ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η’.

Έξωσις των Φράγκων εκ της
Κωνσταντινουπόλεως.
25 Ιουλίου 1261.

Ο τον Βατάτζην διαδεξάμενος Θεόδωρος ο Λάσκαρις είχε λάβει παρά του πατρός αυτού αγωγήν αυστηράν και επιμεμελημένην· ήγε δε το τριακοστόν τρίτον της ηλικίας έτος ότε ανέβη επί τον θρόνον, και εκ της συζύγου αυτού Ελένης, θυγατρός του των Βουλγάρων βασιλέως Ασάν, εκέκτητο πολλά τέκνα. Καίτοι δε παιδιόθεν διεκρίνετο επί ποικίλαις αστυκαίς και στρατιωκαίς αρεταίς, ο πατήρ του όμως δεν ηθέλησε να τον αναγορεύση ζων, κατά τα τότε ειθισμένα, βασιλέα, το μεν, διότι, της νεότητος οξυρρόπου ούσης, εφοβείτο μη εκείνος υποπέση εις το θανάσιμον αμάρτημα της επάρσεως και της αλαζονίας, το δε, διότι εφοβείτο τας σαγήνας των κολάκων, οίτινες δεν λείπουσί ποτε να περιστοιχίζωσι τους βασιλείς, και μάλιστα όταν αυτοί ήνε νέοι, και εκμεταλλεύωνται την απειρίαν και, το ορμητικόν αυτών προς βλάβην των υπηκόων των. Δεν έλειπεν όμως ο Ιωάννης παρασκευάζων τον υιόν του εις το δυσβάστακτον και βαρύ φορτίον της βασιλείας, αυτός διδούς το παράδειγμα του χρηστού ηγεμόνος.

Αποδούς ο Θεόδωρος τας νενομισμένας τιμάς τω πατρί αυτού και καθεσθείς επί ασπίδος, ως ήτο έθιμον, και υπό πάντων αυτοκράτωρ φημισθείς, ανεχώρησεν εκ Νυμφαίου και μετέβη εις Φιλαδέλφειαν· ολίγας δε ημέρας μείνας εκεί, μέχρις ού ανανεώση την προς τον Σουλτάνον του Ικονίου συνθήκην, απάρας, τη 29 Νοεμβρίου 1255, κατηυνθύνθη εις την πρωτεύουσαν
του κράτους του την Νίκαιαν, όπως στεφθή αυτοκράτωρ· αλλ’ επειδή η πατριαρχική έδρα ην κενή μετά τον θάνατον του Μανουήλ, μικρόν προ του βασιλέως Ιωάννου τελευτήσαντος, ο Θεόδωρος κατά πρώτον μεν επρότεινεν ως διάδοχον εκείνου τον Νικηφόρον Βλεμμύδην, ού εμνήσθημεν ήδη εν τοις προηγουμένοις, μη συγκατατιθεμένου δε τούτου να δεχθή την πατριαρχικήν αξίαν, εξελέχθη ως τοιούτος ο μοναχός Αρσένιος, όστις ήνυε τον ασκητικόν βίον εις έν των παρά την Απολλωνιάδα λίμνην ασκητηρίων, και ήτο ανήρ περιφανής μεν την καθ’ εαυτόν αρετήν, τον δε τρόπον απλούς και οπωσούν λόγιος. Χειροτονηθείς λοιπόν ο Αρσένιος πατριάρχης, έστεψε παραχρήμα αυτοκράτορα τον Θεόδωρον, σπεύδοντα όπως απέλθη της Νικαίας διά να εκστρατεύση κατά των Βουλγάρων (195).

Αιτίαν δε της εκστρατείας παρέσχεν ο βασιλεύς αυτών Μιχαήλ, όστις μαθών τον θάνατον του Βατάτζη παριδών την συγγένειαν μεθ’ ής συνεδέετο προς τον Θεόδωρον, ού ήτο γυναικάδελφος, έθετο κατά νουν να ανακτήση όσα ο αποβιώσας αυτοκράτωρ είχεν αφαιρέσει από τους Βουλγάρους. Παρατηρήσας λοιπόν ότι αι προς δυσμάς επαρχίαι ήσαν γυμναί στρατευμάτων, εξώρμησεν εκ του Αίμου, και τον Έβρον διαπεράσας, εκυρίευσεν εντός ολίγων ημερών πολλάς πόλεις, καθόσον οι της χώρας ταύτης κάτοικοι, Βούλγαροι όντες, απεδιοπομπούντο τους Γραικούς, άτε αλλογλώσσους, και προσέφευγον εις τους ομοφύλους αυτών. Τούτου ένεκα οι υπό του Βατάτζη τεταγμένοι φρουροί, αδυνατούντες ν’ αντιστώσι και προς τους στρατιώτας του Μιχαήλ και προς τους κατοίκους συνάμα, κατέλιπον εις την διάκρισιν του εχθρού τας πόλεις και τα φρούρια, οι μεν παραδιδόμενοι, οι δε φεύγοντες, άμα εμάνθανον την προσέγγισιν αυτών. Τοιουτοτρόπως εντός μικρού οι Βούλγαροι εγένοντο κύριοι του Στενιμάχου, της Πριστίτζας, του Κριτζιμού, της Τζεπαίνης, των Αχριδών, των Ούστρων, του Περπερακίου, της Κρυβούντος, και πλείστων άλλων μερών· αι δε επιτυχίαι των αύται μεγεθυνόμεναι υπό της φήμης ετάρασσον τους εν Νικαία και έθλιβον καιρίως τον βασιλέα, βλέποντα την βασιλείαν αυτού προοιμιαζομένην διά της απωλείας τοσούτων χωρών.

Την οικτράν ταύτην κατάστασιν των πραγμάτων θέλων να καταπαύση ο Θεόδωρος, συνήθροισε τους εν τέλει και τους εις στρατηγούς τεταγμένους, συν οίς ήσαν και οι προς πάππου αυτού θείοι, Μανουήλ και Μιχαήλ, όπως διασκεφθώσι περί του πρακτέου. Και οι μεν περισσότεροι έλεγον ότι ο βασιλεύς έπρεπε να διαπεράση τον Ελλήσποντον και να στήση την των Βουλγάρων ορμήν, οι δε του βασιλέως θείοι, εις τους οποίους εκείνος είχε μεγίστην υπόληψιν και σέβας διά τε την ηλικίαν και διά την τάξιν αυτών, ισχυρίζοντο τουναντίον, ότι μεγάλη αφροσύνη ήθελεν είσθαι αν ο βασιλεύς διεπέρα προς δυσμάς και εισήλαυνεν εις τόπον εχθρικόν, ένθα ουδέ συνδρομήν, ουδέ τροφάς ήθελεν ευρεί, ενώ αφ’ ετέρου ο στρατός όν είχεν ήτο τοσούτον ολιγάριθμος, ώστε ουδέ συνοδείαν βασιλέως εδύνατο να απαρτίση, και ο χειμών εκώλυε την συνάθροισιν πλειοτέρων στρατιωτών· προσέθετον δε ότι η άνευ μεγάλου αποτελέσματος προσωπική εκστρατεία του βασιλέως ήθελεν έχει ολέθρια αποτελέσματα, εξασφαλίζουσα τοις εχθροίς τας κατακτήσεις αυτών και ενθαρρύνουσα αυτούς εις άλλας μεγαλειτέρας. Και ταύτα μεν έλεγον αυτοί· ο δε μέγας δομέστικος Γεώργιος Μουζάλων, και έτεροι ειδήμονες των πολεμικών, κατεπολέμησαν εντόνως την γνώμην ταύτην ισχυριζόμενοι ότι ο Θεόδωρος έπρεπε να βαδίση αμέσως κατά των εχθρών, εμπνέων απ’ αρχής έτι της βασιλείας του πεποίθησιν εις τους υπηκόους του και τρόμον εις τους εναντίους, υπερισχυσάσης λοιπόν της πλειονοψηφίας, προς ήν συνετάσσετο και ο Βασιλεύς, προσλαβών ούτος όσας εδυνήθη δυνάμεις, διεπεραιώθη τον Ελλήσποντον, καταλιπών εις την Έω τον μέγα δομέστικον (196).

Ταχείαν την πορείαν αυτού ποιούμενος ο Θεόδωρος αφίκετο εντός ολίγου εις Αδριανούπολιν, ένθα μίαν ημέραν μόνην μείνας, εξήλθε την επιούσαν προς συνάντησιν του εχθρού. Ιδών δε τον στρατόν αυτού είς των Βουλγάρων κατάσκοπος, δραμών εξήγγειλε την έλευσιν αυτού προς τον βασιλέα Μιχαήλ, όστις εστρατοπεδεύετο περί τον Έβρον· η δε φήμη αύτη διασπαρείσα παρά τοις Βουλγάροις, επροξένησε μέγαν τρόμον εις αυτούς. Αλλά και ο αυτοκράτωρ πληροφορηθείς πού κατεσκήνουν οι ενάντιοι επέσπευσε την πορείαν αυτού όπως τους προσβάλη, και προκαταλαβών τινάς των προσκόπων του εφόνευσεν αυτούς· όσοι δε ηδυνήθησαν να διαφύγωσιν, επιστρέψαντες δρομαίοι προς τους συστρατιώτας των ανήγγειλαν την έλευσιν του βασιλέως, πολλαπλασιάζοντες απείρως τον στρατόν αυτού και διηγούμενοι όσα φαντασία πυρέσσουσα εκ φόβου δύναται να πλάση. Τότε οι Βούλγαροι, τρόμω συσχεθέντες και νομίζοντες ότι καταδιώκονται υπό απειροπληθούς στρατιάς, ετράπησαν εις άτακτον φυγήν διά των δασών καταδρυπτόμενοι υπό των κλάδων των δένδρων και πληγωνόμενοι, βυθιζόμενοι δε εις τέλματα και πλείστα άλλα υφιστάμενοι. Ελθών ο αυτοκράτωρ όπου ήσαν οι εχθροί εσκηνωμένοι και μη ευρών αυτούς, ελυπήθη μεν, αλλά επροχώρησεν επί την Βερόην, ήν κυριεύσας εφωδιάσθη διά πολλών τροφών και επιτηδείων· ήθελε δε και μέχρις Αίμου προβή, ει μη εκωλύετο υπό σφοδρού χειμώνος, ενσκήψαντος τότε και καταστήσαντος τας οδούς αβάτους. Μείνας λοιπόν έξ ημέρας εις Βερόην και άπαντα τα εν αυτή ανθρώπους και κτήνη λείαν ποιησάμενος, επέστρεψεν, εις Αδριανούπολιν (197).

Οι Βούλγαροι κύριοι σχεδόν απάσης της Μακεδονίας όντες, εξετείνοντο μέχρι της πόλεως Αχριδού· ο δε αυτοκράτωρ πέμψας εις Μακεδονίαν πολλά στρατιωτικά αποσπάσματα υπό διαφόρους στρατηγούς εκυρίευσεν άνευ δυσκολίας τας πλείστας των πόλεων, άς οι Βούλγαροι είχον κατακτήσει, διότι εκείνοι εις μόνην την αγγελίαν της προσεγγίσεως των Γραικών ετρέποντο εις φυγήν. Τοιουτοτρόπως ο Θεόδωρος ανέκτησεν άπαντα τα εις το όρος της Ροδόπης κείμενα φρούρια, προς δε την Περιστίτζην, το Στενίμαχον, τον Κρυτζιμόν και την Τζέπαιναν, ένθα ηναγκάσθη να διαχειμάση διότι ένεκα των βροχών δεν εδύνατο να προχωρήση. Επιλάμψαντος δε του έαρος, εμήνυσεν εις τους εν Σέρραις εστρατοπεδευμένους Αλέξιον Στρατηγόπουλον και Κωνσταντίνον Τορνίκην, να έλθωσιν εις Τζέπαιναν· και έλαβον μεν εκείνοι την προς την πόλιν ταύτην άγουσαν οδόν, αλλ’ αίφνης, ενώ επορεύοντο, ακούσαντες τον ήχον των κερατινών συβοτών τινών Βουλγάρων και υπολαβόντες ότι κρύπτονται εχθροί όπως τους προσβάλωσιν, ετράπησαν εις φυγήν, καταλιπόντες εις τους συβότας εκείνους πάσαν την αποσκευήν και τους πλείστους των ίππων των. Θυμού διά ταύτα εμπλησθείς ο βασιλεύς τους προσέταξε να σπεύσωσι την εις Τζέπαιναν άφιξίν των, αν δεν ήθελον να υποκαύσωσι την οργήν του· αλλ’ εκείνοι τον τρόμον εν τη καρδία έτι έχοντες προυτίμησαν να εκτεθώσιν εις την οργήν του βασιλέως μάλλον ή εις το ξίφος των Βουλγάρων.

