλαληθεία χρώμενος παρίστα εις τον αυτοκράτορα ότι αι θαλάσσιαι αυτού δυνάμεις ήσαν κατά πολύ των Φραγκικών υποδεέστεραι, και όλως ανίκανοι όπως ναυμαχήσωσι προς αυτάς. Ότι δε ο Κοντοφρές έλεγε τ’ αληθή εγνώσθη εκ των υστέρων, διότι, ναυμαχίας γενομένης μεταξύ του Γραικικού στόλου εκ τριάκοντα πλοίων συγκειμένου και του των Φράγκων, όν τρισκαίδεκα μόνον νήες απήρτιζον, ο πρώτος ηττήθη αισχρώς, απολέσας δεκατρείς τριήρεις, τας οποίας οι εχθροί συν ανδράσι και όπλοις εκυρίευσαν και ως λάφυρα έφερον εις Κωνσταντινούπολιν (168).

Κατά τον αυτόν περίπου χρόνου (1240) εφάνη προς το μέρος του βορρά κομήτης πωγωνίας, όστις διήρκεσε μήνας τρεις, εις διάφορα μέρη φαινόμενος. Κατά περίεργον δε σύμπτωσιν την εμφάνισιν του κομήτου τούτου παρηκολούθησεν η αποβίωσις πολλών επισήμων ανδρών, πρώτος δε τούτων ην ο των Βουλγάρων ηγεμών Ασάν, «ανήρ εν βαρβάροις άριστος αναφανείς, ως λέγει ο Ακροπολίτης, ουκ εν τοις οικείοις μόνον, αλλά γε δη και τοις αλλοτρίοις· εχρήσατο γαρ και φιλανθρωπότερον τοις προσερχομένοις αυτώ επήλυσι και μάλιστα τοις Ρωμαίοις, και φιλοτίμως αυτοίς παρείχε τα αιτηρέσια.» Μετ’ αυτόν απεβίωσαν Ιωνάς ο βασιλεύς των Κουμάνων και ο γαμβρός αυτού Ναρζότος δε-Τουσή· επειδή δε ο Ιωνάς ην αβάπτιστος, τον ενεταφίασαν εκτός των τειχών της Κωνσταντινουπόλεως, οκτώ δε ιπποκόμοι του και είκοσιν έξ ίπποι του απηγχονίσθησαν επί του τάφου αυτού κατά τα άγρια των Κουμάνων ήθη. Ο θάνατός του υπήρξε ζημία επαισθητή διά τους Φράγκους, διότι όχι μόνον αυτόν απώλεσαν, άνδρα πιστόν και γενναίον, αλλά και τον Σαρτόριον, όστις αποβιώσαντος του Ιωνά, απεσπάσθη αυτών και ηνώθη μετά του Βατάτζη. Συγγραφεύς τις (169) αναφέρει ότι κατ’ αυτό το έτος, κοινοποιηθέντος εν Γαλλία του θανάτου του Βαλδουίνου, ο Γοδοφρέδος Βιλλαρδουίνος πρίγγηψ της Αχαΐας μετέβη εις Κωνσταντινούπολιν, ίν’ αναλάβη την αντιβασιλείαν του κράτους, διαρκούσης της ανηλικιότητος του υιού του Φιλίππου, τέλος προς τοις άλλοις απεβιώσεν η σύζυγος του Βατάτζη Ειρήνη, «γυνή σωφρονική τε και αρχική και πολύ το μεγαλείον επιδεικνυμένη το βασίλειον, χαίρουσα δε και λόγοις και σοφών ακροωμένη μεθ’ ηδονής και τιμώσα τούτους υπερβαλλόντως,» και ο Μανουήλ Κομνηνός αδελφός του δεσπότου της Θεσσαλονίκης Θεοδώρου (170).

Ο στρατός των Φράγκων εστρατοπέδευεν έτι προ της Κωνσταντινουπόλεως, ότε Γουλλιέλμος ο εκ Βερώνης κύριος της Ευβοίας και υιός του Ραβανού Δελλά Κάρσερε ελθών επαρουσιάσθη εις τον αυτοκράτορα μετά της συζύγου αυτού Ελένης, ανεψιάς δε Δημητρίου του βασιλέως της Θεσσαλονίκης, και τω εζήτησε να τον αναγνωρίση ως κληρονόμον εκ της συζύγου αυτού, του βασιλέως εκείνου. Ο Βαλδουίνος ουδεμίαν αντίρρησιν εποιήσατο εις τούτο και την 5 Μαΐου 1240 απέλυσε λόγον χρυσόβουλον, διά του οποίου ανεγνώριζε τον Γουλλιέλμον, βασιλέα της Θεσσαλονίκης· την δε αναγνώρισιν ταύτην επεκύρωσεν εκείνος παρά του Πάπα Ιννοκεντίου Δ’ του διαδεξαμένου τον Γρηγόριον Θ’. Αλλά τα απλά έγγραφα ουδέν ίσχυον απέναντι της κλαγγής των όπλων, ήτις ηκούετο τότε καθ’ άπασαν την Ανατολήν (171).

Εν τούτοις ο Βαλδουίνος μη επαρκών εις τας ιδίας αυτού δαπάνας, είχε δανεισθή μέγιστα ποσά παρά του πρίγγιπος της Αχαΐας, και επειδή δεν ηδύνατο να αποτίση αυτά, ηναγκάσθη να τω παραχωρήση την κομητείαν του Κουρτεναί· αλλ’ όμως ο βασιλεύς της Γαλλίας Λουδοβίκος, του οποίου η συγκατάθεσις ήτο αναγκαία εις την παραχώρησιν ταύτην, ηρνήσατο να αναγνωρίση τον Γουλλιέλμον ως κύριον του Κουρτεναί, και δι’ επιστολής του ήλεγξε πικρώς τον Βαλδουίνον, διότι απεγυμνούτο τοιουτοτρόπως των πατρικών αυτού κληροδοτημάτων. Ο Βαλδουίνος απαντών εδικαιολόγησε την πράξιν του, προτείνων τας καταπειγούσας του κράτους ανάγκας, και όπως πείση αυτόν να έλθη εις βοήθειάν του, τω έπεμψε μέγα τεμάχιον του τιμίου Σταυρού, το ιμάτιον, όπερ έφερεν ο Χριστός, ότε υπήγαινεν εις το Καλβάριον, την αιχμήν της λόγχης, τον σπόγγον και τα άλλα όργανα του πάθους Του. Τα άγια ταύτα λείψανα αφίκοντο εις Παρισίους κατά την ημέραν της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού και εγένοντο δεκτά παρά του βασιλέως και της οικογενείας, μετά πλείστης όσης ευλαβείας και τιμής. Τοιουτοτρόπως η Κωνσταντινούπολις απεγυμνούτο μικρόν κατά μικρόν όλων των κειμηλίων με όσα η ευσέβεια και ο ζήλος των αυτοκρατόρων την είχε προικίσει (172).

Ο θάνατος του βασιλέως των Βουλγάρων Ασάν παρήλλαξεν επαισθητώς την κατάστασιν των Φράγκων, διότι ο Βατάτζης βλέπων ότι διεδέξατο αυτόν μειράκιον ενδεκαετές, τούνομα Καλλιμάνος, επομένως ανίκανον όπως βαστάση τας ηνίας του κράτους, έτι δε ολιγώτερον το βάρος του πολέμου, απεφάσισε να επωφεληθή εκ της ανηλικιότητος αυτού όπως κατακτήση την Βουλγαρίαν· ίνα δε μη τον αποτρέψωσι του σκοπού του οι Φράγκοι συνωμολόγησε μετ’ αυτών διετή ανακωχήν. Έπεμψε δε και προς τον βασιλέα των Ούγγρων Βήλαν προτείνων αυτώ φιλίαν και την υπό τον Πάπαν ένωσιν των εκκλησιών. Ο Βήλας χαίρων επί ταις προτάσεσι ταύταις εξήγγειλεν εις Ρώμην τον του Βατάτζη σκοπόν· αλλ’ ο Πάπας δυσπιστών προς τον αυτοκράτορα της Νικαίας, ενέπνευσε και προς τον Βήλαν την δυσπιστίαν ταύτην. Και απέτυχε μεν η μεταξύ των δύο τούτων ηγεμόνων συμμαχία, αλλ’ ο Βήλας ουδέν παρενέβαλε πρόσκομμα και αυτό ιδίως επεθύμει ο Βατάτζης. Αφ’ ετέρου ο μεγαλεπίβολος ούτος ηγεμών μη ανεχόμενος να φέρωσιν οι δεσπόται της Θεσσαλονίκης τον τίτλον του αυτοκράτορος, όστις ενόμιζεν ότι αυτώ μόνω ανήκε, διότι ήτο διάδοχος του Λασκάρεως και των νομίμων της Κωνσταντινουπόλεως αυτοκρατόρων, απεφάσισε να ταπεινώση και τον φέροντα τον τίτλον εκείνον Ιωάννην τον Κομνηνόν, όστις διώκει τον τόπον ταις συμβουλαίς και τη πείρα του τυφλού πατρός του Θεοδώρου. Όπως δε ο Βατάτζης ευχερέστερον επιτύχη τον σκοπόν αυτού, ηθέλησε να αποσπάση από τον ανίκανον εκείνον και νωθρόν ηγεμόνα τον αόμματον Μέντορά του και προς τούτο κατέφυγεν εις το εξής στρατήγημα. Πέμψας πρέσβυν προς τον Θεόδωρον, τον προσεκάλεσε να έλθη εις Νίκαιαν όπως συσκεφθώσι περί των κοινή συμφερόντων· εκείνος δε μηδέν κακόν υπονοών προσήλθε προθύμως, και ο Ιωάννης τον ενέπλησε τιμών, θείον αυτόν ονομάζων και τη αυτού συγκαθίζων τραπέζη και των λοιπών φιλοφρονημάτων μεταδιδούς. Αφού δε τούτον έσχεν εις τας χείρας του, συναγαγών πολυάριθμον στρατόν Γραικών και Σκυθών, τους οποίους διά δώρων και υποσχέσεων είχε προσελκύσει, διεπεραιώθη τον Ελλήσποντον και κατηυθύνθη εις Θεσσαλονίκην, έχων παραπλέοντα και τον στόλον αυτού υπό τον Κοντοφρέ Μανουήλ. Συνώδευον δε τον βασιλέα κατά την εκστρατείαν ταύτην άνδρες στρατηγικοί και πολυμήχανοι, ο Δημήτριος Τορνίκης, ο δομέστικος Ανδρόνικος Παλαιολόγος, ο πρωτοβεστιάριος Αλέξιος Ραούλ, ο επί της τραπέζης Νικηφόρος Ταρχανιώτης, ο πρωτοσέβαστος Κοντοστέφανος, ο μέγας χαρτουλάριος Πετραλείφας και άλλοι. Τοιουτοτρόπως ο Βατάτζης μετά του στρατού αυτού παρελθών τα της Θράκης και Μακεδονίας χωρία, κατέλαβε την Χριστούπολιν και το φρούριον της Ρεντίνης, το oποίον οι φυλάσσοντες παρήτησαν έρημον, ιδόντες μακρόθεν τον στρατόν αυτού, και ελθών εστρατοπέδευσεν εις απόστασιν οκτώ σταδίων από της Θεσσαλονίκης, εις τόπον καλούμενον κήπον του Προβατά. Κατά της αχανούς εκείνης πόλεως, δεν ήτο βεβαίως δυνατόν να μεταχειρισθή ελεπόλεις και άλλα τοιαύτα πολεμικά μηχανήματα· διέταξεν όμως τους στρατιώτας αυτού και ιδίοις τους εις αρπαγήν προθυμοτάτους Σκύθας, να περιέρχωνται και ληίζωσι τα περίχωρα, όπως ει δυνατόν διά της καταστροφής και της πείνης αναγκάση τους εν τη πόλει να παραδοθώσιν· αλλά και οι πολιορκούμενοι δεν έμενον άπρακτοι, τουναντίον ανθίσταντο μετά πολλής καρτερίας, συνεχώς δ’ εφορμώντες εκ της πόλεως επέπιπτον κατά του στρατού του βασιλέως και επέφερον αυτώ ζημίαν ου σμικράν.

