ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΤΡΙΤΟΝ.

ΕΡΡΙΚΟΣ.
Δεύτερος Φράγκος αυτοκράτωρ της
Κωνσταντινουπόλεως.

20 Αυγούστου 1206-11 Ιουνίου 1216.

Ο στρατός των Βουλγάρων παραπλήσιος προς ορμητικόν χείμαρρον προυχώρει λεηλατών και αρπάζων, εκτείνων δε τας λαφυραγωγίας αυτού άχρι Θεσσαλονίκης και απειλών τας παράλους του Ελλησπόντου πόλεις, όσαι ένεκα της εμπορικής αυτών θέσεως διετέλουν ευπορούσαι. Αφ’ ετέρου η Φραγκική αυτοκρατορία, εστερημένη ικανών προμάχων, υπήρχε σχεδόν εις αποσύνθεσιν, και οι εν Κωνσταντινουπόλει επερίμενον μετά παλμών τρόμου και φρίκης να ίδωσι προ των πυλών αυτής της πρωτευούσης, τας αγρίας και ανελεήμονας των Μυσών ορδάς. Αλλά, προς ευτυχίαν αυτών, οι σύμμαχοι εκείνων Κουμάνοι εμπλησθέντες λείας πολλής και αδυνατούντες να υποφέρωσι τα θερινά θάλπη ως και τα χειμερινά ψύχη, απεσύρθησαν προς τα όρη αυτών· ο δε Ιωάννης, μη νομίζων εαυτόν εις κατάστασιν όπως, άνευ των ισχυρών εκείνων επικούρων, αποτελεσματικώς προσβάλη τους Φράγκους, ηναγκάσθη να
αναβάλη διά τον προσεχή χειμώνα την κατά της Κωνσταντινουπόλεως μελετωμένην επίθεσιν, και έστρεψε τα νικηφόρα όπλα του κατά του βασιλέως της Θεσσαλονίκης Βονιφατίου, όστις, απών τότε μετά του στρατού τον εις πολιορκίαν του Ναυπλίου, άμα επληροφορήθη την πρόθεσιν του Μυσού βασιλέως, λύσας την πολιορκίαν έσπευσε να επανέλθη εν πάση ταχύτητι εις το κράτος του (60).

Της κατά του βασιλείου της Θεσσαλονίκης προσβολής έναρξιν εποιήσατο ο Ιωάννης, διά της πολιορκίας των Σερρών, ών ο φρούραρχος Ούγος δε-Κιλεμής ανέπτυξε μεγίστην ανδρίαν, αλλά, πεσόντος αυτού κατά τινα μάχην, σφαγέντων δε και των πλείστων στρατιωτών του, η πόλις παρεδόθη εις τον Ιωάννην, όστις εκ Σερρών προυτίθετο να κατευθυνθή εις Θεσσαλονίκην· αλλά κατοίκων τινών της Φιλιππουπόλεως εκ της των Παυλικανών αιρέσεως υποδειξάντων αυτώ την ευπορίαν της πόλεως ταύτης και το ολιγάριθμον των εν αυτή φρουρούντων, επείσθη να αναβάλη εις το μετέπειτα την κατά της Θεσσαλονίκης επίθεσιν, και να κυριεύση πρότερον την Φιλιππούπολιν, εκδιώκων τους Φράγκους κατόχους αυτής. Ο της πόλεως φρούραρχος Ρενιέρος δε-Τριτ πληροφορηθείς την συνεννόησιν ταύτην των Παυλικανών και μη έχων υπό τας διαταγάς του δύναμιν αξιόμαχον, πυρπολήσας την συνοικίαν, ήν ώκουν εκείνοι, έφυγε προς το Στενήμαχον ένθα υπήρχε φρουρά τις. Μετά την φυγήν αυτού είς των εγχωρίων, Αλέξιος τούνομα, ανήρ επιχειρηματίας και τολμηρός, συναγαγών οπαδούς τινας, τους έπεισε διά λόγου ενθουσιώδους όπως δράξωνται των όπλων υπέρ της αυτονομίας αυτών και μη κύψωσι, μόλις απαλλαγέντες του Φραγκικού ζυγού, υπό έτερον χείρω και βαρβαρικώτερον, του των Βουλγάρων. Η εύγλωτος αυτού παρόρμησις κατηλέκτρισεν τους κατοίκους της Φιλιππουπόλεως, οίτινες ορκισθέντες ν’ αποθάνωσιν υπέρ της ελευθερίας αυτών, έλαβον τα όπλα και ότε ο βασιλεύς Ιωάννης επαρουσιάσθη προ των τειχών της πόλεως, απεκρούσθη κατ’ επανάληψιν υπό του Αλεξίου και των συν αυτώ· αλλά κυριευθείσης επί τέλους της Φιλιππουπόλεως, τη προδοσία των Παυλικανών, ο βάρβαρος εκείνος, τον μεν Αλέξιον οδυνηρώς εφόνευσεν, αναρτήσας αυτόν από των σφυρών, κατέστρεψε δε και επυρπόλησε τα τείχη, τους πύργους και τα μεγαλοπρεπή οικοδομήματα της πόλεως και άρδην κατηδάφισεν αυτήν. Τοιούτο τέλος έσχεν η αρχαία εκείνη και επιφανής πόλις, ήν Φίλιππος ο Μακεδών έκτισε, και ήτις μετά την Κωνσταντινούπολιν και την Θεσσαλονίκην ήτο η λαμπροτέρα πόλις της Βυζαντινής αυτοκρατορίας (61).

Εις δεινήν θέσιν ο Ερρίκος διατελών και τον επικείμενον προβλέπων κίνδυνον απεφάσισε πριν ή ψυχρανθή ο ζήλος των ιπποτών, και ενόσω έτι ο Ιωάννης ήτο μακράν, να προσπαθήση όπως επανακτήση τας πόλεις, αίτινες είχον υψώσει την σημαίαν της αποστασίας κατά των Φράγκων, από των Θρακικών αρχόμενος. Εξελθών λοιπόν της Κωνσταντινουπόλεως εκυρίευσε την Αρκαδιούπολιν, ής οι κάτοικοι είχον αποσυρθή, και εκείθεν πορευθείς εις Άπρω επροξένησε τα μεγαλείτερα κακά τοις κατοίκοις, άλλους μεν δίκην ποιμνίων ή βουκολίων κατασφάξας, άλλους δε αιχμαλωτίσας και ποικιλοτρόπως βασανίσας, αυτός ο τον σταυρόν του Κυρίου άρας και της Χριστιανοσύνης την σωτηρίαν επαγγελλόμενος. Ενώ δε ο Ερρίκος αφ’ ενός περιήγε και κατέσφαζε τήδε κακείσε τους δυστυχείς Γραικούς, αφ’ ετέρου οι Ενετοί νήας μακράς εξοπλίσαντες ελήστευον τα εώα πάραλα μέρη διαπράττοντες εν αυτοίς δεινά, ως λέγει ο Νικήτας, πολύμορφα, βαρυαλγή και ανύποιστα. Η διαγωγή αύτη των σταυροφόρων αντί να επιφέρη το αποτέλεσμα όπερ ούτοι προσεδόκων, την υποταγήν δηλονότι των εγχωρίων, τουναντίον εξηρέθιζε την οργήν και το μίσος αυτών, βλεπόντων ότι αδύνατος αποβαίνει πάσα διαλλαγή προς άνδρας θηριώδεις και ανελεήμονας είς τε τους αντιτασσομένους εξίσου και εις τους παραδιδομένους. Μετά την καταστροφήν ταύτην της Άπρω ο Ερρίκος θέλων να τιμωρήση τους κατοίκους του τε Διδυμοτοίχου και της Αδριανουπόλεως, απεφάσισε να πορευθή και επ’ αυτούς ώστε παγιών ούτω την εξουσίαν του κακεί, να επανέλθη μετέπειτα εις Κωνσταντινούπολιν.

Πρόσφατον ήτο εισέτι το προ της Αδριανουπόλεως πάθημα των Φράγκων και η καταισχύνη, ήν υπέστησαν ούτοι, ουχί μόνον πλήθος στρατιωτών, αλλά και αυτόν τον αυτοκράτορα Βαλδουίνον αποβαλόντες· δι’ αυτό ο Ερρίκος αποφασίσας να προσβάλη την πόλιν εκείνην, έλαβεν όλα τα μέτρα, όπως ει δυνατόν, εκδικήση την ήτταν των Φραγκικών όπλων. Συναγαγών λοιπόν όσας περισσοτέρας δυνάμεις εδυνήθη, επορεύθη εις την Αδριανούπολιν και πέμψας προ αυτού πρεσβείαν προς τους κατοίκους, τοις προέτεινε να παραδοθώσιν· αλλ’ εκείνοι, αναμιμνησκόμενοι των εν Άπρω σφαγών, απήντησαν ότι ουδεμίαν βάσιν δύνανται να έχωσιν εις των Φράγκων τους λόγους, όντων εχθρών βαρβάρων και απίστων, σκληρών δ’ επίσης και προς εχθρούς και προς φίλους. Η απάντησις αύτη, δεικνύουσα ότι οι εγκάτοικοι είχον αποφασίσει ν’ αντιστώσιν άχρις εσχάτων, έπεισε τον Ερρίκον ότι μόνον διά του πολέμου εδύνατο να επιτύχη την υποταγήν της πόλεως. Οχυρώσας λοιπόν τα περίχωρα όπως αντικρούση πάσαν εκ των έξωθεν προσβολήν και ανοίξας βαθείαν τάφρον, ήρξατο την πολιορκίαν της πόλεως· αλλ’ οι εντός ητοιμασμένοι κατά πάντα όντες αντέταξαν τοσαύτην καρτερίαν, και διά του υγρού πυρός και των λοιπών αμυντικών όπλων τοσαύτην φθοράν επροξένησαν εις τους εχθρούς, ώστε ούτοι λύσαντες την πολιορκίαν απεχώρησαν προς το Διδυμότοιχον. Αλλά και εκεί δεν υπήρξαν ευτυχέστεροι, διότι επελθουσών ραγδαίων βροχών και του ποταμού Έβρου πλημμυρήσαντος, πολλοί των Φράγκων παρασυρθέντες υπό των υδάτων επνίγησαν, οι δε λοιποί άραντες κατεσπευσμένως τας σκηνάς αυτών, κατέφυγον εις Ρούσιον, το oποίον ωχύρωσαν, πληροφορηθέντες ότι ο βασιλεύς Ιωάννης έπεμπε κατ’ αυτών πολυάριθμον στρατόν. Εκ δε Ρουσίου, καταλιπών προς φύλαξιν τον Θιερρή δε-Λος μετά τεσσαράκοντα ιπποτών και πολλών ιππέων, ο Ερρίκος μετά των περί αυτόν επανήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν, πέμψας προηγουμένως φρούραρχον Διδυμοτοίχου τον Θεόδωρον Βρανάν (62).

Εν τούτοις ο Βασιλεύς Ιωάννης, πάσης δραττόμενος περιστάσεως όπως βλάψη τους Φράγκους, αφ’ ενός μεν έπεμψε πολυάριθμον στρατόν εκ Γραικών, Κουμάνων και Σκυθών κατά του Ρουσίου, του οποίου την φρουράν κατανικήσας εκείνος, εξεδίωξεν εις Ραιδεστόν, αφ’ ετέρου δε διατρέχων ο ίδιος τας διαφόρους πόλεις, έφερε παντού την μάχαιραν και το πυρ· αι δε δηώσεις και σφαγαί αύται έβλαπτον μεν καιρίως την εν τη ανατολή Φραγκικήν κυριαρχίαν, αλλά κατέστρεφον άρδην τους Γραικούς, οίτινες ηυρίσκοντο μεταξύ δύο εχθρών εξίσου ανηλεών και αμειλίκτων· διότι ο Ιωάννης εχθρός άμα και εκδικητής αυτών γινόμενος εξέδιδε τοις Σκύθαις εις προνομήν και λαφυραγωγίαν όλας τας κώμας και πόλεις, όσαι πρότερον είχον αναγκασθή να κύψωσιν υπό τους Φράγκους, «και ην ιδείν, λέγει Νικήτας ο Χωνιάτης (63), και ασύνηθες και πάσαν υπερπαίον θεοκίνητον μάστιγα, την γαρ αυτήν γην και το αυτό έθνος εδήου γένη διττά, πη μεν εκατέρα, πη δε θάτερον παρά θάτερον επεισπίπτοντα.»

Από της ολεθρίας μάχης της Αδριανουπόλεως ο Ερρίκος εξηκολούθει θαρραλέως υπερασπίζων την κλονιζομένην υπό των αδιαλείπτων των Βουλγάρων προσβολών και των επαναστάντων Γραικών επιθέσεων αυτοκρατορίαν· αι έκτακτοι όμως αύται περιστάσεις απήτουν ου μόνον χείρα στιβαράν, αλλά και εξουσίαν πεπαγιωμένην όπως αντεπεξέλθη κατά τοσούτων εχθρών. Έτος είχεν ήδη παρέλθει από της αιχμαλωσίας του Βαλδουίνου, όστις, ως είπομεν. δεν είχεν αφήσει άρρενας απογόνους, και η φήμη του θανάτου αυτού διαδοθείσα μεταξύ των Φράγκων, έπεισεν αυτούς όπως προβώσιν εις την εκλογήν νέου αυτοκράτορος. Τις δε ήτο καταλληλότερος του Ερρίκου όπως φορέση το στέμμα κατά τας κρισίμους εκείνας περιστάσεις; Και εκ σεβασμού λοιπόν προς τας αρετάς και την μνήμην του σφαγιασθέντος Βαλδουίνου, και εκ δικαίας εκτιμήσεως της ανδρίας και των προτερημάτων του αδελφού αυτού Ερρίκου, ο κλήρος έπεσεν επ’ αυτόν και την εικοστήν Αυγούστου 1206, ημέραν Κυριακήν, εστέφθη υπό του Πατριάρχου Θωμά Μοροζίνη εν τω ναώ της Αγίας Σοφίας δεύτερος Φράγκος αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως μετά πασών των κατά τοιαύτας περιπτώσεις διατυπώσεων (64).

Η εκλογή του νέου αυτοκράτορος ηκούσθη μετά μεγάλης ευχαριστήσεως εν Κωνσταντινουπόλει παρά πάντων των Φράγκων και εορταί δημόσιαι πανταχού ετελέσθησαν· αλλ’ ο Ερρίκος μικράν προσοχήν εις τα τοιαύτα δίδων, χαρακτήρος δ’ ών ενεργητικού και σοβαρού ενησχολήθη από της πρώτης της εκλογής του ημέρας περί τα της πολιτείας. Ήρξατο λοιπόν τας εργασίας αυτού από της ανανεώσεως των προς την Ενετικήν δημοκρατίαν συμβάσεων του προκατόχου του, και πέμψας τέσσαρας πρέσβεις εις Ενετίαν, επεκύρωσε τας προνομίας, άς αι πολίται της δημοκρατίας εκείνης εν Κωνσταντινουπόλει εκέκτηντο. Μετά ταύτα, επειδή αι συνεχείς ταραχαί και η βραχυχρόνιος διάρκεια της βασιλείας του αδελφού του δεν είχον επιτρέψει εκείνω να συντάξη τους θεμελιώδεις του κράτους νόμους, επέστησε την προσοχήν του εις το αντικείμενον αυτό, αρξάμενος από των σχέσεων των υποτελών προς το στέμμα. Ενομοθέτησε λοιπόν ότι οι υποτελείς του αυτοκράτορoς είτε Γάλλοι είτε Ενετοί ώφειλον να συνοδεύωσι μετά του στρατού των, ιδία δαπάνη συντηρούντες αυτόν, εν ταις εκστρατείαις του τον αυτοκράτορα από της πρώτης Ιουνίου μέχρι της επετείου εορτής του αγίου Μιχαήλ· συνετέμνετο δε ο χρόνος ούτος κατά το ήμισυ, εάν οι υποτελείς είχον εχθρόν τινα παρά τα όρια των, και ήσαν ολοσχερώς απαλλαγμένοι της τοιαύτης υποχρεώσεως, εάν ο εχθρός ούτος ήθελε προσβάλει αυτούς. Προσέτι εάν εχθρός τις εισέδραμεν εις τας χώρας του αυτοκράτορος, οι υποτελείς ώφειλον να τον συνδράμωσιν, ιδία πάντοτε δαπάνη, άνευ προθεσμίας, ενόσω δηλονότι δεν απεσοβείτο ο εχθρός εκείνος· πας δ’ υποτελής ελλείπων του τοιούτου καθήκοντος, εξέπιπτε της αξίας του δικαζόμενος υπό δικαστών του ιδίου έθνους. Ταυτοχρόνως ηθέλησε χάριν της μελλούσης ευημερίας των υπηκόων του να περιστείλη την ισχύν αυτού τε και των διαδόχων του, θεσμοθετών ότι ο αυτοκράτωρ ώφειλε να συμμορφούται επί υποθέσεων αφορωσσών την αύξησιν ή υπεράσπισιν του κράτους προς την γνωμοδότησιν συμβουλίου συγκειμένου εκ των βαρώνων, των κομήτων, του Ενετού πράκτορος και του βασιλέως της Θεσσαλονίκης, ότι ουδέν ήθελε πράττει εναντίον των νόμων, την αρμοδιότητα των οποίων ουδ’ αυτός εδύνατο να διαφύγη, και ότι όπως επαρκή εις την αξιοπρεπή διατήρησίν του εδικαιούτο να λαμβάνη τας προσόδους της Θράκης, καθώς και οι υποτελείς διά τας πολεμικάς δαπάνας, εις τας οποίας υπέκειντο κατά τον ανωτέρω κανονισμόν, εδικαιούντο να νέμωνται τας προσόδους των τιμαρίων αυτών. Θέλων δε να καταστήση τας διατάξεις ισχυράς και αμετάκλητους, εψήφισεν ότι ουδέν άρθρον δύναται να προστεθή ή ν’ αφαιρεθή απ’ αυτών άνευ της συγκαταθέσεως πάντων των μελών του ως άνω είρηται συμβουλίου, άτινα και υπέγραψαν παραδεξάμενα αυτάς (65).

Αι συνεταί αύται πολιτικαί πρόνοιαι, διεκόπησαν εκ του θορύβου των όπλων, διότι ενώ ο Ερρίκος εθεσμοθέτει εν Κωνσταντινουπόλει, ο Ιωάννης εβάδιζε μετά στρατού πολυαρίθμου προς το Διδυμότοιχον, το oποίον ο φρούραρχος Βρανάς δεν εδυνήθη να υπερασπίση κατά των επιδρομέων. Την πτώσιν αυτού και τας επακολουθησάσας ταύτην φρικαλέας σφαγάς, λεηλασίας και αιχμαλωσίας πληροφορηθέντες οι εν Αδριανουπόλει, έπεμψαν πρέσβεις προς τον αυτοκράτορα, εκλιπαρούντες αυτόν όπως τοις αποστείλη ταχείαν επικουρίαν. Ο Ερρίκος προθύμως αποδεξάμενος την ικεσίαν εκείνων ανεχώρησεν αμέσως μεθ’ ικανού στρατού εκ Κωνσταντινουπόλεως και αφικόμενος εις Αδριανούπολιν επληροφορήθη ότι ο εχθρός πεφορτωμένος λείαν πλουσίαν είχεν αποσυρθή προς το κράτος του, συνεπάγων πολυπληθείς αιχμαλώτους εκ Διδυμοτοίχου. Αποφασίσας λοιπόν να καταπολεμήση τον βασιλέα των Βουλγάρων, συνάμα δε και ελευθερώση τους αιχμαλωτισθέντας υπηκόους του, ετράπη προς καταδίωξιν αυτού μέχρι Βερροίας της εν Θράκη, πόλεως εκείνω ανηκούσης, ής οι κάτοικοι μακρόθεν ιδόντες την έλευσιν του Φραγκικού στρατού απεσύρθησαν εις το όρος Αίμον. Αυτόσε πολυαρίθμους τροφάς ο αυτοκράτωρ ευρών και αναπαυθείς επ’ ολίγας ημέρας, ώδευσε προς την Βλίσνην, την οποίαν ομοίως εύρεν ακατοίκητον, των ενοίκων καταλιπόντων αυτήν. Εκεί πληροφορηθείς ότι ο βασιλεύς Ιωάννης εστρατοπέδευεν ου πολύ μακράν είς τινα κοιλάδα, εξέπεμψε κατ’ αυτού δύο ίλας ιππικού μετά πολλών Γραικών εκ Διδυμοτοίχου και Αδριανουπόλεως, οίτινες εν μεγίστη προθυμία έδραμον προς απελευθέρωσιν των αιχμαλώτων οικείων των, υπό τον αδελφόν του Ευστάθιον, και τον Μακάριον δε-Σαιν Μενεχούλ. Οι Βούλγαροι ιδόντες αυτούς μακρόθεν επερχομένους παρετάχθησαν εις μάχην, αλλά μετά συμπλοκήν πολύωρον και αιματηράν ηναγκάσθησαν να τραπώσιν εις φυγήν καταλιμπάνοντες εις τους νικητάς εικοσακισχιλίους Γραικούς αιχμαλώτους, τους οποίους εκ Διδυμοτοίχου είχον παραλάβει, και τρισχιλίας φορτηγούς αμάξας πλήρεις λείας. Επανελεθόντων των Φράγκων μετά την λαμπρών ταύτην επιτυχίαν εις Αδριανούπολιν, ο αυτοκράτωρ ηλευθέρωσε τους αιχμαλώτους και απέλυσεν αυτούς, επιδραμών δε εις τας χώρας του Ιωάννου, κατέστρεψε την πόλιν των Θερμών, περιώνυμον ούσαν διά τα ιαματικά αυτής ύδατα, και αφού εδήωσε και ελαφυραγώγησε διαφόρους άλλας πόλεις ανηκούσας εκείνω, επέστρεψεν εις Αδριανούπολιν, της οποίας την φρούρησιν ενεπιστεύθη εις τους Γραικούς, άρχοντα αυτών καταστήσας τον Πέτρον δε-Ράδιγγεν μετά είκοσιν ιπποτών (66).