Κατά τον αυτόν χρόνον συνέβη και γεγονός τι πολλήν επαπειλήσαν εις τους Γραικούς βλάβην. Ο Δραγωτάς, αυτός εκείνος όστις προ δεκαετίας παρέδωκεν εις τον Βατάτζην την πόλιν των Σερρών, άρχων ήδη του παρά το Μελένικον στρατεύματος, δυσανασχετών κατά του αυτοκράτορος, το μεν διά το φιλοβούλγαρον αυτού φρόνημα, το δε διότι δήθεν δεν αντημείφθη καλώς παρ’ εκείνου διά τας προς τον πατέρα του εκδουλεύσεις, απεφάσισε να παραδώση τοις Βουλγάροις το Μελένικον. Συναγαγών λοιπόν τους στρατιώτας και άλλους εκ των περιχώρων παρεκάθησε του Μελενίκου το άστυ, όπερ εφρούρουν Θεόδωρος ο Νεςόγγιος και Ιωάννης ο Άγγελος, και προσεπάθει να κυριεύση αυτό. Οι πολιορκούμενοι, ολίγοι όντες, επέμενον ευθαρσώς τιτρώσκοντες διά βελών και τόξων τους έξωθεν· αλλ’ έπασχον έλλειψιν ύδατος, και ήθελον βεβαίως αναγκασθή να παραδοθώσιν, ει μη ο αυτοκράτωρ πληροφορηθείς την επιβουλήν ήρχετο εις συνδρομήν των μετά πολυαρίθμου στρατού. Αφικόμενος δ’ εντός δώδεκα ημερών εις Σέρρας και διανυκτερεύσας εκεί την νύκτα, έλαβε την επιούσαν την προς το Μελένικον άγουσαν οδόν· αλλ’ επειδή επληροφορήθη ότι εις Ροπώλιον, ένθεν έμελλε να διέλθη και όπου ρέει ο ποταμός Στρυμών μεταξύ δύο ορέων συγκλειόμενος, εφρούρουν ικανοί Βούλγαροι, ο δε χώρος ην στενώτατος και παρέχων προς διάβασιν πλείστας δυσχερείας ου μόνον εκ της στενότητος αυτού, αλλά και εκ των φραγμών, ούς κατεσκεύασαν οι Βούλγαροι, εβράδυνε την πορείαν αυτού μέχρις ού πέμψας διά των δασών αποσπάσματα στρατιωτών του προσέβαλεν εξαπίνης εκ των υψωμάτων και εξεδίωξε τους εχθρούς μετά μεγίστης αυτών ζημίας. Ο Δραγωτάς ελθών όπως ενισχύση τους εκεί φρουρούντας, εφονεύθη καταπατηθείς κατά την τροπήν υπό των ίππων, ο δε βασιλεύς εισήλθεν εις την πόλιν ένθα υπό του λαού εγένετο δεκτός μετά πολλού ενθουσιασμού.

Διαμείνας ημέρας τινάς εις Μελένικον ο Θεόδωρος μέχρις ού παγιώση την τάξιν και τιμωρήση τους ενόχους, απάρας μετέβη εις Θεσσαλονίκην, και εκείθεν τον Βαρδάριον διαπεράσας, ελθών εστρατοπέδευσε παρά τα Βοδηνά, ένθα ηναγκάσθη να διακαρτερήση μικρόν όπως αναλάβη εκ νοσήματος εδρικού, υπό του οποίου, επιδημίου όντος, έπαθον και οι στρατιώται του. Εκ Βοδηνών μετέβη εις Πρίλαπον, όπου μηχανάς προσλαβόμενος και ελεπόλεις κατασκευάσας, επροχώρησε προς την Βελεσόν, ίνα πολιορκήση αυτήν· αλλ’ οι κάτοικοι περίτρομοι γενόμενοι εκ της ελεύσεως του αυτοκράτορος παρεδόθησαν εν ακαρεί, επί τω όρω της ελευθέρας εκ της πόλεως εξόδου μετά των όπλων και των πραγμάτων αυτών. Εκείθεν έλαβε την προς τας Σέρρας άγουσαν οδόν, διερχόμενος χώρας ανοίκους και ανύδρους· αφικόμενος δε εις την πόλιν ταύτην έλαβε γραφάς του μεγάλου δομεστίκου Μουζάλωνος εξαγγέλλοντος αυτώ ότι στίφος Τατάρων διέτρεχε την Καππαδοκίαν, ενσπείρον τον τρόμον πανταχού άχρις αυτής της Νικαίας. Ταύτα πληροφορηθείς ο αυτοκράτωρ έδραμε προς βοήθειαν των απειλουμένων χωρών αλλά μόλις αφίκετο εις Έβρον επληροφορήθη ότι τα παρά του Μουζάλωνος γραφόμενα αυτώ δεν είχοντο αληθείας, τότε δε αναστείλας την ταχύτητα της πορείας αυτού οδοιπόρει σχολαιότερον, και τους συνήθεις εποιείτο βασιλικούς σταθμούς. Παρακλίνας δε της προς ανατολάς πορείας του, μετέβη εις Διδυμότοιχον, κακείθεν εις Αδριανούπολιν, ώστε εξ όσων πόλεων και φρουρίων οι Βούλγαροι είχον μετά την αποβίωσιν του Βατάτζη κυριεύσει, δεν τοις έμενον πλέον ειμή δύο, έν φρούριον σμικρότατον εν τοις βουνοίς κείμενον της Αχριδού, Πάτμος καλούμενον, το oποίον και αυτό μετ’ ου πολύ εκυρίευσεν ο Αλέξιος Φιλανθρωπινός Δούκας, και το άστυ της Τζεπαίνης, κείμενον μεταξύ Αίμου και Ροδόπης, ένθα ρέει ο ποταμός Έβρος. Κατά του τελευταίου τούτου εκίνησεν ο Θεόδωρος εξ Αδριανουπόλεως· αλλ’ αφικόμενος εις Μακρολιβάδα κατελήφθη υπό τοσούτον σφοδρού χειμώνος, ώστε ευρέθη εις λίαν δεινήν θέσιν, άτε τροφών στερούμενος και τους πολεμίους εγγύς έχων. Εν τοιαύτη καταστάσει διατελών ο αυτοκράτωρ, προσεκάλεσεν εις διάσκεψιν τους στρατηγούς αυτού, οίτινες όλοι σχεδόν εγνωμοδότησαν ότι έπρεπε να επιστρέψωσιν εις Αδριανούπολιν· αλλ’ εκείνος, καίτοι μη απορρίψας την γνώμην των στρατηγών ποοέτεινεν όμως αντί να οπισθοχωρήσωσιν εις Αδριανούπολιν, να προχωρήσωσιν εις Στενίμαχον, διότι η εκ Μακρολιβάδος εις τας δύο πόλεις απόστασις ήτο η αυτή, και τροφαί υπήρχον εις αμφοτέρας εξίσου άφθονοι, ενώ αφ’ ετέρου δεν ήθελε δείξει εις τους εχθρούς ότι αναγκάζεται εκ δειλίας να οπισθοχωρήση. Τοιουτοτρόπως κατηυθύνθη εις Διδυμότοιχον και μικρόν εκεί διαμείνας διεπεραιώθη τον Ελλήσποντον· εις Λάμψακον δε πανηγυρίσας την εορτήν της του Χριστού γεννήσεως διήνυσεν εις Νύμφαιον το επίλοιπον του χειμώνος (198).

Το επιόν έτος ο Θεόδωρος ηγούμενος πολυαρίθμου στρατού εξεστράτευσε κατά των Βουλγάρων, τους οποίους προσβαλών εις Βιζύην ενίκησε μετά μεγίστης ζημίας, ο δε ηγεμών αυτών βλέπων ότι δεν δύναται ν’ αντιστή προς αντίπαλον τοσούτο τολμηρόν και ακάματον, χρησάμενος τη μεσολαβήσει του πενθερού του Ούρου εζήτησεν ειρήνην, ήτις και εγένετο δεκτή, παραχωρηθείσης τω αυτοκράτορι της Τζεπαίνης (199).

Αι αδιάλειπτοι εκστρατείαι, εις άς ηναγκάζετο να καθυποβάληται ο Θεόδωρος, εκλόνισαν μεγάλως την άλλως ακροσφαλή υγείαν του. Το φρικώδες της επιληψίας πάθος ήρξατο ήδη μαστίζον αυτόν, μάτην δε κατέφυγεν εις της ιατρικής την δύναμιν όπως εξαλείψη νόσον, ήτις ήτο αυτώ κληρονομική. Αι δυνάμεις του από ημέρας εις ημέραν εξηντλούντο, αι δε προσβολαί της επιληψίας συνεχέστερον επανελαμβάνοντο, ώστε ο Θεόδωρος αποκαμών ήδη εις το άνθος έτι της ηλικίας του, απεβίωσε κατ’ Αύγουστον του 1259 τριάκοντα και επτά ετών ων, και μετά τριών ετών και δέκα μηνών αυτοκρατορίαν, και ετάφη όπου και ο πατήρ αυτού εν τη των Σωσάνδρων μονή. Κατέλιπε δε θανών ένα υιόν, Ιωάννην καλούμενον, το όγδοον της ηλικίας αυτού έτος διανύοντα, και τέσσαρας θυγατέρας (200).

Ο Θεόδωρος αποθνήσκων κατέστησε διά διαθήκης επίτροπον της βασιλείας διά την ενηλικιότητα του υιού αυτού, τον δομέστικον Γεώργιον Μουζάλωνα· αλλ’ ο ανήρ ούτος δεν απελάμβανε την συμπάθειαν του λαού και ιδία των της πρώτης τυγχανόντων τάξεως, διότι αλαζονία και σκληρότητι φερόμενος, ούς μεν καθείρξε και ετύφλωσεν, ούς δε αλλεοτρόπως ητίμασε. Συνωμοσία λοιπόν εσχεδιάσθη κατ’ αυτού, ής προεξήρχον οι δυσαρεστημένοι, Αλέξιος Στρατηγόπουλος, Κωνσταντίνος Τορνίκης, Θεόδωρος Φιλής, Γεώργιος Ζαγαρομμάτης, Νικηφόρος Αλυάττης και έτεροι, και ο θάνατος του επιτρόπου απεφασίσθη. Ενώ λοιπόν την εννάτην μετά την αποβίωσιν του Θεοδώρου ημέραν ο Μουζάλων εν τη μονή των Σωσάνδρων ετέλει το μνημόσυνον εκείνου, εφορμήσαντες κατ’ αυτού οι συνωμόται τον κατέσφαξαν μετά πάσης της οικογενείας του, και τοιουτοτρόπως ο αυτοκρατορικός θρόνος έμεινε σχεδόν κενός, του Ιωάννου αφήλικος έτι όντος (201).

Μετά τον φόνον του Μουζάλωνος συνελθόντες οι στρατηγοί και οι εν τέλει, εσκέφθησαν ότι ώφειλον να εκλέξωσι τοποτηρητήν της αυτοκρατορίας, άνδρα ακμαίον και ικανόν, ως τοιούτον δε έκριναν τον Μιχαήλ Κομνηνόν, υιόν του Ανδρονίκου Παλαιολόγου και μέγαν δομέστικον όντα. Τούτον λοιπόν περιβαλόντες το πρώτον δι’ αξιώματος δεσποτικού, μικρόν μετά ταύτα και αυτοκράτορα ανηγόρευσαν, του πατριάρχου Αρσενίου στέψαντος αυτόν κατά Ιανουάριον του 1260 εν Νικαία. Αλλ’ ενώ οι Γραικοί αυτοκράτορες, ανακτώντες τας επαρχίας των, διεδέχοντο αλλήλους, τι συνέβαιναν εν Κωνσταντινουπόλει; Τι έπραττεν ο Βαλδουίνος; (202)

Ο τον Πάπαν Ιννοκέντιον διαδεξάμενος Αλέξανδρος Δ’. αναβαίνων επί τον παπικόν θρόνον δεν ελησμόνησε τας υπέρ ενώσεως των δύο εκκλησιών και τας υπέρ του Βαλδουίνου προσπαθείας του προκατόχου αυτού. Ενώ λοιπόν αφ’ ενός εξελιπάρει την Ευρώπην να συνδράμη την καταρρέουσαν Φραγκικήν αυτοκρατορίαν, αφ’ ετέρου έπεμπε προς τον Θεόδωρον τον επίσκοπον Ορβιέτου όπως προτρέψη αυτόν εις την ένωσιν. Ο Θεόδωρος απησχολημένος ων κατά το βραχύ διάστημα της βασιλείας του εις τον προς τους Βουλγάρους πόλεμον, ουδεμίαν προσοχήν παρέσχεν εις τους λόγους του επισκόπου εκείνου, διά την αυτήν δε αιτίαν ουδέ εις ρήξιν ήλθε προς τους Φράγκους· αλλ’ αι επιδρομαί και αι λεηλασίαι άς οι Γραικοί εποιούντο εις τας χώρας εκείνων, εις τοσαύτην έκπτωσιν κατήντησαν την Κωνσταντινούπολιν, ώστε ο πατριάρχης αυτής Ιουστινιάνης, πάσχων δεινήν ένδειαν ηναγκάσθη να γράψη προς τον Πάπαν όπως επικαλεσθή την συνδρομήν του· εκείνος δε κατά Ιούλιον του 1257 διέταξε τους επισκόπους του Μωρέως να πέμψωσι βοηθείας προς τον πειναλέον πατριάρχην. Το γεγονός τούτο δεικνύει άριστα την οικτράν κατάστασιν, εις ήν διετέλει η εν τη Ανατολή Φραγκική δυναστεία (203).