Εν τούτοις ο Βατάτζης εξηκολούθει στενώτερον πολιορκών τους εν Θεσσαλονίκη ότε επληροφορήθη παρά του υιού αυτού Θεοδώρου, όν είχε καταλίπει περί τα μέρη των Πηγών, μετά του μυστικού συμβούλου Ιωάννου του Μουζάλωνος και του μεγάλου εταιριάρχου Μιχαήλ Λιβαδαρίου, ότι το έθνος των Τατάρων, ή, κατά τους Βυζαντινούς, των Ταχάρων, ελθόν εις πόλεμον προς τους Μουλσουμάνους του Ικονίου ενίκησεν αυτούς και ότι φόβος ήτο μη οι Βάρβαροι εκείνοι ήθελον εισβάλει εις την αυτοκρατορίαν της Νικαίας. Ταύτα μαθών ο Βατάτζης, εις ουδένα μεν ανεκοίνωσεν, απαγορεύσας επί ποινή θανάτου εις τον παρά του υιού του απεσταλμένον να μαρτυρήση τι των εν Ασία συμβαίνοντος, προσκαλέσας δ’ εκ Νικαίας εις το στρατόπεδόν του τον Θεόδωρον, τω είπεν ότι ουχί εκ μίσους ή εκ κατακτητικών σκοπών προσέβαλε την Θεσσαλονίκην, διότι αμφότεροι εισι Γραικοί και επομένως εχθροί των Φράγκων, ότι, καίτοι το συμφέρον αμφοτέρων απαιτεί να ενωθώσι διά να προσβάλωσιν ομού τους κοινούς εχθρούς, υπάρχων όμως μόνος νόμιμος αυτοκράτωρ, κατ’ ουδέν δύναται να ανεχθή έτερον αντιποιούμενον του ονόματος αυτού, και ότι δεν είνε συνέσεως έργον διά κενόν τίτλον ο Θεόδωρος να διακινδυνεύση πραγματικόν βασίλειον, ού ουδόλως τω διαφιλονικεί την κατοχήν. Ο Θεόδωρος, όστις ηγνόει την πραγματικήν αιτίαν υφ’ ής ο Βατάτζης επεθύμει να λύση την πολιορκίαν και όστις ην άλλως τε λίαν ευγνώμων προς αυτόν διά τας τιμάς και τας φιλοφροσύνας, ών τον κατηξίωσεν εν Νικαία, εύρεν ευλόγους τας αιτιάσεις αυτού και πρέσβυς παρά τω υιώ του γενόμενος, έπεισεν αυτόν να ενδώση εις τας απαιτήσεις του αυτοκράτορος. Κατά συνέπειαν ο Ιωάννης ηρκέσθη εις τον απλούν τίτλον δεσπότου, απέβαλε τα ερυθρά πέδιλα και την περιμάργαρον πυραμίδα, εις ήν λίθος υπερεκάθητο κόκκινος, ως σύμβολον του βασιλικού αξιώματος, και ωρκίσθη υποταγήν προς τον αυτοκράτορα. Ούτος δε τυχών του ποθουμένου και εμπλήσας δωρεών τους περί τον Ιωάννην, ανεχώρησεν εκ Θεσσαλονίκης μετά τεσσαρακονθήμερον πολιορκίαν (173).

Τω καιρώ εκείνω ήρξαντο αι επιδρομαί των Ταρτάρων Μογγόλων, οίτινες διελθόντες αλληλοδιαδόχως την Ρωσσίαν, Πολωνίαν, Σιλεσίαν, Μοραυίαν, Κρακοβίαν, Ουγγαρίαν, Βοσνίαν, Σερβίαν και Βουλγαρίαν, έλαβον την προς την Κωνσταντινούπολιν άγουσαν οδόν, πανταχού καταλείποντες ίχνη δυσεξάλειπτα της θηριώδους και καταστρεπτικής διαβάσεώς των. Τρόμος πανικός κατέλαβεν άπασαν την Ευρώπην, και οι ηγεμόνες αυτής έστρεφον βλέμματα απηλπισμένα προς τας αγρίας εκείνας ορδάς. Πανταχού διετάχθησαν παρακλήσεις επ’ εκκλησίαις και νηστείαις· ο Πάπας έπεμψε μοναχούς όπως τους κατηχήση και τοις εμπνεύση αισθήματα Ευαγγελικής αγάπης. Ο αυτοκράτωρ Φριδερίκος προσεκάλει άπασαν την Ευρώπην υπέρ της απειλουμένης Γερμανίας, Λευκή δε η μήτηρ Λουδοβίκου του Αγίου έτρεμεν υπέρ της Γαλλίας. Τα πάντα εν γένει διετέλουν εις τρόμον και απόγνωσιν, και μόνη η παρήγορος θρησκεία ενέπνεεν ελπίδας εις τους καταπεπονημένους ηγεμόνας. «Ελπίσωμεν εις την θείαν Πρόνοιαν, έλεγεν ο Λουδοβίκος, αν οι βάρβαροι επελθόντες μας προσβάλωσιν ή ημείς θέλομεν πέμψει αυτούς εις τον άδην, ή εκείνοι ημάς εις τον παράδεισον.» (174)

Ενώ η Ευρώπη διετέλει υπό το κράτος του τρόμου, σώμα Μογγόλων επιδραμόν εις τας χώρας του Σουλτάνου του Ικονίου Ιαθατίνη και νικήσας αυτόν, ελήισε την Καππαδοκίαν και την Καισάρειαν και ηπείλει να καταστρέψη ολόκληρον αυτού το κράτος. Αφ’ ετέρου ο αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως Βαλδουίνος στερούμενος χρημάτων και στρατιωτών, προς δε αποσπασθέντων απ’ αυτού και των Κουμάνων, διετέλει εις δεινήν θέσιν, μη έχων πώς να πολεμήση προς τον Βατάτζην. Η ανάγκη λοιπόν προσεκάλει τον τε Βαλδουίνον και τον Σουλτάνον να ενωθώσιν αμοιβαίως, και πρώτος ο αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως εξέθηκεν εις τον Ιαθατίνην την ανάγκην της προς αλλήλους συνδρομής. Ο Ιαθατίνης εδέχθη την πρότασιν, και όπως ενισχύση την συμμαχίαν ταύτην, εζήτησε παρά του Βαλδουίνου εις γάμον μίαν των συγγενών αυτού υποσχόμενος ότι θέλει τη επιτρέψει να τηρή το θρήσκευμα αυτής και ότι θέλει οικοδομηθεί ανά μίαν εκκλησίαν εις εκάστην των πόλεων του κράτους του. Ο Βαλδουίνος προθύμως παραδεχθείς τας προτάσεις ταύτας, έπεμψεν εις Γαλλίαν τον ιππότην Ερρίκον Βέριον ίνα φέρη την ανεψιάν αυτού, θυγατέρα της αδελφής του Ελισσάβετ και του Εύδου, κόμητος της Μονταίγης όπως την εκδώση εις τον Σουλτάνον Ιαθατίνην. Αλλ’ όμως ο Βατάτζης, όστις τότε ήτο εις Νύμφαιον και κατεσκόπευε μετά προσοχής τας πράξεις του Βαλδουίνου, μαθών τούτο εδυνήθη να διαλύση την γενομένην συνθήκην και να λάβη αυτός το πρόσωπον του Φράγκου αυτοκράτορος. Επέτυχε δε τούτο καθόσον ο Σουλτάνος βλέπων την μεγάλην ασθένειαν του Βαλδουίνου, προυτίμα φυσικώ τω λόγω την συμμαχίαν ευσθενεστέρου και μεγαλεπιβολωτέρου ηγεμόνος, όντος άλλως τε εγγύτερον του κινδύνου και μάλλον ενδιαφερομένου εις την αποσόβησιν του κοινού εχθρού. Οι δύο λοιπόν ηγεμόνες συνήλθον εν τω παρά τω Μαιάνδρω ποταμώ άστει της Τριπόλεως· εκεί δ’ οι του Σουλτάνου υπηρέται ειργάσαντο εκ του αυτοσχεδίου γέφυραν ξυλίνην διά της οποίας διελθόντες τον ποταμόν οι ηγεμόνες εδεξιώσαντο αλλήλους· έπειτα δε συνωμολόγησαν εν έτει 1243 προς αλλήλους συμμαχίαν αμυντικήν και επιθετικήν, την οποίαν ενόρκως παρεδέχθησαν, υποσχόμενοι αλλήλοις πάσαν αντίληψιν και συνδρομήν. Τοιουτοτρόπως ανταλλάξαντες διάφορα δώρα εκατέρωθεν απήλθον ο μεν Βατάτζης προς την Φιλαδέλφειαν, ο δε Σουλτάνος εις το Ικόνιον, ένθα ήσαν τα ανάκτορα αυτού (175).