Ενώ οι Βούλγαροι απησχόλουν τα Φραγκικά όπλα, Θεόδωρος ο Λάσκαρις, κύριος της Βιθυνίας, Λυδίας, της παραλίας του αρχιπελάγους άχρις Εφέσου και μέρους της Φρυγίας, μη αρκούμενος πλέον εις τον απλούν του δεσπότου τίτλον, απεφάσισε να λάβη τον του αυτοκράτορος. Προσκαλεσάμενος λοιπόν εις Νίκαιαν σύνοδον εξ επισκόπων Ελλήνων ηθέλησε να στεφθή τοιούτος κατά τα έκπαλαι παρά τοις Βυζαντινοίς ειθισμένα· αλλ’ επειδή ο αρμόδιος όπως τον στέψη, δηλονότι ο Πατριάρχης Ιωάννης Καματηρός έζη τότε εις τα πέριξ του Διδυμοτοίχου και προσκληθείς να μεταβή εις Νίκαιαν και μη πειθόμενος εις τούτο, έδωκεν, ίνα μη φανή εχθρόφρων προς τε τους ομοφύλους και προς την εκκλησίαν του, την παραίτησίν του, οι εν Νικαία επίσκοποι προβάντες εις την εκλογήν νέου Πατριάρχου, εξελέξαντο ως τοιούτον τον Μιχαήλ Αυτωρειανόν, όστις και έστεψεν αυτόν, κατά τα ειθισμένα, αυτοκράτορα. Ο Λάσκαρις θέλων να παγιώση την δύναμιν αυτού και γνωρίζων οποίαν ο πάπας εξήσκει επιρροήν επί των εν τη Ανατολή Φράγκων, έγραψε προς αυτόν εκθέτων τας βιαιοπραγίας εκείνων και καθικετεύων ίνα υποχρεώση τον αυτοκράτορα Ερρίκον να συνομολογήση μετ’ αυτού ειρήνην και μη επιχειρήση τι κατ’ αυτού πέραν του Βοσπόρου, όν η θέσις, φαίνεται, ώρισεν ως όριον των δύο επικρατειών. Προς ταύτα ο πάπας απεκρίθη δικαιολογών τους Φράγκους, ότι ενίοτε ηναγκάζοντο παρά την θέλησιν αυτών να καταφεύγωσι εις πράξεις σκληράς όπως περιστέλλωσι τας επιβουλάς των Γραικών, και τον συνεβούλευε να απαρνηθή το σχίσμα και εγκολπούμενος τον δυτικισμόν, υποταχθή εις τον Ερρίκον. Τότε μόνον ο πάπας ανεδέχετο να μεσολαβήση παρά τω αυτοκράτορι της Κωνσταντινουπόλεως υπέρ αυτού (67).

Ο Λάσκαρις κατ’ ουδέν ήτο κατώτερος του Ερρίκου, ούτε κατά την ανδρίαν ούτε κατά την δραστηριότητα ούτε κατά την σύνεσιν· βλέπων λοιπόν την οικτράν της αυτοκρατορίας του κατάστασιν, ενόμισεν ότι όπως παγιώση τον αρτισύστατον θρόνον του ώφειλε ν’ απαλλαχθή πολυαρίθμων ηγεμονίσκων, οίτινες επωφεληθέντες των περιστάσεων ιδρύσαντο διαφόρους ανεξαρτήτους ηγεμονίας επί των ερειπίων της αρχαίας αυτοκρατορίας εις τα πέριξ αυτού. Αλλ’ ίνα επιχειρήση την εκκαθάρισιν ως ειπείν ταύτην έπρεπε να διατελή αμέριμνος εκ μέρους της Κωνσταντινουπόλεως· προσπαθήσας λοιπόν επέτυχε συνομολόγησιν ανακωχής μετά των Φράγκων, οίτινες αφ’ ετέρου είχον ανάγκην όλων αυτών των δυνάμεων όπως αντεπεξέλθωσι κατά των Βουλγάρων, και τοιουτοτρόπως λαβών καιρόν εξεδίωξε μεν Μωροθεώδορόν τινα, ηγεμονίσκον της Φιλαδελφείας, και Σάββαν τον άρχοντα της πόλεως του Σαμψών, σπονδάς δε ποιησάμενος προς τον Σουλτάνον του Ικονίου Καϊχοσρόην, απένειμε την αρχήν των Χωνών της Λαοδικείας και ετέρων παρά τω Μαιάνδρω πόλεων εις τον γαμβρόν αυτού Μανουήλ Μαυροζώμην και κατασκευάσας νήας μακράς εκυρίευσε τας πλείστας των νήσων (68).

Της Τραπεζούντος ήρχε τότε Δαυίδ ο Ανδρονίκου, όστις ανήρ φιλόδοξος εις υπερβολήν και επιχειρηματίας ών ηθέλησε να επεκτείνη το κράτος αυτού προς ζημίαν του Λασκάρεως, και δη συναγαγών ισχυράν στρατιάν Παφλαγώνων και Iβήρων εξέπεμψεν αυτήν υπό τον στρατηγόν Συνoδινόν προς κατάκτησιν της Νικομηδείας. Τούτο πληροφορηθείς ο Λάσκαρις, εκίνησε κατ’ αυτού και επιπεσών αίφνης, τον μεν στρατόν του κατενίκησε, τον δε στρατηγούντα ηχμαλώτισε. Την ήτταν ο Δαυίδ μαθών εξητήσατο επικουρίαν παρά των Φράγκων της Κωνσταντινουπόλεως, οίτινες θέλοντες να ταπεινώσωσι τον αυτοκράτορα της Νικαίας, έπεμψαν συνδρομήν προς τον Δαυίδ· αλλ’ ο Λάσκαρις μηδόλως εκ τούτου αποθαρρυνθείς έπεμψε κατά των ηνωμένων εχθρών του τον στρατηγόν Ανδρόνικον Γίδον, όστις επιπεσών κατ’ εκείνων τους ενίκησεν αισχρώς, φονεύσας εν τη μάχη εκτός πολλών στρατιωτών του Δαυίδ και τριακοσίους λογάδας Φράγκους (69).

Βεβαίως μετά την επικουρίαν την οποίαν, εναντίον της συνομολογηθείσης ανακωχής, οι Φράγκοι της Κωνσταντινουπόλεως έπεμψαν προς τον εχθρόν του Δαυίδ, ο Λάσκαρις εθεωρείτο πάσης προς εκείνους υποχρεώσεως απηλλαγμένος. Συναγαγών λοιπόν στρατόν κατέλαβε τας Πηγάς, πόλιν ανήκουσαν τοις Φράγκοις· ο δε αυτοκράτωρ Ερρίκος θέλων να ανακτήση αυτήν έπεμψε Πέτρον τον εκ Πλάντζης, μετά Παγηνού του εξ Αυρηλίας, Ανσώ του δε-Καχιέ, του αδελφού του Ευσταθίου, τεσσαράκοντα ιπποτών και πολυαρίθμων στρατιωτών, οίτινες ελθόντες εις Πηγάς εκυρίευσαν διά προδοσίας των εγκατοίκων την πόλιν, και τους ταναντία φρονούντας εξ αυτών εν στόματι μαχαίρας επέρασαν. Εκείθεν διασπαρέντες εις τα περίχωρα ελήισαν διαφόρους χώρας και προέβησαν μέχρι πόλεως τίνος, ήν ο Βιλλαρδουίνος ονομάζει Exguire και ής περιγράφει την θέσιν ως την της Κυζίκου. «Ήτο, λέγει, αυτή θέσις οχυρά, περικυκλουμένη από θάλασσαν και φυλασσομένη από φρούριον νυν πεπτωκός.» Πέτρος ο εκ Πλάντζης εισήλθε πρώτος εκεί και την ωχύρωσε κτίσας εν αυτή δύο πύργους· έτερον δε σώμα στρατιωτικόν υπό τον Θιερρή δε-Λος, ανεκτήσατο την Νικομήδειαν, ωκοδόμησεν εκ νέου το φρούριον, όπερ ο Λάσκαρις είχε καταβάλει και μετέβαλεν εις οχύρωμα την μεγάλην εκκλησίαν της Αγίας Σοφίας, ήν ο Κωσταντίνος έκτισεν εκεί καθ’ ομοίωσιν του εν Κωνσταντινουπόλει ομωνύμου ναού (70).

Εντούτοις ο μαρκήσιος της Μοντφεράτης όστις διά της ανδρίας αυτού είχεν αποκρούσει τας προσβολάς των Βουλγάρων και ησχολείτο ήδη όπως ουλώση διά της καλής διοικήσεως τας πληγάς, άς αι εισβολαί εκείνων είχον ανοίξει εις διαφόρους πόλεις του κράτους του, θέλων να συσφίγξη επί πλέον τους μετά του αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως δεσμούς, ίνα τοιουτοτρόπως επί ακραδάντων βάσεων παγιώση την βασιλείαν του, πέμψας προς αυτόν τον εν υπηρεσία του διατελούντα Όθωνα δε-λα-Ρος, κύριον των Θηβών και των Αθηνών, τω προέτεινε γάμον μετά της θυγατρός αυτού Αγνής, την οποίαν εκ Λομβαρδίας είχε φέρει. Επινεύσαντος δε εις τούτο του Αυτοκράτορος, κατέπλευσεν η Αγνή, φθίνοντος του έτους 1206, εις Άβυδον, ένθα πέμψας ο μέλλων σύζυγος αυτής τον πρωτοστράτορα της Ρωμανίας, και τον Μίλην δε-Βραβάντην, παρέλαβεν αυτήν, και έφερεν εις Κωνσταντινούπολιν· εκεί δ’ ετελέσθησαν, τη 4 Φεβρουαρίου 1207 εν τω ναώ της Αγίας Σοφίας οι γάμοι αυτών μετά πλείστης όσης επισημότητος. Τοιουτρόπως η Αγνή εστέφθη αυτοκράτειρα της Κωνσταντινουπόλεως εν τω μέσω της κοινής των Φράγκων χαράς και αγαλλιάσεως. (71)

Εν τούτοις ο Λάσκαρις, μένεα πνέων κατά του Ερρίκου, ιδίως μετά την εκ Νικομήδειας έξωσιν αυτού, εσκέπτετο τίνι τρόπω εδύνατο να εκδικηθή αυτόν· βλέπων δε τους Φραγκικούς στρατούς διεσπαρμένους τήδε κακείσε κατ’ Ευρώπην τε και κατ’ Ασίαν, ενόμισεν ότι η περίστασις υπάρχει πρόσφορος όπως προσβάλη και καταβάλη αυτούς. Πέμψας λοιπόν πρέσβεις προς τον βασιλέα των Βουλγάρων Ιωάννην ανεκοίνωσεν αυτώ τους σκοπούς του, αποδείξας ότι πρέπει παντοιοτρόπως ν’ απαλλαχθώσι των κοινών εχθρών· και τούτο ήτο εύκολον αν οι δύο ούτοι συνεφώνουν όπως ταυτοχρόνως προσβάλωσι τους Φράγκους, ο μεν Ιωάννης εν τη Ευρώπη, ο δε Λάσκαρις εν τη Ασία. Την πρότασιν ταύτην λίαν φρόνιμον ο των Μυσών βασιλεύς ευρών, συνήγαγεν όσω πλείους Βουλγάρους και Βλάχους εδυνήθη, και λαβών ικανήν επικουρίαν Κουμάνων, εισήλασεν εν Θράκη κατά Μάρτιον του 1207, και επολιόρκησε την Αδριανούπολιν, εκτείνων τας αρπαγάς και τας δηώσεις αυτού μέχρι σχεδόν αυτής της πρωτευούσης του Βυζαντινού κράτους. Ο της Αδριανουπόλεως φρούραρχος Πέτρος δε-Ραδιγγέν μη έχων τον απαιτούμενον αριθμόν των στρατιωτών προς αντίκρουσιν, έπεμψε παραχρήμα εις Κωνσταντινούπολιν ζητών επικουρίας· ο δε αυτοκράτωρ μη δυνάμενος εκ του προχείρου να πέμψη τοιαύτας, έγραψε τοις εν Ασία ιππόταις να σπεύσωσιν εις Αδριανούπολιν, όπως σώσωσιν αυτήν απειλουμένην υπό των Βουλγάρων. Και πρώτος λοιπόν ο αδελφός του αυτοκράτορος Ευστάθιος και ο Ανσώ δε-Καχιέ έδραμον εις την πόλιν εκείνην, καταλιπόντες Πέτρον τον εκ Πλάντζης μετ’ ολίγων στρατιωτών προς φρούρησιν εν Ασία (72).

Μόλις ανεχώρησαν εκείθεν οι Φράγκοι στρατιώται, ο Λάσκαρις επελθών προσέβαλε τα Σύβοτα, ών η ασθενής φρουρά αντέταξε μεν ηρωικήν αντίστασιν, αλλά βλέπουσα ότι δεν θέλει δυνηθή να υπομείνη επί πολύ των προσβαλλόντων την ορμήν, έγραψε κατεσπευσμένως εις Κωνσταντινούπολιν, εξαιτουμένη το ταχύτερον συνδρομήν. Έκπληκτος μείνας ο αυτοκράτωρ επί ταις αλλεπαλλήλαις ταύταις δυσπραγίαις, αγνοών δε και πού πρότερον να πέμψη επικουρίας, απεφάσισε να μεταβή ο ίδιος, όπως διά της παρουσίας του εμπνεύση θάρρος εις τους στρατιώτας του και αποθαρρύνη τους εχθρούς. Ετοιμασθείς δε ν’ αναχωρήση εκ Κωνσταντινουπόλεως ανήγγειλε διά κήρυκος εις άπασαν την πόλιν ότι τα Σύβοτα μετά της εν αυτή φρουράς απόλλυνται, ει μη σπεύσωσι πάντες προς σωτηρίαν αυτής, και ότι οφείλει πας πιστός στρατιώτης να συνοδεύση τον αυτοκράτορά του μεταβαίνοντα εκεί ίνα χύση το αίμα του υπέρ των ομοφύλων. Η αγγελία αύτη ηλέκτρισε τους πάντας εν Κωνσταντινουπόλει, και πολυάριθμοι Γάλλοι, Ενετοί, Πισσαίοι και άλλοι δραμόντες εις τα πλοία εκήρυξαν ότι είναι έτοιμοι εις πάσαν θυσίαν υπέρ του αυτοκράτορος, όστις καταλιπών εν τη πρωτευούση τοποτηρητήν του τον Κόνωνα Πετούνην ανεχώρησε μετά δεκαεπτά μεγάλων και μικρών πλοίων, και δι’ απαύστου κωπηλασίας αφίκετο την επιούσαν εις Σύβοτα, της οποίας οι υπέρμαχοι διέκειντο εις την οικτροτέραν κατάστασιν, απηλπισμένοι όντες και έν μόνον κατά νουν έχοντες, πώς ν’ αποθάνωσιν εντιμώτερον. Η ναυτική δύναμις του Ερρίκου ήτο βεβαίως λίαν ανίσχυρος όπως επιτεθή κατά του εξ εξήκοντα πλοίων συγκειμένου στόλου του Λασκάρεως, αλλ’ ο αυτοκράτωρ θεωρών ότι αν περιέμενε την άφιξιν επικουριών, η εν τη πόλει φρουρά ήθελεν αναποφεύκτως καταστραφή, και πεποιθώς επί την ανδρίαν των στρατιωτών του, απεφάσισε να αναδεχθή τον άνισον αγώνα. Και δη ότε ο ναύαρχος του Λασκάρεως διέταξε τα πλοία αυτού να κινηθώσι κατά των του Ερρίκου, ούτος ουδόλως εδειλίασεν, αλλά δεχθείς την προσβολήν τοσαύτην γενναιότητα έδειξεν, ώστε οι εχθροί ηναγκάσθησαν να σύρωσι τα πλοία των εις την ξηράν, και, αφού επυρπόλησαν αυτά, έλυσαν την πολιορκίαν και απεχώρησαν νύκτωρ κατεσπευσμένως. Ανατειλάσης της ημέρας, ο Ερρίκος μετά των περί αυτόν εισήλθεν εις Σύβοτα, ένθα εύρε τους ομοφύλους του ημιθνήτας εκ των πληγών και της κοπώσεως· αλλ’ επειδή έβλεπεν ότι δεν ήτο εις κατάστασιν πλέον να διατηρήση την πόλιν ταύτην, παραλαβών εις τα πλοία την φρουράν, εγκατέλιπεν αυτήν. (73)

Μετά την επιτυχίαν ταύτην ο Ερρίκος παρεσκευάζετο ν’ απέλθη εις Αδριανούπολιν, την οποίαν εστενοχώρουν οι Βούλγαροι και οι Κουμάνοι, ότε επληροφορήθη ότι Στυρίων, ο ναύαρχος του Λασκάρεως, εισελθών εις τον Ελλήσποντον μετά γαλερών επολιόρκει την Κύζιον, ήν αφ’ ετέρου ηπείλει και ο Λάσκαρις, και ότι οι κάτοικοι επανέστησαν κατά του κυρίου αυτών Πέτρου του εκ Πλάντζης, πολλούς των Φράγκων στρατιωτών αυτού φονεύσαντες. Κίνδυνος τοσούτον εγγύς της Κωνσταντινουπόλεως αναφαινόμενος ετάραξε τον αυτοκράτορα, όστις σκεπτόμενος ότι, κυριευομένης της Κυζίκου, απώλετο άπασα η Ανατολή, εξώπλισεν εν τάχει δεκατέσσαρας γαλέρας, ών την διοίκησιν ανέθηκεν εις τους γενναιοτέρους και επιδεξιωτέρους αυτού αρχηγούς, δηλονότι εις τον αδελφόν Ευστάθιον, εις τον Κόνωνα Πετούνην, εις τον Γοδδοφρέδον Βιλλαρδουίνον, εις τον Μακάριον δε-Σαιν Μενεχούλ, εις τον Μίλην δε-Βραβάντην, εις τον Ανσώ δε-Καχιέ, εις τον Θιερρήν δε-Λος και εις τον Γουλλιέλμον δε-Περουά, και εξέμπεψεν αυτάς κατά των Γραικών. Αλλ’ ο του Λασκάρεως ναύαρχος μη τολμών να ναυμαχήση ανεχώρησε, μακρόθεν ιδών τας εχθρικάς γαλέρας· αύται δε, αφού εις μάτην επί δύο ημερονύκτια τον κατεδίωξαν, επέστρεψαν εις Κωνσταντινούπολιν. Μόλις όμως εισήλθον εις τον λιμένα, εγένετο γνωστόν ότι στρατιωτικόν σώμα του Λασκάρεως προσέβαλε την Νικομήδειαν, ήτις τροφών έλλειψιν πάσχουσα, εκινδύνευε να πέση. Ο αυτοκράτωρ αναλογιζόμενος την σπουδαιότητα της θέσεως εκείνης διήλθε ταχέως τον Βόσπορον και ώδευσε προς την Νικομήδειαν, αλλ’ οι Γραικοί θεωρούντες ότι εκ της αδιαλείπτου ταύτης κινήσεως εξηντλούντο οι εχθροί περισσότερον ή εάν αδιακόπως επολεμούντο, απέφυγον και πάλιν να έλθωσιν εις μάχην και απεσύρθησαν προς την Νίκαιαν. Ο Ερρίκος καταλιπών εν Νικομηδεία τον Θιερρήν δε-Λος και τον Γουλλιέλμον δε-Περσοά μεθ’ ικανού στρατού προς εξασφάλισιν της πόλεως, επανήλθεν εις την πρωτεύουσαν και ητοιμάζετο ν’ απέλθη εις Αδριανούπολιν· αλλ’ ενώ εποίει τας προς τούτο προετοιμασίας, εκωλύθη και πάλιν εκ νέου δυστηχήματος. Οι δύο αρχηγοί, ούς κατέλιπε προς φρούρησιν της Νικομηδείας, εξελθόντες μετ’ αποσπάσματος στρατού όπως κατασκοπεύσωσι τον εχθρόν, ενέπεσαν εις ενέδραν, και αναγκασθέντες να συμπλακώσι προς πολύ ανωτέρας δυνάμεις υπέστησαν μεγίστην ζημίαν, πεσόντος κατά την μάχην και του ετέρου των δύο αρχηγών, του Θιερρή δε-Λος· οι δε σωθέντες απεκλείσθησαν πανταχόθεν υπό των εχθρών, και άνευ τινός εξωτερικής επικουρίας εκινδύνευον ή να φονευθώσιν άπαντες ή να παραδοθώσιν, όπερ ήτο ταυτοσήμαντον (74).

Η απροσδόκητος αύτη αγγελία, εξ ής τέταρτον ήδη ο Ερρίκος ηναγκάζετο να αναβάλη την εις Αδριανούπολιν μετάβασιν, κατετάραξε τον αεικίνητον αυτοκράτορα, όστις οικτείρων την δεινήν των στρατιωτών του θέσιν, έσπευσε και πάλιν εις Νικομήδειαν, ήν μετά τον αποκλεισμόν του Γουλιέλμου δε-Περσοά και των συν αυτώ, επολιόρκει στενώς ο του Λασκάρεως αδελφός Κωνσταντίνος. Αλλ’ ούτος μακρόθεν ιδών τον Φραγκικόν στρατόν ερχόμενον έλυσε την πολιορκίαν και απεσύρθη αύθις εις Νίκαιαν· ο δε αυτοκράτωρ απαλλάξας τους στρατιώτας του της απελπιστικής εκείνης θέσεως εστρατοπέδευσεν έξω της πόλεως, ότε πέμψας ο Λάσκαρις τω προέτεινε διετή ανακωχήν επί τω όρω του να μείνωσιν αυτώ τα φρούρια της Κυζίκου και της Μακεδονίας, ανθ’ ών υπέσχετο να αποδώση τους πολυαρίθμους Φράγκους, ούς είχεν αιχμαλωτίσει. Τας προτάσεις ταύτας ευρών ωφελίμους ο Ερρίκος, συνωμολόγησεν ειρήνην, και τοιουτοτρόπως ο μεν Λάσκαρις απέλυσε παραχρήμα τον δε-Περσοά και τους λοιπούς αιχμαλώτους, ο δε Ερρίκος τω παρέδωσε τα της Κυζίκου και Νικομηδείας φρούρια (75).

Συνθηκολογήσας μετά του ενός των δύο επικινδυνωδεστέρων εχθρών του ο Ερρίκος επανήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν, απαλλαγμένος πάσης ετέρας ασχολίας και έν μόνον κατά νουν έχων, πώς να ταπεινώση τον αγέρωχον των Βουλγάρων βασιλέα. Κέντρον λοιπόν των πολεμικών εργασιών του την Σηλλύβριαν καταστήσας ανεχώρησεν εκ Κωνσταντινουπόλεως, φθίνοντος Ιουνίου του 1207, και κατηυθύνθη εις Αδριανούπολιν, την οποίαν οι Βούλγαροι είχον κατελίπει, και ένθα εγένετο δεκτός μετά μεγάλου ενθουσιασμού. Διατρίψας δ’ εν αυτή μίαν ημέραν προς επιθεώρησιν των ζημιών, άς οι εχθροί εποίησαν, ανεχώρησε κατευθυνθείς προς τας υπωρείας του Αίμου ίνα ληίση τας Βουλγαρικάς πόλεις, και μετά τετραήμερον οδοιπορίαν αφίκετο είς τινα χώραν, ήν τέως ο Ιωάννης είχε συνοικίσει, και την οποίαν ο Βιλλαρδουίνος ονομάζει τω αγνώστω εις την γεωγραφίαν ονόματι Ευλουή. Ευρών ταύτην έρημον, άτε των κατοίκων αποσυρθέντων εις τα όρη, εστρατοπέδευσεν εις αυτήν εφ’ ικανάς ημέρας· λαφυραγωγήσας δ’ αυτήν τε και ετέρας παρακειμένας πόλεις, ών οι κάτοικοι επίσης είχον φύγει εις την προσέγγισιν του Φραγκικού στρατού, και πλείστα κερασφόρα ζώα και ίππους κυριεύσας, επέστρεψεν εις Αδριανούπολιν, του εχθρού, πλην ασημάντων τινών ακροβολισμών, μη τολμήσαντος να τον προσβάλη.

Καθ’ όν χρόνον ο Ερρίκος διέτριβεν εις Αδριανούπολιν, ο βασιλεύς της Θεσσαλονίκης Βονιφάτιος πέμψας πρέσβεις προς αυτόν τω προσέφερε τα σεβάσματά του και συγχρόνως εξεδήλωσε την μεγίστην επιθυμίαν, υφ’ ής κατείχετο όπως συνεντευχθή μετά του αυτοκράτορος, τον οποίον προ πολλού χρόνου δεν είχεν ιδεί. Του Ερρίκου επινεύσαντος εις ταύτην την επιθυμίαν του Βονιφατίου, αμφότεροι οι ηγεμόνες ελθόντες εις την παρά τω Έβρω πόλιν των Υψάλων περιεπτύξαντο αλλήλους και επί δύο ημέρας συνεσκέφθησαν περί των κοινή συμφερόντων και περί του πώς εδύναντο αποτελεσματικώτερον να πολεμήσωσι τον βασιλέα των Βουλγάρων. Κατά την συνέντευξιν ταύτην ο βασιλεύς της Θεσσαλονίκης επιθυμών να παράσχη μαρτύριον ευνοίας και τιμής προς τον Βιλαρδουίνον, τω προσέφερε να εκλέξη ως δώρον μίαν των δύο πόλεων, την Μοσυνούπολιν δηλαδή ή τας Σέρρας μεθ’ απασών των εξαρτήσεων αυτής. Ο Βιλλαρδουίνος εξελέξατο την πρώτην και οι δυστυχείς κάτοικοι αυτής ηναγκάσθησαν να αλλάξωσι κύριον, καθώς αλλάσσουσι τοιούτον τα μη έχοντα λαλιάν κτήνη. Τοιαύτη ήτο η κατάστασις της Ελλάδος τότε! (76)

Πέντε είχον μόλις παρέλθει ημέραι από της συνεντεύξεως των δύο ηγεμόνων, ότε ο βασιλεύς της Θεσσαλονίκης απεφάσισε να εξέλθη όπως καθαρίση την Ροδόπην, ήν ελυμαίνοντο ληστρικαί των Βουλγάρων συμμορίαι, πάσαν κωλύουσαι των περικύκλω πόλεων συγκοινωνίαν και πολλήν επιφέρουσαι την καταστροφήν. Τούτο πληροφορηθέντες οι Βούλγαροι έδραμον πανταχόθεν όπως τον προσβάλωσι και εντυχόντες αυτόν τον περιεκύκλωσαν πανταχόθεν εις μέγιστον αριθμόν. Ο Μαρκήσιος μετά των ολίγων οπαδών του αντέστη ανδρείως προς τα επιθέσεις των Βουλγάρων, αλλ’ η αμείλικτος Άτροπος κατ’ ουδέν έλαβεν υπ’ όψιν τον ηρωισμόν και τους αγώνας αυτού. Ο αστήρ του είχε πλέον δύσει, και ο Μαρκήσιος λαβών κατά τινα μάχην σφοδράν διά λόγχης πληγήν, επεράτωσεν εις το όρος της Ροδόπης το ένδοξον αυτού στάδιον, ενώ πολλοί των στρατιωτών του εξεμέτρησαν, ανδρείως περί αυτόν μαχόμενοι, το ζην· οι δε Βούλγαροι αποκόψαντες, ενώ έτι έπνεε, την κεφαλήν του, έφερον αυτήν οικτρόν τρόπαιον εις τον βασιλέα των. Τοιούτο τέλος έλαβε και ο ανήρ εκείνος, όστις αρχηγός των σταυροφόρων εκλεχθείς και στέμμα περιβληθείς, διά της ανδρίας και των πολεμικών αρετών αυτού ουχί μόνον εις το ίδιον κράτος του ηδυνήθη να παγιωθή, αλλά και τας κτήσεις του παρεξέτεινε, και τας προσβολάς των Βουλγάρων απέκρουσε και δεξιός, ούτως ειπείν, βραχίων της εν Ανατολή Φραγκικής αυτοκρατορίας υπήρξε (77).

Τον θάνατον του Βονιφατίου εθρήνησαν μεγάλως οι εν Κωνσταντινουπόλει, ο δε βασιλεύς Ιωάννης απαλλαχθείς του καταγωνιστοτέρου των εχθρών του εθεώρει πλέον ως ίδιον κτήμα την Θεσσαλονίκην, και έσπευσεν όπως, πολιορκήσας, καταλάβη αυτήν. Οι κάτοικοι αναλογιζόμενοι τα δεινά, άτινα έμελλον να υποστώσι πίπτοντες εις την εξουσίαν του αγρίου Μυσού, διέκειντο εις φρικώδη τρόμον και αγωνίαν, αλλ’ επελθών ο θάνατος και τας βουλάς εκείνου και τους φόβους αυτών διεσκέδασεν. Ιδού δε πώς εκτίθενται τα κατά τον θάνατον αυτού. Μια των νυκτών, κεκλιμένος ο Ιωάννης εις την κλίνην του, ενόμισεν ότι είδε κατ’ όναρ άνδρα καθήμενον επί ίππου λευκού, όστις δραμών προς αυτόν τον διεπέρασε διά της λόγχης. Εγερθείς περιδεής ο Ιωάννης ήρξατο προσκαλών τους υπηρέτας αυτού και κραυγάζων ότι είς στρατηγός του, Μαναστράς καλούμενος, ού η σκηνή ήτο εγγύς της ιδικής του, τον εδολοφόνει. Εις τας κραυγάς του έσπευσαν οι υπηρέται του, μεταξύ δε των άλλων και ο Μαναστράς, όστις απορών διά το συμβάν, διαμαρτύρετο κατά της αποδιδομένης αυτώ δολοφονίας. Εν τούτοις ο Ιωάννης τετραυματισμένος και καθημαγμένος εξέπνευσε μετ’ ολίγον· οι δε Βυζαντινοί, αντί ν’ αποδώσωσι τον φόνον αυτού εις τον Μαναστράν, τον οποίον ο ίδιος βασιλεύς κατηγόρει, τον απέδωσαν εις τον μεγαλομάρτυν Άγιον Δημήτριον, ού το μυρόβλητον σώμα εσώζετο εν Θεσσαλονίκη εις τον επ’ ονόματι αυτού υπό του Λεοντίου ωκοδομημένον ναόν, και εθεώρησαν αυτόν ως σημείον της πανσθενούς του αγίου προστασίας. Έτεροι των ιστορικών αναφέρουσιν ότι ο Ιωάννης απεβίωσε κατά την πολιορκίαν της Θεσσαλονίκης, προσβληθείς υπό πλευρίτιδος· όπως ποτ’ αν η, ο Μαναστράς λύσας μετά τον θάνατον του Ιωάννου την πολιορκίαν της Θεσσαλονίκης, απεχώρησεν εις τα ίδια (78).

Κατά το έτος τούτο (1207) μεγίστη επήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν διένεξις μεταξύ του Πατριάρχου Μοροζίνη και των Ενετών ένεκα εικόνος τινός της Παναγίας, ήτις ελέγετο ιστορηθείσα υπό του Αποστόλου Λουκά και εγνωρίζετο υπό το όνομα Οδηγήτρια, διότι οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες οσάκις εξήρχοντο εις πόλεμον την έφερον μεθ’ εαυτών, οιονεί οδηγώ αυτή χρώμενοι. Την εικόνα λοιπόν ταύτην λαβών ο αυτοκράτωρ Ερρίκος εκ του Βουκολέοντος εις τον οποίον είχε τεθή μετά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως, μετέφερεν εις τον ναόν της Αγίας Σοφίας και οψιαίτερον τη εκλιπαρήσει των Ενετών εδωρήσατο εις αυτούς. Κατά συνέπειαν ούτοι ηθέλησαν να την παραλάβωσιν εκ του ναού και πέμψωσιν εις Ενετίαν· αλλά του Πατριάρχου αντιστάντος εις τούτο, οι Ενετοί εκβιάσαντες τας θύρας της Αγίας Σοφίας και του θησαυροφυλακείου, εν ώ εκρύπτετο η εικών, παρέλαβον και μετέφερον αυτήν εις τον ναόν του Παντοκράτορος, ίνα εκείθεν την πέμψωσιν εις την πατρίδα των. Οργισθείς ο Πατριάρχης κατά της αυθαδείας ταύτης των Ενετών αφώρισε τον τε έπαρχον αυτών και τους μετασχόντας της ιεροσυλίας εκείνης, προυκάλεσε δε την επικύρωσιν του αφορισμού του υπό τε του παπικού εξάρχου καρδιναλίου της Αγίας Σουσάννης και του Πάπα αυτού. Οι Ενετοί αναγκασθέντες τοιουτοτρόπως εγκατέλιπον την εικόνα εις την εκκλησίαν εκείνην, μέχρις ού Μιχαήλ ο Παλαιολόγος, μετά την υπό των Βυζαντινών άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως, την επανέφερεν εις την αρχαίαν θέσιν της (79).

Δρυός πεσούσης, λέγει αρχαίος τις λόγος, πας ανήρ ξυλεύεται· τούτο επήλθε και εις το Βυζαντινόν κράτος μετά την πτώσιν της εθνικής εξουσίας. Η Ενετία θέλουσα να εκτείνη τας κτήσεις αυτής, αφ’ ετέρου δε αναλογιζομένη ότι αδύνατον τη αποβαίνει δι ιδίων δυνάμεων να εξουσιάζη τους πολυαρίθμους λιμένας και νήσους, αίτινες κατά την διανομήν της αυτοκρατορίας τη εκληρώθησαν από Αδρία μέχρι Βοσπόρου, εξέδωκε ψήφισμα, εν έτει 1207, καθ’ ό πας Ενετός πολίτης εδύνατο να εξοπλίση δι’ ιδίας δαπάνης πλοία πολεμικά και κατακτήση οίαν ήθελε νήσον του αρχιπελάγους ή πόλιν εξ ών έλαχον αυτή, αναγνωρίζων όμως την κυριαρχίαν της Δημοκρατίας. Η προκήρυξις αύτη νέον ηνέωξε στάδιον εις την απληστίαν και φιλοδοξίαν, διότι ευγενείς αναμίξ και έμποροι έσπευσαν να εξοπλίσωσι στόλους και καταλάβωσιν ανά έν τεμάχιον της ανθηράς άλλοτε Βυζαντινής αυτοκρατορίας, οι δε δυστυχείς κάτοικοι των ωραίων αυτών χωρών κατέστησαν έρμαιον του πρώτου τυχοδιώκτου. Τοιουτοτρόπως ο μεν Μάρκος Σανούδος καταλαβών την Νάξον, Μήλον, Πολύκανδρον και Θήραν συνεστήσατο το μέχρι του 1570 διαρκέσαν δουκάτον της Ναξίας, οι δε Σομαρίπαι εκυρίευσαν την Πάρον και Άνδρον, οι Γκίζαι την Τήνον, Μήκωνον, Σκύρον, Σκίαθον και Σκόπελον, ο Πέτρος Ιουλινιάνης μετά του Δομινίκου Μικέλλη την Κέαν, ο Φιλοκλής Ναβαγιέρος την Λήμνον και άλλοι άλλας· αι δε σχηματισθείσαι αύται ηγεμονίαι εθεωρούντο τιμάρια της Ενετίας, ήτις και πλούτον και δύναμιν επορίζετο εξ αυτών (80).

Μετά τον θάνατον του βασιλέως των Βουλγάρων Ιωάννου, ο αυτοκράτωρ ενόμισεν ότι απηλλάγη αντιπάλου σκληρού και επιφόβου· αλλά ταχέως ηννόησεν ότι μεγάλως ηπατήθη τοιαύτα νομίσας και ότι ο προς τους Βουλγάρους πόλεμος δεν είχε περατωθή με τον θάνατον του βασιλέως των. Του Ιωάννου θανόντος άνευ άρρενος τέκνου, η εξουσία περιήλθεν εις τον ανεψιόν αυτού Φρορύλαν ή Βορύλαν, όστις όπως παγιώση το στέμμα αυτού, ενυμφεύθη την προς μητρός θείαν αυτού Σκυθίδα. Κληρονομήσας ο νέος βασιλεύς το κατά των Φράγκων μίσος του πατρός αυτού, ουχί όμως και το πολυμήχανον και την ανδρίαν, συνέλλεξε πολυάριθμον στρατόν και εισήλασεν εις τας χώρας του αυτοκράτορος Ερρίκου· αλλά προσβληθείς υπό του Φραγκικού στρατού υπέστη ήτταν δεινήν, τη 30 Ιουλίου 1208, και απεχώρησε κατησχυμένος. Ο δε Ερρίκος ωφελούμενος εκ της νίκης ταύτης κατέκτησεν εντός μηνός μεγίστην έκτασιν γης από τους Βουλγάρους (81).

Τον πόλεμον τούτον των Βουλγάρων επηκολούθησεν έτερος εμφύλιος και κινδυνώδης, του οποίου αι συνέπειαι ήσαν επί τοσούτον δειναί, εφ’ όσον υπέρ οιουδήποτε των διαμαχομένων και αν έκλινεν η πλάστιγξ του πολέμου τα αποτελέσματα ήσαν εξίσου διά τους Φράγκους φθοροποιά. Ο φονευθείς βασιλεύς της Θεσσαλονίκης Βονιφάτιος κατέλιπε δύο υιούς, εκ των οποίων εις μεν τον πρώτον, καλουμένον Γουλλιέλμον και γεννηθέντα εκ της πρώτης συζύγου του, εκληροδότησε διά διαθήκης την ηγεμονίαν της Μοντφεράτης, εις δε τον δευτερότοκον, ώ όνομα ην Δημήτριος, γεννηθέντα εκ της δευτέρας αυτού συζύγου Μαργαρίτας της εκ Παιόνων, κατέλιπε το βασίλειον της Θεσσαλονίκης. Του τελευταίου τούτου, ανηλίκου όντος, κηδεμών διωρίσθη ο κόμης Βλάνδρας ανήρ επιχειρηματίας και παλίμβουλος όστις μόλις έλαβε κατοχήν του βασιλείου, απεφάσισε να καταστήση αυτό ολοσχερώς ανεξάρτητον από του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως, και απεκδύων του στέμματος τον κηδεμονευόμενόν του, επιθέση αυτό επί την κεφαλήν του Γουλλιέμου, ο οποίος ένεκα της ηλικίας του ήτο αρμοδιώτερος να βαστάση τοιούτον φορτίον. Περιελθόντος του ενόχου αυτού σχεδίου εις γνώσιν του αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως, καθ’ όν χρόνον ούτος επανήρχετο εκ του κατά των Βουλγάρων πολέμου, ο Ερρίκος, καί τοι βαρέως χειμώνος όντος, κατηυθύνθη εις Θεσσαλονίκην, όπως προλάβη πάσαν ανταρσίαν· αλλ’ αφικομένω αυτώ εις Χριστούπολιν, ο διοικητής, εντολή του κόμητος, τω έκλεισε τας θύρας της πόλεως και απηγόρευσε συνάμα τοις κατοίκοις να δώσωσι τροφάς εις τον αυτοκρατορικόν στρατόν, όπερ ηνάγκασε τον αυτοκράτορα να τελέση τας εορτάς της του Χριστού γεννήσεως εκτός της πόλεως. Εκείθεν ο αυτοκράτωρ κατηυθύνθη προς την κοιλάδα των Φιλίππων, και αποδιοπομπούμενος να έλθη φανερώς εις ρήξιν προς τον κόμητα, προσεκάλεσεν αυτόν ίνα έλθη όπως συνομιλήσωσι περί της ενεστώσης καταστάσεως των πραγμάτων, αλλ’ εκείνος οχυρώσας την Θεσσαλονίκην έστειλε και εις Σέρρας Λομβαρδόν τινα καλούμενον Ωβερτίνον κύριον του Στίνα, ίνα οχυρώση και την πόλιν εκείνην (82).

Ο αυτοκράτωρ αναχωρήσας εκ Φιλίππων εστρατοπέδευσεν είς τι προ της Θεσσαλονίκης κείμενον μοναστήριον, εκείθεν δ’ έπεμψε τον Κόνωνα Πετούνην, τον Πέτρον δε-Λουαί και τον Νικόλαον δε-Μαλλή ίνα ζητήσωσιν από τον Βλάνδραν λόγον της διαγωγής του· αλλ’ εκείνος απεκρίθη μετ’ επάρσεως ότι ο τόπος κατεκτήθη τη ανδρεία των Λομβαρδών, και ότι κατά συνέπειαν, απηλλαγμένος ων πάσης ετέρας εξαρτήσεως, εις μόνον τον βασιλέα του οφείλει υποταγήν. Εν τούτοις οι απεσταλμένοι έπεισαν τον κόμητα Βλάνδραν να δεχθή εις συνέντευξιν τον αυτοκράτορα, υπό μόνων τεσσαράκοντα ιπποτών συνοδευόμενον· αλλά καθ’ ήν στιγμήν ο Ερρίκος εισήρχετο εις την πόλιν, εισορμήσας άπας ο στρατός αυτού συνεισήλθε, και τοιουτοτρόπως ο Βλάνδρας συλληφθείς εκρατήθη αιχμάλωτος μέχρις ού ήθελε παραδώσει τω αυτοκράτορι και τας πόλεις Σερρών και Χριστουπόλεως. Τότε η χήρα του μαρκησίου Βονιφατίου Μαργαρίτα προσελθούσα διεμαρτυρήθη ότι εναντίον της θελήσεως αυτής ο Βλάνδρας διωρίσθη κηδεμών του τέκνου της και ότι ο φόβος μόνον την είχεν εμποδίσει ν’ αντιστή προς την επανάστασιν· ο δε Ερρίκος όπως την πείση ότι ουδέποτε είχε πρόθεσιν να αφαιρέση από τον υιόν της το βασίλειον της Θεσσαλονίκης ανηγόρευσεν ιππότην τον νέον Δημήτριον και έστεψεν αυτόν κατά την ημέραν των Επιφανειών βασιλέα μετά πλείστης όσης επισημότητος (83).

Ο κόμης Βλάνδρας αιχμάλωτος ων παρητήθη μεν κατά το φαινόμενον της κηδεμονίας και της αντιβασιλείας, αλλά πράγματι διετήρησεν όλην την εξουσίαν αυτού παρά τοις διοικηταίς, οίτινες ήσαν πλάσματά του· διότι υποσχεθείς να παραδώση εις τον αυτοκράτορα τας δύο εκείνας πόλεις, έπεμψε κρυφίως προς τους διοικητάς αυτών διαταγήν να μη υπακούσωσιν, ει προσεκαλούντο να παραδοθώσι. Κατά συνέπειαν δεν εδέχθησαν τους επιτρόπους, οίτινες ήλθον να λάβωσι κατοχήν της πόλεως, ο δε Ερρίκος εξοργισθείς κατά της προδοσίας ταύτης, εστενοχώρησε πολύ πλέον τον Βλάνδραν, θέσας αυτόν υπό την επιτήρησιν του Κόνωνος Πετούνη, του Ανσώ δε-Καχιέ και του Βαλδουίνου Σοριέλ. Ο Ωβερτίνος, διοικητής των Σερρών, φοβούμενος μη δεν δυνηθή ν’ αντιστή προς τους στρατούς του αυτοκράτορος, έσπευσε να προσφέρη εις τον Βορύλαν την πόλιν, διαβεβαιών αυτόν ότι οι Γραικοί κάτοικοι ευχαρίστως απαλλασσόμενοι της των Φράγκων κυριότητος ήθελον υποβληθή εις την εξουσίαν αυτού. Αλλ’ οι κάτοικοι αγανακτήσαντες διότι ήθελε να τους κατακτήση συνενόχους της προδοσίας του και φοβούμενοι τας συνεπείας αυτής, προσεκάλεσαν τον αυτοκράτορα, όστις επελθών εκυρίευσεν άνευ αντιστάσεως την πόλιν (84).

Μετά την άλωσιν των Σερρών υπελείπετο η της Χριστουπόλεως. Ο Βλάνδρας ώμνυεν ότι δεν εξήρτητο παρ’ αυτού να υποτάξη την πόλιν ταύτην, εις τον αυτοκράτορα, αλλ’ απαταιών υπάρχων, ενώ αφ’ ενός διεμαρτύρετο κατά της αθωότητός του, αφ’ ετέρου απέστελλε προς τον φρούραρχον Χριστουπόλεως τον πιστόν φίλον του Πέτρον δε-Βίνην, εντελλόμενος προς αυτόν να μη παραδώση την πόλιν, και αν ακόμη υπ’ αυτού του ιδίου εγγράφως προσεκαλείτο. Ενώ ταύτα συνέβαινον ο Κόνων Πετούνης διετάχθη παραλαβών τον Βλάνδραν να μεταβή εις Χριστούπολιν επί τη ελπίδι ότι η παρουσία αυτού ήθελε συντελέσει εις την άμεσον παράδοσιν της πόλεως· αλλ’ επειδή επήλθε το αντίθετον αποτέλεσμα αφ’ ό,τι προσεδοκάτο, ο Κόνων μη έχων αρκούσας δυνάμεις όπως προσβάλη την πόλιν, συνομολόγησε μετά του φρουράρχου αυτής ημερών τινων ανακωχήν και απεσύρθη εις Δράμαν, ένθα οι Λομβαρδοί κύριοι του φρουρίου όντες νύκτωρ ελθόντες τον προσέβαλον και τον ηχμαλώτισαν μετά των στρατιωτών του. Οργισθείς κατά τοσούτων απιστιών ο Ερρίκος, αλύσεσι δεσμεύσας τον Βλάνδραν, έφερεν αυτόν εις Θεσσαλονίκην, ένθα τον παρέδωσεν εις χείρας της βασιλίσσης Μαργαρίτας, ήτις τον έρριψεν εις σκοτεινόν δεσμωτήριον μέχρις ού ήθελε διεξαχθή η δίκη του. Ταυτοχρόνως η φρουρά της Χριστουπόλεως αθετήσασα την ανακωχήν και επιδραμούσα ελήισε τας παρακειμένας χώρας. Τούτο μαθών ο Βαλδουίνος Σοριέλ, εξελθών της Δράμας επέπεσε κατά των Λομβαρδών και μετά αιματηράν συμπλοκήν τον μεν Πέτρον Βίνην και τον φρούραρχον Ραούλ ηχμαλώτισε, τους δε λοιπούς εφυγάδευσεν εις τα όρη, ένθα εγένοντο θύματα ελεεινά των χωρικών (85).

Ενώ δε ο αυτοκρατορικός στρατός διέλυεν εις Χριστούπολιν τας Λομβαρδικάς του Βλάνδρα ορδάς, ο Ερρίκος ελάμβανεν υπό του Ρολάνδου Πίσχη, κυρίου Πλαταμώνος, πόλεως κειμένης παρά τον Θερμαϊκόν κόλπον, επιστολάς δι’ ών εκείνος εζήτει επικουρίας όπως αντιστή κατά των επιθέσεων των οπαδών του Βλάνδρα. Ο Ερρίκος τω έπεμψε παραχρήμα τον Ανσώ δε-Καχιέ και τον Γουλλιέλμον δε-Σαιν μετά τριάκοντα ιπποτών προς βοήθειαν· αλλ’ ενώ ούτοι επορεύοντο, έμαθον καθ’ οδόν ότι, ο Πισχής συνθηκολογήσας μετά των Λομβαρδών ηνώθη μετ’ αυτών, όπως καταπολεμήση εκείνους οίτινες ήρχοντο προς βοήθειάν του. Ολίγοι όντες και μη δυνάμενοι να λάβωσιν επιθετικά μέτρα απεσύρθησαν εις Κίτρον, ένθα μετ’ ού πολύ ήλθε και ο Ερρίκος μετά πασών των δυνάμεών του και έπεμψε κατ’ αυτών τον Ανσώ δε-Καχιέ μέ τινας ίλας ιππικού. Οι Λομβαρδοί δειλιάσαντες εκ της αφίξεως του αυτοκράτορος, τω έπεμψαν πρεσβευτήν τον Ρολάνδον δε-Μαγχικούρ ίνα τω προτείνωσιν ειρήνην επί τω όρω ν’ αποφασισθή παρ’ επιτροπής Γάλλων και Λομβαρδών αν έπρεπεν ο Βλάνδρας να μένη αιχμάλωτος ή ελευθερωθείς να αναλάβη την του ανηλίκου Δημητρίου κηδεμονίαν. ο Ερρίκος άτοπον και αναξιοπρεπή την πρότασιν ταύτην ευρίσκων έπεμψε στρατόν επί την Χριστούπολιν, οι δε Λομβαρδοί καταλαβόντες την γέφυραν ποταμού τινος όν έμελλε να διέλθη ο αυτοκρατορικός στρατός, παρετάχθησαν εκεί όπως τω παρεμποδίσωσι την διάβασιν, αλλ’ ελθόντων των αυτοκρατορικών και μάχης αιματηράς συγκροτηθείσης, οι Λομβανδοί ηττηθέντες, υπεχώρησαν προς την πόλιν, ένθα πολιορκηθέντες, ηναγκάσθησαν να παραδοθώσιν επί τω όρω του ότι ήθελε του χαρισθή η ζωή. Μετά την μάχην ταύτην ο μεν Ερρίκος απεσύρθη εις Μύρα, συνεφωνήθη δε να συνέλθωσιν αντιπρόσωποι του τε αυτοκράτορος και των Λομβαρδών εν τη κοιλάδι της Θεσσαλονίκης, όπως συνομολογήσωσι συνθήκην επί όρων δι’ αμφοτέρους λυσιτελών· αλλ’ οι Λομβαρδοί, καί τοι συγκατατιθέντες εις τούτο, δεν ετήρησαν όμως ακολούθως τον λόγον των.

Ενώ ταύτα συνέβαινον εν Μακεδονία, ελθών προς τον αυτοκράτορα ο Όθων δε-λα-Ρος επεκαλέσατο την επικουρίαν αυτού όπως εκδιώξη από των Θηβών τους καταλαβόντας αυτάς Λομβαρδούς. Ολίγω δε ύστερον του Όθωνος ήλθε και ο Βιλλαρδουίνος μετά τεσσαράκοντα ιπποτών όπως εκθέση προς τον αυτοκράτορα τον κίνδυνον όστις ηπείλει τας εν Θεσσαλονίκη κτήσεις αυτού από τους οπαδούς του Βλάνδρα. Ο Ερρίκος επιθυμών να καταστρέψη εσαεί τας τοσούτον παρενοχλούσας αυτόν Λομβαρδικάς ορδάς, παραλαβών τον Βιλλαρδουίνον και ισχυρόν στρατιωτικόν σώμα, εξεστράτευσε κατά των Θηβών. Οι της πόλεως ταύτης φρούραρχοι Ωβερτίνος και Ραϊνόλδος κατά πρώτον μεν τω έκλεισαν τας πύλας· αλλά πολιορκηθέντες ηναγκάσθησαν να παραδοθώσιν, επί τω όρω του να προσαγάγη τον Βλάνδραν ο αυτοκράτωρ εις Θήβας όπως απολογηθή κατά των αποδιδομένων αυτώ κατηγοριών. Εις ταύτα επένευσεν ο αυτοκράτωρ, αλλ’ ο κατηγορούμενος ενώ ωδηγείτο εις Θήβας διαλαθών την προσοχήν των φυλάκων αυτού εδραπέτευσεν εις Εύβοιαν, ένθα ήρξατο τας κατά του Ερρίκου επιβουλάς αυτού, μελετών να τον καταστρέψη ή διά του σιδήρου ή διά του δηλητηρίου, όπερ ήθελε βεβαίως επιτύχει, ει μη ο της νήσου άρχων Ραβανός δε-λα-Κάρσερι διεκώλυεν αυτόν. Τας επιβουλάς ταύτας μαθών ο Ερρίκος, κατηυθύνθη εις Εύβοιαν όπως προσβάλη τον δραπέτην· αλλά μεσολαβήσαντος του Ραβανού, ο Βλάνδρας έτυχε της συγγνώμης του αυτοκράτορος και αναχωρήσας εις Ιταλίαν έπαυσε του να η αιτία τοσούτων δεινών εις αυτόν (86).

Ενώ ο Ερρίκος ήτο εις Θήβας, ο της Ηπείρου δεσπότης Μιχαήλ βλέπων μετά δυσαρεσκείας αυτόν εκτείνοντα την δύναμίν του τόσον πλησίον του κράτους του απεφάσισε να έλθη εις διαπραγματεύσεις περί ειρήνης μετά των Φράγκων, καθόσον μάλιστα επ’ εσχάτοις είχεν αποβάλλει και την πλουσίαν πόλιν Επίδαμνον. Πέμψας λοιπόν πρέσβεις εξέφρασε την επιθυμίαν του προς τον αυτοκράτορα, όστις αφ’ ετέρου θέλων εν τη ειρήνη να εύρη ανακούφισίν τινα, παρεδέχθη την πρότασιν του Μιχαήλ, και εν ταχθείση ημέρα οι δύο ηγεμόνες συνήλθον εν τη κοιλάδι της Θεσσαλονίκης όπως συνδιαλεχθώσι. Τούτου γενομένου, ο Μιχαήλ επρότεινε τον γάμον της θυγατρός αυτού μετά Ευσταθίου του κόμητος της Βολωνίας και αδελφού του Ερρίκου, προσφέρων αντί προικός το τρίτον του κράτους του και ομνύων πίστιν εις τον αυτοκράτορα. Του Ερρίκου παραδεχθέντος τας προτάσεις ταύτας, συνωμολογήθη η συνθήκη και ο γάμος εγένετο· αλλ’ η συμμαχία μικρόν διήρκεσε, το μεν διά τον επελθόντα θάνατον του Ευσταθίου μη καταλιπόντος τέκνα, το δε διά τον φιλοτάραχον του Μιχαήλ χαρακτήρα (87).

Μετά την απέλασιν του Βλάνδρα η αντιβασιλεία του κράτους της Θεσσαλονίκης και η κηδεμονία του Δημητρίου ανετέθησαν παρά του αυτοκράτορος εις την Μαργαρίταν, ήτις διά παπικής βούλας, κατά Απρίλιον του 1210 εκδοθείσης προς τον αρχιεπίσκοπον Ηρακλείας και τους επισκόπους Γαρδικίου και Θερμοπυλών, είχεν επιτύχει υπέρ εαυτής τε και υπέρ του υιού της και την του Πάπα προστασίαν. Αλλ’ ο αυτοκράτωρ ίνα παγιώση την δύναμιν αυτής και εξασφαλισθή περί της πίστεώς της, διώρισεν ένα βοηθόν εις την αντιβασιλείαν, όστις συμμετείχε της διοικήσεως εν τοις συμβουλίοις υπό το όνομα επιτρόπου του αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως εν τω βασιλείω της Θεσσαλονίκης. Κατά τον αυτόν χρόνον ο βασιλεύς των Βουλγάρων ειρηνεύσας μετά του αυτοκράτορος και θέλων να προσελκύση την φιλίαν αυτού, τω προέτεινε συμμαχίαν και συγγένειαν δι’ αγχιστείας. Η αυτοκράτειρα Αγνή είχε τέως αποθάνει εκ τοκετού, συναποθανόντος και του βρέφους ό εγέννησεν· ο Βορύλας λοιπόν, όστις δεν είχε ποσώς τέκνα, επρότεινεν εις τον Ερρίκον να νυμφευθή την θυγατέρα του προκατόχου του Ιωάννου· ιστορικοί δέ τινες αναφέρουσιν ότι και αυτός ενυμφεύθη την ανεψιάν του αυτοκράτορος και θυγατέρα του Πέτρου κόμητος του Ωξέρ, αλλά τούτο ουδόλως, φαίνεται, συνέβη. Εν τούτοις ο Ερρίκος ευρών αρεστάς τας προτάσεις του Βορύλα ενυμφεύθη την Βουλγαρίδα ηγεμονόπαιδα και οι Φράγκοι είδον επί του θρόνου καθεζομένην την θυγατέρα του θανασιμωτέρου εχθρού των (88).

Αλλ’ ήτο, φαίνεται, πεπρωμένον να μη έχη ο Ερρίκος ουδέ στιγμήν αναπαύσεως. Άρχων Κορίνθου και Άργους ήτο ο Θεόδωρος, όστις μετά μεγίστης δυσαρεσκείας έβλεπε τας προόδους των Φράγκων και την ειρήνην, ήν είχε συνομολογήσει μετ’ αυτών ο της Ηπείρου δεσπότης Μιχαήλ, παρ’ ού και μόνου, εδύνατο να προσδοκά βοήθειαν. Εγειτνίαζε δε με αυτόν ο Γουλλιέλμος Βίλλαρδουίνος, όστις θέλων να συμπεριλάβη εις τας κτήσεις του και την του Θεοδώρου χώραν, εξεστράτευσε κατ’ αυτού και πολιορκήσας τον ηνάγκασε να παραδοθή δι’ έλλειψιν τροφών· συνομολογήσας δε μετ’ αυτού συνθήκην του αφήρεσε την Κόρινθον, καταλιπών εις εκείνον μόνην του Άργους την κυριότητα (89).

Την εν Κορίνθω εγκατάστασιν των Φράγκων πληροφορηθείς ο Μιχαήλ και θεωρήσας ταύτην ως παράβασιν των συνθηκών, ανέλαβε τον πόλεμον και συλλαβών τον ανύποπτον διατελούντα κοντόσταυλον της Ρωμανίας μετά εκατόν Φράγκων ιπποτών και στρατιωτών, μετεχειρίσθη αυτούς βαρβάρως και ανηλεώς, διότι άλλους μεν εμαστίγωσεν, άλλους δε καθείρξε, τον κοντόσταυλον απηγχόνισε και έτερόν τινα εις υπηρεσίαν του αυτοκράτορος διατελούντα εξέδαρε ζώντα. Επειδή δ’ εγνώριζεν ότι οι στρατιώται του Ερρίκου εγόγγυζον κατά του ευτελούς μισθού των, προσείλκυσε προς εαυτόν πολλούς εκείνων το υποσχέσει μεγαλειτέρου μισθού, και τοιουτοτρόπως ήρξατο πολεμών τον αυτοκράτορα διά των ιδίων στρατιωτών του. Ο πάπας Ιννοκέντιος, πληροφορηθείς παρά του εν Κωνσταντινουπόλει εξάρχου αυτού την λειποταξίαν των στρατιωτών του αυτοκράτορος, εξεσφενδόνισε κεραυνοβόλον αφορισμόν κατ’ εκείνων, οίτινες συνετάσσοντο τοις Γραικοίς και τω απίστω και απανθρώπω αυτώ ηγεμόνι· αλλ’ οι της Ρώμης κεραυνοί ήσαν ανίσχυροι όπως διασκεδάσωσι μόνοι την καταιγίδα (90).

Εν τω μέσω της μήπω παγιωθείσης εισέτι τάξεως και ενώ ο αυτοκράτωρ ηγωνίζετο όπως αποσοβήση τους αδιαλείπτως γεννωμένους εχθρούς, οι Λατίνοι εκκλησιαστικοί δεν έπαυον εργαζόμενοι υπέρ της υλικής αναπτύξεως αυτών, ουχί μόνον προσηλυτίζοντες τους δυστυχείς Γραικούς, αλλά και παντοιοτρόπως προσπαθούντες να επαυξήσωσι τα εαυτών πλούτη. Από της ενάρξεως της βασιλείας του Ερρίκου, ο αυτοκράτωρ, οι βαρώνοι και οι διάφοροι ιππόται είχον συμφωνήσει να παραχωρήσωσι τη εκκλησία αντί της περιουσίας ήν αύτη εκέκτητο επί των Βυζαντινών αυτοκρατόρων, το δέκατον πέμπτον των ακινήτων κτημάτων όσα απέκτησαν, και το δωδέκατον των ζώων και των γεωργικών ειδών· εξηρείτο δε της διατάξεως ταύτης η πρωτεύουσα και το εμπόριον αυτής. Τας παραχωρήσεις ταύτας είχεν εγκρίνει και ο Πάπας, όστις υπέβαλε ποινήν αφορισμού εις πάντας όσοι δεν ήθελον τυχόν συμμορφωθή προς αυτάς· αλλ’ οι Φράγκοι εκκλησιαστικοί, ακόρεστοι εις τας αρπαγάς αυτών όντες και υπό πλεονεξίας ασυγγνώστου ελαυνόμενοι, έπειθον τους πιστούς των να προικίζωσι διά δωρητηρίων ή διά κληροδοτημάτων την εκκλησίαν με κτήματα και γαίας, και επειδή τα εκκλησιαστικά κτήματα ήσαν απηλλαγμένα πάσης συνεισφοράς ή άλλης υποχρεώσεως προς την πολιτείαν, το δε κυριώτερον οι κάτοικοι των τοιούτων κτημάτων εξηρούντο της στρατολογίας, συνέβαινεν ώστε η μεν εκκλησία οσημέραι επλούτει, το δε κράτος αδιαλείπτως επτώχυνε και εξησθένει. Τούτο βλέπων ο Ερρίκος εξέδωκε διάταγμα δι’ ού απηγορεύετο εις πάντας η επί οιωδήποτε τίτλω και λόγω παραχώρησις γαιών εις την εκκλησίαν είτε υπό ζώντων, είτε υπό θανόντων, ένιοι δε των ιπποτών προφασιζόμενοι ότι τα κτήματα άτινα ο κλήρος κατείχε, τω εδωρήθησαν μετά την έκδοσιν του διατάγματος, επέβαλον χείρα επ’ αυτών. Εμάνησαν οι του κλήρου ιδόντες την πράξιν ταύτην του αυτοκράτορος και σπεύσαντες κατήγγειλαν αυτόν εις τον Πάπαν ως εναγή και ιερόσυλον και ως παραίτιον της καταστροφής εκκλησίας κατά την Ανατολήν. Ο Πάπας λαβών τας επιστολάς των κληρικών προσεκάλεσε τον αυτοκράτορα ν’ ανακαλέση το ανόσιον εκείνο διάταγμα και εν παρακοή επέτρεπεν εις τους επισκόπους να προσβάλωσιν αυτόν τοις βέλεσι του πνεύματος· αλλά βλέπων ότι αι απειλαί του μικρόν έσχον αποτέλεσμα, διέταξε τους επισκόπους Γαρδικίου και Σήθωνος να κηρύξωσιν ότι η πράξις του αυτοκράτορος παραβλάπτουσα τα δικαιώματα της εκκλησίας, και άντικρυς αντιβαίνουσα προς το δίκαιον, ήτο άκυρος και ουδείς υπεχρεούτο να συμμορφωθή προς αυτήν. Ο Ερρίκος φοβούμενος τα σκάνδαλα άτινα, επιμένοντος αυτού, εδύναντο να επέλθωσι, και εκ σεβασμού προς την Αγίαν Έδραν, ετροποποίησε το πρώτον διάταγμα και τοιουτοτρόπως διεσκεδάσθη η μεταξύ αυτού και του Πάπα διένεξις (91).

Ολίγω μετά ταύτα επήλθεν ετέρα διαφωνία αφορμήν λαβούσα την αξίωσιν του κλήρου επί της πρωτοκαθεδρίας εν τη εκκλησία της Αγίας Σοφίας. Ο πατριάρχης Μοροζίνης ισχυρίζετο ότι εν ταις ιεροτελεστίαις όφειλε να κάθηται ένδον του βήματος, του αυτοκράτορος καθημένου εκτός· ούτος δε απήτει όπως κάθηται επί θρόνου εντός του βήματος έχων εκ δεξιών και εις θέσιν κατωτέραν τον Πατριάρχην· επειδή δε αι αξιώσεις αμφοτέρων εβασίζοντο επί των πρωτείων της εκκλησίας ή της πολιτείας, ο Πατριάρχης ανηνέχθη προς τον Πάπαν, όστις γράψας μετά δριμύτητος προς τον αυτοκράτορα, αφού απεδείκνυεν εκ διαφόρων ρήσεων της Γραφής το ιερατικόν αξίωμα υπέρτερον του βασιλικού, τον επέπληττε πώς διενοήθη να ταπεινώση τοσούτον τον Πατριάρχην της Κωνσταντινουπόλεως, εκ των πρωτίστων μελών της εκκλησίας όντα, ώστε να τω προσδιορίση ως θέσιν τους πόδας του θρόνου του. Επί του αντικειμένου τούτου τω παρετήρει ότι οι Γραικοί αυτοκράτορες είχον τον θρόνον των εν τη Αγία Σοφία εκτός του βήματος και έναντι του άμβωνος, κατά προτροπήν του Αγίου Αμβροσίου, όστις υπέδειξεν εις τον αυτοκράτορα Θεοδόσιον ότι εν τω βήματι δεν έπρεπε να εισέρχωνται ειμή οι εκ του κλήρου. (92) Ο αυτοκράτωρ μη θέλων να ενδώση προφασιζόμενος ότι οι Γάλλοι βασιλείς είχον τον θρόνον των εντός του βήματος, επέμενε, και αγνοούμεν τι ήθελε συμβή, ει μη ο επελθών κατά Ιούλιον του 1211 θάνατος του Πατριάρχου διέκοπτε την τοιαύτην έριν.

Ο θάνατος του Μοροζίνου εγέννησε νέους διαπληκτισμούς μεταξύ των Γάλλων και Ενετών διά την εκλογήν του διαδόχου αυτού. Οι Ενετοί εναντίον της αποφάσεως του Πάπα ότι το αρχιερατικόν αξίωμα δεν πρέπει να δίδηται κληρονομικώς, αλλά κατ’ αξίαν, και θέλοντες να διαιωνίσωσι την Πατριαρχείαν της Κωνσταντινουπόλεως εις το έθνος των, συνήχθησαν ένοπλοι και κατέλαβον την Αγίαν Σοφίαν, απαιτούντες εν ύβρεσι και απειλαίς όπως εκλεχθή διάδοχος του αποβιώσαντος ο πρεσβύτερος, εφημέριος του ναού τούτου, ομοεθνής των ων. Οι Γάλλοι διαμαρτυρηθέντες κατά της απρεπούς των Ενετών διαγωγής, εξελέξαντο κατ’ ιδίαν τρεις υποψηφίους, δηλονότι τον επίσκοπον Κρεμώνος, τον Πέτρον Καρδινάλιον του Αγίου Μαρκέλλου και τον ιερέα Ροβέρτον δε Γορξόν και ανέθηκαν εις τον Πάπαν την μεταξύ των τριών αυτών εκλογήν του ενός ως Πατριάχου. Τούτων δ’ ούτως εχόντων αμφότερα τα έθνη έπεμψαν πρέσβεις εις Ρώμην όπως εκθέσωσι τα δίκαια αυτών· ο δε Πάπας ακούσας τους πρέσβεις ηκύρωσε την παρ’ αμφοτέρων γενομένην εκλογήν ως αντικανονικήν και διέταξε νέαν κατά τους ειθισμένους τύπους. Κατά συνέπειαν της αποφάσεως ταύτης συνήλθον επανειλημμένως οί τε Ενετοί και οι Γάλλοι όπως προβώσιν εις την εκλογήν του Πατριάρχου, αλλά δεν ηδυνήθησαν να φθάσωσιν εις τελικόν αποτέλεσμα, διότι οι μεν πρώτοι εψήφισαν τον εξ Ενετίας καταγόμενον αρχιεπίσκοπον της Ηρακλείας, οι δε Γάλλοι τον εφημερίον Λουδοβίκον. Τοιουτοτρόπως αυτών μη προβάντων εις οριστικήν εκλογήν, ο Πάπας εξαπέστειλεν εις Κωνσταντινούπολιν τον νοδάρον αυτού και αποστολικόν γραμματέα Μάξιμον όπως εξομαλύνη το πράγμα· αλλ’ επειδή και ούτος ουδεμίαν εδυνήθη να φέρη θεραπείαν, ο Πάπας μετά τεσσάρων και ημίσεως έτους χηρείαν του Φραγκικού Πατριαρχικού της Κωνσταντινουπόλεως θρόνου διώρισε Πατριάρχην, ακυρώσας πάσας τας προγεγενημένας εκλογάς, εν έτει 1215,τον εξ Ετρουρίας Γερβάσιον (93).

Μέχρι τούδε οι Γραικοί, καίτοι εν ταπεινώσει και εξευτελισμώ διατελούντες, καίτοι βλέποντες την οικτράν κατάστασιν εις ήν η εθνική των εκκλησία είχε περιέλθει, υπέμενον όμως τα πάντα, διότι τουλάχιστον έλειπεν ο θρησκευτικός διωγμός, του ηπίου προσηλυτισμού απλώς διενεργουμένου· αλλά και η τελευταία αύτη παρηγορία εξέλιπεν από τινος και σκάνδαλον ενέσκηψεν επενεγκόν ταραχήν και θλίψιν άφατον εις τους δυστυχείς ορθοδόξους. Αποβιώσαντος του παπικού εξάρχου καρδιναλίου της Αγίας Σουσάννης, ανδρός συνετού και μετριοπαθούς, ο Πάπας έστειλε διάδοχον αυτού τον φανατικώτατον και εις ύψιστον βαθμόν μισορθόδοξον καρδινάλιον Πελάγιον, επίσκοπον Άλβης. Ο ανήρ ούτος, κούφος και μάταιος ων, επαιρόμενος δε επί τη αξία και τω βαθμώ αυτού, μετεχειρίζετο μεγαλοπρέπειαν ασυνήθη και γελοίαν, διότι ουχί μόνον αυτός από κεφαλής μέχρι ποδών ήτο πορφυροενδεδυμένος, αλλά και οι υπηρέται αυτού και τα σκεύη και οι χαλινοί των ίππων και τα εφίππια ήσαν πορφυρόχροα· τούτο δ’ ετάρασσε τους Γραικούς βλέποντας εις ποίον εξευτελισμόν περιήλθε το χρώμα εκείνο, όπερ άλλοτε μόνοι οι αυτοκράτορες των εδύναντο να φέρωσι. Μη αρκούμενος δε εις την ματαιότητα ταύτην ο παπικός έξαρχος διέπραξε βιαιοπραγίας αρρήτους κατά των Γραικών, ών τους ιερείς έρριψεν εις τα δεσμωτήρια και τας εκκλησίας έκλεισεν, αναγκάζων αυτούς επί ποινή θανάτου να εξομώσωσι το θρήσκευμά των και ομολογήσωσι την πνευματικήν υπεροχήν του Πάπα. Ο βίαιος ούτος τρόπος εξηρέθισε τους Γραικούς, οίτινες δραμόντες σωρηδόν εις τα ανάκτορα και πεσόντες προ των ποδών του αυτοκράτορος εβόων. «Ημείς μεν άλλου γεγονότες γένους και άλλον αρχιερέα έχοντες, εαυτούς τω κρατεί σου υπετάξαμεν, ώστε σωματικώς κατάρχειν ημών ου μην γε ψυχικώς και πνευματικώς. Σου μεν γαρ εν πολέμω υπερμαχείσθαι των αναγκαίων, των δ’ ημετέρων εκστήναι σεβασμάτων και θρησκευμάτων των αδυνάτων πάντων καθέστηκεν. Ήγουν λύσον ημίν τα υπελθόντα δεινά, ή άφες, ως ελευθέρους εν τοις ιθαγενέσιν αφίχθαι.» Ο αυτοκράτωρ εκτιμών τας μεμψιμοιρίας των υπηκόων του εδικαίωσεν αυτούς, και τους μεν ιερείς των εξήγαγεν εκ των ειρκτών, τας δε εκκλησίας των ήνοιξε, μηδόλως λαμβάνων υπ’ όψιν την λυσσώδη ορμήν του Πελαγίου (94).

Εν τω μεταξύ είχε λήξει η μετά του αυτοκράτορος της Νικαίας ανακωχή και ούτος, το μεν, άσπονδον κατά των Φράγκων μίσος τρέφων, το δε παροτρυνόμενος υπό των εκ Κωνσταντινουπόλεως κατά τον διωγμόν των ορθοδόξων παρ’ αυτώ καταφυγόντων ιερέων, ανέλαβε τον κατά του Ερρίκου αγώνα προσβάλλων και φονεύων τους εν τη Ασία διεσπαρμένους Φράγκους. Ταύτα πληροφορηθείς ο αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως, διαβάς μετά ισχυρού στρατού τον Ελλήσποντον και εις Τρωάδα και Μυσίαν διεκπεραιωθείς, ώδευσε προς τα όρια της Βιθυνίας, ένθα κατέλαβε το Ποιμανινόν και άλλας πόλεις μετ’ ασήμαντον αντίστασιν. Εις Λεντιανά όμως οι φρουρούντες έδειξαν μεγίστην ανδρίαν και επί τεσσαράκοντα ημέρας εδέησεν ο αυτοκράτωρ ν’ αναπτύξη όλην την στρατηγικήν αυτού ικανότητα όπως εκπορθήση την πόλιν· κύριος δ’ αυτής γενόμενος εθανάτωσε τον ανδρείον του Λασκάρεως αδελφόν Κωνσταντίνον, τον γαμβρόν αυτού Ανδρόνικον Παλαιολόγον και τον φρούραρχον Δερμοκαΐτην τους οποίους εθεώρει ως παραιτίους της μακροχρονίου εκείνης αντιστάσεως. Παραλαβών δε την της πόλεως φρουράν και κατατάξας εις τα ίδια τάγματα, έθηκεν επί κεφαλής αυτών τον στρατηγόν Γεώργιον Θεοφιλόπουλον, και αναθείς αυτώ την υπεράσπισιν πασών των εν Ανατολή κτήσεων της αυτοκρατορίας επανήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν (95).

Εν τούτοις ο Λάσκαρις αδυνατών ν’ αντιστή προς τους Φραγκικούς στρατούς έσπευσε να προτείνη προς τον Ερρίκον ειρήνην· ούτος δε όπως απαλλαχθή των εν τη Ασία περιπετειών και συγκεντρώση πάσας αυτού τας δυνάμεις κατά του δεσπότου της Ηπείρου Μιχαήλ, όστις εισβάλλων εις τας χώρας του τον παρηνώχλει, εδέχθη την ειρήνην, καθ’ ήν η μεν Μυσία περιήρχετο εις τας κτήσεις του αυτοκράτορος, άπασα δε η από Σάρδεων μέχρι Νικαίας χώρα συμπεριλαβανομένων εκτός της Περγάμου και Προύσσης, και πολλών άλλων πόλεων, έμενεν ως κτήμα του Λασκάρεως. Συγγραφείς τινές προσθέτουσιν ότι κατά την περίστασιν ταύτην ο Ερρίκος εξέδωκε τω Λασκάρει εις γάμον μίαν των ανεψιών του, θυγατέρα της αδελφής του Υολάνδης κομήσσης του Ωξέρ (96)· αλλά το τοιούτο δεν έχεται αληθείας. Εν τούτοις ο αυτοκράτωρ μένων ανενόχλητος, εκ της Ασίας, έστρεψε την προσοχήν προς τον δεσπότην της Ηπείρου και συναγαγών στρατόν αξιόμαχον παρεσκευάζετο να κατευθυνθή επ’ αυτόν, ότε επληροφορήθη ότι εκείνος απεβίωσε δολοφονηθείς εν τη κλίνη του υπό τινος των υπηρετών του (97).

Τον Μιχαήλ μη έχοντα τέκνα διεδέξατο εν τη δεσποτεία της Ηπείρου ο ανεψιός αυτού Θεόδωρος, ο του Ιωάννου Σεβαστοκράτορος υιός, ανήρ τολμηρός και γενναίος. Ούτος μόλις λαβών τας ηνίας της διοικήσεως, επιτεθείς κατά των Βουλγάρων, εκυρίευσε δυο πόλεις αυτών, τας Αχρίδας και το Πρίλαπον, προς δε κατέλαβε το τε Δυρράχιον και το Αλβανόν, άτινα ήσαν τιμάρια του κράτους, ανήκοντα τοις Ενετοίς. Ο Ερρίκος μαθών την εισβολήν ταύτην του Θεοδώρου ανεχώρησε μετά στρατού εκ Κωνσταντινουπόλεως όπως ανακτήση τας δύο εκείνας πόλεις, αλλ’ αφικόμενος εις Θεσσαλονίκην απεβίωσε τη 11 Ιουνίου 1216, το τεσσαρακοστόν πέμπτον της ηλικίας του έτος άγων.

Οι πλείστοι των ιστορικών, οι περί Ερρίκου πραγματευσάμενοι, έγραψαν ότι ούτος απεβίωσε δηλητηριασθείς, και οι μεν αποδίδουσι το κακούργημα εις την σύζυγον αυτού, εν τη καρδία της οποίας εκρύπτετο το άσπονδον μίσος, όπερ ο πατήρ της Ιωάννης τη ενέπνευσε κατά των Γάλλων, οι δε κατηγορούσι τους Γραικούς, εκδικουμένους αυτόν, δι’ όσους υπό του καρδιναλίου Πελαγίου υπέστησαν διωγμούς. Ανεξαιρέτως πάσης προλήψεως και εξ αυτής της αναγνώσεως των Βυζαντινών συγγραφέων κρίνοντες τον Ερρίκον, βλέπομεν αυτόν άνδρα γενναίον, ευθύν και αποφασιστικόν. Μόνη η γενναιότης δεν εξήρκει βεβαίως όπως περιάψη τιμήν είς τινα κατά τους ιπποτικούς εκείνους χρόνους, διότι πολλοί ήσαν οι γενναίοι (98), αλλ’ απητούντο αρεταί υπέρτεραι· δέον δε να ομολογήσωμεν επί τη μαρτυρία αυτών των συγχρόνων ιστοριογράφων, ότι ο Ερρίκος εκέκτητο ουχί μόνον στρατιωτικάς, αλλά και αστυκάς αρετάς, «Ούτος ο Ερρίκος, λέγει ο Γεώργιος Ακροπολίτης (99) πολλά πράγματα παρέσχε τοις Ρωμαίοις και αυτώ τω βασιλεί Θεοδώρω, ανδρείος ων και περί μάχας οξύρροπος» και αλλαχού. «Ο Ερρίκος, ει και φράγκος το γένος ετύγχανεν, αλλ’ ουν τοις Ρωμαίοις και ιθαγενέσι της Κωνσταντινουπόλεως ιλαρώτερον προσεφέρετο και πολλούς είχε τους μεν τοις μεγάλοις τούτου συντεταγμένοις, τους δε τοις στρατιώταις, το δε κοινόν πλήθος ως οικείον περιείπε λαόν.»

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΤΕΤΑΡΤΟΝ.

ΠΕΤΡΟΣ
Τρίτος Φράγκος αυτοκράτωρ της
Κωνσταντινουπόλεως
1217-1218.

Η εν τη Ανατολή Φραγκική κυριότης ωμοίαζε προς φυτόν ξένον, το oποίον θέλει τις να εγκλιματίση εις γην μη δεχομένην αυτό. Σαθράς τας βάσεις έχουσα και επομένως στερουμένη πάσης ζωτικότατος δεν εδύνατο εξ ιδίων να διατηρηθή, αλλά την ύπαρξιν αυτής συνεκέντρου εις τον άνδρα εκείνον όστις εκάθητο επί του θρόνου. Διά τούτο ο θάνατος του αυτοκράτορος Ερρίκου, ανδρός ανδρείου και ικανού, υπήρξε το προοίμιον της πτώσεως αυτής.

Συναισθανόμενοι την κατάστασιν ταύτην και οι βαρώνοι και μη θέλοντες να αφήσωσι το κράτος άνευ διοικήσεως, άτε του Ερρίκου αποβιώσαντος άνευ αρρένων, άμα επληροφορήθησαν τον θάνατον αυτού συνήλθον, και πρώτον μεν συνεστήσαντο προσωρινήν αντιβασιλείαν, όπως έπραξαν και κατά την αιχμαλωσίαν του Βαλδουίνου, προσκαλεσάμενοι δε και τους απόντας βαρώνους Γάλλους, ήρξαντο επομένως σκεπτόμενοι ποίον να εκλέξωσι κατάλληλον διάδοχον του Ερρίκου. Δύο δ’ υπέρ πάντας τους άλλους εκρίθησαν προς τούτο αρμοδιώτεροι, ο Πέτρος κόμης του Κουρτεναί και ο βασιλεύς της Ουγγαρίας Ανδρέας (100).

Ο Πέτρος κόμης του Κουρτεναί ήτο υιός Πέτρου του της Γαλλίας και εγγονός του βασιλέως Λουδοβίκου του Χονδρού, κατά συνέπειαν δε πρώτος εξάδελφος του τότε βασιλεύοντος των Γάλλων Φιλίππου Αυγούστου. Ο πατήρ αυτού νυμφευθείς την Ισαβέλλαν, κυρίαν του Κουρτεναί και της Μοντάργης, προσέθηκε διά του γάμου του τας δύο ταύτας κομητείας εις τας οικογενιακάς του κτήσεις, αυτός δε ο ίδιος νυμφευθείς την Αγνήν, θυγατέρα και κληρονόμον του Γουή, κόμητος του Νεβέρ, απήλαυσε την κυριότητα των κομητειών Ωξέρου και Τοννέρης διά συμβολαίου, συνταχθέντος κατά Μάιον του 1199, συνεπεία του οποίου μετά τον εν έτει 1215 επελθόντα θάνατον του γαμβρού αυτού Φιλίππου της Φλάνδρας εγένετο αυτός κόμης και μαρκήσιος του Ναμούρ. Εκ της Αγνής έσχε μίαν θυγατέρα καλουμένην Μαχώτην, ήν, διά συμβάσεως γενομένης τη μεσολαβήσει του βασιλέως Φιλίππου Αυγούστου, κατόπιν πολέμου επελθόντος μεταξύ αυτού και του Ερβαίου δε-Δονζύ, κυρίου της Κόσνης και του Γιένου, καθ’ ήν ο Πέτρος, τη 3 Αυγούστου 1199, έπεσεν αιχμάλωτος εις χείρας του ρηθέντος Ερβαίου, ενύμφευσε με αυτόν. Αποθανούσης δε της πρώτης αυτού συζύγου Αγνής, ο Πέτρος ήλθεν εις δεύτερον γάμον με Υολάνδην, αδελφήν των πρώτων της Κωνσταντινουπόλεως αυτοκρατόρων Βαλδουίνου και Ερρίκου εξ ής έσχε τρείς υιούς και πολλάς θυγατέρας, ών η μία καλουμένη, ως και η μήτηρ της Υολάνδη, συνεζεύχθη τω βασιλεί της Ουγγαρίας Ανδρέα. Ήτο λοιπόν ο Πέτρος εκ της συζύγου αυτού γαμβρός των δύο Φράγκων αυτοκρατόρων του Βυζαντίου, και επειδή η μνήμη, αμφοτέρων τούτων ήτο παρά τοις Φράγκοις σεβαστή, έστρεψαν, θανόντος του Ερρίκου, τα βλέμματά των προς αυτόν (101).

Αλλά την πλειοψηφίαν των εκλογέων είχεν ο της Ουγγαρίας βασιλεύς Ανδρέας, ανεψιός εκ της γυναικός αυτού των δύο αυτοκρατόρων, διότι ήτο ανήρ δεδοκιμασμένης γενναιότητος και πείρας, ικανός δε ου μόνον να διατηρήση, αλλά και να επαυξήση το κράτος του. Άλλως τε διά της συνενώσεως της Ουγγαρίας μετά του Βυζαντίου υπό ένα μονάρχην έμελλον να διπλασιασθώσιν αι δυνάμεις του κράτους (102).

Πριν ή αποφασίσωσιν οι βαρώνοι περί της εκλογής αυτού, εθεώρησαν καλόν να τον προειδοποιήσωσι περί του σκοπού, όν είχον, και να πληροφορηθώσιν αν εκλεγόμενος εδέχετο το στέμμα, παρορωμένον των δικαιωμάτων του πενθερού του Πέτρου. Ο Ανδρέας ητοιμάζετο κατά την εποχήν εκείνην να εκστρατεύση προς κατάκτησιν της Αγίας Γης· συνεβουλεύθη λοιπόν ερωτώμενος υπό των εν Κωνσταντινουπόλει εκλογέων τι εσκόπει, περί του πρακτέου τον Πάπαν Ονώριον Γ’, όστις διεδέξατο επί του παπικού θρόνου, τον τη 16 Ιουλίου 1216 αποβιώσαντα Iννοκέντιον Γ’. o δε Ονώριος τον συνεβούλευσε να μη παραιτήση την εκπλήρωσιν της ευσεβούς ευχής ήν εποίησε του να ελευθερώση την Αγίαν Γην, διότι η επιτυχία της επιχειρήσεως εκείνης ήθελε τω περιάψει δόξαν λαμπροτέραν και μονιμωτέραν ή το της Κωνσταντινουπόλεως στέμμα. Είτε λοιπόν διότι ο Πάπας τον συνεβούλευσεν ούτως, είτε διότι φύσει ευσεβής και δίκαιος ων δεν ηνέχετο να θυσιάση εις την φιλοδοξίαν του τα επί του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως δικαιώματα του πενθερού του, στενωτέρου συγγενούς των αποβιωσάντων αυτοκρατόρων όντος, ο Ανδρέας απέρριψε την γενομένην αυτώ υπό των βαρώνων πρότασιν, και τοιουτοτρόπως εκείνοι αναγκασθέντες έπεμψαν πρέσβεις προς τον Πέτρον κόμητα του Κουρτεναί, προσφέροντες αυτώ το στέμμα, και προσκαλούντες τον να σπεύση όσω τάχιον εις Κωνσταντινούπολιν ίνα λάβη τας ηνίας του κράτους (103).

Βεβαίως η προσφορά αύτη δεν ήτο μικρού λόγου αξία· αποδεξάμενος λοιπόν ο Πέτρος το στέμμα, ήρξατο ποιών τας αναγκαίας προς αναχώρησιν προπαρασκευάς, και πρώτον εστρατολόγησε πεντακισχιλίους και πεντακοσίους λογάδας πεζούς τε και ιππείς όπως τον συνοδεύσωσι καθ’ οδόν και ενισχύσωσι τας δυνάμεις του κράτους του· εις δε την πολυάριθμον ταύτην συνοδείαν προσετέθη ο γαμβρός αυτού Γουλλιέλμος, κόμης του Σανσέρ μετά εκατόν εξήκοντα ιπποτών και πολλών ευγενών Γάλλων, όπως δ’ επαρκέση εις τας δαπάνας του ταξειδίου του ο Πέτρος υπεθήκευσεν εις τον γαμβρόν αυτού Ερβαίον δε-Δονζύ την κομητείαν της Τοννέρης και τα κτήματα του Κρουζή επί τω όρω αν απέθνησκεν εντός έξ ετών, αι κτήσεις αύται να μένωσιν εσαεί υπό την κυριότητα του Ερβαίου και των διαδόχων του, αν δ’ επανέλθη παρελθόντων των έξ ετών, να τω επιστρέφωνται ισοβίως. Όλως δε απησχολημένος εις τα σχέδια και την δόξαν, ήν συνήθως γεννά η αρχή μεγάλης εξουσίας, ανεχώρησεν εκ Γαλλίας μετά της συζύγου και τεσσάρων θυγατέρων του, καταλιπών εις Ναμούρ τους δύο υιούς του Φίλιππον και Ροβέρτον, και εισήλθεν εις Ιταλίαν, αρχομένου του έτους χιλιοστού διακοσιοστού δεκάτου εβδόμου (104).

Διερχόμενος εκ Βολωνίας ο Πέτρος κατέλυσεν εις τον οίκον του Λαβερτίνη και δυνάμει της αυτοκρατορικής εξουσίας προεβίβασεν εις το ιπτοτικόν αξίωμα τον Γουήν Λαμβέρτην και δύο ετέρους ευγενείς Βολωνούς, τον Λουδοβίκον δηλονότι Ραμπώνα και τον Τέσταν Πέτρον· αφίκετο δε εις Ρώμην μετά της συνοδείας του κατ’ Απρίλιον μήνα και εγένετο δεκτός εν αυτή παρά τε του Πάπα, του κλήρου και του Ρωμαϊκού λαού, μεθ’ απάσης της οφειλομένης εις τον βαθμόν και την γέννησιν αυτού τιμής. Εν πρώτοις ητήσατο μετ’ επιμονής παρά του Ονωρίου Γ να στέψη αυτόν τε και την σύζυγόν του Υολάνδην αυτοκράτορας Κωνσταντινουπόλεως· αλλ’ ο Πάπας αντέστη εις την αίτησιν ταύτην λόγω μεν διότι δεν ήθελε να διεκδικήση δικαίωμα ανήκον ανέκαθεν εις τον της Κωνσταντινουπόλεως Πατριάρχην και το οποίον και επ’ εσχάτοις επεκύρωσεν εις τον Θωμάν Μοροζίνην ο προκάτοχος αυτού Ιννοκέντιος, πράγματι δε διότι εφοβείτο μη διά της στέψεως επικυρώση και νομιμοποιήση τας αξιώσεις, άς οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες είχον τηρήσει επί της Ρώμης και της δυτικής αυτοκρατορίας. Εν τούτοις εκβιασθείς από τας εκλιπαρήσεις του κόμητος και των μεσολαβησάντων φίλων του, επείσθη τέλος ν’ εκπληρώση την επιθυμίαν του· αλλ’ όπως προλάβη τας συνεπείας ηρνήσατο να τελέση την της στέψεως τελετήν εντός της Ρώμης (105).

Χρονογράφος τις της εποχής εκείνης (106) ιστορεί ότι τας δυσχερείας ταύτας περί την στέψιν του Πέτρου προυκάλεσεν ιδίως ο Ουλοίχος, αββάς του Αγίου Γιλλίου εν Ελβετία και πρεσβευτής του αυτοκράτορος Όθωνος εν Ρώμη, όστις ουχί μόνον αντέστη όπως ο Πάπας στέψη τον νέον αυτοκράτορα εντός του ναού του Αγίου Πέτρου, λέγων ότι ούτος δεν ηδύνατο να τω προσφέρη στέμμα αυτοκρατορικόν άνευ της συγκαταθέσεως του Όθωνος, όν ως πρέσβυς αντιπροσώπευεν, αλλά και μια των ημερών, ελθόντας του Πέτρου προς επίσκεψιν του Πάπα, ενώ πάντες οι παρατυρόντες καρδινάλιοι και ευγενείς έσπευσαν να τω προσφέρωσι πάσας τας τιμάς, ο Ουλρίχος εκεί εντυχών ουδεμίαν τιμήν τω προσέφερεν, μάλιστα δε ουδέ τα βλέμματα να στρέψη προς τον εισελθόντα Πέτρον κατεδέχθη περιφρονών αυτόν. Εντούτοις ο Πέτρος και η σύζυγος αυτού Υολάνδη, εστέφθησαν τη 9 Απριλίου 1217 υπό του Πάπα μεθ’ όλης της επισημότητος αυτοκράτορες της Κωνσταντινουπόλεως εν τη εκτός των τειχών της Ρώμης εκκλησία του Αγίου Λαυρεντίου, εξ ης έμελλον να εισέλθωσιν εις την πόλιν φέροντες το στέμμα επί την κεφαλήν και μετά μεγίστης παρατάξεως, ει μη ο Ουλρίχος επιμόνως ανθιστάμενος διεκώλυεν αυτόν (107). Μετά το τέλος της στέψεως, καθ’ ήν παρήν ο Γουλιέλμος μαρκήσιος της Μοντφεράτης, ο νέος αυτοκράτωρ παρέχων αυτώ δείγμα ευνοίας και τιμής, τω απένειμεν επ’ ονόματι αυτού και ως φύλαξ και κηδεμών Δημητρίου του αδελφού του, το βασίλειον της Θεσσαλονίκης και άλλας γαίας, οποίας είχον παραχωρήσει εις τον μαρκήσιον Βονιφάτιον οι αυτοκράτορες Βαλδουίνος και Ερρίκος· αφ’ ετέρου ο Πάπας, επόμενος τω παραδείγματι του προκατόχου του Ιννοκεντίου, τον κατέστησε προστάτην του νεαρού αυτού ηγεμόνος, ως και της μητρός του αυτοκρατείρας Μαργαρίτας, ή έδωκε το προνόμιον του να μη δύνηται να αφορισθή παρ’ ετέρου επισκόπου εκτός του Πάπα. Έγραψε δε τρεις ημέρας μετά την στέψιν και προς τον Πατριάρχην Γερβάσιον, λέγων αυτώ ότι καί τοι ηναγκάσθη να στέψη τον κόμητα ενδίδων εις τας θερμάς αυτού εκλιπαρήσεις και επιθυμών να παγιώση την εξουσίαν αυτού, ήν άλλως εδύναντο να διαμφισβητήσωσί τινες, μη ευαρεστηθέντες τυχόν εις την εκλογήν του, κατ’ ουδέν όμως ηννόει να προσβάλη τα δικαιώματα άτινα εκέκτηντο οι της Κωνσταντινουπόλεως Πατριάρχαι κατά τοιαύτας περιστάσεις (108).

Παρελθουσών εννέα ημερών μετά την στέψιν, ο Πέτρος ανεχώρησεν εκ Ρώμης μετά της συζύγου, των θυγατέρων και απάσης της συνοδείας αυτού, ή προσετέθη και ο καρδινάλιος Ιωάννης Κολόνας, αποστελλόμενος υπό του Πάπα εξαρχής αυτού παρά τη αυλή της Κωνσταντινουπόλεως. Αφικόμενος εις Βρίνδισι, επέβη επί του Ενετικού στόλου, τον οποίον η Ενετία τω είχεν ετοιμάσει όπως τον μεταφέρη εις Ανατολήν, ανθ’ ού, ο Πέτρος υπεσχέθη να πλεύση μετά των στρατιωτών αυτού εις Ήπειρον και κυριεύσας το Δυρράχιον όπερ, ως εν τοις προηγουμένοις είπομεν, κατέλαβεν ο της Ηπείρου δεσπότης Θεόδωρος, αποδώση αυτό τη Δημοκρατία. Αποστείλας λοιπόν την σύζυγον και τας θυγατέρας αυτού κατ’ ευθείαν εις Κωνσταντινούπολιν, αυτός μετά του στρατού του απέβη πλησίον του Δυρραχίου και ελθών επολιόρκησεν αυτό· αλλ’ η πολιορκία της πόλεως ταύτης τω επήνεγκε την καταστροφήν του και έρριψεν από της κεφαλής του το στέμμα πριν ή φθάση έτι εις Κωνσταντινούπολιν.

Περί της αποτυχίας ταύτης και της επελθούσης τω Πέτρω καταστροφής πολλαί παρά των ιστορικών εκφέρονται γνώμαι. Τινές ιστορούσιν ότι ενώ επολιόρκει το Δυρράχιον, εξόδου ποιησαμένης της φρουράς, συνελήφθη παρ’ αυτής και απήχθη αιχμάλωτος· έτεροι, ότι έπεσε πολεμών. Άλλοι αφηγούνται, ότι ο Θεόδωρος προσποιηθείς ότι μέλλει να παραδοθή, παρέσυρε τον Πέτρον μετά ολιγαρίθμου συνοδείας προς την πόλιν και εκεί τον εφόνευσεν· αλλά τας δύο ταύτας τελευταίας εξιστορήσεις διαψεύδουσιν αυταί αι επιστολαί του Ονωρίου, όστις γράφων προς τους βασιλείς και ηγεμόνας, παροτρύνει αυτούς ν’ αναλάβωσι την απελευθέρωσιν του αυτοκράτορος και του εξάρχου Κολώνα· ώστε πιθανώτερον έστι το εξής. Ο Πέτρος μετά πολυήμερον και επιζήμιον πολιορκίαν του Δυρραχίου αναγκασθείς να λύση ταύτην απεφάσισε να μεταβή διά ξηράς εις Κωνσταντινούπολιν, διερχόμενος τας χώρας του Θεοδώρου και το βασίλειον της Θεσσαλονίκης· αλλά μόλις περιεπλέχθη εις τα όρη της Αλβανίας, προσεβλήθη πανταχόθεν υπό των Γραικών, οίτινες και τας τροφάς του απέκοψαν και τον στρατόν του εδεκάτιζον. Εις τοιαύτην δεινήν θέσιν τω Πέτρω ευρισκομένω και υπό της ασιτίας κινδυνεύοντι να αποθάνη, μόνον μέσον τω απελείπετο ο πόλεμος, τον οποίον όμως ο Θεόδωρος απέφευγε, φρονών ότι εδύνατο να καταστρέψη τους εχθρούς, χωρίς αυτός ουδέν να κινδυνεύση ή να ζημιωθή. Προσεποιήθη λοιπόν ότι επιθυμεί να έλθη εις συμβιβασμόν μετά του αυτοκράτορος και προς τούτο απηυθύνθη προς τον έξαρχον όπως δι’ αυτού επέλθη ο συμβιβασμός. Μετά πολλάς διαπραγματεύσεις συνεφωνήθη να επιτραπή εις τον Πέτρον και τον στρατόν αυτού η διά των χωρών του Θεοδώρου διάβασις, χωρίς ούτος κατ’ ουδέν να τον παραβλάψη, αλλά τουναντίον ανεδέχετο να τω παράσχη και τας αναγκαίας διά τον στρατόν του τροφάς. Αρχαίος τις Χρονογράφος παρά Δουκαγγίω (109) αναφέρει ότι μεταξύ των άρθρων της συνθήκης υπήρχε και έν, διά του οποίου υπεχρεούντο οι Γάλλοι να παραδώσωσι τα όπλα των εις τον Θεόδωρον, ού γενομένου, ούτος συνέλαβε τον αυτοκράτορα, τον παπικόν έξαρχον, τον κόμητα του Σανσέρ και τους λοιπούς ευγενείς· αλλά τούτο δεν φαίνεται πιστευτόν. Έτεροι τέλος ιστορικοί λέγουσιν ότι ο αυτοκράτωρ και οι επισημότεροι της συνοδείας του, προσβληθέντες μετά την συνομολόγησιν της ειρήνης εις συμπόσιον, συνελήφθησαν, και ότι οι στρατιώται αυτού, ανύποπτοι επίσης διατελούντες ένεκα της συνθήκης, προσβληθέντες εξαπίνης υπό του Θεοδώρου, ηχμαλωτίσθησαν και οι μεν εκλείσθησαν εις τας φυλακάς οι δε, εν τοις όρεσιν εκτεθέντες, κακώς εξεμέτρησαν το ζην (110).

Το δυστύχημα τούτο γνωστόν γενόμενον προυξένησε, την αλγεινοτέραν εντύπωσιν εις τε την Κωνσταντινούπολιν και εις Ευρώπην· ο δε Πάπας εθλίβη καιρίως διά την αιχμαλωσίαν μάλιστα του εξάρχου αυτού. Έγραψε λοιπόν περί τούτου προς τον Θεόδωρον, ως περί πράξεως ιεροσύλου, απειλών αυτόν, με όλους τους κεραυνούς της ανθρωπίνης και θείας εκδικήσεως, αν δεν ηλευθέρου παραχρήμα τον έξαρχον· το δε περίεργον ότι εν τη επιστολή του εκείνη ουδεμίαν εποιείτο μνείαν του αυτοκράτορος, ίσως διά να μη ελαττώση την ισχύν των απειλών, διανέμων αυτάς μεταξύ δύο αντικειμένων. Απηυθύνθη δε συνάμα προς τον γαμβρόν του αιχμαλωτισθέντος Πέτρου, τον βασιλέα της Ουγγαρίας, εξορκίζων αυτόν να μετέλθη τα πάντα, προς σωτηρίαν του πενθερού του και απειλήση τον Θεόδωρον ότι ήθελε τον προσβάλλει μεθ’ όλου του στρατού, όν ητοίμαζε διά την εκστρατείαν της Αγίας Γης. Δεν έπαυσε δε ταυτοχρόνως, προσκαλών εις βοήθειαν της Αγίας Έδρας και του παθόντος αυτοκράτορος, τους ηγεμόνας της Ελλάδος, και τους Γάλλους αρχιεπισκόπους και επισκόπους, οίς επέταξε να προκηρύξωσι νέαν σταυροφορίαν υπό τας διαταγάς του Ροβέρτου. Ο Πάπας ουδέν μέσον αμελών έπεμψε και προς τον δεσπότην Θεόδωρον τον επίσκοπον Κρότωνος καί τινα ερημίτην, καλούμενον Ευφραίμ, όπως υποδείξωσιν αυτώ την καταιγίδα, ήν προυκάλει ασυνέτως. Και όντως ο Θεόδωρος ιδών τον επικείμενον κίνδυνον, ως μόνον μέσον όπως τον αποσοβήση έκρινε το να προσοικειωθή τον Πάπαν, δι’ όπερ συνωμολόγησε κατά Ιαννουάριον του 1218 συνθήκην, δυνάμει της οποίας υπεχρεούτο ν’ απαλλάξη της ειρκτής τον έξαρχον και αναγνωρίση την πνευματικήν υπεροχήν του Πάπα. Τοιουτοτρόπως ούτος αναλαβών υπό την προστασίαν αυτού τον Θεόδωρον απηγόρευσεν εις τους Ενετούς και τους μετ’ εκείνων συνασπισθέντας σταυροφόρους επί ποινή αφορισμού πάσαν κατά του της Ηπείρου δεσπότου προσβολήν και απέτρεψε νέας συμφοράς, αίτινες μετά της νέας σταυροφορίας ήθελον ενσκήψει επί των δυστυχών Γραικών της Ανατολής (111).

Εν τη γενομένη ταύτη μεταξύ Ονωρίου και Θεοδώρου συνθήκη ουδόλως μνημονεύεται το όνομα του αυτοκράτορος Πέτρου, εξ ού υπέθεσάν τινες ότι ούτος δεν έζη πλέον, μαρτυρία προς τούτο χρώμενοι και τω Ακροπολίτη λέγοντι (112) «Νικώσι γουν κατά κράτος οι του Κομνηνού Θεοδώρου το των Λατίνων στράτευμα ως πάντας άρδην δεσμώτας ποιήσαι συν πάσι σκεύεσι και αυτόν δε τον βασιλέα Πέτρον έργον μαχαίρας γενέσθαι.» Αλλά ο βίος του ατυχούς αυτοκράτορος φαίνεται ότι παρετάθη και μετά την αιχμαλωσίαν. Χρονογράφος τις ιστορεί ότι ο Θεόδωρος συλλαβών τον τε Πέτρον και τον καρδινάλιον απεφάσισε να φονεύση αμφοτέρους· αλλ’ αναλογισθείς ότι ο φόνος αυτών εδύνατο να προκαλέση γενικόν κατ’ αυτού των Φράγκων συνασπισμόν, ενώ, αν τους διετήρει ζώντας, ήθελεν αναγκάσει αυτούς διά πάσης θυσίας να αιτήσωσι την απελευθέρωσίν του, δεν επραγματοποίησε τους φονικούς αυτού σκοπούς, αλλά μεταχειρισθείς τον έξαρχον φιλανθρώπως, κατέκλεισεν εις φυλακήν τον αυτοκράτορα, ένθα ούτος μετ’ ολίγας ημέρας απεβίωσεν εκ θλίψεως (113)

Εν τούτοις οι Ενετοί κωλυόμενοι υπό του Πάπα να προσβάλωσι τον Θεόδωρον, συνωμολόγησαν μετ’ αυτού πενταετή ανακωχήν, ο δε καρδινάλιος Κολώνας, λυτρωθείς της φυλακής, μετέβη εις Κωνσταντινούπολιν ένθα ανέλαβε τα καθήκοντα αυτού. Ήλθε μετ’ ου πολύ εις έριδας προς Γοδοφρέδον τον πρίγγιπα της Αχαΐας και Όθωνα τον κύριον των Αθηνών, οίτινες κατέλαβον κτήματά τινα, ανήκοντα τη εκκλησία. Ούτοι αφορισθέντες υπό του καρδιναλίου, ανεγέρθησαν προς τον Πάπαν, όστις κατά πρώτον μεν εδικαίωσεν αυτούς και σφοδρώς επετίμησε τον καρδινάλιον ως καταχρώμενον της εξουσίας του, αλλά γνους οψιαίτερον την απάτην του, εδικαίωσε τον έξαρχον και επεκύρωσε τον αφορισμόν, εις όν υπέβαλεν εκείνος τον Γοδοφρέδον και τον Όθωνα (114).

Κατά την απουσίαν του Πέτρου η διοίκησις του κράτους εν Κωνσταντινουπόλει ενηργείτο υπό της αυτοκράτειρας Υολάνδης, ήτις όμως μικρόν επέζησε μετά τον θάνατον του συζύγου αυτής. Περί της βασιλείας της ουδέν άλλο γνωρίζομεν, ή ότι επεκύρωσε την επί πέντε έτη γενομένην πρότερον συνθήκην μετά του Λασκάρεως και όπως συσφίγξη τους μεταξύ της αυτοκρατορίας της Νικαίας και της του Βυζαντίου δεσμούς, εξέδωκεν αυτώ εις γάμον την τριτότοκον θυγατέρα της Μαρίαν. Απεβίωσε δε η Υολάνδη ολίγον μετέπειτα, εν έτει 1219, καταλιπούσα εκ του συζύγου αυτής Πέτρου ένδεκα τέκνα, ών τέσσαρα άρρενα, τον Φίλιππον, κόμητα του Ναμούρ, τον Ροβέρτον, όστις διεδέξατο τον πατέρα του επί του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως, τον Ερρίκον, όστις εγένετο μετά τον Φίλιππον κόμης του Ναμούρ, και τον Βαλδουίνον, όν έτεκε μόλις εν Κωνσταντινουπόλει ελθούσα, και επτά θυγατέρας, ών η πρώτη Υολάνδι ενυμφεύθη τον Ανδρέαν βασιλέα της Ουγγαρίας, η δευτέρα Αγνή, τον Γοδοφρέδον πρίγγιπα της Αχαΐας, η τρίτη Μαρία τον Λάσκαριν αυτοκράτορα Νικαίας, η τετάρτη, Μαργαρίτα, τον κόμητα του Βιανδέμ, η πέμπτη, Ισαβέλλα, εις πρώτον μεν γάμον τον Γοσέρον, κόμητα Βαρσουρσέης, εις δεύτερον δε τον Εύδον δε-Μονταιγού, η έκτη, Σίβυλλα, εγένετο μοναχή, και η εβδόμη τέλος, ής το όνομα διατελεί άγνωστον, ενυμφεύθη τον Ραούλ, κύριον του Ισουδούμ (115).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΕΜΠΤΟΝ.

ΡΟΒΕΡΤΟΣ
Τέταρτος Φράγκος αυτοκράτωρ της
Κωνσταντινουπόλεως
25 Μαρτίου 1221-1228.

Τρεις μέχρι τούδε αυτοκράτορος προσέφερεν η Δύσις προς την Ανατολήν, και των τριών το τέλος υπήρξεν οικτρόν και επώδυνον. Την καταδυνάστευσιν, την βίαν, την αρπαγήν προσέφερεν η Δύσις, την αιχμαλωσίαν, το δηλητήριον, τον θάνατον ανταπέδωκεν η Έω. Οι Ευρωπαίοι ιστοριογράφοι, οι περί της Φραγκικής εν Κωνσταντινουπόλει κυριαρχίας πραγματευσάμενοι, εκάκισαν πικρώς τους Γραικούς, και εν τη αγανακτήσει αυτών διά τα των ομοφύλων παθήματα, δεν έλειψαν να τοις προσάψωσι τας φαυλοτέρας προσωνυμίας· αλλ’ αν μέμφωνται εκείνοι έθνος, όπερ κατ’ ουδέν άλλο έπταισεν αυτοίς ειμή ότι προσεπάθησε διά παντοίων μέσων, έστω και ουχί τόσω επιζήλων, ν’ αποτινάξη τον βαρύν ζυγόν ανδρών αλλοφύλων και αλλοθρήσκων, τι δύνανται άρα και οι Γραικοί να είπωσι περί εκείνων, οίτινες επιδραμόντες δίκην ληστών εις τας χώρας αυτών, έθυσαν, εδήωσαν, ελαφυραγώγησαν και εξηνδραπόδισαν πλήθη όλα χριστιανών, μεθ’ ών κοινόν είχον ουδέν άλλο πλην ή του βαπτίσματος;

Μετά την αποβίωσιν της Υολάνδης, την οποίαν εν τω τάφω παρηκολούθησε μετ’ ου πολύ ο Πατριάρχης Γερβάσιος, η διαδοχή του θρόνου κατά δίκαιον ώφειλε να περιέλθη εις τον πρωτότοκον του Πέτρου υιόν Φίλιππον, όστις διέμενεν εις Γαλλίαν άρχων του Ναμούρ. Τούτου ένεκα, άμα εγένετο γνωστός εν Κωνσταντινουπόλει ο θάνατος του Πέτρου, οι βαρώνοι, αναλογιζόμενοι ότι δεν έπρεπεν ουδ’ επί στιγμήν ν’ αφήσωσι το κράτος άνευ ηγεμόνος, συνήλθον, και πρώτον μεν εξελέξαντο τοποτηρητήν αυτοκρατορικόν τον Κόνωνα Πετούνην, γεγαρόν λείψανον των πρώτων κατακτητών και άνδρα εξιδιασμένης πείρας και εξόχου ανδρίας, είτα δε επειδή νόμιμος του θρόνου διάδοχος ήτο ο Φίλιππος, κόμης του Ναμούρ, έπεμψαν προς αυτόν πρέσβεις όπως τω προσφέρωσι το στέμμα και τον προσκαλέσωσιν ίνα, σπεύσας εις Κωνσταντινούπολιν, παραλάβη την πλουσίαν και πολύδοξον αυτού κληρονομίαν· αλλ’ εκείνος είτε εκ φίλτρου προς την γεννέτειραν αυτού γην, είτε διότι προυτίμα τα ενεστώτα και βέβαια των μελλόντων και αβεβαίων, είτε τέλος, ως έτεροι ισχυρίζονται, διότι ήτο περιπεπλεγμένος εις πεισματώδη πόλεμον προς Γαλερανόν τον Λούκα του Λιμβούργου, ευχαριστήσας τους βαρώνους διά την γενομένην αυτώ προσφοράν, ηρνήσατο να δεχθή το στέμμα, προτείνων ως διάδοχον αυτού τον νεώτερον αδελφόν του Ροβέρτον. Ζητηθείσης δε προς τούτο και της του βασιλέως της Γαλλίας Λοδουβίκου Η’. γνώμης και εγκρίναντος αυτού την επί του θρόνου ανάβασιν του Ροβέρτου, οι βαρώνοι εξελέξαντο αυτόν αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως.

Κατά την διοίκησιν του Κόνωνος ως αντιβασιλέως, γεγονότα άξια λόγου ουδόλως συνέβησαν εν Κωνσταντινουπόλει, καθόσον ο ανήρ ούτος κατέβαλε πάσαν προσπάθειαν και μέριμναν όπως καταπαύση τον εις τα πνεύματα των Φράγκων ενυπάρχοντα ερεθισμόν, και συνδιαλλάξη αυτούς προς αλλήλους. Το μόνον κατά τον χρόνον εκείνον επελθόν σπουδαίον γεγονός είνε η μεταξύ κλήρου και ευγενών αναφυείσα έρις, αφορμήν λαβούσα το φιλάρπαγον και ακόρεστον αμφοτέρων. Οι κληρικοί, αχόρταστοι πάντοτε, δεν ηρέσκοντο εις τα στενά όρια, εν τοις οποίοις περιεστάλη η φιλοχρηματία και η κενοδοξία αυτών· οι δ’ ευγενείς έμπαλιν, πλουτήσαντες εκ των λαφύρων του αρχαίου κλήρου, εζήτουν επί μάλλον να επαυξήσωσι τα πλούτη των, ολοσχερώς γυμνούντες τους κληρικούς. Εκ τούτου λοιπόν επήλθον έριδες και διχοστασίας και θόρυβοι αδιάλειπτοι· όπως δε δοθή έν πέρας εις την ανώμαλον ταύτην κατάστασιν των πραγμάτων, απεφασίσθη να συνέλθωσιν οι διαφερόμενοι εις συνδιάσκεψιν, και όντως συνήλθον, τω 1219, οι μεν κληρικοί, προεδρεύοντος του παπικού εξάρχου και καρδιναλίου Ιωάννου Κολώνα, οι δε ευγενείς του Κόνωνος Πετούνη, και συζητήσαντες τας εφισταμένας διαφοράς συνέταξαν συμβόλαιον συμβιβασμού, το οποίον υπέγραψαν πάντες. Φαίνεται δε ότι οι κληρικοί υπήρξαν ευτυχέστεροι κατά την συνδιαλλαγών, διότι μεταξύ των άλλων επέτυχον την εις τας μητροπολιτικάς εκκλησίας παραχώρησιν πάντων των κτημάτων, άτινα κατείχον αύται βασιλεύοντος του πρώτου Αλεξίου του Κομνηνού (116).