Ο Βαλδουίνος βλέπων εκ Κωνσταντινουπόλεως τα εν Νικαία επισυμβαίνοντα ουδέ τα μέσα, ουδέ την τόλμην εκέκτητο όπως επωφεληθή εξ αυτών. Ενόμισε δε ότι ο Μιχαήλ αυτοκράτωρ αναγορευθείς και έχων πλείστους παρ’ εαυτώ αντιζήλους, ήθελε προτιμήσει την μετά των γειτόνων του ειρήνην μάλλον ή τον πόλεμον. Πέμψας λοιπόν προς αυτόν πρέσβεις τω συνεχάρη διά την επί τον θρόνον ανάβασίν του, και τω υπέβαλε προτάσεις παραλόγους, άς μόνον νικητής προς ηττηθέντα εδικαιούτο να προτείνη· διότι εζήτησε παρά του Μιχαήλ την εις αυτόν παραχώρησιν της Θεσσαλονίκης και απάσης της Μακεδονίας και Θράκης μέχρι Κωνσταντινουπόλεως. Ο αυτοκράτωρ ακούσας τας τοιαύτας παραλόγους απαιτήσεις των Φράγκων, μετά σαρκασμού απήντησε προς τους πρέσβεις του Βαλδουίνου, ειπών· «Η Θεσσαλονίκη είνε σχεδόν πατρίς μου, διότι εκεί ηγεμόνευεν ο εμός πατήρ, όστις, ως οίδατε, ην μέγας δομέστικος, εκεί απεβίωσε και εκεί ετάφη· πώς λοιπόν είνε δυνατόν να δώσω την πόλιν ταύτην;» οι πρέσβεις μη εννοήσαντες τον σαρκασμόν, υπέλαβον· «Λοιπόν τότε δος ημίν, ω βασιλεύ, την πόλιν των Σερρών μέχρι της Κωνσταντινουπόλεως.» Ο δε βασιλεύς απεκρίθη προς ταύτα· «Και πάλιν δεν μου ζητείτε μικρόν πράγμα, διότι η ηγεμονεία μου ήρξατο από της πόλεως εκείνης, ής ήμην στρατηγός, επομένως αγαπώ τας Σέρρας ως ετέραν πατρίδα μου, ώστε ουδέ την πόλιν ταύτην δύναμαι να δώσω.» «Έστω, αντείπον οι πρέσβεις, δος ημίν τουλάχιστον τα εκ Βολερού μέχρις ημών.» «Αλλ’ ουδ’ αυτά δύναμαι να δώσω, απεκρίθη ο αυτοκράτωρ, διότι πολλάκις, εκεί εθήρευσα και εγενόμην επιτήδειος κυνηγός, άλλως τε ο τόπος αυτός μοι αρέσκει διότι έχει πολλήν θήραν και επιθυμώ ενίοτε να φοιτώ προς κυνήγιον εν αυτώ.» Βλέποντες τέλος οι πρέσβεις την άρνησιν του βασιλέως, τω είπον. «Λοιπόν τι δώσεις ημίν;» Αποκριθείς δε προς ταύτα εκείνος, υπέλαβεν, «Εγώ μεν ουδέν δώσω ημίν· σεις όμως αν θέλητε την μετ’ εμού ειρήνην πρέπει να μοι πληρώνητε φόρον ίσον προς το ποσόν, όπερ καρπούσθε εκ του εμπορίου της Κωνσταντινουπόλεως. Αν συγκατατίθησθε εις τούτο, καλώς· τουναντίον, ετοιμάσθητε εις πόλεμον (και γνωρίζετε, αφ’ ότου είχον την ηγεμονείαν της Βιθυνίας και Ταρσίας, πώς πολεμώ εγώ) ο δε Θεός θέλει αποφασίσει περί της νίκης.» Τοιουτοτρόπως καταισχυνθέντες οι των Λατίνων πρέσβει επέστρεψαν άπρακτοι εις Κωνσταντινούπολιν (204). Πριν ή πραγματοποιήση την απειλήν αυτού ταύτην ο Μιχαήλ εξαπέστειλε δυνάμεις υπό τον αδελφόν αυτού Ιωάννην Παλαιολόγον και άλλους στρατηγούς κατά του ομωνύμου αυτώ δεσπότου της Ηπείρους όστις βλέπων αφ’ ενός μεν την ασθένειαν του Βαλδουίνου, αφ’ ετέρου δε την ταραχώδη και ανώμαλον κατάστασιν της αυτοκρατορίας της Νικαίας, επαιρόμενος δε εις την συμμαχίαν των δύο γαμβρών αυτού Μαμφρέδου του Βασιλέως της Σικελίας, και Γουλλιέλμου του πρίγγιπος Αχαΐας και Μωρέως, συνέλαβε την ελπίδα να γείνη αυτοκράτωρ, κυριεύων πρώτον μεν διαφόρους χώρας του αυτοκράτορος της Νικαίας, είτα δε και αυτήν την Κωνσταντινούπολιν. Συμπλακέντων δε των δύο εχθρικών στρατών εν Αχριδώ, ο δεσπότης της Ηπείρου ηττήθη κατά κράτος, και συνεπεία της ήττης ταύτης άπασα σχεδόν η Θεσσαλία περιήλθεν εις την εξουσίαν του αυτοκράτορος, αιχμαλωτισθέντος κατά την μάχην ταύτην και του πρίγγιπος της Αχαΐας (205).

Ο Μιχαήλ Παλαιολόγος μετά την αποβίωσιν του δεσπότου της Ηπείρου, έστρεψεν άπασαν αυτού την προσοχήν προς την Κωνσταντινούπολιν, μελετών να εκδιώξη εξ αυτής τους Φράγκους, διότι ενόσω δεν εγίνετο κύριος της περιφήμου εκείνης πόλεως, εν ή προ χιλίων ήδη ετών οι αυτοκράτορες είχον στήσει τον θρόνον των, ενόμιζεν ότι ήτο απλούς ηγεμονίσκος και μηδέν περιπλέον. Ανερρίπιζε δε τας ελπίδας του η μεγίστη παραλυσία, εις ήν περιήλθον οι Φράγκοι, και τον αρχικόν αυτών χαρακτήρα αποβαλόντες, και των πάντων έλλειψιν υφιστάμενοι. Ο Βαλδουίνος όστις είχε διανύσει τον βίον επαιτών συνδρομάς παρά των ηγεμόνων τας Ευρώπης, ουδέ στρατόν εκέκτητο πλέον, ουδέ χρήματα· εκ δε της αρχαίας λαμπρότητος της αυτοκρατορίας, δεν τω έμενον άλλο τι ειμή υπέρογκα χρέη. Όπως δε επαρκέση εις τας ανάγκας του οίκου του και των ολίγων στρατιωτών, οίτινες τω απελείποντο προς φρούρησιν της πόλεως, υπεχρεώθη να λάβη τον μόλυβδον των σκεπών των εκκλησιών και των ανακτόρων δια να κόψη νόμισμα (206). Αι ζωοτροφίαι έλειπον, και όπως πορισθή ξυλείαν προς θέρμανσιν, εδέησε να κρημνίση πολυαρίθμους οικίας ιδιωτών. Εις τοσαύτην ενί λόγω ανάγκην περιήλθεν, ώστε ίνα λάβη χρήματα παρά τινων Ενετών, ενεχυρίασε προς αυτούς τον μόνον υιόν του Φίλιππον, όστις αποσταλείς εις Ενετίαν έμεινεν εκεί πολύν έτι χρόνον και μετά την ανάκτησιν της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Γραικών (207).

Ο Μιχαήλ διελθών τον Ελλήσποντον εν Καλλιουπόλει, επιλάμψαντος του έαρος του 1260, εβάδισε κατά της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά πριν ή προσβάλη αυτήν, ηθέλησε βαθμηδόν να κυριεύση τα έξωθεν αυτής φρούρια, αρξάμενος από της Συλληβρίας, την οποίαν εν βραχεί ήλωσεν. Τοιουτοτρόπως δε κύριος γενόμενος της πόλεως εκείνης και πάντων των παρ’ αυτή οχυρών θέσεων, διηυθύνθη προς αυτήν την πρωτεύουσαν ουχί εις τα ίδια αυτού στρατεύματα θαρρών, αλλά εις τους λόγους του Ανσώ, δε-Τουσσή, όστις αιχμαλωτισθείς μετά του Βιλαρδουίνου εν τη μάχη της Αχριδού, ηλευθερώθη μετά πολλών δώρων, υποσχεθείς εις τον αυτοκράτορα να παραδώση αυτώ την Κωνσταντινούπολιν άνευ αιματοχυσίας, διότι είχε, καθ’ ά έλεγε, τον οίκον αυτού επί των τειχών της πόλεως, εις τρόπον ώστε ηδύνατο ευχερώς να τον εισαγάγη εντός. Ο Μιχαήλ εξαπατηθείς υπό των υποσχέσεων τούτων, έπεμψε στρατόν ίνα πολιορκήση τον Γαλατάν και απασχολήση εκεί όλας τας δυνάμεις των πολεμίων, ενώ αυτός διά της προδοσίας του Ανσώ ήλπιζε να εισέλθη εις Κωνσταντινούπολιν και γείνη κύριος αυτής. Κατά την πολιορκίαν λοιπόν του Γαλατά πέμψας πρέσβεις προς τον Ανσώ τω υπέμνησε τας υποσχέσεις του, και εζήτει την εκπλήρωσιν αυτών· αλλ εκείνος, οτέ μεν διά τον ένα λόγον, οτέ δε διά τον άλλον, απέφευγε τούτο. Επί τέλους δε ρίψας το προσωπείον είπεν ότι ουδέν δύναται να πράξη, διότι ο βασιλεύς υποπτευθείς αυτόν, τον επετήρει αυστηρώς. Ο Μιχαήλ γνους την απάτην του εξηκολούθησε την πολιορκίαν του Γαλατά· αλλ’ επειδή δεν είχε πλοία να διακόψη την μεταξύ αυτού και της Κωνσταντινουπόλεως συγκοινωνίαν, ηναγκάσθη να λύση την πολιορκίαν και ανακάμψη εις Ασίαν. Καθ’ οδόν δε όντι, τω εστάλησαν παρά του Βαλδουίνου τρεις πρέσβεις ίνα τω ζητήσωσιν ειρήνην, την οποίαν όμως, κατά τον Παχυμέρην, ηρνήθη, ενώ, κατά τον Ακροπολίτην, εδέχθη επί έν έτος· όπως δε και αν έχη το πράγμα, η ειρήνη αύτη μικρόν διήρκεσε (208).

Κατά την πολιορκίαν του Γαλατά, στρατιώται τινες, περιτρέχοντες τας πεδιάδας, εισήλθον εις την εκκλησίαν του αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού, ήτις ερειπιωθείσα, κατέστη καταφύγιον ποιμνίων εν ώρα χειμώνος· ενώ δε εθαύμαζον την διακρινομένην έτι του οικοδομήματος καλλονήν, παρετήρησαν είς τινα γωνίαν σκελετόν τινα καλώς προσηρμοσμένον, εις τας σιαγόνας του οποίου οι ποιμένες εκ βεβήλου αστειότητος είχον θέσει αυλόν ποιμενικόν· πλησιάσαντες δε ανέγνωσαν επί του τοίχου επίγραμμά τι εξ ού κατεδείκνυτο ότι αυτός ην ο σκελετός του αυτοκράτορος Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου. Ο Μιχαήλ, πληροφορηθείς τούτο, πέμψας παρέλαβε τον σκελετόν και καλύψας αυτόν διά πορφύρας τον μετέφερεν εις Συλλήβριαν, ένθα τον έθαψεν εις την μονήν του Σωτήρος (209).