Εξασφαλίσας διά της συνθήκης ταύτης ο αυτοκράτωρ τα ανατολικά όρια του κράτους του και μικρόν φοβούμενος τους Φράγκους απεσύρθη εις Λάμψακον, και εκεί επεδόθη εις την εσωτερικήν ανάπτυξιν των υπηκόων του, οίτινες μετά τους αδιαλείπτους εκείνους πολέμους είχον βεβαίως ανάγκην ου σμικράν αναπαύσεως. Οποία δε ευδαιμονία επήλθε κατά το διάστημα της ειρήνης ταύτης, εξιστορεί ο Βυζαντινός ιστοριογράφος Νικηφόρος ο Γρηγοράς διά των εξής. «Άδειαν γαρ οι Ρωμαίοι, λέγει, και ανακωχήν των μακρών ειληφότες πολέμων, εις την των οικείων κτημάτων και πραγμάτων επέδωκαν επιμέλειαν· αυτός τε γαρ ο βασιλεύς τοσούτο μέρος αποτεμομένος γης, όση τε αρόσιμος και όση προς αμπελουργίαν εύθετος, όσην εξαρκείν έκρινεν ες τε βασιλικήν τράπεζαν και εις όσα η ευεργετούσα και διαρκώς χορηγούσα γνώμη του βασιλέως παρεκελεύετο (γηροτροφεία δε ήσαν ταύτα και πτωχοτροφεία και όσα τους εκ παντοίων νοσημάτων εθεράπευον τραυματίας), επιμελητάς τε τούτοις επιστήσας, οπόσοι καλώς γεωργείν τε και αμπελουργείν ίσασι, πολλήν τε και άφθονον την των καρπών ετήσιον ήθροιζε χορηγίαν, ου μόνον δε, αλλά και ίππων και βοών και ποιμνίων, ομού τε και συών αγέλας προσεκτήσατο επί τούτοις και παντοίων ορνίθων ημερών είδη, εξ ών πολύχους ο των γεννωμένων πορισμός εφαίνετο καθ’ έκαστον ενιαυτόν. Τούτο δε και τοις άλλοις παρήνει ποιείν, όσοι τε των γένει προσηκόντων και όσοι των άλλοις ευγενών ήσαν, ίν’ έκαστος οίκοθεν έχων της χρείας το διαρκές, μήτι χείρα τοις ιδιώταις και ασθενεστέροις επάγη πλεονεκτούσαν, και άμα καθαρεύουσα η Ρωμαίων τελέως εντεύθεν αδικημάτων η πολιτεία. Και μέντοι και χρόνων ολίγων αι πάντων αποθήκαι βρίθουσαι τοις καρποίς εωρώντο, αι τε οδοί και αγυιαί και πάσα μάνδρα και σηκός εστενοχωρούντο τοις κτήνεσι και οπόσαι των ορνίθων ήσαν αγέλαι.» Κατ’ ευτυχίαν του Βατάτζη επήλθεν εις τους Τούρκους λιμός ισχυρός και σπάνις μεγίστη των χρειωδών, δι’ όπερ αι οδοί πάσαι ήσαν μεσταί των του έθνους εκείνου, κατερχομένων εις το κράτος του ίν’ αγοράσωσι τροφάς, και φερόντων ως αντάλλαγμα, άργυρον, χρυσόν, υφάσματα και έτερα πολυτελή είδη. «Και τούτω τω τρόπω, προστίθησιν ο αυτός συγγραφεύς, τάχιστα οι Ρωμαίων οίκοι πλούτου βαρβαρβαρικού πλήρεις κατέστησαν, πολλού δε πλέον τα βασιλικά ταμεία ήδη τη των χρημάτων έβριθον δαψιλείας και ίν’ εν βραχεί παραστήσω το παν, οι ταις των ορνίθων αγέλαις επιστατούντες οπόσα τίκτοιεν αύται ωά ανά παν συναθροίζοντες έτος επίπρασκον ως ολίγου χρόνου προς των συναχθέντων εντεύθεν χρημάτων στέφανον κατασκευασθήναι τη βασιλίδι, λίθοις και μαργάροις λίαν πολυτελέσι διηνθισμένον, αν και ωάτον ο βασιλεύς επωνόμασε, διά, το εκ της των ωών πράσεως κατασκευάσθαι αυτόν.» Μη αρκούμενος εις την εσωτερικήν ταύτην, ανάπτυξιν των υπηκόων του, επειδή έβλεπεν ότι πολύς πλούτος εκενούτο μάτην εκ των ταμείων των εις τα εξ αλλοδαπών εθνών ενδύματα, όσα εκ Βαβυλωνίου και Ασσυρίου σηριακού κατεσκευάζοντο και παρά των Ιταλών επιτηδείως εξυφαίνοντο, διέταξεν ίνα ουδείς των υπηκόων του μεταχειρίζηται αυτά επί ποινή ατιμώσεως, αλλά μόνον να μεταχειρίζονται εκείνα όσα η χώρα γεωργεί, και αι χείρες των κατασκευάζουσι, διά δε του διατάγματος τούτου περιεστάλη η πολυτέλεια και ο πλούτος έμενεν εις τα ίδια (176).

Εν τούτοις η μεταξύ Βατάτζη και Βαλδουίνου διετής ανακωχή ήγγιζεν εις το τέρμα της· ο δε δεύτερος, καίτοι πολλών πολλαχόθεν αποσταλεισών αυτώ επικουριών, υπήρχε πάλιν ανίκανος ν’ αντιστή κατ’ εχθρού τοσούτον δραστηρίου και πολυμηχάνου, οίος ην ο Βατάτζης. Απεφάσισε λοιπόν να μεταβή πάλιν εις Ιταλίαν διά να επικαλεσθή εκ νέου την συνδρομήν του υπερτάτου της Ρώμης ποντίφικος. Ο Πάπας κατείχετο υπό μεγίστου ζήλου υπέρ της αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως προς ήν έπεμψε και μέρος των χρημάτων, άτινα ήσαν προωρισμένα διά την επί την Παλαιστίνην εκστρατείαν, έγραψε δε και προς διαφόρους ηγεμόνας, προτρέπων αυτούς να συνδράμωσι τον Βαλδουίνον· αλλ’ ούτος ησθάνετο ότι ο Πάπας ην ανίσχυρος όπως τον συνδράμη αποτελεσματικώς, ενόσω διετέλει εις πόλεμον προς τον αυτοκράτορα της Γερμανίας Φριδερίκον. Οι της Ρώμης ιεράρχαι ανέκαθεν συγχέοντες τα πνευματικά προς τα κοσμικά, και παραβαίνοντες ρητήν εντολήν εκείνου, όν ηξίουν ότι αντεπροσώπευον επί της γης, προυτίμων την εκ του κόσμου τούτου βασιλείαν της επηγγελμένης παρά του Σωτήρος· διά τούτο ο Πάπας Ιννοκέντιος αναβάς επί τον παπικόν θρόνον, τρεις ταυτοχρόνως υπεστήριξε σταυροφορίας, την μεν υπέρ της Παλαιστίνης κατά των Μωαμεθανών, την δε υπέρ της Κωνσταντινουπόλεως κατά των Γραικών και την τρίτην υπέρ εαυτού κατά του αυτοκράτορος της Γερμανίας. Τον διαμερισμόν λοιπόν ως ειπείν τούτον της ενεργείας του Πάπα βλέπων ο Βαλδουίνος έκρινεν ατελέσφορον πάσαν αυτώ υπισχνουμένην ή και παρεχομένην συνδρομήν, δι’ όπερ αναχωρήσας εκ Κωνσταντινουπόλεως εν έτει 1244, μετέβη παρά τη αυλή του Φριδερίκου και αντιλήπτορα προσλαβών τον κόμητα της Τολώσης Ραϋμόνδον επέτυχε να ειρηνεύση τους τέως διαμαχομένους, του Πάπα υποβληθέντας εις την διαιτησίαν αυτού επί τινων αντικειμένων· αλλ’ η ειρήνη αύτη μικρόν διήρκεσεν, ο δε Πάπας αποσυρθείς εκ Ρώμης μετέβη πρώτον, μεν εις Γενούην, είτα δε εις Λούγδουνον της Γαλλίας, εν ώ συνεκάλεσε σύνοδον όπως συσκεφθώσι πάντες πώς ηδύναντο να συνδράμωσι την Αγίαν Γην και την Παλαιστίνην, πώς να εμποδίσωσι τας εισβολάς των Τατάρων, πώς τέλος να συμβιβάσωσι τον Πάπαν προς τον Φριδερίκον.

Η σύνοδος αύτη συνήλθε τη 25 Ιουνίου 1240 εν τη μητροπόλει του Λουγδούνου. Ο Πάπας επιτέλεσας μεγαλοπρεπή δοξολογίαν κατέλαβε την πρωτοκαθεδρίαν έχων δεξιόθεν μεν τον αυτοκράτορα Βαλδουίνον, αριστερόθεν δε διαφόρους ηγεμόνας και απέναντι τον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως, τον της Αντιοχείας και τον Ακυιλίας, ο Πατριάρχης της Κωνσταντινουπόλεως Νικόλαος, λαβών πρώτος τον λόγον, εξέθηκε διά μακρών την αθλίαν κατάστασιν της εκκλησίας του, ήτις εκ τριάκοντα υποκειμένων αύτη επισκόπων, μόλις είχε πλέον τρεις, των ασπόνδων της Ρωμαϊκής εκκλησίας εχθρών, των Γραικών, εκτεινάντων τας κατακτήσεις αυτών μέχρι προ των πυλών της Κωνσταντινουπόλεως. Μετά ταύτα ο Πάπας αφώρισε τον Φριδερίκον, την συμμαχίαν, ήν ούτος συνέθετο προς τον Βατάτζην και την συγγένειαν, ήν συνήψεν εκδούς εις ένα σχισματικόν (οίος ήτο ο Βατάτζης) την θυγατέρα του εις γάμον. Επομένως συσκεψάμενοι περί των μέσων δι’ ών ηδύναντο να συνδράμωσι την Κωνσταντινούπολιν, απεφάσισαν ώστε, οι μεν άρχοντες οι έχοντες προσόδους και μη διαμένοντες εις τας κτήσεις των άνευ ευλόγου αιτίας ώφειλον να προσφέρωσιν αύτη το ήμισυ των εισοδημάτων των, το δε τρίτον όσοι διέμενον και ών η πρόσοδος υπερέβαινε τας εκατόν μάρκας αργυρίου, και το δέκατον η Ρωμαϊκή εκκλησία. Μη αρκούμενος δ’ ο Πάπας εις μόνας ταύτας τας συνδρομάς διέταξε βραδύτερον ώστε όλα τα κακώς αποκτηθέντα εκ δόλου, τόκου αδίκου ή άλλως πώς χρήματα, όλα τα κληροδοτήματα όσα κατελείποντο εις την διάθεσιν των εκτελεστών της διαθήκης υπέρ αγαθοεργών σκοπών, και όλα τα δι’ άφεσιν αμαρτιών προσφερόμενα ελέη, να δοθώσι προς ανακούφισιν της εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκρατορίας. Της συνόδου ληξάσης, ο Πάπας συνοδευόμενος μεταξύ άλλων υπό του αυτοκράτορος και του πατριάρχου της Κωνσταντινουπόλεως μετέβη εις την μονήν του Κλουνή, ένθα ετέλεσε την ευχαριστήριον ιεροπραξίαν, παρόντος του βασιλέως της Γαλλίας Λουδοβίκου μετά της μητρός και του αδελφού του κόμητος του Αρτοά, του υιού του βασιλέως της Αρραγωνίας και άλλων, ο δε αυτοκράτωρ καθ’ όλον αυτό το έτος έμεινεν εις την αυλήν του Λουδοβίκου, επικαλούμενος την συνδρομήν της Ευρώπης υπέρ της κινδυνευούσης αυτοκρατορίας του (177).

Βαρέως υπέμεινεν ο Βατάτζης την της συζύγου αυτού Ειρήνης στέρησιν· παρελθόντος όμως χρόνου τινος, ήλθεν εις δεύτερον γάμον μετά Άννης της θυγατρός του αυτοκράτορος της Γερμανίας και αδελφής Μανφρέδου του Βασιλέως της Σικελίας· επειδή δε αύτη ην πολύ νέα την ηλικίαν, ο πατήρ της τη έδωκε συν πολλαίς άλλαις υπηρετρίαις ως τροφόν και παιδαγωγόν γυναίκα τινα καλουμένην Μαρκεσίνην, της οποίας η καλλονή του προσώπου και των οφθαλμών ήτο σαγήνη, ήν δυσκόλως εδύνατό τις να αποφύγη. Η γυνή αύτη διά φίλτρων και καταδέσμων ερωτικών και διά των χαρίτων αυτής εξέκαυσε προς τον έρωτά της τον βασιλέα επί τοσούτον, ώστε παρορών εκείνος την νόμιμον αυτού σύζυγον Άνναν και όλως προσηλωμένος εις την Μαρκεσίνην, τη επέτρεψε να φέρη και τα βασιλικά σύμβολα, πέδιλα δηλαδή κοκκοβαφή και εφεστρίδας τοιαύτας και χαλινά και να έχη και συνοδείαν, οίαν, ουδ’ αυτή η βασιλίς. Βεβαίως η τοιαύτη κατάστασις έπρεπε να τω προσελκύση την κατάκρισιν και το μίσος των υπηκόων του· αλλ’ η προς αυτούς αγαθότης του και αι ευποιίαι του περιέστελλον αυτούς και τους ηνάγκαζον να μετριάζωσι την αγανάκτησίν των. Και αυτός όμως ο Βατάτζης συναισθανόμενος το άτοπον της διαγωγής του εθλίβετο ενδομύχως και ετήκετο· αλλ’ ο προς την Μαρκεσίνην έρως του ην ανώτερος παντός άλλου αισθήματος. Μια των ημερών η Μαρκεσίνη υπό της πολυπληθούς αυτής θεραπείας συνοδευομένη, εισήλθεν εις την κατά τα Ημάθια μονήν του αγίου Γρηγορίου καθ’ ήν ώραν ετελείτο η θεία μυσταγωγία. Ο της μονής προϊστάμενος Νικηφόρος ο Βλεμμύδης, ιδών την γυναίκα ταύτην, ήν εν σωζομένη επιστολή του ονομάζει «ασελγή τε και φάρμακον, της οικουμένης το πρόσκομμα, το παγκόσμιον σκάνδαλον μετά του αυχένος και της οφρύος και του φρυάγματος,» πριν ή εισέλθη, εις τα πρόθυρα του ναού, διέταξε και έκλεισαν τας θύρας, κρίνων αμάρτημα να επιτρέψη αυτή όπως διά των βεβήλων και αθεμίτων ποδών της πατήση έδαφος ιερόν, και αποδιώξας αυτήν μετ’ αισχύνης. Η Μαρκεσίνη θεωρήσασα την προσβολήν βαρείαν και σκληράν επέστρεψε προς τον βασιλέα οδυρομένη και επικαλουμένη την εκδίκησιν αυτού κατά του Βλευμμύδου· αλλ’ ο βασιλεύς ένδακρυς γενόμενος, βύθιον στενάξας και πλήρης κατηφείας είπεν. «Ίνα τι με κολάζειν άνδρα δίκαιον συνωθείτε; Ει γαρ μοι προς βουλήσεως ην ατιμίας ομού και αισχύνης καθήσθαι εκτός, ακίβδηλον αν το της βασιλείας ετήρουν σεμνόν και αυτός· νυν δε τας αιτίας των εμών ύβρεων και της βασιλείας αυτής αυτός παρεχόμενος, προσηκούσας απολαμβάνω λοιπόν εντεύθεν τας αμοιβάς και των πονηρών σπερμάτων άξια τα γεώργια.» Και άδηλον μεν είνε μετά ταύτα αν η Μαρκεσίνη εξηκολούθησε μέχρι τέλους την αυτήν απολαύουσα παρά τη βασιλεί εύνοιαν· αλλ’ ο Βλεμμύδης δικαιολογών την διαγωγήν του, εδημοσίευσεν εγκύκλιον επιστολήν πλήρη χριστιανικής αρετής και Ευαγγελικών παραγγελμάτων, τα οποία οφείλουσι να ρυθμίζωσι την διαγωγήν του καλού ποιμένος. (178)

Ενώ ο Βαλδουίνος, περιφερόμενος εις Ευρώπην επήτει υπέρ του καταρρέοντος θρόνου του την συνδρομήν των διαφόρων ηγεμόνων, ο Βατάτζης άγρυπνος πάντοτε όπως ωφελείται εκ των περιστάσεων, ιδών ότι ουδέν έχει να φοβήται εκ των Τατάρων, απησχολημένων όντων περί πολέμους άλλων εθνών, και καταλιπών εις το κράτος του τοποτηρητήν τον υιόν του Θεόδωρον διεπεραιώθη τον Ελλήσποντον, όπως επισκεφθή τας χώρας αυτού, αίτινες εξετείνοντο από του άστεως του καλουμένου Ζίχνα μέχρι των Σερρών. Αφικόμενος δε εις τα μέρη του Κισσού, διέβη τον ποταμόν Έβρον, τη 4 Σεπτεμβρίου 1246 και εξηκολούθει την πορείαν του, ότε έλαβε γραφήν του την δημόσιον της Αχριδού αρχήν κρατούντος ότι απεβίωσεν ο των Βουλγάρων Βασιλεύς Καλλιμάνος, ως μέν τινες έλεγον νόσω φυσική, ως δ’ έτεροι, δηλητηριασθείς· και ότι διάδοχος αυτού ήτο ο νεώτερος αδελφός του Μιχαήλ. Τούτο μαθών ο βασιλεύς παραμείψας την Χριστούπολιν έφθασεν εις Φιλιππούπολιν, και εκεί σκέψιν εποιήσατο μετά των στρατηγών του αν έπρεπε να προσβάλη τους Βουλγάρους, και αν ήτο δυνατόν να κυριεύση τας Σέρρας. Εκ τούτων τινές έλεγον ότι δεν έπρεπε να πράξη τοιούτο τι, διότι ήτο ανέτοιμος προς πόλεμον και ουδέ τας αναγκαίας μηχανάς είχε μεθ’ εαυτού, ενώ το άστυ των Σερρών υπό ισχυρού τείχους περιφρουρούμενον απήτει και στρατόν πολυάριθμον προς πολιορκίαν και ελεπόλεις και άλλας μηχανάς· τουναντίον δε ο μέγας δομέστικος Ανδρέας Παλαιολόγος συνεβούλευσεν ότι έπρεπε να αποπειραθή την άλωσιν τον Σερρών, και ει μεν επετύγχανε, καλώς· άλλως ουδεμίαν ζημίαν ήθελε πάθει, καθόσον, οι Βούλγαροι υπό βρέφους αρχόμενοι, αδαούς πολέμων όντος, ήθελον επιζητήσει μάλλον των μαχών την ειρήνην. Η συμβουλή αύτη ήρεσεν εις τον βασιλέα ως η αρίστη, και δη λαβών την προς Σέρρας άγουσαν οδόν, εστρατοπέδευσεν απέναντι της πόλεως ταύτης, προσπαθών, ελλείψει ικανού στρατού, να την κυριεύση διά στρατηγημάτων. Αι Σέρραι το πάλαι ήσαν πόλις μεγίστη και εύπορος, αλλ’ αφ’ ότου οι Βούλγαροι την κατέλαβον, απώλεσαν πάσαν αυτών την ευδαιμονίαν, διά τούτο κατέστησαν κώμη απλή, και μόνη η ακρόπολις ήτο οπωσούν ηυτρεπισμένη και τετειχισμένη· ο ταύτης δε φρούραρχος ονομαζόμενος Δραγωτάς διέτριβε συνήθως εις Μελένικον. Επειδή λοιπόν η κάτω πόλις ην ατείχιστος, συναθροίσας ο βασιλεύς τους επί μισθώ τοις στρατιώταις δουλεύοντας, ούς κοινώς Τζουλούκωνας εκάλουν, τους έπεισε να εφορμήσωσι και κυριεύσωσι την πόλιν. Τούτου δε γενομένου ευκόλως, ιδών ο φρούραρχος Δραγωτάς ότι δεν δύναται ν’ αντιστή κατά των Γραικών, πέμψας πρέσβεις προσέφερε την υποταγήν του εις τον βασιλέα· εκείνος δε ενδύσας αυτόν χλαίναν χρυσίω συνυφασμένην, και δους αυτώ ικανά χρήματα απέπεμψε προς το Μελένικον, όπως προπαρασκευάση και την της πόλεως εκείνης υποταγήν (179).

Αφικόμενος εις Μελένικον ο Δραγώτας ήρξατο προτρέπων τους κατοίκους κρυφίως όπως παραδώσωσι την πόλιν εις τον Βατάτζην, και επειδή ο ταύτης ηγεμών Νικόλαος Λιτοβόης ην κλινήρης, υπό δεινής κατεχόμενος ποδαλγίας, ο Δραγωτάς εδύνατο να ενεργή απροκαλύπτως τα κατά νουν· είς δε των επιφανεστέρων κατοίκων της πόλεως, Νικόλαος Μαγκλαβίτης τούνομα, ανήρ δραστήριος και πολυμήχανος, πληροφορηθείς τα γενόμενα, ηθέλησε να ωφεληθή αυτός αντί του Δραγωτά εκ της περιστάσεως. Συναθροίσας λοιπόν τον λαόν ήρξατο φανερώς τοιαύτα λέγων· «Πολλά μεν ημείς υπέστημεν κατά την βασιλείαν του αφήλικος Καλλιμάνου υπό των αρχόντων αυτού, ηλπίζομεν όμως πάντοτε ότι, αυτού ανδρωθέντος και ελθόντος εις κατάστασιν να διακρίνη το φαύλον από τον αγαθόν, ηθέλομεν ανταμειφθή δι’ όσας κακοπαθείας υπέστημεν. Αλλά νυν ότε κακή μοίρα, εκείνου αποβιώσαντος, άλλο βρεφύλλιον ανέλαβε την των Βουλγάρων αρχήν, είημεν αν ανοητότεροι πάντων των ανθρώπων, ει συγκατενεύομεν πάλιν να υποστώμεν τα αυτά δεινά και να μείνωμεν αδέσποτοι, ενώ εκ της εκρρύθμου ταύτης καταστάσεως και τα πρότερα ημών δυστυχήματα επήγασαν, και όλα τα κακά συνήθως προέρχονται. Νομίζω λοιπόν καλόν αφού ο βασιλεύς των Ρωμαίων, ανήρ ευθύς, πιστός, δίκαιος και διακρίνων το εσθλόν από του φαύλου, ήλθεν ενταύθα, να παραδοθώμεν εις αυτόν, καθόσον μάλιστα ο τόπος ούτος ανήκεν έκπαλαι τοις Ρωμαίοις, και ημείς εκ Φιλιππουπόλεως ορμώμενοι, εσμέν, καίτοι συγχρωτιθέντες τοις Βουλγάροις, καθαροί το γένος Ρωμαίοι. Άλλως τε και Βούλγαροι αν θεωρηθώμεν, ο των Ρωμαίων βασιλεύς δικαιούται αληθώς και εν ημίν· διότι ο υιός τούτου και βασιλεύς Θεόδωρος προς τον Βασιλέα των Βουλγάρου Ασάν είχε συγγένειαν, και νυν η του Ασάν θυγάτηρ δέσποινα παρά Ρωμαίοις και είνε και ονομάζεται. Ένεκα λοιπόν τούτον πάντων νομίζω δίκαιον να υποταχθώμεν και να κλίνωμεν τον αυχένα εις αυτόν· διότι ο ζυγός των φρονίμων και γηραιών βασιλέων είνε πολύ ελαφρότερος των έτι εν μείραξι διατελούντων.» Οι λόγοι ούτοι έπεισαν τους κατοίκους όπως υποταχθώσι τω Βατάτζη, και δη πέμψαντες πρέσβεις εσυνθηκολόγησαν προς αυτόν. Επιστρεψάντων δε των πρέσβεων μετά χρυσοβούλου υπέρ της πόλεως του Μελενίκου, υπέρ τους πεντακοσίους των κατοίκων εξήλθον όπως προσκυνήσωσι τον βασιλέα, περί τόπον Λαβίσδαν καλούμενον· εκείνος δε ιδών μακρόθεν αυτούς, πλήρης χαράς ανέκραξε· «Διά τίνος άρα μάχης υπετάξαμεν αυτούς; διά πόσων φαλάγγων ιππέων τους ενικήσαμεν; ορθόν λοιπόν είνε το υπό του αποστόλου Παύλου ειρημένον, «Ου του τρέχοντος, ουδέ του διώκοντος, αλλά του ευδοκούντος Θεού.» Μετά την υποταγήν δε ταύτην του Μελενίκου πολλαί χώραι και πόλεις περιήλθαν αναιμωτί υπό την εξουσίαν του βασιλέως, οίον ο Στενίμαχος και η Τζέπαινα και όσα παρέκειντο τω όρει της Ροδόπης προς μεσημβρίαν, προς βορράν δε το Στούμπιον, η Χοτοβός, το Βελεβούδιον, τα Σκοπία, η Βελεσός, η Νευστάπολις, η Πρόσακος και άπασα η μέχρι Πριλάπου και Πελαγονίας χώρα. Τοιουτοτρόπως ο Βατάτζης «πολλών άστεων και χώρων πολλών εγεγόνει δεσπότης εν ακαρεί, μή τινος πολέμου γεγενημένου, μηδέ τινος πεσόντος εν μάχη, μηδέ χυθέντος αίματος, μηδέ ξίφους κατορχησαμένου σώματος, αλλ’ ημέρως και γαληνώς, ώσπερ κλήρου τινός πατρόθεν τούτω προσήκοντος ανιδρωτί των τοιούτων απάντων κατήρξε» (180).

