ΑΔΥΝΑΤΟΝ να διατηρηθή αμετάβλητος η πολιτική θέσις δύο εθνών, κατοικούντων ένα και τον αυτόν τόπον, όταν το μεν δεσπόζον διαμένη στάσιμον, το δε δεσποζόμενον προοδεύη.

Η πολιτική των εθνών τούτων μεταβολή καθίσταται έτι μάλλον βεβαία, αν τα έθνη ταύτα έχωσι διάφορον καταγωγήν, πρεσβεύωσι διάφορον θρησκείαν, λαλώσι διάφορον γλώσσαν, ζώσι μακράν πάσης συγγενικής επιμιξίας, θεωρώνται αμοιβαίως ως βέβηλα, και μισώνται.
Τοιαύτη ήτον η θέσις των Τούρκων και των Ελλήνων προς αλλήλους· η δε ταχεία ή βραδεία φορά της μεταβολής απέκειτο εις τον καιρόν και εις τας περιστάσεις. Σημειώσεως άξιον, ότι η Ελλάς, πεσούσα υπό τους Τούρκους, δεν υπέστη ό,τι υπέστησαν τα υπό ξένην αρχήν πεσόντα επί της εισβολής των βαρβάρων ευρωπαϊκά έθνη, όπου
δορυκτήτορες και δορύκτητοι συνεμίγησαν υπό την αυτήν θρησκείαν και την αυτήν γλώσσαν, και αποκατέστησαν, του καιρού προϊόντος, έν και το αυτό έθνος υπό μίαν και την αυτήν κλήσιν. Ήκμαζεν ο ισλαμισμός μέχρι φανατισμού, ότε η Ελλάς έπεσεν εις χείρας των πρεσβευόντων τα του κορανίου, εν ώ η ειδωλολατρεία των εθνών, όσα διεχύθησαν εις την Ευρώπην, ήτον εις την παρακμήν της, ότε την υπέταξαν· διά τούτο, επί μεν τούτων υπερίσχυσεν ο χριστιανισμός και συνέχεε κρατούντας και κρατουμένους, επί δ’ εκείνων δεν υπερίσχυσε, και Μωαμεθανοί και Έλληνες διέμειναν εντός της Ελλάδος άμικτοι διά παντός, ουδέ την αυτήν εβάδισαν οδόν ως προς την κοινωνικήν ανάπτυξίν των. Τω όντι οι Τούρκοι ουδέν έμαθαν και ουδέν απέμαθαν αφ’ ού εκυρίευσαν την Ελλάδα· αφιλέμποροι, αβιομήχανοι, αμαθείς, οιηματίαι και καταφρονηταί πάσης ευρωπαϊκής βελτιώσεως και ήσαν και διέμειναν, διότι η αντικοινωνική θρησκεία των εθεωρείτο πρόσκομμα πάσης κοινωνίας προς τα ετερόθρησκα έθνη τα μισούμενα παρ’ αυτών και καταφρονούμενα. Διά τούτο διέβησαν δι’ αυτούς ως τέσσαρες ημέραι οι από της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως τέσσαρες θαυματουργοί αιώνες, οι διά της αναγεννήσεως των γραμμάτων και διά της προόδου των ανθρωπίνων γνώσεων μετενεγκόντες, την Ευρώπην εκ της βαρβαρότητος εις τον πολιτισμόν, οι βελτιώσαντες τα πολιτικά συστήματά της, οι εισαγαγόντες την τακτικήν εις τα στρατεύματα και εις το ναυτικόν της, και οι καταστήσαντες τον πόλεμον τέχνην, καθ’ ην η καλλιέργεια του νοός νικά την ισχύν του σώματος.