Εν τούτοις ο αυτοκράτωρ δεν έπαυε νυχθημερόν σκεπτόμενος περί των μέσων δι’ ών ηδύνατο ν’ ανακτήση την Κωνσταντινούπολιν. Οι Ενετοί και οι Γενουήνσιοι εκέκτηντο εν αυτή μεγάλα καταστήματα, έκπαλαι δε εις αντιζηλίαν διακείμενοι, είχον τω καιρώ εκείνω σφόδρας έριδας περί του εν Πτολεμαΐδι μοναστηρίου του Αγίου Σάββα, ού αμφότεροι ωκειοποιούντο την κατοχήν. Οι Ενετοί ενδιεφέροντο μεγάλως εις την διατήρησιν του Φραγκικού κράτους, διότι συμμετείχον των ωφελειών αυτού· τούτου δ’ ένεκα, πιστοί μένοντες εις τον ατυχή Βαλδουίνον, πάσαν κατέβαλον προσπάθειαν όπως σώσωσιν αυτόν. Επωφελούμενος εκ της διαμάχης ταύτης των δύο δημοκρατιών ο αυτοκράτωρ συνωμολόγησε τη 13 Μαρτίου 1261 συνθήκην μετά των Γενουηνσίων, οίς παρεχώρει πολλάς ασυδοσίας και προνόμια, επί τω όρω ότι ήθελον ούτοι τω προσφέρει τριάκοντα πλοία επί ωρισμένη τιμή. Η συμμαχία αύτη απεστέρησε τον Βαλδουίνον της συνδρομής των τε Γενουηνσίων, οίτινες ηνώθησαν μετά των Γραικών, και των Ενετών, οίτινες ασχολούμενοι όπως αντικρούσωσι τας εν Πτολεμαΐδι προσβολάς των πολεμίων των, ηναγκάζοντο να παραμελήσωσι την υπεράσπισιν της Κωνσταντινουπόλεως (210).

Η ανικανότης και αδράνεια του Βαλδουίνου επήνεγκαν τον μαρασμόν εις των Εσπερίων την ανδρίαν και ενεργητικότητα. Τα πάντα κατέρρεον εν Κωνσταντινουπόλει, ενώ τουναντίον οι Γραικοί εκδιωχθέντες της πατρίδος των, εμηχανώντο αδιαλείπτως πώς ήτο δυνατόν να την ανακτήσωσιν, Η πτώσις του κράτους αυτών εξήγειρε το αρχαίον θάρρος των, και εντυχόντες ηγεμόνας, οίοι ήσαν ο Βατάτζης και ο Μιχαήλ Παλαιολόγος, εκαραδόκουν εκδίκησιν κατά των αρπάγων της πατρικής των κληρονομιάς· ιδίως δε ο αυτοκράτωρ Μιχαήλ επέσπευδε την λύσιν του δράματος, προπαρασκευαζόμενος δραστηρίως όπως προσβάλη τους Φράγκους. Πριν δ’ ή επιχειρήση τούτο πέμψας τον Καίσαρα Αλέξιον Στρατηγόπουλον μετά στρατού προς τας δυτικάς επαρχίας, ίνα περιστείλη τον αυθάδη δεσπότην της Ηπείρου, όστις πάλιν ήρε σημαίαν ανταρσίας, τον διέταξε να εξετάση διερχόμενος του Βυζαντίου εις τίνα κατάστασιν διετέλει η Κωνσταντινούπολις, χωρίς όμως ουδέν να πράξη κατ’ αυτής, είτε διότι δεν είχε μεθ’ εαυτού αρκούσας δυνάμεις, είτε διότι η προς τους Φράγκους συνθήκη δεν είχεν έτι λήξει. Διαπεραιωσάμενος λοιπόν ο Καίσαρ την Προποντίδα, εστρατοπέδευσε περί το Ρήγιον ένθα προσήλθον αυτώ τινες εκ των εγχωρίων, κατά χρείαν άλωνος και καρπών, συλλογής έξω της πόλεως διαιτώμενοι. Τούτους λοιπόν ηρώτησεν ο Καίσαρ περί της καταστάσεως των Φράγκων, περί της δυνάμεως και εν γένει περί των κατ’ αυτούς· εκείνοι δε φύσει αποστρεφόμενοι τους Φράγκους και επιθυμούντες μάλλον να ζώσι μετά των ομοφύλων ή μετά των ξένων, εξέθηκαν καταλεπτώς την δεινήν θέσιν των κρατούντων, και συνεφώνησαν μετ’ αυτού να τω προδώσωσι την πόλιν εν ώρα νυκτός. Το τοιούτο δεν ήτο δύσκολον, διότι ο Βαλδουίνος ασυνέτως φερόμενος είχε πέμψει τον ολιγάριθμον στόλον και στρατόν του προς πολιορκίαν της χιλίους σταδίους απεχούσης της Κωνσταντινουπόλεως νήσου Δαφνοισίας, πειθομένος εις τους λόγους του νεωστί ελθόντος ποτεστάτου των Ενετών Μάρκου Γραδενίγου, όστις έλεγεν ότι δεν έπρεπε να μένωσιν άπρακτοι εις την πόλιν, αλλά τουναντίον ώφειλον διά προσβολών και επιθέσεων κατά των πολεμίων, να αποθαρρύνωσιν αυτούς (211).

Καίτοι ο Μιχαήλ ρητώς απηγόρευσεν εις τον Στρατηγόπουλον να επιχειρήση τι κατά της Κωνσταντινουπόλεως, ούτος όμως πληροφορούμενος εκ των καταθέσεων των χωρικών την μεγάλην ασθένειαν των εν Κωνσταντινουπόλει, και παροτρυνόμενος υπό του αρχηγού των εθελοντών Κουτριτζάκου, απεφάσισε να προσπαθήση την άλωσιν, πεποιθώς ότι η επιτυχία ηδύνατο να δικαιολογήση την παρακοήν αυτού. Προέβη λοιπόν μετά βραδύτητος ως διά να δείξη ότι σκοπόν είχε να κατασκοπεύση μόνον την πόλιν. Ο στρατός του αδιαλείπτως επαυξανόμενος εκ της προελεύσεως επικουριών, ηρίθμει εικοσιπεντακισχιλίους περίπου μαχητάς, ενθουσιωδώς πάντας επιζητούντας την ανάκτησιν της Κωνσταντινουπόλεως· αλλ’ ο Στρατηγόπουλος, ίνα μη καταπλήξη τους κατοίκους, ολίγους μόνον παρέλαβε μεθ’ εαυτού, και την επιούσαν νύκτα εστρατοπέδευσε παρά τα τείχη αυτά της Κωνσταντινουπόλεως. Οι πρόσκοποί του συνέλαβον τότε γέροντά τινα, όστις προσαχθείς ενώπιον του Καίσαρος, ηρωτήθη πόθεν έρχεται και πού πορεύεται· αποκριθέντος δε του γέροντος εκ της πόλεως, τότε ο Καίσαρ τον ηρώτησεν εκ νέου πώς νυκτός ούσης και των θυρών κεκλεισμένων εξήλθε. Δειλιάσας δε ο γέρων είπεν· «Έστιν οπή υποκεκρυμμένη, κύριέ μου, τη γη, ην ουδείς οίδεν, ει μη εγώ, ην και έκπαλαι γινώσκω, και όταν βούλωμαι εξέρχομαι και εισέρχομαι ανεμποδίστως.» Ωφεληθείς εκ της ανακαλύψεως ταύτης ο Στρατηγόπουλος απεφάσισε να εισαγάγη τον στρατόν του εκ της οπής εκείνης· προωρίσας λοιπόν πεντήκοντά που άνδρας, τους τολμηροτέρους, να εισαχθώσι διά της οπής, τους διέταξεν άμα εισέλθωσιν εις την πόλιν να θραύσωσι διά πελέκεων την παρακειμένην θύραν, ίνα δι’ αυτής εισελάση ο επίλοιπος στρατός. Την ταχθείσαν λοιπόν προς τούτο νύκτα, οι πεντήκοντα στρατιώται εισήλθον εις το υπόγειον, ο δε Στρατηγόπουλος έξωθεν περιέμενε την ώραν όπως εφορμήση διά της ανοιγομένης πύλης. Πολύς χρόνος παρήλθεν ήδη και ούτος ήρξατο απελπιζόμενος περί της επιτυχίας, ότε αίφνης η πύλη διά πελέκεων ηνεώχθη και φωνή ένδοθεν ηκούσθη, «Νίκη εις τους δύο αυτοκράτορας Μιχαήλ και Ιωάννην». Τότε οι του Στρατηγοπούλου στρατιώται ορμήσαντες κατέλαβον την πόλιν· ανώνυμος δέ τις χρονογράφος ιδού πώς εκτίθησι τα κατά την άλωσιν εκείνην (212).

Εισήλθαν ουν μέχρι ναού της Πηγής Θεοτόκου
Μετά γε του στρατεύματος, νυκτός επεισελθούσης,
Τον Κουτριτζάκην εν χερσί φέρων τον προρρηθέντα,
Όν και προσέταξεν ευθύς άνδρας πεντακοσίους
Καθωπλισμένους εισελθείν από των υδραγώγων,
Τους ωμοκότας συν αυτοίς ελθείν έσω προστάξας.
Οίτινες εισπηδήσαντες ως λέοντες αυτίκα
Εισήλθαν ένδον πόλεως, ακώλυτον ευρόντες
Την είσοδον, και προς Πηγήν ήλθαν την πόλιν τάχει.
Ην δ’ αύτη πύλη πρότερον κλεισθείσα προς Λατίνων
Λίθοις μεγάλοις και μοχλοίς στερροίς ασφαλισθείσα.
Όθεν καταχαλάσαντες την ενδοτέραν ύλην
Ποιούσιν ανεμπόδιστον είσοδον τοις Ρωμαίοις,
Άνωθεν ευφημήσαντες τον άνακτα Ρωμαίων.

Η ηώς ήρξατο ήδη να υποφώσκη και οι Κουμάνοι, οίτινες απήρτιζον μέγα μέρος του στρατού, παρεσκευάζοντο, κατά τα έθιμα αυτών, να λαφυραγωγήσωσι την πόλιν, αλλ’ ο Καίσαρ απέτρεψεν αυτούς του σκοπού των τούτου. Εν τούτοις οι κάτοικοι εξυπνήσαντες υπό των κραυγών και αγνοούντες τι συνέβαινεν, ηρώτων αλλήλους εκ των παραθύρων τι εσήμαινεν ο θόρυβος εκείνος. Ο Στρατηγόπουλος εκ μακράς πείρας γνωρίζων τους κινδύνους, ούς δύναται να διατρέξη στρατός εισελαύνων νικηφόρος εκ μεγάλη πόλει, προυχώρει πάντοτε μετά περισκέψεως, περιμένων το φως της ημέρας ίνα οδηγηθή κάλλιον περί του πρακτέου. Εν τω σκότει διέκρινε σώμα τι Φράγκων, ού η αστράπτουσα πανοπλία εμεγάλυνε τον αριθμόν μη έχον δε στρατιώτας ικανούς όπως αντεπεξέλθη κατά των εχθρών τούτων, διετέλει εις απορίαν, ότε οι εν τη πόλει Γραικοί επέπεσαν κατά των περιτρόμων Φράγκων και διεσκόρπισαν τήδε κακείσε αυτούς. Τότε ήρξατο η διαρπαγή της πόλεως, παντού δε όπου απηντώντο Φράγκοι έπιπταν θύματα ελεεινά. Ο Βαλδουίνος εξεγερθείς εκ του γενικού εκείνου θορύβου και πληροφορηθείς την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως απεφάσισε διά της φυγής να εύρη την σωτηρίαν· εξελθών λοιπόν εκ των ανακτόρων των Βλαχερνών, έρριψε καθ’ οδόν το στέμμα και το ξίφος του, και εμβάς είς τινα λέμβον ανήχθη προς την θάλασσαν, ένθα τον παρέλαβον οι εκ Δαφνοισίας επιστρέφοντες στρατιώται του. Τα δε βασιλικά αυτού εμβλήματα συναγαγόντες εν τη οδώ οι Γραικοί ανήρτησαν εις μακρόν ακόντιον και περιέφερον δίκην τροπαίου καθ’ άπασαν την πόλιν.

Εν τούτοις οι κατά της Δαφνοισίας μετά του Γραδενίγου μεταβάντες Φράγκοι μηδέν ισχύσαντες να πράξωσιν, επέστρεφον αμέριμνοι προς την Κωνσταντινούπολιν· ελθόντες όμως μέχρι του ναού του αρχιστρατήγου των ουρανίων δυνάμεων Μιχαήλ και πληροφορηθέντες την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως ώρμησαν ίνα εισέλθωσιν εις αυτήν· αλλ’ ο Στρατηγόπουλος, όστις ήτο έτοιμος όπως τους αντικρούση, δεν τοις επέτρεψε την είσοδον. Τότε ο Ιωάννης Φύλαξ, αξιωματικός του Βαλδουίνου, βλέπων ότι αφεύκτως όλοι οι Φράγκοι ήθελον απολεσθή, πέμψας ειδοποίησεν αυτούς να τρέξωσι προς το παράλιον ίνα σωθώσιν εν τοις πλοίοις. Όπως δε εκβιάση αυτούς προς τούτο, έθηκε πυρ εις διαφόρους οίκους, και αι φλόγες διαδοθείσαι ενέσπειρον την φρίκην και τον τρόμον τοις πάσιν. Άνδρες μετά γυναικών, νέοι μετά γερόντων αναμίξ έτρεχον προς την θάλασσαν, και τείνοντας προς τους εν τοις πλοίοις χείρας ικέτιδας, παρεκάλουν αυτούς να τους δεχθώσιν εις το τελευταίον τούτο άσυλον. Οι εκ του στόλου βλέποντες τους δυστυχείς ομοφύλους των δακρυχέοντας, έσπευδον να τους παραλάβωσιν· αλλά μη προφθάνοντες να επιβιβάσωσι τοσούτους εις τα πλοία των και φοβούμενοι μη οι Γραικοί επιπεσόντες διαπεράσωσιν αυτούς εν στόματι μαχαίρας έπεμψαν πρέσβεις προς τον Στρατηγόπουλον, εκλιπαρούντες αυτόν να επιτρέψη την φυγήν εις τους ατυχείς συμπατριώτας των. Ο Καίσαρ συγκατένευσε, και οι Φράγκοι επιβάντες των πλοίων μετά του Βαλδουίνου απέπλευσαν προς την Εύβοιαν· αλλά πριν ή φθάσωσιν εκεί, οι πλείστοι εγένοντο θύματα της πείνης. Εκείθεν ο έκπτωτος αυτοκράτωρ μετέβη αλληλοδιαδόχως εις Αθήνας, εις Σικελίαν, εις Ρώμην παρά τω Ουρβανώ, κακείθεν εις Γαλλίαν, ένθα ευρισκόμενος, τω 1266, εδωρήσατο προς τον Ούγον, δούκα της Βουργουνδίας, το βασίλειον της Θεσσαλονίκης.

Τοιουτοτρόπως έπεσε τη 25 Ιουλίου 1261 η γελοιώδης εν Ανατολή αυτοκρατορία των Φράγκων, πεντήκοντα επτά έτη, τρεις μήνας και δεκατρείς ημέρας διαρκέσασα. Βεβαίως έπρεπε να δοθή μάθημα αυστηρόν προς τους εν Βυζαντίω, αποβαλόντας πάσαν αρετήν και παν γενναίον αίσθημα· το δε μάθημα τούτο ην η υπό τους Φράγκους υποδούλωσίς των. Αν εξ αυτού ωφελήθησαν ή όχι, τούτο δεν ανήκει ενταύθα να εξετάσωμεν. Οι λαοί συνήθως εισίν επιλήσμονες των ευτυχημάτων και των δυστυχημάτων, ολιγίστους δ’ εσωφρόνισαν αι της τύχης δοκιμασίαι. Η υπό του Στρατηγοπούλου άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως δύναται να θεωρηθή μάλλον ως έργον της θείας Προνοίας, διότι αύτη εκυριεύθη, του Καίσαρος όντος άνευ στρατού, άνευ μηχανημάτων, χωρίς καν κατά νουν να έχη τούτο.

Του αυτοκράτορος διατρίβοντος εν Μετεωρίω ή ταχύπτερος φήμη έσπευσε να εξαγγείλη πανταχού το απροσδόκητον γεγονός. Ήτο νυξ και ο αυτοκράτωρ εκοιμάτο, όταν ελθών εκ Κωνσταντινουπόλεως δρομαίος τις, εζήτει να ομιλήση προς αυτόν περί σπουδαιοτάτου αντικειμένου. Οι φυλακές αντέστησαν προ την αίτησίν του λέγοντες ότι ο βασιλεύς κοιμάται, εκείνος δε επιθυμών, ει δυνατόν, να γείνη δεκτός παρ’ αυτώ, έδραμε προς το μέγαρον της του αυτοκράτορος αδελφής Ευλογίας και εξήγγειλεν αυτή την πτώσιν της Κωνσταντινουπόλεώς. Η Ευλογία σπεύσασα προς τον Μιχαήλ τον εξύπνησε κραυγάζουσα, «Κατέσχες, ω βασιλεύ, την Κωνσταντινούπολιν.» Ο αυτοκράτωρ νομίζων ότι ονειρώττει, ουδέν προς ταύτα απεκρίνετο, αλλ’ ότε η αδελφή του σείουσα αυτόν τω έλεγεν, «Ανάστηθι, βασιλεύ, ο γαρ Χριστός επεχαρίσατό σοι την Κωνσταντινούπολιν,» αναστάς της κλίνης και τας χείρας εις ουρανόν ανατείνας, «Τούτον μεν τον λόγον, είπεν, ω αδελφή, και αυτός δέχομαι όν δε λόγον το πρώτον είπες ως της Κωνσταντινουπόλεως κεκράτηκα, ουδαμώς αποδέχομαι. Πώς γαρ εκ του Μετεωρίου εγκρατής γενοίμην της Κωνσταντίνου; Αλλ’ ουδέ στράτευμα κατ’ αυτής αξιόλογον πέπομφα· το δε ράω ταύτα είναι Θεώ και αυτός ξυνομολογώ και θάττον αν τα μικρού και αδύνατα τοις οίς αν βούλοιτο παρασχείν καθέστηκε δυνατός.» Ταύτα ειπών συνεκάλεσε πάντας τους εντέλει και εξαγγείλας αυτοίς το λεγόμενον τους ηρώτησεν αν το πιστεύωσιν ως αληθές. Και πολλοί μεν παρεδέχοντο αυτό ως αληθές, έτεροι δε εδυσπίστουν, πάντες δε διέκειντο εν μεγίστη ανησυχία μέχρις ού την επιούσαν, ελθών απεσταλμένος παρά του Καίσαρος Στρατηγοπούλου, διεπίστωσεν αυτοίς την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως, και εκόμισε και τα του Βαλδουίνου ηγεμονικά σύμβολα, την μαργάροις δηλαδή πεποικιλμένην και υπέρ την κεφαλήν λίθον κόκκινον έχουσαν καλύπτραν του, τα κοκκοβαφή πέδιλά του και την κοκκοβαφές προκάλυμμα ενδεδυμένην σπάθην του.

Απάρας εκ Μετεωρίου ο αυτοκράτωρ διήλθε τον Ελλήσποντον και αφικόμενος τη 14 Αυγούστου προ της Κωνσταντινουπόλεως, εσκήνωσεν εις το μοναστήριον του Κοσμιδίου όπως εισέλθη την επομένην ημέραν εις την πόλιν εν πάση τη βασιλική μεγαλοπρεπεία. Και όντως, την επιούσαν ο εν απουσία του εις Έφεσον διατρίβοντος πατριάρχου Αρσενίου αναπληρών αυτόν μητροπολίτης Κυζίκου, Γεώργιος ο Κλειδάς, ήνοιξε την Χρυσήν πύλην· αφού δε απήγγειλεν ευχήν τινα, προηγουμένης της εικόνος της Παναγίας Οδηγητρίας, και του αυτοκράτορος πεζού επομένου μετά πάντων των εν τέλει και πολυαρίθμου λαού, εισήλθον εις την πόλιν και κατηυθύνθησαν εις την του Στουδίου μονήν, ένθα κατέλιπον την εικόνα, ιππεύσας δε τότε ο βασιλεύς μετέβη εις τον ναόν της Αγίας Σοφίας και αφού εκεί ηυχαρίστησε τω Θεώ επί τη δωρεά, ής τον κατηξίωσε, κατηυθύνθη εις τα ανάκτορα, του λαού ενθουσιωδώς προσαγορεύοντος και επευφημούντος αυτόν· μετά τινας δ’ ημέρας εστέφθη και δεύτερον, ελθόντος εξ Εφέσου του Πατριάρχου Αρσενίου, αυτοκράτωρ ουχί πλέον της Νικαίας, αλλά της Κωνσταντινουπόλεως.

Ευγνωμονών ο Μιχαήλ προς τον Καίσαρα Στρατηγόπουλον, όστις απέδωσεν αυτώ τοσούτον απροσδοκήτως και θαυμασίως την πρωτεύουσαν του κράτους, τω απένειμε τιμάς, αίτινες έως τότε εις μόνον τους ηγεμόνας εδίδοντο. Τω επέτρεψε δηλονότι να περιέλθη άπασαν την πόλιν εν άρματι θριαμβευτικώ, φέρων επί την κεφαλήν στέμμα αυτοκρατορικόν, διέταξε δε συνάμα εις τας δεήσεις και τας λοιπάς δημοσίας προσφωνήσεις το όνομα αυτού να προσφωνήται μετά το του αυτοκράτορος. Αλλά την πράξιν ταύτην, υπό επαινετού αισθήματος ευγνωμοσύνης εμπνεομένην, ημαύρωσεν ο Μιχαήλ δι’ ετέρας σκληράς και απανθρώπου, διατάξας επιόρκως να εξορύξωσι τους οφθαλμούς του γνησίου διαδόχου του θρόνου και επιτροπευομένου αυτού Ιωάννου του υιού Θεοδώρου του Λασκάρεως, ού ένεκα ο πατριάρχης Αρσένιος υπέβαλεν αυτόν αφορισμώ φρικώδει. Τοιαύτη πράξις δεν ήτο εκ των ασυνήθων κατά τους χρόνους εκείνους.

Εν τούτοις ο Βαλδουίνος, φυγών εκ Κωνσταντινουπόλεως, μετέβη εις Ιταλίαν και ήρξατο επικαλούμενος την συνδρομήν του Πάπα και των λοιπών ηγεμόνων υπέρ της ανακτήσεως της απωλεσθείσης αυτοκρατορίας του. Η Ιταλία, η Γαλλία, η Αγγλία, η Καστιλλία αντήχησαν εκ των ικεσιών και παραπόνων αυτού, ουδαμού όμως εύρε τοσαύτην συμπάθειαν, όσον εν τη καρδία του Πάπα. Ο Ουρβανός Δ’ εκ του ύψους του Καπιτωλίου προσεκάλει τους λαούς εις νέαν σταυροφορίαν, διατάσσων στρατολογίας, αφορίζων τους Γενουηνσίους ως φίλους του Μιχαήλ, εξορκίζων τον βασιλέα της Γαλλίας να σπεύση προς ανάκτησιν της Κωνσταντινουπόλεως και ουδέν ενί λόγω παραμελών προς τον σκοπόν τούτον. Αλλά και ο Μιχαήλ βλέπων τον επικείμενον εκ του συνασπισμού εκείνου κίνδυνον, έπεμψε πρέσβεις προς τον Ουρβανόν, οίτινες κατά μεν τον Παχυμέρην, έτυχον κακίστης υποδοχής, κατά δε τον Φραντζήν, εγένοντο παρά του Πάπα δεκτοί ευμενώς. Ο τελευταίος ούτος ιστορικός αφηγείται ότι και η ένωσις των εκκλησιών συνεφωνήθη τότε επί τρισίν όροις, «πρώτον επί τη αναγνωρίσει της υπεροχής του Πάπα, δεύτερον επί τη προσφυγή εις αυτόν ως εις ανέκκλητον δικαστήριον και τρίτον επί τω πρωτεύειν αυτόν εν πάσιν.» ο δε ανώνυμος χρονογράφος της αλώσεως, ιδού πώς διηγείται τούτο. (213)

Γράφει τω Πάπα δουλικώς, ως μέλος εστι τούτου,
Υιός δε μάλλον ευπειθής φρονών τα των Λατίνων.
Στείλας αρχιδιάκονας τους πρώτους των του κλήρου
Έχοντας λόγον μέγιστον Ελληνικής παιδείας,
Ο Μετοχίτης, μετ’ αυτόν ο Μελιτηνιώτης,
Οίτινες καθυπέκυψαν πρώτον τοις λόγοις Πάπα·
Και βασιλεί τω Μιχαήλ είπον φρονείν ωσαύτως·
Ο Πάπας παρ’ ελπίδα δε ταύτα μαθών, το τάχος
Καρδιναλίους έστειλε προς τον Παλαιολόγον,
Τον Άνακτα τον Μιχαήλ, μνήμην ποιήσαι τούτου·
Προς τε τον μέγιστον ναόν της του Θεού Σοφίας,
Και τα πρωτεία τον αυτόν μετά τιμής διδόναι.
Κατά τεσσάρων ουν αυτός Πατριαρχών των Θείων
Έχειν πολλήν την δύναμιν έκκλητον του ποιήσαι
Καθυπογράψαι βασιλεί ζητήσας τρία ταύτα
Μνήμην, πρωτείον, έκκλητον, ός βασιλεύς αυτίκα,
Προσέταξεν υπ’ άμβωνος μνήμην γενέσθαι Πάπα,
Ειπείν δε και Λατινικώς το θείον του Σωτήρος
Μέγιστον Ευαγγέλιον τη μυστική θυσία
Ο Πάπας πάλιν Μιχαήλ απέδωκε το κράτος.

Ο Βαλδουίνος ιδών ματαιουμένας εκ μέρους του Πάπα τας ελπίδας του, απηυθύνθη εις τους διαφόρους βασιλείς, καθικετεύων αυτούς να τον συνδράμωσι προς ανάκτησιν της αυτοκρατορίας του. Μεταβάς εις την εν Ιταλία πόλιν Βιτέρβην, διά πράξεως γενομένης, τη 27 Μαΐου 1267, παρεχώρηοεν εις Κάρολον τον Ανδεγαυϊνόν, βασιλέα της Νεαπόλεως, όπως προσλάβη αυτόν σύμμαχον πλείστας χώρας εν Ελλάδι και την κυριότητα πασών των κείθεν του Ελλησπόντου Ελληνίδων νήσων, πλην της Λέσβου, Σάμου, Κω και Χίου, άς επεφύλαξε δι’ αυτόν και τους απογόνους του. Επί της χρυσής σφραγίδος, ήτις υπάρχει ανηρτημένη εις την μέχρι του νυν σωζομένην παραχωρητήριον ταύτην πράξιν εικονίζεται ένθεν μεν ο αυτοκράτωρ καθήμενος και κρατών τη μεν δεξιά σκήπτρον, τη δε αριστερά την σταυροφόρον σφαίραν, κύκλω δε έχων τας λέξεις BALDVINVS DEI CRATIA IMPERATOT ROMANIE SEMPER AYGVSTVS, Ένθεν δε ο αυτοκράτωρ κρατών έφιππος τη δεξιά σκήπτρον και κύκλω αι λέξεις ΒΑΛΔΟΙΝΟΣ ΔΕΣΠΟΤΗΣ ΠΟΡΦΥΡΟΓΕΝΝΗΤΟΣ Ο ΦΛΑΝΔΡΑΣ. Αλλά και μετά τας παραχωρήσεις ταύτας, μηδέν κατoρθώσας, απεβίωσεν εκ της θλίψεως αυτού εις Ιταλίαν τω 1273, εις ηλικίαν πεντήκοντα πέντε ετών, καταλιπών εκ της συζύγου αυτού Μαρίας της Βρυεννίου ένα υιόν ονόματι Φίλιππον τον Β’ (214).

Ο Φίλιππος ούτος κληρονομήσας τάς τε δυσπραγίας και τας επί του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως αξιώσεις του πατρός του, απαλλαγείς των χειρών των Ενετών, παρ’ οίς έμενεν ως ενέχυρον διά τα χρήματα, άτινα εκείνοι είχον δανείσει προς τον πατέρα του Βαλδουίνον, κατέφυγε παρά τω εξαδέλφω του βασιλεί της Καστιλλίας Αλφόνσω, όστις τον ανέδειξεν ιππότην. Νυμφευθείς Βεατρίκην την θυγατέρα Καρόλου του βασιλέως της Σικελίας, έλαβε παρά του πενθερού αυτού την άδειαν να στρατολογήση εν τω κράτει του προς ανάκτησιν του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως· αλλ’ ενώ συλλέξας ικανάς δυνάμεις ητοιμάζετο να πλεύση δι’ Ενετικών πλοίων εις Ανατολήν, επελθόντος του μεταξύ Σικελίας και Αραγωνίας πολέμου, ο βασιλεύς Κάρολος ηναγκάσθη να εμποδίση την εκ του κράτους του αναχώρησιν των στρατολογηθέντων, διότι και ο ίδιος είχε χρείαν αυτών. Τοιουτοτρόπως ο Φίλιππος, ιδών ματαιουμένας τας προσπαθείας του, ηρκέσθη εις τον απλούν τίτλον, αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως, και απεβίωσε μεταξύ του 1285 και 1288.

Αποθανών ο Φίλιππος κατέλιπε μίαν θυγατέρα την Αικατερίνην, ήτις κληρονομήσασα τα επί του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως δικαιώματα του πατρός της και τον τίτλον αυτοκρατείρας, μετεβίβασεν αυτά διά του εν έτει 1301 γενομένου γάμου της εις τον Κάρολον Κόμητα του Βαλουά, αδελφόν του βασιλέως της Γαλλίας Φιλίππου του Καλού, όστις προσέλαβε τίτλον επιδόξου αυτοκράτορος. Θανούσης δε κατά Ιανουάριον του 1308 της Αικατερίνης, τα δικαιώματα αυτής μετεβιβάσθησαν εις την ομώνυμον αυτής θυγατέρα Αικατερίνην την Βαλουά, ήτις εν τη κοιτίδι έτι είχε μνηστευθή προς Ούγον τον υιόν Ροβέρτου του δουκός της Βουργουνδίας, επί τη ελπίδι αμοιβαίας μεταξύ Καρόλου και Ροβέρτου συνδρομής προς ανάκτησιν της Κωνσταντινουπόλεως· αλλά ματαιωθέντος του γάμου τούτου, τη προσπαθεία του Πάπα Κλήμεντος, η Αικατερίνη ενυμφεύθη οψιαίτερον Φίλιππον τον πρίγγιπα του Τάραντος υιόν δε Καρόλου Β’, του βασιλέως της Σικελίας, εις όν μετεβιβάσθησαν τα τε δικαιώματα επί του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως, και ο επίτιμος τίτλος του αυτοκράτορος. Συμφώνως προς τα ιδανικά αυτού δικαιώματα ο Φίλιππος διά διπλώματος, εκδοθέντος τη 24 Μαΐου 1315 εν Νεαπόλει διά χειρός Ροβέρτου Πονσιακού εδωρήσατο εις τον κύριον της Χίου Μαρτίνον Ζαχαρίαν Κάστρον και τους απογόνους του διαφόρους νήσους και χώρας της μικράς Ασίας, επί τω όρω να ομολογήση υποτέλειαν προς τον επίτιμον αυτοκράτορα και να τον συνδράμη μετά πεντακοσίων ανδρών προς ανάκτησιν της Κωνσταντινουπόλεως. Συγχρόνως τω παρέσχε πάσας τας βασιλικάς προνομίας, οίον να φέρη στέμμα και σκήπτρον, να πίνη εις χρυσούν ποτήριον, να υποδύεται βλαυτία ερυθρά εντός τε και εκτός των ανακτόρων της Κωνσταντινουπόλεως, ήν δεν εξουσίαζε μεν, αλλ’ ήλπιζε να ανακτήση, και άλλα τοιαύτα (215). Απεβίωσε δε τη 26 Δεκεμβρίου 1332 εν Νεαπόλει καταλιπών ως διάδοχον του κενού τίτλου αυτού τον υιόν του Ροβέρτον.

Ο Ροβέρτος, ζώσης μεν της μητρός του αυτοκράτειρας Αικατερίνης ετιτλοφορείτο πρίγγηψ Αχαΐας και Τάραντος, δεσπότης Ρωμανίας, και κόμης Κεφαλληνίας και Ζακύνθου· αλλά θανούσης τω 1346 εκείνης, έλαβεν οριστικώς τον τίτλον αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως. Μόλις όμως ενυμφεύθη Μαρίαν την Βουρβωνίδα, θυγατέρα Λουδοβίκου Α’, του δουκός Βουρβώνος, επιδραμόντος του βασιλέως της Ουγγαρίας Λουδοβίκου εις Νεάπολιν, ηχμαλωτίσθη υπ’ αυτού και απήχθη εις Ουγγαρίαν, ένθα έμεινεν επί πολύ καθειργμένος· απέθανε δε τη 10 Σεπτεμβρίου 1364 εις Νεάπολιν και ετάφη εις τον αυτόσε ναόν του Αγίου Γεωργίου, επί δε της επιταφίου πλακός του ανεγινώσκετο το επίγραμμα τόδε.

ILLVSTRI ROBERTI ANDEGAVENSI BYZANZIORYM IMPERATORI TARENTINORYMQUE
PRINCIPI CAROLI VTRIVSQVE SICILIAE REGIS EX PHILIPPO FILIO NEPOTI AB ANNO MCCCL XIIII OSCVBE SACENTI VSQVEDVM ANNO MCCCCLXXI ANDREAE AGNESIS IVIVS TEMPLIPRAESIDIS PIETATE AC DILIGENTIA LOCVS DATVS EST.

Την 20 Μαΐου του 1366 απεβίωσεν εις Νεάπολιν και η σύζυγος αυτού αυτοκράτειρα Μαρία, επί του εν τη εκκλησία της Αγίας Κλαίρης τάφου της οποίας ανεγινώσκετο το εξής επίγραμμα.

ΗΙC JΑCΕΤ CORΡVS DΟΜΙΝΑΕ DΟΜΙΝΑΕ ΜΑRΙΑΕ DΕ FRΑΝCΙΑ ΙΜΡΕRΑΤRΙCΙS CΟΝSΤΑΝΤΙΝΟΡΟLIΤΑΝΑΕ AC DΥCISSAE DVRACΙΙ QVAΕ ΟΒIIΤ ΑΝΝO DΟMΙΝI ΜCCCLXVI DIΕ XX ΜΑΙΙ CVIVS ΑΝ. REQ. ΙΝ ΡΑCΕ ΑΜΕΝ.

Διάδοχος του Ροβέρτου εν τω τίτλω αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως εγένετο ο αδελφός αυτού Φίλιππος Γ’, όστις άνευ τέκνων τελευτήσας, άγνωστον κατά τίνα εποχήν, κατέλιπε διάδοχον αυτού τον εκ της αδελφής του Μαργαρίτας ανεψιόν του Ιάκωβον Δε-Μπω, δούκα της Ανδρίης. Του επιτίμου τούτου αυτοκράτορος σώζεται δίπλωμά τι, εν έτει 1368 γεγραμμένον υπέρ Θωμά του επισκόπου Καστελενέτου και της εκκλησίας αυτού, εν τω οποίω φέρει εκείνος τίτλον αυτοκράτορος Κωνσταντινουπόλεως, δεσπότου Ρωμανίας και πρίγγιπος Αχαΐας και Τάραντος. Ενυμφεύθη δε Αγνήν την κόμησσαν Δουράσου, και αποβιώσας την 7 Ιουλίου 1383 εις Τάραντα εν τω άνθει της ηλικίας του, ετάφη εν τω αυτόσε ναώ της Αγίας Κατάλδης, ύστατος επίτιμος αυτοκράτωρ Φράγκος της Κωνσταντινουπόλεως γενόμενος.

Η τύχη των Φράγκων αυτοκρατόρων πραγματικών τε και επιτίμων της Κωνσταντινουπόλεως, εξ όσων ανωτέρω εξεθέσαμεν, δεν υπήρξε βεβαίως τοσούτω επίζηλος· αν εξετάση τις όμως την τύχην και των λοιπών Βυζαντινών αυτοκρατόρων, θέλει πεισθή ότι ολίγιστοι αυτών μέχρι τέλους, διετέλεσαν ευτυχείς.

Από Αρκαδίου (395-408) μέχρι Κωνσταντίνου του Δραγάση (1453) η αυτοκρατορία της Κωνσταντινουπόλεως περιλαμβάνει περίοδον χιλίων πεντήκοντα οκτώ ετών, δύο μηνών και έξ ημερών, εννενήκοντα δε και είς αυτοκράτορες ήρξαν κατά την περίοδον ταύτην. Εκ τούτων τριάκοντα επτά εβασίλευσαν από ενός μέχρι πέντε ετών (τινές δε και ολίγους μόνον μήνας)· είκοσι και είς από έξ μέχρις επτά ετών εννέα από ένδεκα μέχρι δεκαπέντε· πέντε από δεκαέξ μέχρις είκοσι· τέσσαρες από είκοσιν ενός μέχρις είκοσι πέντε· δύο από είκοσιν έξ μέχρι τριάκοντα· πέντε από τριάκοντα μέχρι τριάκοντα πέντε· τρεις από τριάκοντα έξ μέχρι τεσσαράκοντα· είς από τεσσαράκοντα ενός μέχρι τεσσαράκοντα πέντε και τέσσαρες από τεσσαράκοντα έξ μέχρι πεντήκοντα.