Διά της επαυξήσεως ταύτης του κράτους του προς μεσημβρίαν και προς δυσμάς ο Βατάτζης περιέζωσε πανταχόθεν ωσεί πολιορκών την αυτοκρατορίαν της Κωνσταντινουπόλεως· παρεσκευάζετο δε, μεσούντος Νοεμβρίου του έτους 1215, να επανέλθη εις Νίκαιαν ότε της τύχης νέα εύνοια εμεγάλυνε περισσότερον το κράτος αυτού. Εν τοις προηγουμένως είπομεν ότι την Θεσσαλονίκην διώκει τίτλω δεσπότου ο Ιωάννης· αποβιώσαντος όμως αυτού μετ’ ολίγον, ανέλαβε την εξουσίαν ο του Ιωάννου αδελφός Δημήτριος, «ατάσθαλον, καθώς λέγει ο Ακροπολίτης, μειράκειον και παιδιαίς ενσχολάζειν προσήκον και μειράκειον αθύρμασι, μήτι γε ανδρών προΐστασθαι συνετών και πολιτείας κατάρχειν και νομίμως επιστατείν.» Την φαύλην αυτού διοίκησιν μη ανεχόμενοί τινες εκ των προκρίτων της Θεσσαλονίκης, ο Καμπανός Ιατρόπουλος, ο Σπαρτηνός, ο Κουτζουλάτος, ο Μιχαήλ Λάσκαρις, ο Τζυρίθων και άλλοι, συνώμοσαν όπως απαλλάξωσι τον τόπον του ατασθάλου εκείνου μείρακος· έπεμψαν λοιπόν πρέσβυν προς τον Βατάτζην τον Καμπανόν, λόγοι μεν εμπορίας, πράγματι δε όπως διαπραγματευθή μετ’ εκείνου την παράδοσιν της Θεσσαλονίκης επί τω όρω της διά χρυσοβούλου επικυρώσεως των αρχαίων εθών και δικαιωμάτων των κατοίκων. Παραχωρήσας το αιτούμενον ο βασιλεύς, απήρεν εκ Μελενίκου, του Καμπανού προαναχωρήσαντος, και κατηυθύνθη εις Θεσσαλονίκην· πέμψας δε πρέσβεις προς τον Δημήτριον τον προσεκάλεσε να έλθη παρ’ αυτώ όπως τω προσφέρη τα σεβάσματά του· αλλ’ ο Δημήτριος βασιζόμενος εις τας απατηλάς συμβουλάς των ιδίων συνδημοτών, απεφάσισε να μη υπακούση εις την πρόσκλησιν του Βατάτζη· οποίαι δε ήσαν αι σκευωρίαι, τας οποίας μετεχειρίζοντο όπως εξαπατήσωσιν οι περί αυτόν τον δυστυχή εκείνον δεσπότην μαρτυρεί, το εξής γεγονός. Επανελθόντα τον Καμπανόν εκ της προς τον Βατάτζην πρεσβείας, επρόδωσάν τινες προς τον Δημήτριον ως μετά των εχθρών αυτού συνεννοούμενον· προσκληθείς λοιπόν παρουσία αυτού εκατηγορείτο ότι ραδιουργεί τον λαόν και καταπροδίδει τον ηγεμόνα αυτού· μη έχων δέ τι προς ταύτα να αντείπη, εκινδύνευε να καταδικασθή εις θάνατον. Τούτο μαθών ο συμμύστης αυτού Σπαρτηνός έδραμεν εις τα ανάκτορα, και στραφείς πνευστιών προς τον Δημήτριον, «Τι ήκουσα, λέγει, δέσποτα, ότι ούτος είνε προδότης; Αλλ’ αν τούτο αποδειχθή αληθές, μυρίων θανάτων άξιος είνε ο κακούργος.» Ο Δημήτριος πιστεύσας εις την προσπεποιημένην αγανάκτησιν του Σπαρτηνού, «Ναι, αποκρίνεται, κατηγορούσιν αυτού ότι είνε προδότης.» «Προδότης! » επιφωνεί ο Σπαρτηνός πλήρης οργής, και ορμήσας ερράπισε τον Καμπανόν επανειλημμένως· είτα δε αρπάσας αυτόν από του γένυος, «Εγώ, είπε, παραλαβών αυτόν εις τον οίκον μου θα τον αναγκάσω να ομολογήση την αλήθειαν.» Και λαβών αυτόν τον έφερεν εις τον οίκον του, ένθα τον εδεξιώθη λίαν φιλοφρόνως· απαιωρήσας δε ασκόν πλήρη αέρος ήρξατο να τύπτη αυτόν, του Καμπανού εκπέμποντος γοεράς κραυγάς. Αφού δε πολλάκις επανέλαβε τον αβλαβή τούτον τυμπανισμόν επανελθών προς τον Δημήτριον, «Δέσποτα, λέγει, όρκω σε πιστώσω το πράγμα· Μά τον σον και ημών απάντων Δημήτριον, τον κηδεμόνα της Θεσσαλονίκης και πολιούχον (ούτος δε ήτο ο των Θεσσαλονικέων όρκος) τοιούτος εστιν ο Καμπανός, οποίος ο Σπαρτηνός και ούτω διάκειται περί σε, καθάπερ δη και ο Σπαρτηνός, ών ανθρώπων απάντων πλέον σε φιλούντα επέγνως.» Τοιουτοτρόπως ο Καμπανός απηλλάγη της αποδιδομένης αυτώ κατηγορίας (181).

Εν τούτοις ο Βατάτζης αφικόμενος προ της Θεσσαλονίκης έπεμψε το δεύτερον πρέσβεις προς τον Δημήτριον προσκαλών αυτόν να έλθη εις το στρατόπεδόν του και να τω εξαποστείλη ζωοτροφίας· αρνουμένου δε του δεσπότου να υπακούση, ο αυτοκράτωρ έμεινεν επί τινας ημέρας προ της Θεσσαλονίκης περιμένων την εκπλήρωσιν της υποσχέσεως των συνωμοτών. Και όντως μια των ημερών αι πύλαι της πόλεως ηνοίχθησαν αίφνης, ο δε Βατάτζης μετά των στρατιωτών του εφορμήσας κατέλαβεν αυτήν. Ο Δημήτριος ιδών την επιβουλήν κατέφυγεν εις την ακρόπολιν· η δε αδελφή του Ειρήνη και χήρα του Ασάν ελθούσα, και προ των ποδών του Βατάτζη πεσούσα, τον παρεκάλει να φεισθή του αφήλικος αυτής αδελφού και μη τον στερήση των οφθαλμών. Λαβούσα δε την υπόσχεσιν αυτού ότι δεν θέλει τον τυφλώσει, μετέβη παρά τω αδελφώ της και τον έπεισε να παραδοθή· τοιουτοτρόπως περιήλθε και η Θεσσαλονίκη υπό την εξουσίαν αυτού (182).

Ολίγας ημέρας εν τη πόλει εκείνη προσκαρτερήσας ο βασιλεύς και υπό του χειμώνος κατεπειγόμενος ν’ αναχωρήση κατέλιπεν εν μεν τη Θεσσαλονίκη φρούραρχον τον μέγαν δομέστικον Ανδρόνικον Κομνηνόν τον Παλαιολόγον, εν δε τω Μελενίκω, ταις Σέρραις και τοις περιχώροις τον τούτου υιόν Μιχαήλ Κομνηνόν, και κατακλείσας τον τέως δεσπότην της Θεσσαλονίκης Δημήτριον εις το φρούριον των Λεντιανών, επέστρεψε κατά μήνα Δεκέμβριον του 1246 εις Ασίαν· αποθανόντος δε μετ’ ου πολύ του Ανδρονίκου Κομνηνού, ο Βατάτζης ενεπιστεύθη την διοίκησιν της Θεσσαλονίκης εις τον Θεόδωρον Φιλήν. Μετά δε την άλωσιν της Θεσσαλονίκης ο αυτοκράτωρ επιθυμεί όπως υπό το σκήπτρόν του υποτάξη και τας μήπω κυψάσας χώρας, όσας κατείχον ο δεσπότης Θεόδωρος Άγγελος και οι Φράγκοι.

Παραχειμάσας ο Βατάτζης εις Νυμφαίον ήρεν, έαρος φανέντος, εκείθεν, προτιθέμενος να προσβάλη τη Τζουρουλόν και την Βιζύην. Διαπεραιωθείς λοιπόν τον Ελλήσποντον, πρώτον μεν αφίκετο εις Τζουρουλόν, ήν ήρχεν ο Ανζώ δε-Καχιέ, σύζυγος Ευδοκίας της αδελφής της αποθανούσης αυτού γυναικός Ειρήνης. Ο Ανζώ επαιρόμενος επί τη συγενεία ταύτη ήλπισεν ότι ο Βατάτζης δεν θέλει κυριεύσει την πόλιν· καταλιπών όθεν την σύζυγον αυτού Ευδοκίαν, αυτός εξήλθε της Τζουρουλού. Αλλ’ ο Βατάτζης πολιορκήσας και αλώσας την πόλιν, την μεν γυναικαδέλφην αυτού απέπεμψεν εις Κωνσταντινούπολιν, τους δε φρουρούς του άστεως απέλυσεν. Εκυρίευσε δ’ επίσης εντός μικρού και την Βιζύην (183).

Ενώ ο Βατάτζης επεξέτεινε τας κτήσεις αυτού, ο Βαλδουίνος μετά την εν Λουγδούνω σύνοδον εις Παρισίους διαμένων, εξηκολούθει επαιτών χρηματικάς και στρατιωτικάς επικουρίας παρά των ηγεμόνων της Ευρώπης υπέρ της τα λοίσθια πνεούσης αυτοκρατορίας του· αλλ’ η φήμη των τεραστίων του Βατάτζη επιτυχιών τον έπεισεν όπως επανέλθη όσω τάχιον εις το κράτος του. Πριν δε ή αναχωρήση εκ Γαλλίας, μετέβη εις την κομητείαν του Ναμούρ και συνεφώνησε μετά των οικείων του ότι αν αυτός ή τα τέκνα του ήθελον αποβιώσει άνευ κληρονόμων, τοιαύτη ήθελε θεωρείσθαι η αδελφή του Μαργαρίτα κόμησσα του Βιανδέν, και ταύτης θανούσης, η αδελφή του Ελισσάβετ, κυρία του Μονταγού, και μετά την αποβίωσιν αυτής η τρίτη αδελφή του Αγνή, ηγεμονίς της Αχαΐας. Εκ Γαλλίας μετέβη εις Αγγλίαν όπως επικαλεσθή την συνδρομήν του Ερρίκου Γ’. διατρίψας δ’ εκεί ολίγον χρόνον επανήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν, κατά Οκτώβριον 1248. Άμα δ’ επανελθών εις την πρωτεύουσαν έπεμψεν εις Γαλλίαν την σύζυγόν του Μαρίαν, δους αυτή πλήρη εξουσίαν να υποθηκεύση άπαντα τα κτήματά του όπως εξοφλήση διάφορα ποσά, τα οποία είχε δανεισθή (184).

ο Πάπας Ιννοκέντιος Δ’, καί τοι απασχολημένος περί πολλά σπουδαιότερα αντικείμενα, δεν απηξίου προσοχής και την κατάστασιν της Ελληνικής εκκλησίας. Βλέπων ότι ενόσω υφίστατο η θρησκευτική διαίρεσις μεταξύ Γραικών και Φράγκων, αδύνατον ήτο να παγιωθή η εξουσία αυτών εν τη Ανατολή, πάσαν κατέβαλλε προσπάθειαν όπως καταπαύση το σχίσμα εκείνο των δύο εκκλησιών. Από του 1247 είχεν ήδη αποστείλει ως έξαρχον αυτού κατά την Ανατολήν, την Ελλάδα, την Αρμενίαν, την Τουρκίαν, το Ικόνιον και την Βαβυλώνα τον μοναχόν Λαυρέντιον, εις όν ενετείλατο να περιορίση όσω εδύνατο τας κατά των Γραικών βιαιοπραγίας των Φράγκων, και χύση βάλσαμον παρηγορίας και λήθης εις όσα ούτοι υπ’ εκείνον υπέστησαν. Ο Λαυρέντιος ελθών εις Νίκαιαν συνδιελέχθη προς τον πατριάρχην Μανουήλ ίνα τον πείση να συνεργασθή μετ’ αυτού περί της ενώσεως των εκκλησιών, τας αυτάς δε προσπαθείας κατέβαλε και παρά τω των Αρμενίων πατριάρχη· μετεχειρίσθη δε ως όργανον και παρά τω Βατάτζη την βασίλισσαν της Ουγγαρίας και σύζυγον του γαμβρού αυτού Βήλα, ίνα τον πείση ν’ αποβάλη το ορθόδοξον θρήσκευμα και ενωθή μετά της δυτικής εκκλησίας. Ο αυτοκράτωρ εμπαίζων τον Πάπαν και θέλων να επωφεληθή της περιστάσεως όπως παρεμποδίση τας περιμενομένας εις Κωνσταντινούπολιν ες Εσπερίας επικουρίας, έδειξε προθυμίαν τινά όπως συντελέση εις την ένωσιν των δύο Εκκλησιών. Αλλ’ ηγεμών τοσούτω αγέρωχος και γενναίος εδύνατο ποτέ κατά βάθος να επιθυμήση τοιαύτην ένωσιν, εν άλλαις λέξεσιν, υποταγήν τυφλήν, οίαν ηννόει ο Ρωμαίος ποντίφιξ (185).

Κατά τους χρόνους τούτους (1250) ηλώθη και το άστυ της νήσου Ρόδου υπό των Γενουηνσίων νύκτωρ δι’ απάτης· διότι απόντος του διοικητού της νήσου Ιωάννου Γαβαλλά περί τα μέρη της Νικομηδείας, οι Γενουήνσιοι πέμψαντες στόλον κατέλαβον αυτό. Ο αυτοκράτωρ γνους το γενόμενον έπεμψε κατ’ αυτών τον επί του κεράσματος δούκα Ιωάννην τον Καντακουζηνόν, όστις ελθών μετ’ ολίγων δυνάμεων, τας οποίας εδυνήθη να συναγάγη, προσέβαλε τους Γενουηνσίους και κατέλαβε δύο φρούρια, το Φιλέρημον και το Λικτόν, λαβών δε μετά τινα χρόνον επικουρίαν παρά του βασιλέως κατηυθύνθη προς αυτήν την πρωτεύουσαν της νήσου και επολιόρκησε τους Γενουηνσίους, οίτινες εξελάσαντες τους εγχωρίους και ευρόντες αφθονίαν τροφών ήσαν εις κατάστασιν επί πολύν χρόνον ν’ αντιστώσι πολιορκούμενοι. Αλλ’ όμως ήθελον επί τέλους αναγκαστή να παραδοθώσιν, ει μη τοις ήρχετο επικουρία τις έξωθεν πάντως απροσδόκητος. Ο της Αχαΐας πρίγγηψ Βιλλαρδουίνος και ο Δουξ της Βουργουνδίας Ούγος αναγόμενοι εις την Συρίαν, όπως φέρωσιν επικουρίαν εις τους εκεί Φράγκους, και αράξαντες εν τη Ρόδω, παρεχώρησαν εις τους πολιορκουμένους πλέον των εκατόν ιπποτών, η δε νέα αύτη επικουρία ηνάγκασε τον Καντακουζηνόν να αποχωρήση εκ του άστεως και καταφύγη προς το φρούριον Φιλέρημον. Οι ιππόται καταλείποντες τότε εις την φρούρησιν της πόλεως τους πεζούς, εξήρχοντο εις τα περίχωρα και εισεκόμιζον πολλάς τροφάς, ώστε μετ’ ου πολύ επήλθεν εις τους στρατιώτας του Καντακουζηνού σπάνις των επιτηδείων. Εν τούτοις ο Βασιλεύς Ιωάννης καταλαβών το Νύμφαιον, και στόλον αξιόλογον εν τη Σμύρνη συσκευασάμενος, τριήρεις τε ιππαγωγούς οικονομήσας, εξαπέστειλεν αυτάς εις Ρόδον, υπό τον πρωτοσέβαστον Θεόδωρον Κοντοστέφανον, εις όν έδωκεν οδηγίας εγγράφους περί του τι έμελλε να πράξη. Αφικόμενος λοιπόν ούτος εις Ρόδον κατετρόπωσε τους Φράγκους, συναντήσας δε εις τους αγρούς ληιζομένους τους εκατόν ιππότας, ούς ο Βιλλαρδουίνος και ο Ούγος κατέλιπον, επέρασεν αυτούς εν ονόματι μαχαίρας. Τοιουτοτρόπως οι Γενουήνσιοι στερηθέντες των επικούρων εκείνων κατεκλείσθησαν εις την πόλιν και πολιορκηθέντες ηναγκάσθησαν να παραδοθώσιν επί τω όρω ότι ο βασιλεύς ήθελε φεισθή της ζωής αυτών· ώστε και πάλιν η Ρόδος περιήλθεν υπό την εξουσίαν του Βατάτζη (186).

Δις μέχρι τούδε ο Βαλδουίνος είχε μεταβή εις Εσπερίαν όπως επικαλεσθή την συνδρομήν των ομοφύλων υπέρ του ευρωτιώντος θρόνου του, χωρίς κατ’ ουδέν να παραλλάξη την κατάστασιν αυτού, είτε διότι οι ηγεμόνες και ο Πάπας δεν συνέδραμον αυτόν αποτελεσματικώς, είτε διότι αυτός ήτο ανίκανος όπως χρησιμοποιήση την συνδρομήν εκείνων. Απεφάσισε λοιπόν και τρίτον να απέλθη εις Ευρώπην, καταλείπων τοποτηρητήν αυτού τον Φίλιππον δε-Τουσή και συνοδευόμενος υπό του Πατριάρχου της Κωνσταντινουπόλεως Νικολάου του εκ Πλακεντίας, τον οποίον μικρόν μετέπειτα εν Μεδιολάνοις αποβιώσαντα αντεκατέστησεν ο υπό του Ιννοκεντίου διορισθείς Παντολέων Ιουστινιάνης ευγενής Ενετός. Ο Πάπας διορίσας αυτόν ηθέλησε να κολακεύση τους Ενετούς, οίτινες μόνοι σχεδόν συνέδραμον μετά ζήλου την αυτοκρατορίαν της Κωνσταντινουπόλεως· προς τούτο δε τω έδωκε και τον τίτλον εξάρχου Ρωμανίας, τον οποίον τω επεκύρωσεν οψιαίτερον ο Πάπας Αλέξανδρος Δ’. Όπως δε δυνηθή να επαρκέση εις τας ανάγκας του στρατού, τω επέτρεψε να εκποιήση ή υποθηκεύση τα κτήματα της εν Κωνσταντινουπόλει εκκλησίας αντί του ποσού χιλίων μαρκών χρυσίου (187).

Αι περιοδείαι του Βατάτζη ήταν πάντη διάφοροι των του Βαλδουίνου, διότι έκαστον βήμα αυτού ήτο και μία κατάκτησις. Ο μεγαλοφυής ούτος ανήρ σκοπόν είχε να ανακτήση ό,τι οι προκάτοχοι αυτού απώλεσαν, και ανορθώση το τεταπεινωμένον και δεδουλωμένον Βυζαντινόν Κράτος. Όπως δε δυνηθή να στρέψη απάσας αυτού τας δυνάμεις κατά των Φράγκων, συνέθετο ειρήνην μετά των Τούρκων του Ικονίου, κατέστρεψε το βασίλειον της Θεσσαλονίκης, υπέταξε μέρος της Βουλγαρίας και εταπείνωσε τον βασιλέα αυτής, μόνοι δε οι δεσπόται της Ηπείρου Θεόδωρος ο Τυφλός και Μιχαήλ ο Νόθος ηδύναντο κατά τι να απασχολήσωσιν αυτόν· αλλά και την δυσχέρειαν ταύτην υπερενίκησεν ο Βατάτζης, διότι του Μιχαήλ πέμψαντος πρέσβεις και ζητήσαντος παρ’ αυτού υπέρ του πρωτοτόκου υιού του Νικηφόρου την εγγονήν του Μαρίαν εις γάμον, ο Βατάτζης ενέδωκε προθύμως εις την πρότασιν ταύτην. Παραλαβούσα λοιπόν τον Νικηφόρον η του Μιχαήλ σύζυγος Θεοδώρα μετέβη εις την πόλιν των Πηγών ένθα ήτο και ο Βατάτζης μετά της εγγονής αυτού, εκεί δε ετελέσθη η μνηστεία των παίδων, μεθ’ ό η Θεοδώρα επέστρεψεν εις τα ίδια, εγγύας λαβούσα ότι ο γάμος αυτών γενήσεται μετά έν έτος ( 188).

Αλλά το της παροιμίας «στρεβλόν ξύλον ου ποτ’ ορθόν, και ο Αιθίωψ ουκ οίδε λευκαίνεσθαι» φαίνεται ότι επηλήθευεν επί του Μιχαήλ, διότι το άστατον και παλίμβουλον αυτού ουδέ ο φόβος, ουδέ η προταθείσα συγγένεια επέτυχε μεταβάλη. Μεταχειριζόμενος λοιπόν σύμβουλον τον θείον αυτού Άγγελον εφώρμησεν εις αποστασίαν κατά του βασιλέως, υπερέβη την οικείαν χώραν και επέδραμεν εις τας προς δυσμάς πόλεις, αίτινες ανήκον εις τον Βατάτζην. Ταύτα πληροφορηθείς ούτος, ελθόντος του έαρος, συνήθροισε πολυπληθή στρατόν και διεπεραιώθη τον Ελλήσποντον, πολλούς μεν και άλλους έχων στρατηγούς, ανώτερον δε πάντων καταστήσας τον Νικηφόρον Ταρχανιώτην, και καταλαβών την Θεσσαλονίκην, εστρατοπέδευσε προ των Βοδηνών, έδρας Θεοδώρου του Τυφλού. Ούτος, πληροφορηθείς την έλευσιν του στρατού του Βατάτζη, καταλιπών την πόλιν έφυγε προς τον ανεψιόν αυτού· ο δε βασιλεύς κυριεύσας τα Βοδηνά έστησε τας σκηνάς του παρά τη λίμνη του Οστροβού, ένθεν εξαπέστειλε κατά των χωρών του δεσπότου τους στρατηγούς του Αλέξιον Στρατηγόπουλον, Μιχαήλ Παλαιολόγον, Ιωάννην Μακρηνόν, και Γουδέλην Τύραννον όπως λαφυραγωγώσι τα πέριξ και ει που τύχωσι τα στρατεύματα αυτού να τα προσβάλωσι, και αν δυνηθώσι, να πορθήσωσι και αυτήν την πρωτεύουσάν του. Και εκείνοι μεν ελαφυραγώγουν τας χώρας του Μιχαήλ και λείαν πολλήν έφερον, αλλ’ ο βασιλεύς μένων άπρακτος ηγανάκτει, δυσηρεστείτο δε και το στράτευμα, διότι ο καιρός ήτο χειμέριος και ώφειλον να πορίζωνται τα χρειώδη εκ Βερροίας διά καμήλων και ημιόνων. Εν τοιαύτη δυσχερεί θέσει διατελούντι τω Βατάτζη, επήλθεν ανέλπιστος επίκουρος, ο Θεόδωρος Πετραλείφας, ού η μεν αδελφή ην σύζυγος Θεοδώρου του Τυφλού, η δε γυνή, θυγάτηρ Δημητρίου του Τορνίκη, στενού φίλου του αυτοκράτορος, και όστις τοιουτοτρόπως ενείχετο και εις των δύο τας μερίδας. Ο Πετραλείφας ούτος φρούραρχος της Καστορίας επ’ ονόματι του Μιχαήλ ων, ελθών προς τον αυτοκράτορα τω παρέδωκεν αυτήν, το δε παράδειγμα της Καστορίας εμιμήθησαν αι δύο Δεαβόλεις και άπασα σχεδόν η Αλβανία. Ο Μιχαήλ ταραχθείς εκ της προδοσίας ταύτης, ήτις του αφήρει μέγα μέρος των κρατών του απεφάσισε να διατηρήση τα επίλοιπα, προτείνων ειρήνην διά πρέσβεων του μητροπολίτου Ναυπάκτου και Ξηρού, του επ’ αδελφή γαμβρού αυτού Μαλισσηνού και του Λαμπέτου. Ο Βατάτζης εδέχθη τας προτάσεις, αλλ’ επέβαλεν όρους λίαν βαρείς, τους οποίους όμως ο Μιχαήλ ηναγκάσθη να παραδεχθή· διά δε της συνθήκης ταύτης ο Πρίλαπος, ο Βελεσός και το φρούριον της Κρόας περιήλθαν εις τον αυτοκράτορα. Παραχειμάσας δ’ ούτος εν τοις Βοδηνοίς και καταλιπών στρατηγούς Αλέξιον τον Ραούλ και Μιχαήλ Κομνηνόν τον Παλαιολόγον, απήλθεν εις Άχριδα, κακείθεν εις Δεάβολιν και εις Καστορίαν (189).

Ενώ ο αυτοκράτωρ διέτριβε περί την Οστροβόν, Νικόλαος ο Μαγκλαβίτης, εκείνος όστις επρόδωκε προς αυτόν το Μελένικον, κατήγγειλε τον Μιχαήλ Παλαιολόγον ως συνωμοτούντα κατ’ αυτού· αλλ’ επειδή τότε δεν ήτο καιρός εύθετος όπως εξετασθώσι τοιαύτα πράγματα, άλλων σπουδαιοτέρων επικειμένων, ο Βατάτζης ανέβαλε την έρευναν, και περιωρίσθη να περικυκλώση τον Μιχαήλ υπό κατασκόπων. Οτε δ’ επανήλθεν εκ της περιοδείας του εις Φιλίππους, υπ’ ουδενός περισπώμενος, απεφάσισε να διευκρινίση την υπόθεσιν, διορίσας δικαστάς όπως διεξαγάγωσι τα κατ’ αυτήν. Ο Μαγκλαβίτης προσήγαγε δύο αξιωματικούς, ών ο είς ελθών τω απεκάλυψε τα κατά τον Μιχαήλ και κατήγγειλε τον έτερον ως ειπόντα αυτώ ότι οι Παλαιολόγοι ήσαν προωρισμέναι διά την αυτοκρατορίαν, και ότι τούτο ουδόλως ην αδύνατον, καθόσον ο Μιχαήλ νυμφευόμενος Θάμαρ την αδελφήν του Καλλιμάνου, τη συνδρομή των Βουλγάρων ήθελεν ανέλθει επί τον θρόνον. Προς ταύτα ο έτερος των αξιωματικών απήντησεν ή θέλων να σώση τον Μιχαήλ ή εξ αληθείας, ότι είπε μεν πραγματικώς τους λόγους τούτους, αλλ’ ουδόλως ενείχετο εις αυτούς ο Μιχαήλ, διότι τους είπεν εξ εαυτού. Επιμένοντος του κατηγόρου ελλείψει μαρτύρων, απεφασίσθη να λυθή το ζήτημα, κατά τα τότε ήθη, διά μονομαχίας· εισελθόντες λοιπόν εις το στάδιον αμφότεροι έφιπποι προσέβαλαν αλλήλους, αλλ’ επί τέλους ο κατηγορούμενος ηττήθη και απερρίφθη του ίππου τραυματισθείς. Συλλαβόντες πάλιν αυτόν οι στρατιώται, εντολή του αυτοκράτορος, τον ηρώτησαν την αλήθειαν· αλλ’ επειδή και, ήδη επέμενεν ότι ουδόλως ο Μιχαήλ ενέχεται εις την ομιλίαν εκείνην κατεδικάσθη εις θάνατον. Αγόμενος δε εις τον τόπον της καταδίκης, έχων τας χείρας δεδεμένας όπισθεν και τους οφθαμούς λινώ υφάσματι κεκαλυμμένους, προσεκλήθη και τρίτον να ομολογήση την αλήθειαν· επειδή όμως και προ του θανάτου, απήντησεν ότι προυτίμα να αποθάνη μάλλον ή διά συκοφαντίας να εξαγοράση την ζωήν του, ο αυτοκράτωρ διέταξε να μη φονεύσωσιν αυτόν, αλλά να τον καθείρξωσιν εις φυλακήν.

Τοιουτοτρόπως οι δικασταί απορούντες περί του πρακτέου συνέλαβαν τον Μιχαήλ και ήρξαντο να ανακρίνωσιν αυτόν· επειδή όμως και εκείνος διεμαρτύρετο περί της αθωότητος αυτού, οι δικασταί προς εξέλεγξιν δήθεν της αληθείας, τω επέβαλον την διά μύδρου απόδειξιν, τουτέστιν επί ωρισμένον χρόνον να κρατήση εις την χείρα του σίδηρον πεπυρακτωμένον. Αλλ’ ο Μιχαήλ ηρνήσατο να παραδεχθή την βάσανον ταύτην, ειπών, «Ει μεν τις ην ο κατ’ εμού τι κατηγορών, προς εκείνον αν εμαχεσάμην και απέδειξα ψεύδεσθαι· κατηγόρου δε μη παρόντος υπέρ τίνος κρίνομαι; Ει δε θαυματουργήσαι με θέλετε, αλλ’ εγώ ουκ ειμι τοιούτος ώστε και τερατοποιίας εργάζεσθαι· σίδηρος δε πεπυρακτωμένος, ει εν χερί ανθρώπου ζωού όντος εμπέσοι, ουκ οίδα πως αν ου καύσειεν αυτήν, ει μήπου τις έξεσται τω Φειδία εκ λίθου ή τω Πραξιτέλει ή και από χαλκού είργασται.» Παρών τότε ο μητροπολίτης της Φιλαδελφείας Φωκάς, παραλαβών κατά μόνας τον Μιχαήλ προσεπάθησε να τον πείση όπως υποβληθή εις την βάσανον ταύτην. «Ευγενής μεν ανήρ είσαι συ, τω είπε, και εξ ευγενών κατάγεσαι· πρέπει λοιπόν υπέρ της σης υπολήψεως και πίστεως και υπέρ του γένους σου να πράξης ό,τι δέον. Διότι, αφού δεν υπάρχει έλεγχος μαρτύρων, καθήκον έχεις διά μύδρου να αποδείξης την αλήθειαν.» Προς ταύτα δε ο Μιχαήλ απήντησε. «Τη αληθεία, δέσποτα, αγνοώ, πώς η τοιαύτη βάσανος καλείται αγία. Άνθρωπος αμαρτωλός ειμί εγώ και τερατουργίας να πράξω δεν δύναται, αν όμως με συμβουλεύης να πράξω τοιαύτας, συ μητροπολίτης ων και άνθρωπος του Θεού, ένδυσαι την ιεράν σου στολήν και εκπύρωσον τον σίδηρον διά των χειρών σου, αίτινες καθ’ εκάστην άπτονται του θείου σώματος και αίματος του Σωτήρος, και έμβαλον διά των ξερών σου χειρών τον σίδηρον εις την εμήν χείρα· Τότε θαρρώ επί τον δεσπότην Χριστόν, ότι θέλει παραβλέψει τας αμαρτίας μου και διαπράξει θαύμα υπέρ της αληθείας.» Την πρότασιν ταύτην του Μιχαήλ ουδόλως εύρε καλήν ο μητροπολίτης· υπολαβών λοιπόν είπε προς αυτόν, «Ω καλέ νεανία, τούτο δεν είνε της ημετέρας καταστάσεως, ούτε της εκκλησιαστικής παραδόσεως, αλλ’ ούτε των θείων και ιερών κανόνων· τουναντίον είνε νόμος βαρβαρικός και προσταγή μόνον του βασιλέως ενεργείται.» Τότε ο Μιχαήλ μειδιάσας είπε προς των μητροπολίτην, «Ω μέγιστε ιεράρχα του Θεού, ει μεν και εγώ εκ βαρβάρων εγενόμην και ήθεσι βαρβαρικοίς εξεπαιδευόμην, προθύμως ήθελον υποβληθή εις τους νόμους τούτους, και βαρβαρικώς ήθελον εκτίσει την δίκην μου· αλλ’ επειδή είμαι Ρωμαίος και εκ Ρωμαίων εγεννήθην, πρέπει κατά τους Ρωμαϊκούς νόμους και κατά τας παραδόσεις να διεξαχθή η δίκη μου.» Οι λόγοι ούτοι νεανίου, μόλις το εικοστόν έβδομον της ηλικίας έτος διανύοντος, εξέπληξαν πάντας τους παρόντας, πάντες δε και Γραικοί και Φράγκοι παρίστων προς τον Βασιλέα την αθωότητα του Μιχαήλ, όστις ήτο τοις πάσιν αγαπητός, διότι εις μεν τους νέους ήτο ηδύς και προσηνής, μέσω δε των γερόντων γηραιός διά την σύνεσιν. Η θεία πρόνοια ήτις τον προώρισε να αναβή εις την βασίλειον περιωπήν, εδοκίμασεν αυτόν τω των βασάνων πυρί και τω διά πείρας χωνευτηρίω, ίνα μη εις τον θρόνον αναβάς ευκόλως πιστεύη εις διαβολάς και συκοφαντίας, μηδέ αποφασίζη ταχέως πριν ή καλώς σκεφθή. Εν τούτοις ο αυτοκράτωρ τω παρέσχε συγγνώμην και μετ’ ου πολύ τον ετίμησε δι’ απάσης αυτού της εμπιστοσύνης· λέγεται μάλιστα ότι προυτίθετο να τον συνάψη μετά της εγγονής αυτού Ειρήνης, ει μη εκωλύετο υπό της συγγενείας, ήν αύτη είχε προς τον Μιχαήλ (190).

Περατώσας ούτω τα της υποθέσεως ταύτης ο αυτοκράτωρ μετέβη εις την Ανατολήν, τρέφων πάντοτε υπονοίας και δυσπιστίας προς τον Μιχαήλ· θέλων δε να καταπαύση τας υπονοίας ταύτας, χωρίς να προσβάλη και το περιφανές του γένους του, απέστειλεν αυτόν προς τον πατριάρχην Μανουήλ ίνα τον συμβουλεύση και δι’ όρκου τον εμπεδώση εις την προς τον βασιλέα πίστιν και υποταγήν. Τούτου δε γενομένου, επέτρεψε τω Μιχαήλ να φανή εις την αυλήν, και όπως περιπλέον τον προσελκύση εις εαυτόν, τω εξέδωκεν εις γάμον την ανεψιάν αυτού Θεοδώραν, θυγατέρα του Ιωάννου Δούκα και Ευδοκίας της του Αγγέλου Ιωάννου, ήτις νεωτάτη χηρεύσασα, ησπάσατο τον μοναστικόν βίον και διήνυσεν αυτόν εν οσιότητι και αρετή (191).

Είχεν ήδη επιστρέψει εις Ρώμην ο παρά του Πάπα κατά την Ανατολήν πεμφθείς έξαρχος Λαυρέντιος, συνοδευόμενος υπό του κόμητος Αγγέλου και του μεγάλου διερμηνέως Θεοφυλάκτου εκ μέρους του Βατάτζη, και υπό των επισκοπών Κυζίκου και Σάρδεων, εκπροσωπούντων την Ελληνικήν Εκκλησίαν, όπως διαπραγματευθώσι μετά του Πάπα την ένωσιν των δύο Εκκλησιών. Είπομεν ανωτέρω ότι σκοπός του Πάπα, αεννάως επιζητούντος την ένωσιν, ήτο η παγίωσις της εν τη Ανατολή Φραγκικής κυριαρχίας, των Γραικών από εχθρών διά το ετερόθρησκον εις φίλους διά το ομόθρησκον μεταβαλλομένων· σκοπός δε του Βατάτζη, προθυμοποιουμένου να έλθη εις διαπραγμάτευσιν, ήτο να ματαιώση την αποστολήν εξ Ευρώπης επικουριών εις Κωνσταντινούπολιν, όπως εκδιώξη τους Φράγκους. Παρουσιασθέντες λοιπόν οι εξ Ανατολής πρέσβεις εξέθηκαν ότι δύναται να επέλθη η ποθητή ένωσις επί τοις επομένοις όροις, να αναγνωρισθή ο Πάπας ως άκρος ποντίφιξ και ανώτερος των λοιπών πατριαρχών, και ως τοιούτω να τω αποδίδηται η δέουσα τιμή και υπόληψις· να έχη την πρωτοκαθεδρίαν εν ταις συνόδοις· να δύνανται οι εκ του Ελληνικού κλήρου, όσοι είχον παράπονα κατά των προϊσταμένων των, όπως αναφέρωνται προς αυτόν, αποφασίζοντα τελεσιδίκως, να ερωτώσι την γνώμην του, προκειμένων εκκλησιαστικών ζητημάτων, χωρίς όμως να πράττωσί τι εναντίον των αποφάσεων των πατέρων και των συνόδων κλ. Αλλ’ εις ανταλλαγήν των παραχωρήσεων τούτων οι πρέσβεις απήτουν ν’ αποδώση ο Πάπας την Κωνσταντινούπολιν εις τον Βατάτζην, και τα δικαιώματα της Πατριαρχείας εις τον Έλληνα Πατριάρχην, επιτρεπομένου όμως εις τον Λατίνον να φέρη ισοβίως τον τίτλον πατριάρχου. Αι προτάσεις αύται δεν ευηρέστησαν βεβαίως τω Πάπα, όστις ηρκέσθη να είπη ότι ήθελεν είσθαι άδικον, αν απεφάσιζέ τι κατά του Φράγκου αυτοκράτορος εν τη απουσία αυτού, αλλ’ ότι επιθυμών διαπύρως την ένωσιν των δύο Εκκλησιών, ήθελε μεσολαβήσει όπως συμφιλιώση τους δύο ηγεμόνας, και ει τούτο απέβαινεν αδύνατον, υπέσχετο να δικαιώση εν πάση τη αμεροληψία κριτού τον Βατάτζην. Καθ όσον δ’ αφώρα τους πατριάρχας προσέθηκεν, ότι το αντικείμενον τούτο μόνον διά συνόδου εδύνατο να λυθή, ότι ήθελε προσκαλέσει τοιαύτην και μέχρις ού η σύνοδος απεφαίνετο ενόμιζε καλόν έκαστος των πατριαρχών να ενέμενεν εις την ιδίαν θέσιν του· αν δ’ ο Βατάτζης εγένετο κύριος της Κωνσταντινουπόλεως πριν της συγκροτήσεως της συνόδου, οι δύο πατριάρχαι εδύναντο να διαμοιρασθώσι την δικαιοδοσίαν της πόλεως (192).

Ο Ιννοκέντιος δεν επίστευσε τοσούτον εις τας υποσχέσεις του Βατάτζη, ώστε να παύση μεριμνών υπέρ της αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως και του Βαλδουίνου· τούτο δ’ αποδείκνυται και εκ της σταυροφορίας, ήν εν έτει 1254, προυκήρυξεν υπέρ εκείνου (193). Αλλά και ο Βατάτζης ησχολείτο ανενδότως όπως υποσκάψη τον Φραγκικόν την Κωνσταντινουπόλεως θρόνον, μηδενός μέσου προς τούτο φειδόμενος· ήθελε δ’ επί τέλους επιτύχει τον σκοπόν αυτού, ει μη η αμείλικτος Άτροπος έκοπτε το νήμα της ζωής του, καθ’ όν χρόνον ητοιμάζετο να επιφέρη το τελευταίον μόρσιμον τραύμα. Μετά την εκ Θεσσαλίας επάνοδόν του διήνυσεν έν έτος επισκεπτόμενος το κράτος αυτού, όπως θεραπεύση τας αταξίας, άς προυξένησε διετής εκείθεν απομάκρυνσίς του· επέστρεψε δε εις Νίκαιαν κατά Φεβρουάριον του 1255 καλώς έχων. Μια δε εσπέρα καθήμενος επί της κλίνης του, αίφνης έπεσεν αναίσθητος, και έμεινεν ωσεί εννεός καταληφθείς υπό δεινής επιληψίας. Προσκληθέντες οι ιατροί μετεχειρίσθησαν πάντα όσα η τέχνη διδάσκει, αλλ’ ουδέν τούτων ωφέλησε, διότι ο βασιλεύς έμεινεν εις την αυτήν κατάστασιν όλην εκείνην την νύκτα, την επιούσαν ημέραν και την ετέραν νύκτα· μόλις δε την τρίτην ημέραν συνήλθεν εις εαυτόν, αλλ’ έκτοτε είχεν απωλέσει άπασαν αυτού την υγείαν, και νυν μεν πάσχων, νυν δ’ ευρισκόμενος εις ανάρρωσιν, διήνυε βίον αβιώτον, πότε μεν εν τη οικία καταλαμβανόμενος υπό του πάθους, πότε δε εν ταις οδοίς, άλλοτε δε και εκ του ίππου καταπίπτων. Αναλαβών τας δυνάμεις αυτού ολίγον μετέβη προς ανάρρωσιν εις το Νύμφαιον την προ του πάσχα Κυριακήν των βαΐων εν έτει 1256. Εκεί διήλθε την εορτήν του πάσχα· αλλ’ εν τούτοις η ασθένεια αυτού προώδευε, διότι άλλοτε μεν βαδίζων έπιπτεν άφωνος, άλλοτε δε ιππεύων και άλλοτε καθήμενος, οι δε οικείοι του περικυκλούντες αυτόν τον ενοσήλευον και τον επεριποιούντο, κρύπτοντες την νόσον του από τον λαόν. Επειδή όμως ουδεμίαν εύρισκεν ανακούφισιν εις την ιατρικήν, απεφάσισε να μεταβή εις Σμύρνην διά να προσκυνήση τω Χριστώ και καταφύγη εις την θείαν αυτού παντοδυναμίαν· αφικόμενος δ’ εκεί εσκήνωσεν εν τοις Περικλύστροις, τόποι εγγύς της Σμύρνης κειμένω, χειροτερεύων μάλλον ή αναρρωνύων. Μη ευρίσκων δε και εκεί ανακούφισιν ηθέλησε να επιστρέψη εις το Νύμφαιον· αλλά πριν ή φθάση εις την χώραν ταύτην απεβίωσε καθ’ οδόν, τη 30 Οκτωβρίου 1255, το εξηκοστόν δεύτερον έτος της ηλικίας του άγων, και το τριακοστόν τρίτον της αυτοκρατορίας του· ετάφη δε εις την μονήν των Σωσάνδρων, ήν αυτός ο ίδιος είχεν οικοδομήσει, και κατέλιπε διάδοχον του θρόνου τον υιόν αυτού Θεόδωρον (194).

Ο Ιωάννης Βατάτζης υπήρξεν είς των ενδοξοτέρων βασιλέων του μεσαίωνος· πολεμιστής ατρόμητος, αποφεύγων την αβεβαιότητα του πολέμου, αλλά μη δειλιών ενώπιον αυτού, εγνώριζε να ωφελήται εκ των περιστάσεων και να καταβάλλη τους εχθρούς διά στρατηγημάτων μάλλον ή διά των όπλων. Προσφιλής και ευεργετικός εις τους φίλους του, και γενναίος προς τους αντιπάλους του, επέτυχε να ανυψώση το κεχαυνωμένον έθνος του εις ικανήν δόξης περιωπήν, και παρασκευάση την πτώσιν της εν τη Ανατολή κυριαρχίας των Φράγκων, ήν όμως δεν ήτο πεπρωμένον να ίδη και αυτός.