Αλλ’ οι Έλληνες, κύψαντες ως νενικημένοι τον αυχένα υπό τους Τούρκους ως νικητάς, δεν υπεδούλωσαν ολοτελώς και τον νουν των· πρεσβεύοντες θρησκείαν διδάσκουσαν την υψηλήν αρχήν και το υψηλότερον τέλος της φύσεως του ανθρώπου και συντελούσαν θαυμασίως εις τελειοποίησιν του ανθρωπίνου νοός, δεν έπαυσαν πλατύνοντες, όσον επέτρεπεν η δουλική των κατάστασις, τον κύκλον των ιδεών των· καταγόμενοι δε και εκ μεγάλων προπατόρων, ων τα συγγράμματα και τα έργα ουδέποτε τοις ήσαν ολοτελώς άγνωστα, δεν ήτο δυνατόν να φανώσι διόλου ανάξιοι της λαμπράς καταγωγής των. Κινούμενοι εκ των δύο τούτων υψηλών αρχών, της θρησκευτικής, λέγω, και της γενεαλογικής, ωφελούμενοι και εκ της νωθρότητος, της αβελτηρίας και της απρονοησίας των κρατούντων, εσχετίζοντο προς τα σοφά και βιομήχανα έθνη διά της ναυτιλίας της τόσον καταλλήλου εις την γεωγραφικήν θέσιν της Ελλάδος, και διά του εμπορίου, πλουτούντες υλικώς και φωτιζόμενοι νοερώς. Σοφώτεροι οι κρατούμενοι Έλληνες των κρατούντων Τούρκων ως εκ της σχέσεώς των προς τους Ευρωπαίους και της προς τα γράμματα κλίσεώς των, εύκαμπτοι και ύπουλοι ως εκ της πολιτικής θέσεώς των, προσεκτικοί και επιτήδειοι να ωφελώνται εκ των συμπιπτουσών περιστάσεων, και άγοντες συνήγορον ην αισθάνεται ανάγκην ο ηθικώς κατώτερος άνθρωπος της συνδρομής του ηθικώς ανωτέρου, παρεισέδυσαν κατ’ ολίγον και εις αυτά τα πολιτικά συμβούλια των κρατούντων υπό διαφόρους υπηρεσίας, αν και πάντοτε υποβλεπόμενοι και κινδυνεύοντες.
Η αγάπη της ελευθερίας είναι έμφυτος εν ταις καρδίαις των ανθρώπων· και οσάκις η κοινωνία δεν παρέχει αποχρώσας υπέρ αυτής εγγυήσεις, ο κοινωνικός βίος καταντά ζυγός βαρύς. Πολλοί τότε, προτιμώντες παντός άλλου καλού την απόλαυσιν της ελευθερίας, αν και αγρίας και ακανονίστου, απαρνούνται οικειοθελώς πάσαν συμβίωσιν μετά των ομοίων, και πλανώμενοι ημέραν και νύκτα εις αγρίους τόπους, καταντούν, διά την συντήρησιν της προσωπικής ελευθερίας και της φυσικής υπάρξεως, λυμεώνες και όλης της κοινωνίας. Τοιαύτη κατάστασις της κοινωνικής ελευθερίας, επικρατήσασα εν Ελλάδι, αφ’ ού η Ελλάς υπεδουλώθη, παρήγαγε τάξιν ανθρώπων γνωριζομένων υπό το όνομα κλεπτών. Η τάξις αύτη διεκρίνετο των άλλων τάξεων των Ελλήνων διά τον ιδιαίτερον πολεμικόν χαρακτήρα, ως έχουσα μόνον το όπλον και πόρον και δόξαν και ασφάλειαν. Αλλά το όνομα και το έργον του κ λ έ π τ ο υ παρά τοις νεωτέροις, καθώς το όνομα και το έργον του λ η σ τ ο ύ παρά τοις αρχαίοις, όχι μόνον δεν εθεωρείτο αισχρόν (β), αλλ’ ενομίζετο και ένδοξον, και τα ονόματα των διαπρεψάντων μεταξύ των ανδρών τούτων μετεδίδοντο ευσεβάστως από γενεάς εις γενεάν, και τα άθλα των ήσαν η γλυκεία ωδή των νεωτέρων Ελλήνων, θεωρούντων πάντοτε την τάξιν ταύτην των ομογενών ως άγκυραν ελπίδων προς την μέλλουσαν πολιτικήν αναγέννησίν των.
Η τάξις των κλεπτών, ό έστιν, ενόπλων Χριστιανών βλαπτόντων τους τόπους, ους περιέτρεχαν, και ενοχλούντων και τους εγκατοίκους, παρήγαγεν άλλην ομοίαν, την των α ρ μ ατ ω λ ώ ν, ό εστιν, ενόπλων και αυτών Χριστιανών ταττομένων υπό των ιδίων τουρκικών αρχών εις προφύλαξιν των τόπων και των εγκατοίκων από της κακώσεως των κλεπτών. Τοιουτοτρόπως επολλαπλασιάζοντο οι ένοπλοι Χριστιανοί, εγυμνάζοντο τα του πολέμου, και υψούτο ο νους των υπεράνω της δουλικής καταστάσεώς των.