Εκ των εννενήκοντα ενός αυτοκρατόρων, εις τους οποίους εάν προσθέσωμεν και τους μετασχόντας κατ’ επιτροπείαν ή άλλως πώς του θρόνου, έχομεν εκατόν εννέα βασιλείς, είκοσιν απεβίωσαν διά βιαίου θανάτου φονευθέντες, δηλητηριασθέντες, πνιγέντες ή κατακρημνισθέντες από κιόνων, και δεκαοκτώ ετυφλώθησαν, ερινοτμήθησαν ή άλλως πώς ηκρωτηριάσθησαν· τρεις απεβίωσαν εκ πείνης· είς εβλήθη υπό κεραυνού· είς απεβίωσε πληγωθείς υπό δηλητηριασμένου βέλους· δύο απεβίωσαν παράφρονες· δώδεκα απέθανον εν ειρκτή ή εν μοναστηρίω· δώδεκα παρητήθησαν εκουσίως ή ακουσίως του θρόνου· τρεις απεβίωσαν εν πολέμω· είς ηχμαλωτίσθη, και οι λοιποί τριάκοντα έξ απέθανον επί της κλίνης των εξ ασθενείας ή γήρατος. Η απαρίθμησις δε αύτη εστίν ακριβής εικών της ιστορίας της Κωνσταντινουπόλεως.

ΤΕΛΟΣ

ΠΙΝΑΞ
Των της Κωνσταντινουπόλεως Φράγκων Αυτοκρατόρων,
επιτίμων Αυτοκρατόρων, Αντιβασιλέων,
παπικών Εξάρχων και Λατίνων Πατριαρχών.

ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΕΣ

Βαλδουίνος A’.
Ερρίκος.
Πέτρος.
Ροβέρτος.
Ιωάννης Βρυέννιος.
Βαλδουίνος Β’.

ΕΠΙΤΙΜΟΙ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΕΣ

Φίλιππος Α’.
Αικατερίνη Α’.
Κάρολος κόμης Βαλουά.
Αικατερίνη Β’. Βαλουά.
Φίλιππος Β’. πρίγκιψ Τάραντος.
Ροβέρτος Β’.
Φίλιππος Γ’.
Ιάκωβος Δε-Μπω.

ΑΝΤΙΒΑΣΙΛΕΙΣ

Ερρίκος κόμης Φλάνδρας.
Κόνων Πετούνης.
Ανσώ Δε-Καχιέ.
Ναρζώ Δε-Τουσή.
Φίλιππος Δε-Τουσή.

ΠΑΠΙΚΟΙ ΕΞΑΡΧΟΙ

Πέτρος Καπούης ο Καρδινάλιος.
Σοφφρρέδος Καρδινάλιος.
Βενέδικτος Καρδινάλιος Μάξιμος.
Πελάγιος Καρδινάλιος.
Νικόλαος επίσκοπος Ρηγίου.

ΛΑΤΙΝΟΙ ΠΑΤΡΙΑΡΧΑΙ.

Θωμάς Μοροζίνης.
Γερβάσιος.
Ματθαίος.
Ιωάννης δ’ Αβεβίλ.
Σίμων.
Νικόλαος.
Παντολέων Ιουστινιανός.
Ουγολίνος.
Πέτρος.
Λεονάρδος.
Νικόλαος.
Γότιος.
Ροβέρτος.
Ερρίκος.
Γουλλιέλμος.
Πέτρος Θωμάς.
Παύλος.
Ιάκωβος Βις.
Βησσαρίων.
Βαρθολομαίος Καρατζιόλος επίσκοπος Βαρίου

ΠΙΝΑΞ ΤΩΝ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Κεφ. Α. Εκστρατεία Σταυροφόρων επί το Βυζάντιον εν έτει
Μ. Χ. 1202-1204Σελ.3
— Β’. Βαλδουίνος Α. Πρώτος Φράγκος Αυτοκράτωρ.
1204-1205»40
— Γ’. Ερρίκος. Δεύτερος Φράγκος Αυτοκράτωρ.
1206-1216»98
— Δ’. Πέτρος. Τρίτος Φράγκος Αυτοκράτωρ.
1217-1218»138
— Ε’. Ροβέρτος. Τέταρτος Φράγκος Αυτοκράτωρ.
1221-1228»150
— ΣΤ’. Ιω. Βρυέννιος. Πέμπτος Φράγκος Αυτοκράτωρ.
1229-1237»170
— Ζ’. Βαλδουίνος Β’. Έκτος Φράγκος Αυτοκράτωρ.
1239-1261»198
— Η . Έξωσις των Φράγκων εκ της Κωνσταντινου-
πόλεως. 1261»252
Πίναξ των της Κωνσταντινουπόλεως Φράγκων
Αυτοκρατόρων, επιτίμων Αυτοκρατόρων, Αντιβασιλέων,
παπικών Εξάρχων και Λατίνων Πατριαρχών»283
1) Νικήτας Χωνιάτης 3. 8. 9. Vile-harduinus — Ducange histoire de l’ Emp. de Const. 1-82.?

2) Lebeau hist. du B. Empire Τ. XVII 62. — Michaud et Poujoulat hist. des Crois. III. 67.?

3) Χρον. Μωρέως παρά Buchon.?

4) Ville harduin — Χρον. Μωρέως παρά Buchon. ?

5) Νικήτ. Χων. 1.8.9. — Cesta. Innoc. III.I — Ακροπολίτ. 2 — Sanut. 3. part. II. c. I. — Sabellicus C. I. — Fleury, his. eccles. 75. art. 47.?

6) Χρον. Μωρέως παρά Buchon.?

7) Νικήτ. 3. 8. 9. — Ακροπολ. 2. — Ramnusius I. i. — Vile-harduin — Sanut. 3 part, 2. c. l.!!?

8) Νικήτ. Χων. 8. 9. 10. Vile-harduin III. 55 — Sanuto 3 p. II a. Rmnus, 1. 2.?

9) Lebeau, hist. du Bas-Emp. T. XVII 93. ?

10) Vile-harduin c.55 και συνέχ.?

11) Νικήτ. Χων. 8.9.10. — Ducange 1. 8. ?

12) Lebeau. XVII. 106 — Ducange ibid — Michaud et Poujoulat 111.60.?

13) Νικήτ. Χωνιάτ. 8. 9. 10.?

14) Vile-harduin 94-109 — Νικήτας εν β. Ισαακίου — Ακροπολίτ.-3. 5 — Ramnus. 1. 2 — Gesta Innocent-111. — Sal. ell 1.8. — Ducange ibid.?

15) Αβην. Χ. 59. Χ. 14. 32. — Αιλιαν. Π. Ιστορ. 3. 14.?

16) Lebeau. XVII. 114.?

17) Νικήτ. Χων. εν β. Ισαακίου και Αλεξίου. — ?. ΧVII. 117.?

18) Νικήτ. Χων. εν β. Ισαακίου Vile-harduin 109- 123 — Ακροπολίτ. 13 — Ηarold 12 20 — Sanut. 111.2. 1. Ducange Ibid.?

18α) ) Χρονικ. Μωρέως παρά Buchon.?

19) Νικήτ. εν β. Μουρτζούφλου — Vile-harduin Ibid ?

20) P. Rhamnusius 1. 3 — Sabellicus 1.8.163. — Sanut. 3.11.1 — Boutrem. 3.6.7?

21) Νικήτ. εν β. Μουρτζούφλου. — Ακροπολ. 3. ?

22) Νικήτας εν β. Μουρτζούφλου. — Lebeau XVII. 127 — Ducange 1.9.?

23) Νικήτ. εν β. Μουρτζούφλου.?

24) Νικήτ. Τα μετά την άλωσιν. — Michaud et Poujoulat III. 113 — Lebeau. XVII. 129.?

25) Lebeau, T. XVII. 173.?

26) Michaud, histoire des Croisades T. III. p. 195.?

27) Νικήτ. Χων. Τα μετά την άλωσιν, σελ. 187. ?

28) Χρον. Μωρέως παρά Buchon.?

29) Νικήτ. Χων. Τα μετά την άλωσιν. — Lebeau XVII 173.?

30) Νικήτ. Τα μετά την άλωσιν.?

31) Michaud et Poujoulat III 170.?

32) Χρον. Μωρέως παρά Buchon.?

33) Νικητ, τα μετά την άλωσιν. — Cesta Innoc. c. 99 — Ducange 1. ?

34) Χρον. Ευφραιμίου στίχ. 7185.?

35) Lebeau XVII. 175 — Mayer Ann Fland. 113 — Sabelli. I. 8?

36) Νικηφ. Γρηγορά 1. c. 2. — Ville-Harduin 141, 161. — Ramnusio. J. 4 — Doutreman, 4. 2. Bizar de bello Veneto Ι. 1. 68.?

37) Νικήτ. Χωνιάτ. τα μετά την άλωσιν. — Lebeau, XVII 179. ?

38) Ducange 1. 24.?

39) Michaud et Poujoulat 111-170. ?

40) Gesta Innocent. VIII. 59.?

41) Baronius ad ann. 1205.?

42) Guntherus. c. 20. 21.?

43) Χρον. Μωρέως παρά Buchon.?

44) Τζέτζ. Χιλ. — Νικήτ. 3. — Ducange 1, 33. ?

45) Γρηγοράς 1, 2. — Vile-harduin 124-126. — Ducange 1. 25.?

46) Cesta Innocent L. 8. ep. 59. — Danduli Chron. — Doutreman. 4. 2. — Ramnusio 1. 4. ?

47) Vile-harduin 169 — Haques de Guise, 3, V. 95. ?

48) Νικήτ. τα μετά την άλωσιν — Γ Ακροπολ. γ’. 8. — Ducange. 1, 30 — 32. — Vile-harduin 160 — 173. ?

49) Κ. Σάθα, Χρονικόν Γαλαξειδίου. — Ducange L’ emp. Byz. p. 208. — Vile-harduin 160.?

50) Νικήτ. τα μετά την άλωσιν. — Sabellicus 1. 8. — Platica in Innoc. ΙΗ.?

51) Νικήτ. τα μετά την άλωσιν — Γρηγοράς. 1.2. — Ακροπολίτης 212 — Vile-harduin 177. — Gesta Innoc. c. 115. — Doutrem. z, 4. — 15 — Alber. c. 95?

52) Lebeau. XVII. 206. — Ramnusio. 4. 5. ?

53) Ducange ibid — Lebeau. ibid.?

54) Νικήτ. Χων. τα μετά την άλωσιν — Lebeau ibid.?

55) Vile-harduin 191 — Gesta Innoc. 3. 124 — Eurolin 1. 56?

56) Χρονικόν Μωρέως παρά Buchon — Νικήτ. τα μετά την άλωσιν — Ramnusio 1.5. — Doutreman 4. 10. — Ducange 1. 36. ?

57) Lebeau. XVII 214. — Daru, hist. de Venise 1. 246.?

58) Νικήτ. τα μετά την άλωσιν 847 — Γ. Ακροπολίτης 13. — Ramnusio 1. 5. Doutreman 4. 10-15. Vile- harduin 230. ?

59) Vie de Louis VIII, XI p. 373?

60) Νικήτ. τα μετά την άλωσιν. — Vile-harduin 201 — 208?

61) Νικήτ. τα μετά την άλωσιν 820 — Ακροπολίτης, Κ.8.?

62) Νικήτ. τα μετά την άλωσιν — Vile-harduin205 — 210 — Gesta Innoc. 106. ?

63) Νικήτ. τα μετά την άλωσιν, 815. ?

64) Vile-harduin 231 — Doutrem. 4. 11 — Rhamnusio 1. 5. — Ducange. 11. 1.?

65) Danduli Chron. 107 — Rhamnusio 1. 5 — Laball. 8. 63 — Doutrem 4. 11.?

66) Vile-harduin 231 και συνέχεια. — Ducange 11. 81. ?

67) Γρηγορ. 1. 2 — Ακροπολ. Κ. β — Fleury hist. Eccles. 76. 2β. ?

68) Νικήτ. τα μετά την άλωσ. — Leunclavius Pend. et p. 416. 430. — Rhamnusio 1. 4. Lebeau XVII 953. ?

69) Νικήτ. τα μετά την άλ. 7. 10. — Hayton. hist. Orient e. 13. — Ducange Fam. Byz. p. 191, 192 — Doutreman 4. 12. ?

70) Νικήτ. ως ? Vile-harduin 236, 237. ?

71) Ville — Hard. 235. — Rhamnusio 4.6 — Doutrem 5.1.?

72) Ville. Hard. και συνέχ.?

73) Lebeau XVII. 263.?

74) Ville Hard. 263. Ducange. 11. 90. ?

75) Lebeau ΧVΙΙ 266 — Ducange.11, 89. ?

76) Lebeau XVII. 270. — Ducange. 11. 91. ?

77) Ducange 11. 91.?

78) Alberic. 1206 — Ακροπολίτ. Κ. 45 — Ιω. Αναγνωσ. 10. 16. — Gest. Innoc. 111 14.9.101.?

79) Gest. Innocetii. I. IX. ep. 241 — Gretzer de Imag. ?neameanus. C. 18. — Σκυλίτση σελ. 555 — Κατακουζ. 111 50 — 99.?

80) Sinuto, secreta fidelluni crucis I. p. 4c. 7 — Sabell. Deced. I VII — Chron. n. Andr. Danduli p. 15. Bembo Ilist Venet, 11. 118. ?

81) Ακροπολίτ. K. 13 — Gest. Inn. c. III. XI. ?

82) Doutrem. 5. 3 4.5 — Ducange. 11. 105. ?

83) Lebeau XVII. 277.?

84) Ducange 11. 107. ?

85) Lebeau ΧVΙΙ. 279.?

86) Innoc. III. ΧV Ρ. 39 — Ducange 11. 112. ?

87) Innoc. III. L. XIV p. 37 — Doutrem. V. 4. ?

88) Alberic. 1206 — Ακροπολ. 13. ?

89) Innocen. XIII. 16. Ep. 75. — Buchon χρον. του Μωρ. 146 και συνέχ.?

90) Innoc. XIII. ep. 161. 184.?

91) Innoc. Χ. ΧIIΙ Ep. 98. L. XV Ep. 74 ?

92) Καντακουζην. Γ. 49 Σωζόμεν. Εκκλ. Ιστορ. VIII. 24 — Νικηφόρ. Καλλιστος ΧΙΙ. 41 — Θεοδωρήτ. Εκκλ. Ις. 17.?

93) Fleury, Hist. Eccles. I. 77 — art. 13 — Alberic. 1228.?

94) Ακροπολ. Χρον. Ιστορ. 17.?

95) Ακροπολ. Κ. 15 16 Ducange 11, 204 ?

96) Baudouis Avesnes en ses chroniques ch. 97. ?

97) Ακροπολίτ. Κ. 16.?

98) Cibbon Hist. de la Decadence alc. 1. II. III. ?

99) Γ. Ακροπολ. Χρον. 15, 16.?

100) Honorius Le. 1. ep. 19. ?

101) Ducange 11. 150. — Doutreman 5. 5 — Fleury. Hist. Eccles. 78. I. ?

102) Honorius Les. 1. 9. 211.?

103) Chron. Nangii 1216Ducange 11. 150. ?

104) Ducange 11, 451. ?

105) Sigon. hist. Beaun?. I.V. — Cron. Fassae Na?? Ducange. ?

106) Cor ad de Falaris, de Casibus Gall C. 8. ?

107) Fleury. hist. Eccles. 78. 8. ?

108) Honorius L. 4. ep. 178 — bep. 375. ?

109) Ducange 11. 155. ?

110) Sabellico 8. 169 Doutreman V. 5. — Fleury his. eccles. 78. 8. 13. 14 — Lebeau XVII 309. — Ducange 11. 155 156.?

111) Honor. 1. 11. Ep. 884 — Chron. Rich. de S. Germ. ann 1218. ?

112) Ακροπολίτ. Χρ. Συγγραφ. 18. ?

113) Lebeau XVII 312.?

114) Honor L. 11. p. 1002-111 p.237, 416. ?

115) Ducange 11. 184.?

116) Ducange 11, 107.?

117) Sabell. dec f. VIII — Chron. Danduli apud Spond. 1216 N12.?

118) Fleury, hist. eccles. 75 50 — Lebeau XVII 317. ?

119) Ακροπολίτ. Χ. Συγγ. 13.?

120) Νικηφ. Γρηγορ. Ιστορ. ????

121) Ακροπολ. 22. Νικ. Γρηγορ. 11. 2. 25. ?

122) Honor I. VII. p. 147, 148, 149 I. IX. p. 83?

123) Honor 1. VI. ep. 447 1. VII p. 14 15. 140 I. VI p. 280.?

124) Ακροπολ. 22 Γρηγορ. 11. 2. 27. ?

125) Γρηγορ. 1. 2. 13.?

126) Ακροπολ. 28 — Γρηγορ. 11 2. 25. — Lebeau XVII 332.?

127) Ακροπολ. — Γρηγορ. ως 11, 2. 25 ?

128) Ακροπολ. 40.?

129) Ακροπολ. 40.?

130) Ακροπολ. 40.?

131) Honor. I. VIII epis. 83. 84. 85. 288. ?

132) Fleury his. eccles. I. 79 art. 23 — I. 50 art. 10.?

133) Sanut. I 2 port. 4. C. — Doutrem. 5. 5. ?

134) Sanut. 1.2. par. 4 C. 28. — Danduli Chron. 180 — Ducange 11. 3. 201.?

135) Doutreman 1. 5. C. 5. Ducange 111 15. ?

136) Lebeau XVII 371. ?

137) Cibon hist. de la decadance T. ? ?

138) Ακροπολ. Χρον. Συγγ. 60?

139) Gregor. IX ep. ?V. III p. 46.51. ?

140) Ακροπολ. Χρον. Συγ. 46.?

141) Ακροπολ. Χρον. Συγγ. 47. — Gregor. IX. I. VI. epist. 3.?

142) Gregor. IV. I. V. ep. 73. 75. ?

143) Περί της οικογενείας Γαβαλλά ιδέ τη εν τόμ. ΙΒ’ Ιουνίου 1861 της Ν. Πανδώρας πολύτιμον διατριβήν του Κ. Παύλου Λάμπρου.?

144) Ακροπολ. Συγ. 30.?

145) Sabelicus l. q. 113 — Danduli Chron. 88. Bizar, de Bello Veneto 1. 3.?

146) Foglieta Hist. gen. I 3. 169. ?

147) Ακροπολ. Χρ. συγγρ. 31 — Gregor. IX. ? IX. ep. 313 — Rayhald. 47. 53.?

148) Ακροπολ. Χρ. Συγ. 33.?

149) Philip. Mouskes apud. Ducang 111, 220 — Andr. Danduli Obron 162 — Sabel. Decaet I. IX. p. ?

150) Lebeau. XVII. 365.?

151) Ducange III. 224.?

152) Ph. Mouskes Alber. 1236 ap. Ducang. ?

153) Gregor. IX. I. Χ. Lp. 95, 282. 293, 294. ?

154) Ducang. ΙΙΙ 232??

155) Fleury, hist. Eccles. St. art. p. — Daru his. de Ven. I. 265?

156) Ακροπολ. Χρον. Συγγρ. 34.?

157) Gregor. IX.I.II ep. 96. 97. 110. 112 114. ?

157α) ) Πολιορκητική μηχανή?

158) Ακροπολ. Χρ. Συγγ. 36?

159) Ακροπολ. Χρ. Συγγρ. 38. 27.?

160) Gregor. XI I. XI ep. 408. 409. XII. ep. 351. ΧIIΙ.ep. 317.?

161) Gregor. IX. 1. ep. 350. ΧΙΙ ep. 10. 310. ?

162) Gregor. Ι XII. ep. 211, 417. ?

163) Fleury, hist. eccles. 81 art. 27 — Ducange IV 260.?

164) Gregor. ?XII ep. 168, 370, 390. ?

165) Ακροπολ. Χρον. Συγγρ. 37 — Lebeau. XVII 359.?

166) Ducange IV. 19. ?

167) Ακροπολ. Χρον. Συγγρ. 37.?

168) Ακροπολ. Χρον. Συγγρ. 37.?

169) Philipp. Mouskes ep. — Ducan. IV. 373. ?

170) Ακροπολ. Χρον. Συγγρ. 39. — Γρηγορά 11.7. ?

171) Innοc IV. I. Ι. p. 635.?

172) Ducange IV. 23. 24.?

173) Ακροπολίτ. Χρ. Συγγρ. 90?

174) Lebeau XVII. 409.?

175) Γεωργ. Ακροπολ. 41.?

176) Νικηφ. Γρηγορ. 11. 6.?

177) Acta Conc. Lugd — Fleury, hist. eccles. I. 82 art. 23 et suir.?

178) Νικηφ. Γρηγορ. 11. 7. — Ακροπολ. 2. 7. — Παχυμέρ. V. 6.?

179) Ακροπολ. 43.?

180) Ακροπολ. 44.?

181) Ακροπολ. 4.?

182) Ακροπολ. 45?

183) Ακροπολ. 47.?

184) Lebeau XVII. 432.?

185) Innoc. IV. I. ep. 38 — Wading. 1247 n. 8. 9. 10. — 1249 n. 4.5. — 1250. 1. 2. — Fleury hist. eccles. I. 33 art. 13.?

186) Ακροπολ. 48.?

187) Alex. IV. I. XI ep. 29· 162 Ι. XII. ep. 12. ?

188) Ακροπολ. 49. — Γρηγο. 2 8. — Παχυρερ. 1. 7. 12. — Καντακουζ. 1. 17 — Φραντζής 1. 1 2.?

189) Ακροπολ. 49 — Γρηγορ. 11. 3. ?

190) Ακροπολ. χρον. Συγγρ. 50?

191) Ακροπολ. χρον. Συγγρ. 51.?

192) Alex. IV. Ι. 1, ep. 325.?

193) Innoc. IV I. XII ep. 4.?

194) Γρηγορ. 11. 8 — Ακροπολ. 52. ?

195) Γρηγορ. III, Ι. — Ακροπολ. 53. — Παχυμέρ. 1. 13.?

196) Ακροπολ. 55.?

197) Ακροπολ. 55.?

198) Ακροπολ. 54 — 61 — Γρηγορ. 8. 1. ?

199) Ακροπολ. 62 — 73 — Γρηγορ. 9.2. και συν. ?

200) Παχυμέρ. 1.1 14. 23 — Φραντζής 1 3. ?

201) Παχυμέρ. 1. 18. 19. — Φραντζ. 1. 3. ?

202) Παχυμ. 2. 1 — 5.?

203) Ακροπολ. 38 Αlex. IV. I. II. ep. 315 — Wading. 1257 n 16.?

204) Ακροπ. 78. — Παχυμ.2. 10.?

205) Ακροπολ 79. — Παχυμ. 1. 30, 31 — Φραντζ. 1. 2. ?

206) Ότι οι Φράγκοι αυτοκράτορες της Κωνσταντινουπόλεως έκοψαν νομίσματα, υπάρχει εκτός πάσης αμφιβολίας άτε και υπ’ αυτού του Νικήτα Χωνιάτου μαρτυρούμενον «Επεί δε χρημάτων και ούτως εσπάνιζον, λέγει ο συγγραφεύς ούτος, . . . . τοις χαλκοίς εποφθαλμίζουσιν ανδριάσι και παραδιδόασι τούτους πυρί. Ήτε ουν εν τη Κωνσταντινείω αγορά ισταμένη πολύχαλκος Ήρα κέκοπται εις στατήρας και χωνία παραδέδοται.» Και αλλαχού «Αλλ’ ουδέ των εν τω ιππικώ ισταμένων αγαλμάτων και αλλοίων θαυμαστών έργων την καταστροφήν παρήκαν, οι του καλού ανέραστοι ούτοι βάρβαροι, αλλά και ταύτα κεκόφασιν εις νόμισμα.» Και κατωτέρω «Στατήρων δε βραχέων και τούτων χαλκών, τα παλαιά σεμνώματα του γένους απέδωκαν και καθήκον αυτά εις το χωνευτήριον.» Εν τούτοις νομίσματα τοιαύτα των φράγκων δεν υπάρχουσι σήμερον γνωστά· και ο μεν Cousinery διά παραλόγων επιχειρημάτων προσπαθεί να δικαιολoγήση, την έλλειψιν ταύτην, ο δε Soucy περιγράφει καθ’ υπόθεσιν απλήν τινά ως των Φράγκων της Κωνσταντινουπόλεως αυτοκρατόρων.?

207) Sanut. II. 4. 18. — Ducange V. 338. — Lebeau XVII 712.?

208) Παχυμέρ. 2 14 2 — Ακροπολ. 33. ?

209) Παχυμ. ? 21.?

210) Sanuto 2. part. 5. c. 28. — Sabell. I. X. — Villasi VI O2.?

211) Παχυμέρ. 2. 26. 27. — Ακροπολ. 81 85 — Γρηγορ. 4. 2. — Spandugino dell orig. dei Turki 87 — Doutrem 5 7.?

212) Άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως στιχ. 565 παρά Buchon recherches historiques 1. 2. p. 359 ?

213) Φραντζ. 1. 8. — Wadding Ang. Fr. Min. — Άλωσις Κωνστ. ??? παρά Buchon.?

214) Buchon recherches sur l’ hist. de la dom. Franc. p. 31.?

215) Tulinedegli ammirabi p. 102 ?

ΤΕΛΟΣ