Εν τούτοις ο Ροβέρτος, περατωθεισών των διά την αναχώρησιν αυτού εκ Γαλλίας προπαρασκευών, απήλθεν εκείθεν, φθίνοντος του έτους 1220, και διελθών την Γερμανίαν και Ουγγαρίαν ένθα παρέμεινε μέχρι της τελέσεως του γάμου Άννης της ανεψιάς αυτού και θυγατρός του βασιλέως Ανδρέου μετά Ιωάννου Αζάν βασιλεύς των Βουλγάρων, αφίκετο εις Κωνσταντινούπολιν, και εστέφθη αυτοκράτωρ, τη 25 Μαρτίου 1221 υπό του Πατριάρχου Ματθαίου, όστις είχε δεχθή τον αποβιώσαντα Γερβάσιον. Τοιουτοτρόπως έλαβε το σκήπτρον της εν Ανατολή Φραγκικής αυτοκρατορίας ο Ροβέρτος (117).

Πρώτον έργον του νέου αυτοκράτορος υπήρξε να επιθεωρήση και επικυρώση τας πράξεις του αυτοκρατορικού τοποτηρητού, Κόνωνος, όστις απεβίωσε σχεδόν άμα ο Ροβέρτος παρέλαβε την εξουσίαν. Μετά ταύτα συναγαγών, τους Γάλλους και Ενετούς βαρώνους εζήτησε πληροφορίας περί της γενικής καταστάσεως των πραγμάτων και επεκαλέσθη την συνδρομήν αυτών, όπως δυνηθή υπ’ εκείνων ενισχυόμενος να εκπληρώση την δυσχερή αποστολήν, την οποίαν η θεία Πρόνοια τω ανέθηκεν. Ανανεώσας τας μετά των Ενετών συνθήκας των προκατόχων του αυτοκρατόρων, παρετήρησε μετά λύπης την οικτράν διαφωνίαν, ήτις υπήρχε μεταξύ Γάλλων και Ενετών αφ’ ενός και μεταξύ ευγενών και κλήρου αφ’ ετέρου. Οι Ενετοί αισθανόμενοι, ότι εισίν η μόνη δύναμις του κράτους, διότι αι εκ Δύσεως επικουρίαι ήσαν ασήμαντοι, είχον μεγάλας αξιώσεις, τας οποίας απέκρουον οι Γάλλοι, ετέρας προβάλλοντες· εκ του άλλου τιμαριούχοι τινες είχον κηρύξει αμείλικτον κατά του κλήρου πόλεμον. Είς αυτών και ασπονδότερος εχθρός του ο Γοδοφρέδος Βιλλαρδουίνος, πρίγγηψ της Αχαΐας καταλαβών τας εκκλησίας, ενέμετο τας περιουσίας αυτών, ο δε παπικός έξαρχος θελήσας να τον σωφρονίση και μη εισακουσθείς, εξηκόντισε κατ’ αυτού δεινόν αφορισμόν· αλλ’ εκείνος θρασύτερος εκ τούτου γενόμενος, ήρξατο εκδιώκων εκ του κράτους του και καθείργων ιερείς τε και επισκόπους, βεβηλών και διαρπάζων τα θυσιαστήρια και τους ναούς και τιμωρών τους παρέχοντας άσυλον εις τους παρ’ αυτού καταδιωκομένους ιερείς. Ο Πάπας πληροφορηθείς τα γενόμενα, εξεσφενδόνισε τοσούτον σφοδρά κατ’ αυτού επιτίμια, ώστε ηναγκάσθη να κλίνη τον αυχένα, καθ’ όσον και ο αυτοκράτωρ Ροβέρτος, όστις μόνος δεν ετόλμα τέως να καταπολεμήση ηγεμόνα τοσούτον ισχυρόν, ενθαρρυνθείς εκ των πνευματικών κεραυνών του Πάπα ανέλαβεν υπό την προστασίαν του τα δικαιώματα της εκκλησίας, υπέρ ής είχεν εκδώσει και προνομιακόν διάταγμα. Τούτ’ αυτό διέπραξε και ο Γουλλιέμος, μαρκήσιος της Βουδονίτζης, τοποτηρητής δε του βασιλείου της Θεσσαλονίκης μέχρι της ενηλικιότητος του νέου Δημητρίου (118).

Εντούτοις Θεόδωρος ο Λάσκαρις δραξάμενος της περιστάσεως του θανάτου της αυτοκρατείρας Υολάνδης, ής την θυγατέρα είχε σύζυγον, και προ πολλού επιθυμών να λύση την ειρήνην, ανέλαβε τα όπλα αξιών ότι η σύζυγός του ώφειλε να λάβη το επιβάλλον αυτή μέρος εκ της κληρονομίας της αυτοκρατείρας μητρός της. Βεβαίως το παράβολον της αξιώσεως συνησθάνετο και αυτός· αλλ’ ανήρ φιλόδοξος και φιλοπόλεμος ων, σκιάν αφορμής εζήτει ίνα κηρύξη τον πόλεμον. Ο τοποτηρητής του αυτοκράτορος Κόνων Πετούνης είχε πέμψει κατ’ αυτού Γάλλους τινάς βαρώνους μετά στρατιωτών υπό την ανωτάτην αρχηγίαν του Γεράρδου Δελατρουή· αλλά μόλις ήρξαντο αι εχθροπραξίαι, οι Βαρώνοι πληροφορηθέντες την εις Κωνσταντινούπολιν άφιξιν του Ροβέρτου έσπευσαν να επανέλθωσι, το μεν όπως τω προσφέρωσι τα σεβάσματά των, το δε, όπως παραστώσιν εις την στέψιν του. Αφ’ ετέρου ο δεσπότης της Ηπείρου δεν έπαυε παραβλάπτων και ποικιλοτρόπως ενοχλών τους Φράγκους. Τούτου ένεκεν ο Ροβέρτος βλέπων ότι αδύνατον τω απέβαινε να καταπολεμήση ταυτοχρόνως δύο αντιπάλους, απεφάσισε να ειρηνεύση προς τον ένα εξ αυτών, όπως καταβάλη τον έτερον, και επειδή ο Λάσκαρις ήτο ειρηνικότερος και ειλικρινέστερος του Θεοδώρου, έπεμψε προς αυτόν τον Γεράρδον Δελατρουή και τον Θιερρήν δε-Βαλλιγκούρ πρέσβεις, οίτινες τη αρρωγή και της συζύγου εκείνου Μαρίας, επέτυχαν να συνομολογήσωσιν ειρήνην, δι’ ής μεταξύ των άλλων ο Ροβέρτος υπεχρεούτο να ελευθερώση τον αδελφόν του Λασκάρεως, όν εκράτει αιχμάλωτον, οφείλοντος συνάμα και του αυτοκράτορος της Νικαίας να ελευθερώση πάντας τους υπ’ αυτού αιχμαλωτισθέντας Φράγκους. Προς πλείω δε παγίωσιν της μεταξύ των δύο αυτοκρατόρων δυσπνοίας, απεφασίσθη να λάβη ο Ροβέρτος εις σύζυγον Ευδοκίαν, την τετάρτην θυγατέρα ήν ο Λάσκαρις είχεν εκ της πρώτης αυτού συζύγου Άννης, θυγατρός Αλεξίου Ανδρονίκου του Κομνηνού. Το μελετώμενον τούτο σχέδιον κατεπολέμησεν εντόνως ο εν Νικαία Πατριάρχης Μανουήλ και ο τούτου διάδοχος Γερμανός, προβάλλοντες ότι κατά τους της Ορθοδόξου Εκκλησίας κανόνας δεν ήτο επιτετραμμένον να δώση την θυγατέρα του εις τον αδελφόν της συζύγου του· αλλ’ ο Λάσκαρις μικράν προσοχήν εις των Πατριαρχών τους λόγους δίδων, και κολακευόμενος υπό της ιδέας του ότι η θυγάτηρ του θα καθίση επί του αυτοκρατορικού της Κωνσταντινουπόλεως θρόνου ητοιμάζετο όπως αποστείλη αυτήν προς τον μελλόνυμφόν της, ότε επελθών, εν έτει 1222 ο θάνατος διεσκέδασε τους σκοπούς αυτού. Απεβίωσε δε ο Λάσκαρις εις ηλικίαν πεντήκοντά που ετών και μετά δεκαοκταετή βασιλείαν, και ετάφη εν Νικαία εν τη του Υακίνθου μονή, ένθα ετέθαπτο ο βασιλεύς Αλέξιος και η σύζυγος αυτού Άννα. Ιδού δε πώς ο Ακροπολίτης εικονίζει αυτόν. «Ην το δε σώμα μικρός, ουκ άγαν δε, μελάγχρους εφ’ ικανόν, καθήμενον έχων το γένειον και περί το άκρον σχιζόμενον, επ’ ολίγον ετερόφθαλμος, προς τας μάχας οξύς, θυμού τε και αφροδισίων ηττώμενος, ελευθερώτερος εν ταις δωρεαίς» (119).

Ο Θεόδωρος Λάσκαρις αποβιώσας κατέλιπε τέσσαρας αδελφούς, τον Αλέξιον, Ισαάκιον, Μανουήλ και Μιχαήλ· εκ δε της πρώτης αυτού συζύγου Άννας έσχε δύο υιούς εις βρεφικήν ηλικίαν τελευτήσαντας και τέσσαρας θυγατέρας, ών η μεν πρωτότοκος Ειρήνη, είχε νυμφευθή πρώτον μεν μετά Ανδρονίκου του Παλαιολόγου, είτα δε μετά Ιωάννου Δούκα του Βατάτζη, η δε δευτέρα μετά του δουκός της Αυστρίας, η τρίτη μετά Βήλα του της Ουγγαρίας βασιλέως και η τετάρτη Ευδοκία, ήτο εκείνη, την οποίαν εμελέτα να εκδώση εις τον αυτοκράτορα Ροβέρτον. Διάδοχος λοιπόν αυτού ήτο ο επί θυγατρί γαμβρός αυτού Ιωάννης Δούκας Βατάτζης, ανήρ κεκοσμημένος ταις πολιτικαίς και στρατιωτικαίς αρεταίς. «Σύνεσιν πλούτων φυσικήν, λέγει Νικηφόρος ο Γρηγοράς και τρόπου ευστάθειαν (120) και βεβηκός ήθος, κάλλιστα την αρχήν διίθυνε και εκόσμει, και τοις τε Ρωμαίων πράγμασι και στρατεύμασι πλείστην εν βραχεί την επίδοσιν εδεδώκει κατά το εκατέροις ανάλογον, μήτε προ βουλής εργαζόμενος ουδέν, μήτε μετά την βουλήν αμελών ουδενός, αλλά πάντα μέτρω και κανόνι διδούς και καιρώ τω προσήκοντι.»

Η επί τον θρόνον της Νικαίας ανάβασις του Βατάτζη εγέννησε μεγίστην χαράν, και ιδία εις τους Γραικούς γιγνώσκοντας τα του νέου αυτοκράτορος προτερήματα, αλλ’ εξόργισε και εξηρέθισε σφόδρα τους δύο πρεσβυτέρους αδελφούς του αυτοκράτορος Λασκάρεως και θείους αυτού εκ γυναικός, τον Αλέξιον και τον Ισαάκιον, οίτινες φθόνω στρατηγούμενοι και ζηλοτυπία μακρά, διότι δεν εγένοντο αυτοί της βασιλείας διάδοχοι, του βασιλικού αίματος τυγχάνοντες οικειότεροι, κατέφυγαν παρά τη αυλή της Κωνσταντινουπόλεως προς τον Ροβέρτον και ήρξαντο δι’ υποσχέσεων και χρημάτων να εμπνέωσιν εις αυτόν την επιθυμίαν του να εκστρατεύση επί τον Βατάτζην. Προσεπάθησαν μάλιστα φεύγοντες εκ Νικαίας να παραλάβωσι και την ανεψιάν αυτών Ευδοκίαν, όπως την δώσωσιν εις τον Ροβέρτον, καθ’ ά προηγουμένως είχε συμφωνήσει ο Λάσκαρις· αλλ’ ο Βατάτζης υπονοήσας τον σκοπόν των, εματαίωσεν αυτόν. Εντούτοις είτε διότι ο Βατάτζης εμποδίσας τον γάμον παρώργισε τον Ροβέρτον, είτε διότι ο Ροβέρτος δεχθείς εις την αυλήν του τους δύο φυγάδας εκ Νικαίας ηρέθισε τον Βατάτζην, η μεταξύ των δύο αυτοκρατόρων ομόνοια έπαυσε και μίσος αδιάλλακτον διεδέξατο αυτήν (121).

Ο Ροβέρτος προτρεπόμενος τοιουτοτρόπως υπό του Αλεξίου και του Ισαακίου ητοιμάζετο να προσβάλη τον Βατάτζην, αλλά εχθρός μάλλον γειτνιάζων, δραστήριος, δεινός περί το επινοείν αείποτε καινά και πάντοτε, του πλείονος εφιέμενος παρείχεν αυτώ ζωηροτέρας ανησυχίας· ην δε ούτος ο της Ηπείρου δεσπότης. Άμα ο Θεόδωρος απαλλάξας του δεσμωτηρίου τον Παπικόν έξαρχον Κολώναν και υποσχεθείς να αναγνωρίση την πνευματικήν του Παπά υπεροχήν, απέτρεψε την κατ’ αυτού μελετομένην σταυροφορίαν, λησμονήσας παραχρήμα και Πάπαν και υποσχέσεις, ήρξατο εκ νέου τας εχθροπραξίας, ουδέ των Ενετών, ουδέ της Θεσσαλονίκης, ουδέ της αυτοκρατορίας της Κωνσταντινουπόλεως φειδόμενος, αλλά τους πάντας προσβάλλων και λαφυραγωγών. Ο νεαρός της Θεσσαλονίκης βασιλεύς Δημήτριος, αντί μένων να υπερασπισθή το κράτος του απεχώρησεν εις Ιταλίαν, όπως ζητήση την προστασίαν του Πάπα και του αδελφού αυτού Γουλλιέλμου, μαρκησίου της Μοντρεράτης. ο Πάπας έπραξε παν ό,τι εδυνήθη όπως πείση τους χριστιανούς ηγεμόνας να λάβωσι τα όπλα υπέρ αυτού, και προς τούτο έγραψε πανταχού παρέχων πλήρη άφεσιν αμαρτιών εις όσους ήθελον σπεύσει να στατολογηθώσι διά την εκστρατείαν ταύτην. Προσέφερεν εκ των ιδίων χρήματα εις τον μαρκήσιον εξοπλίζοντα ισχυρόν στόλον όπως καταπλεύση εις Θεσσαλίαν, εξώρκισε δε τους αρχιεπισκόπους, επισκόπους και κληρικούς της Ελλάδος να δανείσωσιν αυτώ το ήμισυ των προσόδων εαυτών και των εκκλησιών των διά να επαρκέση εις τας ανάγκας του, ορκιζομένου κακείνου ότι ήθελεν αποδώσει πάντα ταύτα άμα ανέκτα το βασίλειόν του. Αλλ’ η φωνή του Πάπα ην φωνή βοώντος εν τη ερήμω, διότι η εν τη Ανατολή Φραγκική κυριαρχία προσήγγιζεν ήδη εις το τέρμα της (122).

Αφ’ ετέρου ο Ροβέρτος βλέπων την απειλούσαν αυτόν καταιγίδα, έπεμψε πρέσβυν προς τον Πάπαν Ονώριον, όπως τω υποδείξη την οικτράν του κράτους, πανταχόθεν καταπολεμουμένου, κατάστασιν και επικαλεσθή την συνδρομήν αυτού. ο Πάπας δι’ επιστολής του τη 27 Ιουνίου 1822 απήντησε προς ταύτα ότι απαραμείωτον τρέφει την αγάπην του προς τε το άτομον του αυτοκράτορος και προς το κράτος εν γένει, ότι είχεν αφορίσει όλους όσοι συνεμάχουν τοις Γραικοίς, ότι εδημοσίευσε τον αφορισμόν εις πάσας τας παράλους πόλεις ίνα γένηται τοις πάσι γνωστός, και ότι εφωδίασε τον Ουβέρτον κόμητα της Βλάνδρας, όστις είχεν αναχωρήσει προς επικουρίαν της αυτοκρατορίας, διά των αυτών συγχωροχαρτίων, δι’ ών εφωδιάζοντο και οι προς κατάκτησιν της Αγίας Γης απερχόμενοι. Δι’ ετέρας επιστολής προς τους Βαρώνους υπό την αυτήν ημερομηνίαν, συνίστα και αυτοίς τα ίδια, προτρέπων αυτούς να ώσι πιστοί και πειθήνιοι προς τον αυτοκράτορα και προ πάντων να ομονοώσι προς αλλήλους. Γράφων και πάλιν τη 24 Οκτωβρίου του αυτού έτους προς τον αυτοκράτορα Ροβέρτον, εξώρκιζεν αυτόν να τηρήση εν μέσω των θλίψεων και των ταραχών αυτού την μεγαλοψυχίαν εκείνην, ήτις τω ήτο φυσική, και ιδίως να συστήση την ειρήνην και την ένωσιν εις τους ομοεθνείς του, τω φόβω μη διά της διαιρέσεως υποσκελίσωσιν αυτούς οι Γραικοί. Ουχ ήττον δε περίεργος είνε και ετέρα τις επιστολή, ην τη 26 Οκτωβρίου απηύθυνε προς τον της Ηπείρου δεσπότην, και εξ ής παρατιθέμεθα ενταύθα ταύτα (123).

«Καίτοι προσήψας ημίν τε και τη εκκλησία (έγραφεν ο Πάπας) δεινήν ύβριν, συλλαβών και αιχμαλωτίσας ένα καρδινάλιον, η θεραπεία όμως ήν έλαβε παρά σου κατά την αιχμαλωσίαν του, και αι τιμαί άς τω απέδωσας, ότε τον ηλευθέρωσας, εξασθενούσι την ανάμνησιν της αδικίας σου και θέλουσιν ίσως την εξαλείψει διά παντός, αν αρχίσης να ήσαι δίκαιος. Ημείς έχομεν την διάθεσιν να σε αγαπώμεν, και περί πολλού ποιούμεθα πάντοτε τα τε σωματικά και ψυχικά σου συμφέροντα, αλλά διατί συ παρεμβάλλεις εμπόδια εις τους σωτηρίους ημών σκοπούς; Γνωρίζεις ότι η σύμπνοια αποτελεί την ευδαιμονίαν και την ισχύν των κρατών, και ότι η διχόνοια τα υποσκάπτει και κατακρημνίζει. Οι διχονούντες ηγεμόνες καταστρέφοντες αλλήλους, καταστρέφονται αμφότεροι. Υπό της αληθείας ταύτης οδηγούμενοι, εργαζόμεθα όπως επαγάγωμεν την σύμπνοιαν μεταξύ σου και του λίαν περιποθήτου ημίν υιού του αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως. Η σύμπνοια δε αύτη θέλει σας φέρει την σωτηρίαν, την ανάπαυσιν και την τιμήν. Αναλογίσθητι τους κινδύνους, τας δυστυχίας, τας ανεπανορθώτους ζημίας, ας συνεπάγει η αιματηρά διχόνοια εις τε τα σώματα και τας ψυχάς. Είσαι χριστιανός· ζήθι λοιπόν εν ειρήνη μετά των αδελφών σου, έμπνευσον ημίν υπέρ σου αισθήματα πατρικά. Είθε δε να δυνηθώμεν να σε περιπτυχθώμεν ως μέλος της οικογενείας ημών και να μη αναγκασθώμεν να σε μεταχειρισθώμεν ως αλλότριον.»

Αλλ’ όμως ο Θεόδωρος μηδεμίαν προσοχήν εις του Πάπα τας προτροπάς παρέχων, και επωφελούμενος εκ της απουσίας του Δημητρίου, αποχωρήσαντος, ως προείπομεν, εις την Ιταλίαν, επελθών μετά ισχυρού στρατού, εκυρίευσε τας τε γειτνιαζούσας τη Θεσσαλονίκη πόλεις, και αυτήν την ιδίαν εν βραχυτάτω χρόνω, εξ ού πλήρης επάρσεως γενόμενος απεφάσισε να προσλάβη και τον του αυτοκράτορος τίτλον. Επειδή δε ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, Κωνσταντίνος ο Μεσοποταμίτης, αντέστη στερρότατα, καίτοι πολλαίς καταδίωξεσι και κακουχίαις, υποβληθείς, να τον στέψη, περιέβαλεν αυτόν με την πορφυρίδα και το διάδημα ό της Βουλγαρίας αρχιεπίσκοπος Δημήτριος, όστις ηξίου ότι, αυτόνομος ων και μηδενί οφείλων να δίδη ευθύνας, είχεν εξουσίαν να χρίη βασιλείς οίους και όπου εβούλετο. Αυτοκράτωρ λοιπόν αναγορευθείς ο Θεόδωρος, βασιλικοίς έχρητο τοις πράγμασι, δεσπότας προχειριζόμενος και σεβαστοκράτορας και μεγάλους δομεστίκους και την λοιπήν πάσαν βασιλικήν τάξιν, μη τηρών όμως τους τύπους και τα έθιμα των Βυζαντινών αυτοκρατόρων, αλλά Βουλγαρικώτερον ή μάλλον βαρβαρικώτερον, καθώς λέγει ο Ακροπολίτης, (124) τοις υποθέσεσι προσφερόμενος. Ο Βατάτζης, όστις ισχυρίζετο ότι μόνος αυτός εδικαιούτο να φέρη τον του αυτοκράτορος τίτλον βεβαίως μετά ζηλοτυπίας είδε του Θεοδώρου τον σφετερισμόν, αλλά μη ων εις θέσιν να κινήση πόλεμον κατ’ αυτού, τω επρότεινε να τω παραχωρήση εν πάση κυριότητι πάσας τας κτήσεις, άς κατέλαβεν, επί τω όρω όμως του να παραιτηθή του αυτοκρατορικού τίτλου. Αλλ’ ο Θεόδωρος απέρριψε την πρότασιν μετ’ επάρσεως και τοιουτοτρόπως επί των λειψάνων της μιας και μόνης άλλοτε Βυζαντινής αυτοκρατορίας ανιδρύθησαν τέσσαρες τοιαύται, η υπό τον Ροβέρτον εν Κωνσταντινουπόλει, η υπό τον Βατάτζην εν Νικαία, η υπό τον Θεόδωρον εν Θεσσαλονίκη και η υπό τον Αλέξιον Κομνηνόν εν Τραπεζούντι· ουδέ σφάλλει ο Γρηγοράς λέγων, «Συνέβη την των Ρωμαίων ηγεμονίαν, καθάπερ ολκάδα μεγάλην, ανέμοις αγρίοις και κύμασι θαλαττίοις συνειλημμένην, κατά τεμάχια και μέρη πλείστα διαιρεθήναι και άλλον άλλοθι κατά μόρια, και ως έκαστος τύχοιεν, ταύτην διαλαχόντας κληρώσασθαι.» (125)

Πληροφορηθείς ο Ροβέρτος την υπό του Θεοδώρου άλωσιν της Θεσσαλονίκης, έπεμψε κατ’ αυτού ισχυρόν στρατόν υπό τας διαταγάς του Θιερρή δε-Βαλιγκούρ και του Νικολάου δε-Μεντβώ, πρωτοστράτορος της Ρωμανίας, οίτινες, ελθόντες επολιόρκησαν τας Σέρρας· αυτός δε συναγαγών έτερον στρατόν πολυπληθέστερον έστειλεν υπό τας διαταγάς του Αλεξίου και του Ισαακίου κατά του Βατάτζη. Δυστυχώς διά τους Φράγκους οι ήρωες της κατακτήσεως είχον ήδη ολοσχερώς σχεδόν εκλίπει· ο Κόνων Πετούνης, Παγιανός ο εξ Αυρηλίας, ο Πέτρος Πλάντζης δεν ήσαν πλέον εν τοις ζώσιν, οι δε νεώτεροι Φράγκοι εκτεθηλυμένοι και εκκεραυνωμένοι δεν εδύναντο να παραβληθώσι προς τους ατρομήτους πατέρας των. Διαβάντες λοιπόν ούτοι εις Ασίαν, τας μεν ναυς αφήκαν περί την Λάμψακον, αυτοί δ’ αναβάντες εις την Μεσόγειον ημέρας οδόν συναντώσι τον Βατάτζην περί το Ποιμανηνόν και αρχίζουσι την μάχην μετά μανίας και πείσματος. Έκαστος αυτών διημφισβήτει την νίκην, και κατ’ αρχάς μεν οι Γραικοί αποθαρρυθέντες ωπισθοχώρησαν· αλλ’ επελθών ο Βατάτζης μετά των επιλέκτων, συνήγαγε τους οπισθοχωρήσαντας, και συμπυκνώσας τας φάλαγγάς του εξορμά κατά των Φράγκων μετά τοσαύτης ορμής, ώστε ούτοι τρέπονται εις φυγήν, πολλούς εν τω πεδίω της μάχης καταλιπόντες, εν οίς τον Μακάριον δε-Σαιντ-Μενεχούλ, τον Βουργέν δε-Φρεσσίνον, τον Γοβέρτον δε-Μαρκ και άλλους· πλείστοι δε αιχμάλωτοι πίπτουσιν εις χείρας του νικητού, μεταξύ των οποίων και αι δύο θείοι του Αλέξιος και Ισαάκιος, ούς υπαιτίους ευρών τυφλοί, τους δε λοιπούς αιχμαλώτους διαπερά εν στόματι μαχαίρας (126).

Η φρικώδης αύτη των Φράγκων ήττα αποθαρρύνασα αυτούς, ανεπτέρωσε των Γραικών τας ελπίδας. Οι τας Σέρρας πολιορκούντες Θιερρής δε-Βαλιγκούρ και Νικόλαος δε-Μαιντβώ, πληροφορηθέντες τα γενόμενα έσπευσαν, λύσαντες την πολιορκίαν, να υποχωρήσωσιν· αλλ’ εν τη υποχωρήσει των, επιπεσών αίφνης ο Θεόδωρος, αυτούς μεν ηχμαλώτισε, τον δε στρατόν των κατεσκόρπισεν. Αφ’ ετέρου ο Βατάτζης ωφεληθείς εκ της νίκης αυτού εκυρίευσεν αλληλοδιαδόχως ποι μεν διά της πειθούς, ποι δε διά της βίας όλας τας υπό των Φράγκων πρότερον αλωθείσας πόλες, το Ποιμανηνόν, Λεντιανά, Χαρίορος, Βερβενιάκον, και πάσαν την Ασιατικήν παραλίαν, ναυς δε μακράς κατασκευάσας επόρθησε το άστυ των Μαδύτων και την Καλλιούπολιν και εκυρίευσε τας κατά το Αιγαίον, νήσους Λέσβον και Χίον, Σάμον και Ικαρίαν, Κω και Ρόδον και όσαι ταύταις εισί προσεχείς (127).

Τα πάντα, λοιπόν εδείκνυον ότι η εν τη Ανατολή Φραγκική κυριαρχία εξέπνεεν. Οι κάτοικοι της Αδριανουπόλεως πέμψαντες πρεσβείαν προς τον Βατάτζην ικετεύον αυτόν όπως πέμψας στρατόν τους ελευθερώση του ζυγού των Φράγκων· προθύμως δε αποδεξάμενος την ικεσίαν αυτών εκείνος έστειλε τον πρωτοστάτορα Ισήν και τον Ιωάννην Καμύτζην μεθ’ ικανού στρατού, όστις διαπεράσας τον Ελλήσποντον και διά της Μακεδονίας εις Αδριανούπολιν αφικόμενος, εξεδίωξε τους Φράγκους φρουρούς και κατέλαβεν αυτός την πόλιν. Αλλ’ όμως ο δεσπότης της Ηπείρου Θεόδωρος, όστις είχε κυριεύσει την Μοσυνούπολιν, την Ξάνθειαν, την Γρατζιανήν και το Διδυμότοιχον, μη αρεσκόμενος εις την κατάκτησιν ταύτην του Βατάτζη, ελθών μετά στρατού εις Αδριανούπολιν εύρεν εντός τον δηλωθέντα Ισήν και τον Καμύτζην μετά του στρατεύματος εκείνου. Μη τολμήσας δε να τους εκβιάση ενόπλως όπως κενώσωσι την πόλιν, πέμψας κρυφίως απεσταλμένους προς τους οικήτορας, έπεισεν αυτούς δι’ απατηλών λόγων ότι θα τους εμπλήση τιμών και πλούτου όπως εξαγάγωσι το του Βατάτζη στράτευμα και δεχθώσιν εντός το του Θεοδώρου. Οι του αυτοκράτορος της Νικαίας στρατηγοί μη έχοντες υφ’ εαυτούς τοσαύτας δυνάμεις, ώστε και προς τους κατοίκους και προς τον Θεόδωρον ν’ αντιστώσιν, ηναγκάσθησαν να εξέλθωσι της πόλεως επί τω όρω του να μη πάθωσι δεινόν τι, και ο Ισής να εκβή δι’ άλλης πύλης ίνα μη προσκυνήση τον Θεόδωρον. Αλλά και ο Καμύτζης εξελθών μετά του στρατού του ενώπιον του δεσπότου της Ηπείρου, ουχί μόνον δεν αφίππευσεν, αλλά περιφρονών αυτόν ουδέ τον ητένισε καν, ανθ’ ού οργισθείς εκείνος τον ύβρισε δεινώς και ολίγον έλειψε διά της βακτηρίας να τον πατάξη. ο Βατάτζης ευχαριστηθείς διά τον τρόπον τούτον του Καμύτζη, τον ετίμησε διορίσας αυτόν εταιριάρχην, τουτέστιν αρχηγόν των μισθωτών· ο δε Θεόδωρος κύριος της Αδριανουπόλεως γενόμενος εξέτεινε τας λεηλασίας αυτού μέχρι Βιζύης και μέχρι και αυτών των πυλών της Κωνσταντινουπόλεως, τον τρόμον και την φρίκην τοις Φράγκοις φέρων, ο Ροβέρτος θέλων ν’ αποσοβήση τον κινδυνώδη αυτόν εχθρόν, έστειλε πολλά, κατ’ αυτού αποσπάσματα, τα οποία όμως ουδέν αποτέλεσμα επέφερον (128).

Ενώ ο Βατάτζης ανεδείκνυτο νικητής εν τω πολέμω, μικρού εδέησε να γείνη θύμα μιαράς επιβουλής, ής πρωτουργός ήτον ο πρωτεξάδελφος αυτού Νεστόγγος Ανδρόνικος. Ο ανήρ ούτος παρ’ ουδέν θέμενος και την συγγένειαν και την αξίαν του αυτοκράτορος, έχων δε συνεργόν τον τε αδελφόν Ισαάκιον και ετέρους των επιφανών ουκ ολίγους, εν οίς τον μέγαν εταιριάρχην Φλαμούλιον, τον Ταρχανειώτην Συναδηνόν, τον επ’ αδελφή τούτου γαμβρόν Στασηνόν, τον Μακρηνόν και άλλους συνώμοσεν ανταρσίαν, της οποίας σκοπός ήτο η απώλεια του αυτοκράτορος. Ο Βατάτζης διέτριβεν εις Λάμψακον, εχθρικός δε στόλος επολιόρκει τον λιμένα, εν ώ ηγκυροβόλει ο ιδικός του, και η ναυμαχία επέκειτο, ότε η επιβουλή ανεκαλύφθη. Επειδή δε οι συνωμόται είχον συνεννοήσεις μετά των εχθρών, ο Βατάτζης προυργιαίτερον τον έσωθεν πόλεμον κρίνας του έξωθεν, απάρας εκείθεν, επί την Αχυράους αφίκετο, τας τριήρεις αυτού πρότερον πυρί καταναλώσας, και εκεί ήρξατο ποιών τας εξετάσεις της επιβουλής. Πάντες οι συνωμόται κατεδικάσθησαν εις θάνατον, αλλ’ ο Βατάτζης, φιλανθρώπως φερόμενος, τον μεν Νεστόγγον και Μακρηνόν, όστις απεδείχθη ότι πολλάκις εφώρμησεν εκ των οπισθίων κατά του βασιλέως ίνα τον φονεύση, κατεδίκασεν εις τύφλωσιν και χειροκοπίαν, άλλους δέ τινας εις μικράς ποινάς καθυπέβαλε, τους δε πλείστους κατέκλεισεν επί τινα χρόνον εις ειρκτάς, και αυτόν δε τον πρωτουργόν Νεστόγγον εν τω φρουρίω της Μαγνησίας συνέκλεισεν, αφ’ όπου δραπετεύσας κατέφυγε παρά τοις Τούρκοις, παρ’ οίς έμεινε μέχρι τέλους. Ο δε Βατάτζης εντεύθεν έλαβε πρόνοιαν περί εαυτού τάξας φύλακας και φρουρούς νύκτωρ τε και μεθ’ ημέραν εις τα ανάκτορά του, και μη επιτρέπων εις πάντας ως πρότερον, την είσοδον· προς ταύτα δε συνέτεινε μάλιστα η σύζυγος αυτού Ειρήνη, αρρενωπότερον το ήθος έχουσα και τοις πάσι βασιλικώτερον εντυγχάνουσα (129).

Εν τούτοις οι Φράγκοι, αδυνατούντες να πολεμήσωσι προς δύο εχθρούς, πέμψαντες προς αυτόν πρέσβεις επρότεινον την ειρήνην, παραχωρούντες αυτώ το άστυ των Πηγών. Τοιουτοτρόπως ειρήνευσεν ο Ιωάννης μετ’ αυτών, παραχωρησάντων των Φράγκων αυτώ πάσας τας προς νότον χώρας και διατηρησάντων μόνον τα πλησίον της Κωνσταντινουπόλεως μέρη και τα τη Νικομηδεία εγγίζοντα· η δε ειρήνη αύτη διετηρήθη μεταξύ των δύο αυτοκρατόρων καθ’ όλον το διάστημα της βασιλείας του Ροβέρτου και μέχρι του πέμπτου έτους της του διαδόχου του (130).

Άμα μετά την μάχην του Ποιμανηνού και πριν ή συνομολογηθή έτι η συνθήκη αύτη, ο Ροβέρτος απηυθύνθη προς τον Πάπαν, το σύνηθες καταφύγιον των Φράγκων αυτοκρατόρων, εκτιθέμενος αυτώ την αθλίαν του κράτους του κατάστασιν, και ζητών το τάχιον επικουρίαν. Ο Πάπας όστις από δύο ήδη ετών ησχολείτο να σχηματίση ομοσπονδίαν υπέρ της ανακτήσεως του βασιλείου της Θεσσαλονίκης, εδιπλασίασε τας προσπαθείας αυτού και έγραψε πανταχόθεν προτρέπων και προσκαλών εις σταυροφορίαν. Απηυθύνθη δε κυρίως προς την Γαλλίαν, ήτις ανέκαθεν συνέδραμε διά των στρατιωτών αυτής την Ανατολικήν αυτοκρατορίαν, και επειδή επεκάθητο του θρόνου η Λευκή, γυνή μεγαλοφυής και ευσεβής, μεγάλην δ’ επιρροήν επί του συζύγου αυτής Λουδοβίκου Η’ έχουσα, έγραψε προς αυτήν παριστών οποίον αίσχος διά τον σύζυγόν της ήθελεν είσθαι ει κατελύετο επ’ αυτού η νέα εκείνη Γαλλία, ήτις, βασιλεύοντος του πατρός του, συνέστη. Ενώ δε ο Πάπας παρώτρυνε τους πάντας ίνα δράξωνται των όπλων, αφ’ ετέρου Γουλιέλμος ο μαρκήσιος της Μοντφεράτης εξοπλίσας πολυάριθμον στρατόν παρεσκευάζετο να μεταβή εις Θεσσαλίαν, ότε δεινή νόσος καταλαβούσα αυτόν, τον ηνάγκασε ν’ αναβάλη τον σκοπόν του. Καθ’ όν δε χρόνον έμενεν αυτός νοσηλευόμενος εις Μοντφεράτην, ο στρατός του διελύθη και εδέησε να ποιήση νέας στρατολογίας, όπως μεταβάς εις Βρίνδισι, περιμείνη εκεί, χειμώνος εφισταμένου, την έλευσιν του έαρος διά να κατέλθη εις Ελλάδα. Κατά Μάρτιον λοιπόν του 1225 έπλευσεν εις Θεσσαλίαν, έχων παρ’ εαυτώ παπικόν έξαρχον Νικόλαον τον επίσκοπον Ρηγίου. Οι πρίγγιπες των Αθηνών, της Αχαΐας και της Ευβοίας είχον επίσης, προτροπή του Πάπα, συλλέξει πολυάριθμον στρατόν, ίνα συνεκστρατεύσωσι μετ’ αυτού επί τον Θεόδωρον· αλλά και πάλιν αι ελπίδες του Γουλλιέλμου εψεύσθησαν, διότι συσχεθείς νόσω απεβίωσε κατά Σεπτέμβριον του 1225, καταλιπών άνευ αρχηγού τον στρατόν αυτού, όστις ουδεμίαν έχων εις τον Δημήτριον πεποίθησιν απεσυνετέθη, ώστε ο νεαρός της Θεσσαλονίκης βασιλεύς αποβαλών το κράτος, όπερ ο πατήρ του τω είχε κληροδοτήσει, απεσύρθη εις Μέλφην της Ιταλίας, ένθα τω 1230 εξεμέτρησε το ζην (131).

Εν έτει 1225 απεβίωσε Ματθαίος ο των Φράγκων Πατριάρχης εν Κωνσταντινουπόλει μετά επταετή περίπου πατριαρχίαν, ο δε θάνατος αυτού επήγαγε διχοστασίαν δεινήν μεταξύ του κλήρου, των μεν ζητούντων τον Μίλην δε-Νοτέλ επίσκοπον Βωβέας, των δε ψηφιζόντων ετέρους. Εδέησε, λοιπόν αύθις ν’ ανανεχθώσι προς τον Πάπαν, όστις ακυρώσας τας γνώμας αμφοτέρων, εξελέξατο ως πατριάρχην τον Ιωάννην δ’ Αββεβίλλην, αρχιεπίσκοπον Βεζανσώνος· αλλά τούτου μη συγκατατεθέντος ν’ ανταλλάξη την αρχιεπισκοπήν του προς την πατριαρχίαν, ο τον Ονώριον διαδεξάμενος Γρηγόριος Θ’, απέστειλεν αντ’ αυτού τον Σίμωνα αρχιεπίσκοπον Τύρου, όστις διετήρησε την πατριαρχίαν μέχρι του εν έτει 1233 επισυμβάντος θανάτου του (132).

Ο Ροβέρτος ειρηνεύσας ήδη προς τον Βατάτζην διενοείτο την ανάκτησιν του βασιλείου της Θεσσαλονίκης· αλλά κατ’ εχθρού τοσούτον ισχυρού και πολυμηχάνου, οίος ο Θεόδωρος, είχεν ανάγκην εξωτερικής επικουρίας. Έπεμψε λοιπόν εις Γαλλίαν πρεσβευτήν τον φρούραρχον του Αρράς, όστις επέτυχε παρά Λουδοβίκου του Η’ την υπόσχεσιν του ότι θέλει πέμψει εις Κωνσταντινούπολιν διακοσίους ή τριακοσίους ιππότας εις την υπηρεσίαν του αυτοκράτορος, έλαβε δε και παρά του νέου Πάπα Γρηγορίου την άδειαν να εκποιήση τα χρυσά και αργυρά σκεύη των εκκλησιών όπως επαρκέση εις τας ανάγκας του πολέμου. Αίσθημα όμως ολέθριον εματαίωσε και τους σκοπούς του και τας του Πάπα προσπαθείας. Ο Ροβέρτος ήτο εισέτι άγαμος και η λαγνότης αυτού τον παρέσυρεν εις πράξεις, ου μόνον αυτάς καθ’ εαυτούς επιμέμπτους, αλλά και διά το κράτος ολεθρίας. Υπήρχε τότε εν Κωνσταντινοπόλει νεάνις τις εκ Γαλλίας, περίφημος επί καλλονή, ής ο πατήρ Βαλδουίνος Νεβίλ, ιππότης εξ ευγενούς οικογενείας του Αρτοά, είχε παρακολοθήσει τους σταυροφόρους κατά την άλωσιν της Κωνσταντινοπόλεως. Αποθανών κατέλιπε την σύζυγόν του και μίαν θυγατέρα, ήν εκείνη εμνήστευσε μετά τινος εκ Βουργουνδίας ευπατρίδου. Ο Ροβέρτος, όστις εν τη κυριαρχία του δεν εγνώριζε νόμους ανωτέρους αυτού, ιδών την περικαλλή εκείνην νεανίδα και αποφασίσας να αποκτήση αυτήν, απηυθύνθη προς την μητέρα της, ήτις θαμβωθείσα εκ της λάμψεως της αυτοκρατορικής πορφύρας και αθετήσασα την προς τον Βουργούνδιον υπόσχεσίν της, παρέδωκε την θυγατέρα της προς τον αυτοκράτορα επί τη ελπίδι βεβαίως νομίμου γάμου.

Ο μνηστήρ της νεάνιδος περιυβρισθείς τοιουτοτρόπως απεφάσισε να εκδικηθή διά την γενομένην αυτώ προσβολήν την τε μητέρα, την θυγατέρα και τον ακόλαστον τύραννον. Συναγαγών λοιπόν τους οικείους, τους υποτελείς και τους φίλους του, οίτινες δεν ήσαν ευάριθμοι, εξεβίασε μια των νυκτών τας θύρας των ανακτόρων, και εισορμήσας εντός συνέλαβε την μητέρα και την θυγατέρα, έσυρε την μητέρα εκτός των ανακτόρων και την εβύθισεν εις το ορμητικόν του Βοσπόρου ρεύμα, αποταμών δε την ρίνα και τα χείλη της δυστυχούς κόρης, εγκατέλιπεν αυτήν φρικωδώς ηκρωτηριασμένην εις τον αυτοκράτορα, όστις εν τω πρώτω θορύβω εκρύβη όλως τρέμων εις το απροσβατώτερον μέρος των ανακτόρων.

Πράξις τοσούτον προσβλητική ώφειλε βεβαίως να εξεγείρη άπαν το κράτος κατά του μη ευσεβασθέντος τον οίκον του βασιλέως· αλλ’ επειδή υπαίτιος ήτο ο Ροβέρτος, τον οποίον οι υπήκοοί του απεχθαίνοντο διά τον εκδεδιητημένον αυτού βίον, τα πάντα παρήλθον εν σιγή. Ούτος δε ουχί μόνον δεν ετόλμησε να εκδικηθή τους προσβαλόντας αυθαδώς αυτόν, αλλά μη δυνάμενος πλέον να μένη εις Κωνσταντινούπολιν, άτε παρά πάντων προπηλακισμένος, απεσύρθη εις Ιταλίαν όπως παραπονεθή προς τον Πάπαν και επικαλεσθή την επικουρίαν του. Ο Γρηγόριος τον υπεδέχθη μετ’ οίκτου και παραμυθών αυτόν διά την απώλειαν της τιμής του, τον προέτρεψε να επανέλθη εις Κωνσταντινούπολιν και πασχίση διά καλλιτέρας διαγωγής να επανορθώση τα λάθη του. Κατά την επιστροφήν του όμως, ενώ διήρχετο δι’ Αχαΐας, νόσος δεινή, αποτέλεσμα βεβαίως βαθείας θλίψεως, τον κατεβίβασεν εν έτει 1228 εις τον τάφον, μετά επταετή βασιλείαν, και, μήπω εισέτι το τριακοστόν έτος άγοντα. Χαρακτηριστικά του αυτοκράτορος τούτου ήσαν η ασθένεια του πνεύματος και η έλλειψις γενναιοπρεπείας· ταύτα δ’ επήνεγκον δεινούς εις το κράτος κλονισμούς, εξ ών οψιαίτερον προήλθεν η καταστροφή του (133).