Υψούτο ο νους και πολλών μη ενόπλων Χριστιανών υπεράνω της δουλικής καταστάσεώς των εξ αιτίας του δημογεροντικού συστήματος, διαμείναντος εν ισχύι καθ’ όλην την Ελλάδα, εκτός της Κρήτης, επί τουρκοκρατίας, χάρις εις την αμάθειαν, την οκνηρίαν και την υπεροψίαν των κρατούντων. Το σύστημα τούτο, όπερ δύναταί τις ευλόγως να ονομάση η μ ι α υ τ ο ν ο μ ί α ν, ισχυροποίει τους ειρηνικούς προύχοντας των πόλεων και χωρίων ενώπιον της τουρκικής εξουσίας και εζωοποίει οπωσούν τον τόπον εν μέσω του πολιτικού θανάτου (γ).
Ατενίζων ο παρατηρητής εις την υλικήν και νοεράν βελτίωσιν του αδικουμένου και προοδεύοντος έθνους απέναντι του αδικούντος και μη προοδεύοντος, προέβλεπε προ πολλού και προέλεγε την πολιτικήν σύγκρουσίν των, και την μεταβολήν της τύχης των. Εδόθησαν δε και περιστάσεις, καθ’ ας έγειναν και απόπειραι και κινήματα ένοπλα των αδικουμένων κατά των αδικούντων επί μεταβολή της πολιτικής θέσεως των· αλλ’ όχι μόνον δεν ευδοκίμησαν, αλλά και μυρία δεινά επροξένησαν, διότι ούτε η πρόοδος εκείνων, ούτε η στασιμότης τούτων ήσαν τοιαύται, ώστε να φέρωσι την εκ της νοεράς και υλικής καταστάσεως εκατέρων πολιτικήν μεταβολήν. Αλλ’ αφ’ ού ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, ό έστιν, ο απαιτούμενος βαθμός της προόδου του ενός και της στασιμότητος του άλλου των δύο συζώντων, αλλά μη συμμιγνυομένων εθνών, τότε ούτε η τελεία αποτυχία του επαναστατικού κινήματος κατά τας παραδουναβίους ηγεμονίας (δ), ούτε η αποκήρυξις της Ρωσσίας, ούτε η κατάκρισις της ιεράς συμμαχίας, ούτε οι επί της αγίας τραπέζης αφορισμοί και αι κατάραι της μεγάλης εκκλησίας, ούτε οι επί της επαναστάσεως μέγιστοι κίνδυνοι, ούτε αι παντός είδους στερήσεις ανέστειλαν την πρόοδον της ελληνικής επαναστάσεως· διότι οσάκις η πάσχουσα ανθρωπότης, αισθανομένη την κάκωσίν της συναισθάνεται και την δύναμίν της, η ορμή της εις βελτίωσιν της καταστάσεώς της καταντά ακράτητος. Αλλ’ η πολιτική μεταβολή της Ελλάδος επήγασε μάλλον εκ της στασιμότητος των Τούρκων ή εκ της προόδου των Ελλήνων. Η παρατήρησις αύτη είναι πολλού λόγου αξία, ως μόνη δυναμένη να μας εξηγήση πολλά επί της επαναστάσεως συμβάντα, μη εξηγούμενα ή παρεξηγούμενα αν άλλως πως θεωρηθώσιν.
Αφ’ ού δε ο πολύς καιρός και αι αλλεπάλληλοι αρμόδιαι περιστάσεις προετοιμάσωσι την πολιτικήν μεταβολήν τινος έθνους, χρειάζεται και αφορμή τις εις την πρώτην κίνησιν. Την αφορμήν ταύτην, ως προς την πολιτικήν μεταβολήν της Ελλάδος, έδωκεν η σύστασις της Φιλικής Εταιρίας, ης ερχόμεθα τώρα να εξετάσωμεν και την αρχήν και την πρόοδον (ε). Διά της εξετάσεως δε ταύτης, δι’ ης ανακαλύπτεται η μυστηριώδης αλήθεια και της ευτελούς της αρχής και των ευτελεστέρων της τρόπων, δι’ ων προήχθησαν αποτελέσματα τόσον γιγαντιαία, ο μεν ευλαβής θα ψηλαφήση τον δάκτυλον του Θεού, ου η δύναμις εν ασθενεία τελειούται· ο δε πολιτικός θα παρατηρήση, ότι μικρά αφορμή αρκεί να ανατρέψη εκ θεμελίων πολυχρόνιον Αρχήν μη έχουσαν βάσιν την δικαιοσύνης, αλλ’ εξουθενούσαν και καταθλίβουσαν το υπήκοον.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ  ΤΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΤΡΙΚΟΥΠΗ

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *