ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ 1044 ΟΝΟΜΑΤΩΝ 

 
Ελάχιστο δείγμα από το βιβλίο του Αθανασίου Χρ. Σακαλή «Η Ελληνική Ταυτότητα των Αρχαίων Μακεδόνων»  

Α 

Ι. Αβρέας. Ήταν αξιωματικός του στρατού Του Μ. Αλεξάνδρου. Πολεμώντας γενναία στο πλευρό του Μ. Αλεξάνδρου σκοτώθηκε μέσα στα τείχη των Μαλλών Ινδών, κατά τον Αρριανό (Αλεξάνδρου Ανάβαση, Στ•, 10). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Άβρων. Ήταν γιος του Βουσέλου και καταγόταν από το δήμο Οίον της Αττικής. Είχε τέσσερες αδελφούς, τον Αγνία, τον Ευβουλίδη, τον Στρατίο και τον Κλεόκριτο, κατά τον Δημοσθένη (Λόγος προς Μακάρτατον 19). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Από τη ρίζα Του επιθέτου οβρ-ός (= ευγενής) + -εας Το επίθημα και με ψίλωση της λέξης σύμφωνα με την αιολική διάλεκτο, κλάδος της οποίας είναι και η μακεδονική διάλεκτο 

> Αβρέας Κυρ. ον. με την Ιδια σημασία του επιθέτου. 

Ι. Αγαθάνωρ. Ήταν γιος του Θρασυκλέους και πιθανόν αδελφός του Θράσωνος. Ο Αγαθάνωρ υπήρξε ιερέας του Ασκληπιού επί πέντε χρόνια. Ήταν η καταγωγή τους από τη Βέροια, πόλη της Μακεδονίας, όπως αυτό μαρτυρείται από επιγραφή που βρέθηκε στη Βέροια και έζησαν στο δεύτερο μισό του 3ου αι. π.Χ., σύμφωνα με την αριθμ. 16 επιγρ. (σελ. 119- 120) του βιβλ. “Επιγραφές κάτω Μακεδονίας τεύχ. Α, Επιγρ. Βέροιας εκδ. 1998”. 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Αγαθήνωρ. Ήταν πατέρας του φιλοσόφου Ξενοκράτη και καταγόταν από τη Χαλκηδόνα, αποικία Ελληνική των Μεγαρέων στην Προποντίδα απέναντι από την Κωνσταντινούπολη, που έκτισαν τον 7ο αι. π.Χ. 0 Ξενοκράτης υπήρξε μαθητής του Πλάτωνα, κατά τον Διογ. Λαέρτιο (βιβ. 4, Κεφ. 6). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Από τη ρίζα αγαθ-ός (= καλός, ενάρετος, έξοχος) και το ουσ. ανήρ, το οποίο κατά τη σύνθεση ως β’ συνθετικό τρέπεται σε ανωρ• έτσι αγαθ- + ανωρ> Αγα-θάνωρ κυρ. ον ( αυτός που είναι ενάρετος, καλός, έξοχος άνδρας). 

Ι. Αγαθόκλεια. Ήταν σύζυγος του Πτολεμαίου Γ’, του Ευεργέτη, βασιλιά της Αιγύπτου και μητέρα του επίσης βασιλιά της Αιγύπτου Πτολεμαίου Δ• του Φιλοπάτορα. Έζησε τον 3ο αι. π.Χ. (Στράβων ΙΖ• κεφ. 11, α 795). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Αγαθοκλής. Καταγόταν από τις Συρακούσες, οι οποίες ήταν η μεγαλύτερη από τις αρχαίες ελληνικές αποικίες της κάτω Ιταλίας. 

0 Αγαθοκλής έγινε τύραννος των Συρακουσών το 317 π.Χ. και διέπραξε πολλά εγκλήματα (Πολυαιν. 5, 3). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Από το Θέμα του επιθέτου αγαθό-ς (= καλός, ενάρετος, έξοχος) + το Θέμα κλεεσ- του ουσ. κλέος (= δόξα) > Αγαθοκλεεσ- + ια και με αποβολή του σ και συναίρεση των φωνηέντων εει = ει Αναθόκλεια κυρ. ον. (= αυτή που έχει έξοχη δόξα, φήμη). 

Ι. Αγαθοκλής. Ήταν πατέρας

του Αλκιμάχου, στρατηγού του Μ. Αλεξάνδρου (ιδές Αλκίμαχος).

ΙΙ. Άλλα Πρόσωπα Ελλήνων: 1) Αγαθοκλής. Ήταν Αθηναίος και το έτος 357 π.Χ. έγινε επώνυμος άρχων των Αθηνών (Διόδ. Σικελιώτης ΙΣτ’ 9).

 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Από το Θέμα του επιθέτου αγαθ-ός (= καλός, ενάρετος, έξοχος) + το Θέμα κλεεσ- του ουσ. το κλέος ( δόξα, φήμη). Ακολουθεί έκταση του -ε σε -η > Αγαθοκλέης κατόπιν γίνεται συναίρεση των ε + η = η > Αγαθοκλής κύρ. ον. ( αυτός που έχει έξοχη δόξα). 

Ι. Αγάθων. Ηταν γιος του Τυρίμμα. Στη μάχη των Γαυγαμήλων με τους Πέρσες του Δαρείου ο Αγάθων διοικούσε το ιππικό των Οδρυσών Θρακών (Αρρ. “Αναβ. Αλεξ. Γ’ 12, 4). Κατά τον Διόδωρο Σικελιώτη (βιβ. 17, 64, 5) καταγόταν από την Πύδνα της Μακεδονίας και μετά την κατάληψη της Βαβυλώνας ο Μ. Αλέξανδρος ανέθεσε στον Αγάθωνα τη φύλαξη της ακροπόλεως της Βαβυλώνας με επτακόσιους Μακεδόνες στρατιώτες. 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Αγάθων. Ήταν Αθηναίος. Τον αναφέρει στο διάλογο “Πρωταγόρας” (κεφ. 7) ο Πλάτων ότι παρακολουθεί μαθήματα του μεγάλου σοφιστή Πρωταγόρα. 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Από το θέμα του ουσιαστικού τα αγαθά (= τα πλούτη) +-ων καταλ. μεγεθυντική και με ανέβασμα του τόνου > Αγάθων Κυρ. ον. ( αυτός που έχει μεγάλα πλούτη). 

Ι. Αγακλής. Ήταν γιος του Σιμμίχου και καταγόταν από την Πέλλα της Μακεδονίας. Είναι γνωστός από ένα ψήφισμα των Αιτωλών, το οποίο ψηφίστηκε επί στρατηγίας του Αιτωλού Νεοπτολέμου. Μ αυτό οι Αιτωλοί έδωσαν προξενία και πολιτεία σε 140 Έλληνες, μεταξύ των οποίων καταγράφεται και ο Αγακλής του Σιμμίχου. 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Αγακλής. Υπήρξε βασιλιάς μεγαλόψυχος και γενναίος στο Βούδειο της Φθίας. Ήταν πατέρας του Ομηρικού ήρωα Επειγέως. Ο Επειγεύς ήταν φίλος του Πατρόκλου και ένας από τους Μυρμιδόνες του Αχιλλέως (Ομήρου Ιλιάς Π 571). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το επίθετο αγακλεής ( πολύ ένδοξος) με συναίρεση των φωνηέντων ε + η = η > Αγακλής κυρ. ον. με την ίδια σημασία του επιθέτου. 

Ι. Αγασικλής. Ήταν γιος του Μέντορος και καταγόταν από το Δίο της Μακεδονίας. Είναι γνωστός από επιγραφή σε μαρμάρινη στήλη, που βρέθηκε στη Λάρισα και είναι ψήφισμα του κοινού των Λαρισαίων, με το οποίο έδωσαν στον Αγασικλή προξενίαν, διότι έγινε ευεργέτης της πόλεως (Αρχαιολ. Εφημ. 1910, Αρχ. Εταιρ. Ασ. Θεσσαλ. Επιγρ. Α. Αρβανιτοπούλου, σελ. 342). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Αγασικλής. Ήταν γιος του Αγασικλέους και καταγόταν από το δήμο του Αλαιέως της Αττικής. Είναι γνωστός από μια επιγραφή του 289/8 π.Χ., στην οποία αναγράφεται ο Αγασικλής ως μισθωτής έργου, που έχει αναλάβει επί άρχοντος Διοτίμου στην Ελευσίνια Στοά 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Πρώτο συνθ. αγασ- (Θέμα Μέλλο. του άγαμαι = θαυμάζω), το οποίο μετασχηματίζεται σε αγασι- και δεύτερο συνθ. το Θέμα κλεεσ -> κλεησ- του ουσ. κλέος ( δόξα, φήμη)> Αγασικλέης και συναίρεση των ε + η > Αγασικλής κυρ. ον. (= αυτός που πρόκειται να γίνει Θαυμαστός για τη δόξα). 

Ι. Αγγάρεος. Ήταν γιος του Δάλωνος και καταγόταν από την αρχαία Αμφίπολη της Μακεδονίας. Έζησε το πρώτο μισό του 2ου αι. π.Χ. και είναι γνωστός από μια επιγραφή – αφιέρωση του Αγγάρεου στις Αιγυπτιακές Θεότητες Σάραπη και Ισιδα. Η επιγραφή βρέθηκε στην Αμφίπολη. 

11. Άλλα Πρόσωπα Ελλήνων: 1) Ανγάρης. Ήταν ο πιο φημισμένος τραγουδιστής. Καλεσμένος τραγουδούσε συνηθισμένα τραγούδια. Ζούσε στην Περσία του 6ου αι. π.Χ. Τραγούδησε κάποτε ένα αινιγματικό τραγούδι, με το οποίο προέβλεπε ότι ο Κύρος Θα πάρει την εξουσία από το βασιλιά των Μήδων τον Αστυάγη (Αθήναιου Δειπνοσοφ. 633 ά-α). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το Θέμα αγγαρε- του ουσ. αγγαρεία ( αγγελία, είδηση). Θέμα: 

αγγαρε- + -Ος καταλ. > Ανγάβεος Κυρ. ον. (= αυτός που έχει σχέση με τις ειδήσεις, αγγελίες, δηλαδή ο αγγελιοφόρος). 

B 

Ι. Βακχύλος. Καταγόταν από τη Βέροια της Μακεδονίας και έζησε στα μέσα του 3 αι. Π.Χ. 

Είναι γνωστός από μια επιγραφή, που βρέθηκε στη Βέροια. Η επιγραφή είναι ένα απελευθερωτικό συμβόλαιο μεταξύ του Βεροιαίου Αττίνα, γιου του Αλκέτου και των δούλων του, τους οποίους απελευθερώνει με όρους ρητούς. Ο Βακχύλος μαζί με τον Άγιππο είναι οι μάρτυρες αυτής της συμβολαιογραφικής Πράξης, σύμφωνα με τον Μ. Ανδρόνικο (Αρχαίες Επιγραφές Βέροιας 1950). 

ΙΙ. Άλλα Πρόσωπα Ελλήνων: 1) Βάκχις. Ήταν γιος του Προύμνιδος. 0 Βάκχις υπήρξε αρχαιότατος βασιλιάς της Κορίνθου. Οι απόγονοί του που βασίλευαν στην Κόρινθο ονομάσθηκαν Βακχίδαι και βασίλευσαν πέντε γενεές, μέχρις ότου εκτόπισε από την εξουσία τους Βακχίδες ο Κύψελος, που έγινε τύραννος της Κορίνθου, κατά τον Παυσανία (Κορινθιακά2, 4, 4). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Από το Θέμα του κυρ. ονομ. Βάκχ-ος (όνομα του Θεού της αμπέλου Διόνυσου) +-υλος υποκοριστική καταλ. Βακγύλος κυρ. ον. (= ο μικρός Βάκχος). 

Ι. Βάλακρος. Ήταν γιος του Νικάνορας και υπήρξε βασιλικός σωματοφύλακας του Μ. Αλεξάνδρου κατά την εκστρατεία στην Ασία. Το 333 π.Χ. διορίστηκε διοικητής της Κιλικίας, κατά τον Αρριανό (Αναβ. Αλεξ. Β 12). ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Βάλακρος. Ήταν γιος του Ευφρονίου και καταγόταν από την Αθήνα. Έζησε στις αρχές του 3’ αι. π.Χ., κατά μια επιγραφή. 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Από το επίθετο της Μακεδονικής διαλέκτου βαλακρός (= φαλακρός) με ανέβασμα του τόνου ) Βάλακρος κυρ. ον. Είναι πιθανόν ότι η προσωνυμία δόθηκε περιπαικτικά από το φαλακρό της κεφαλής του και εν συνεχεία παρέμεινε ως Κύριο όνομά του. 

Ι. Βάλας. Καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη και έζησε κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους. Είναι γνωστό το όνομά του από επιγραφή, που βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου καταγράφονται και τα Μακεδονικά ονόματα προσώπων: Κερτίμμας, Θεσσαλονίκη, Πωλάρων, Εύνους (Πρακτικά Συμποσ. 40 ετηρίδας Εταιρ. Μακεδ. Σπουδών, σελ. 69) β’) Βάλας. Αυτό ήταν το επώνυμο του Αλεξάνδρου, βασιλιά επί 5ετία της Ασίας κατά τα μέσα του 2° αι. π.Χ., κατά τον Ιώσηπο. 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Φαλέας. Καταγόταν από τη Χαλκηδόνα, αρχαία Ελληνική αποικία των Μεγαρέων (675 π.Χ.) στην Προποντίδα της Μικρασιατικής ακτής. Ο Φαλέας, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη (Πολιτικά Β, 7), θέσπισε το θεσμό στο πολίτευμά του να είναι όλες σι περιουσίες ίσες, επειδή γινόταν αφορμή επαναστάσεων. 

ΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το Θέμα φαλ- του επιθέτου φαλός (= λευκός, αυτός που λάμπει) και —ας καταλ. > Φάλας και στη Μακεδονική διάλεκτο> Βάλας κυρ. ον. με την ίδια σημασία του επιθέτου. 

Ι. Βάσις. Ήταν πατέρας του Πείσωνος και καταγόταν από την αρχαία Σπάρτωλο, πόλη ‘οντά στα σημερινά Σίλατα της Χαλκιδικής. Έζησε τον 40 αι. π.Χ. και είναι γνωστός από μια επιγραφή, που είναι πράξη αγοραπωλησίας ενώπιον μαρτύρων, των οποίων τα ονόματα αταγράφονται στην πράξη. 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Βασίας. Καταγόταν από την Αρκαδία της Πελοποννήσου και έζησε στα τέλη του 5°° αι. π.Χ. Ο Βασίας έλαβε μέρος το 401 π.Χ. ως μισθοφόρος μαζί με άλλους δεκατρείς χιλιάδες σχεδόν Έλληνες με αρχηγό τον Κλέαρχο τον Λακεδαιμόνιο στην εκστρατεία του Κύρου, εναντίον του αδελφού του Αρταξέρξη, βασιλιά της Περσίας 

Ξενοφ. Κύρου Αναβ. βιβ. Δ’ κεφ. Α’). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το προσηγορικό ουσιαστικό βάσις (= βάση, Θεμέλιο, βάθρο)) 

Βάσις κυρ. ον. με την ίδια σημασία του ουσ. 

Ι. Βελιστίχη. Καταγόταν από την παραθαλάσσια Μακεδονία και το 268 π.Χ. πήρε μέρος στους Ολυμπιακούς αγώνες στο αγώνισμα της συνωρίδας πώλων, το οποίο τότε είχε καθιερωθεί για πρώτη φορά. Και η Βελιστίχη ανακηρύχτηκε Ολυμπιονίκης, κατά τον Παυσ. Ηλειακά Α’ 8). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Βιλιστίχη. Καταγόταν από το Άργος της Πελοποννήσου και ήταν εταίρα στην αρχαιότητα. Το γένος της έφθανε μέχρι τους Ατρείδες, βασιλείς των Μυκηνών, κατά τον Αθήναιο (Δειπνοσ. 13, 596). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Το όνομα είναι υποκοριστικό. Παράγεται από ιο Θέμα του κυρ. ον. Βελίστ-η + – χη καταλ. υποκορ. ) Βελιστίγη κυρ. ον. (= η άριστη μικρούλα). Το αρσ. κυρ. ον. Βέλιστος παράγεται από ιο υπερθετικό επίθετο βέλτιστος (Ο πολύ καλός, ο άριστος) κατόπιν ιναδρομικής εξαφάνισης του —Τη λόγω ανομοιώσεως. Και από το αρσενικό Βέλιστος) Βελίστη 

-ο Θηλυκό (= αρίστη)) Βελιστίγη ή Βιλιστίχη με αναδρομική αφομοίωση. 

Γ 

Ι. Γάδδυς. Ήταν Μακεδών, γιος του Αστίωνος. Καταγόταν από την αρχαία Μακεδονική πόλη Καλίνδοια, που βρίσκονταν στη Θέση “Τούμπες” του σημερινού χωριού Καλαμωτού του νομού Θεσ/νίκης. Διατέλεσε ιερέας του Ασκληπιού Απόλλωνος της πόλεώς του. Έζησε το δεύτερο μισό του 400 αι. π.Χ. Είναι γνωστός από επιγραφή του ως άνω χωρίου, που μας δίνει η 

Βοκοτοπούλου επιγρ. 626). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Γαδδαίος. Το όνομα αυτό αναγράφεται σε μια αναθηματική Ελληνική επιγραφή του 350 μ. Χ. Βρέθηκε στη Ρώμη, σύμφωνα με την καταγραφή της στον τόμο 32 (1982) επιγρ. 1048. Συνεπώς ήταν κάποιος από τους Έλληνες των αποικιών της Κάτω Ιταλίας. 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το Θέμα γαδ- του ουσ. γάδος (= γάλα) ή από τη ρίζα γαδ- του ουσ. γαδεώ (= χαρά) και κατάληξη —υς με διπλασιασμό του συμφώνου δ) Γάδδυς κυρ. ον. ( αυτός που έχει σχέση με το γάλα) ή (= αυτός που έχει σχέση με τη χαρά, χαρούμενος). 

Ι. Γαιτέας. Ήταν Μακεδών, που πήρε μέρος μαζί με άλλους Μακεδόνες στην υπογραφή της συνθήκης ειρήνης ανάμεσα στους Μακεδόνες και τους Αθηναίους κατά τον 50 αι. π.Χ. 

β’) Γαιτέας. Ήταν γιος του Παίλλου και διατέλεσε το 222 π.Χ. ταμίας της Θεσσαλονίκης. Την επιγραφή εξέδωσε ο Κ8ΓοΙυε Ειίεοπ και αποφαίνεται πως τα ονόματα αυτά είναι Μακεδονικά. επιγρ. 2). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελληνίδων: 1) Γαέτη. Ήταν θυγατέρα του Ευπόρου και καταγόταν από τη Μίλητο, αρχαία Ελληνική αποικία στα Μικρασιατικά παράλια του Αιγαίου. Είναι γνωστή από επιτύμβια επιγραφή, που βρέθηκε στο δρόμο που οδηγεί στον Πειραιά. (Απικές Επιγρ. νο1. 3, Ρ$. 2, επιγρ. 2620). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το Θέμα γαιτ- του ουσ. γαίται (= γεωργοί), κατά τον Ησύχιο, ιο λεξικογράφο και την κατάληξη —εας> Γαιτέας κυρ. ον. = ο γεωργός, καλλιεργητής). 

Ι. Γαλέστης. Ήταν γιος του Τυρίου και έζησε κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους. Είναι γνωστός από επιτύμβια επιγραφή της Μακεδονίας. Τα ονόματα, που αναγράφονται στην επιγραφή, πρέπει να είναι συγγενικά. επιγρ. 504. 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Γαλέστης. Έζησε το 2° αι. π.Χ. και ήταν γιος του Ζωπύρου. Είναι γνωστός από μια επιτάφια επιγραφή του 200 αι. π.Χ. που βρέθηκε στα Ιόνιο νησιά. Σ’ αυτήν την επιγραφή ο Γαλέστης απευθύνει τον χαιρετισμό: «Σιδώνιε, χρηστέ χαίρε» (χρηστός αγαθός, καλός) επιγρ. 367. 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Προάγεται από την λέξη καλέστης (=κλητήρας) με τροπή του ψιλού κ σε μέσο γ όπως Κεδρωσία – Γεδρωσία, κωβιός (είδος ψαριού) – γωβιός, καρίς, γαρίδος κ.λ.π. και ανέβασμα του τόνου >Γαλέστης κυρ. Ον. (=ο κλητήρας). 

Δ 

Ι. Δαβρείας. Ήταν Πατέρας της Αντιγόνας (Αντιγόνης) και καταγόταν από τη Βέροια, πόλη της Μακεδονίας. Τα ονόματα είναι γνωστά από επιτύμβια ενεπίγραφη στήλη που βρέθηκε σε τάφο της Βέροιας και είναι των Ελληνιστικών χρόνων, σύμφωνα με την αριθ. 148 επιγρ. Του βιβ. Επιγρ. κάτω Μακεδ. Τεύχος Α’ •Επιγρ. Βεροίας 1998. 

ΙΙ. Άλλα Πρόσωπα Ελλήνων: 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το Θέμα του επιθέτου ζαβρ-ός (= πολυφάγος) και την κατάλ. -ειας> Ζαβρείας. Ακολουθεί τροπή του Ζ σε Δ> Δαβρείας κύρ. ον. με την ίδια σημασία του επιθέτου. 

Ι. Δαϊμένης. Ήταν Μακεδών πρόξενος του νησιού Θήρας, όπως αυτό προκύπτει από μια αρχαία επιγραφή, που βρέθηκε στο νησί της Θήρας. Στην επιγραφή αυτή αναγράφονται από τον γραμματέα του δήμου ονόματα προσώπων που επελέγησαν ως πρόξενοι της πόλεως, μεταξύ των οποίων είναι και ο Μακεδών Δαϊμένης (επιγρ. 334). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Δαϊμένης. Ήταν γιος του Δαϊμένου και ήταν Αθηναίος, όπως αυτό Προκύπτει από επιγραφή του Ωρωπού, που είναι απόφαση του δήμου του Ωρωπού ανακήρυξης του Αθηναίου Δαϊμένου ως προξένου και ευεργέτη της πόλεως με όλα τα δικαιώματα που συνεπάγεται το αξίωμα. Έζησε τον 3ο αι. π.Χ. (Επιγρ. νο1. 7, ΡΓε 2, επιγρ. 310). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το θέμα των λέξεων δάϊος (= ο καταστρεπτικός, ο φοβερός) και μένος (= δύναμη, πνεύμα, ψυχική ορμή). Θέματα: δάϊ- και μενεσ- Σύνθεση: δαϊ- +μενεσ – χωρίς κατάληξη και με τροπή του εσ σε -ης > Δαϊμένης κυρ. ον. (= αυτός που έχει φοβερή ψυχική δύναμη). 

Ι. Δάλων. Ήταν πατέρας του Αγγάρεου και καταγόταν από την αρχαία Αμφίπολη της Μακεδονίας. Έζησε μεταξύ 3ου και 2ου αι. π.Χ. και είναι γνωστός από μια αφιερωματική επιγραφή του γιου του στις Θεότητες Σάραπη και Ισιδα, τη λατρεία των οποίων έφεραν από την Αίγυπτο σι αρχαίοι Μακεδόνες, που ζούσαν εκεί (ΞΕί3, νο1. 31, επιγρ. 616). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Δαλίων. Καταγόταν από την Ερέτρια της Εύβοιας και έζησε τον 20 αι. π.Χ. 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Το κύριο αυτό όνομα είναι δωρικός ή μακεδονικός τύπος, που προέρχεται από τον αττικό τύπο δηλών (μετοχή Ενεστ. του ρήμ. δηλώ = φανερώνω, αποκαλύπτω, εξηγώ). 

Στο δωρικό και μακεδονικό τύπο το η της αττικής διαλέκτου τρέπεται σε α, π.χ. αττ. τυπ. μαχητής – δωρικός και μακεδονικός τύπος μαχάτας. 

Από την μετοχή δηλών με ανέβασμα του τόνου στην Μακεδονική διάλεκτο >Δάλων κυρ. ον. (=αυτός που αποκαλύπτει, φέρνει στο φως). 

Ε 

Ι. Έθαρος. Ήταν ένας από τους Μακεδόνες πρέσβεις, σι οποίοι υπόγραψαν στην Αθήνα τον 50 αι. π.Χ. τη συνθήκη ειρήνης μεταξύ Αθηναίων και Μακεδόνων. Η συνθήκη αυτή σώθηκε σε μία επιγραφή, που είναι καταγεγραμμένη στις Ελληνικές Επιγραφές. (νο1. 1, Εεο. 3 επιγρ. 

89). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Είθαρος. Το όνομα είναι Ελληνικό και βρέθηκε σε μια επιγραφή της πόλεως Ταρσού της Μ. Ασίας, την οποία έκτισαν οι Αργείοι της Πελοποννήσου τα αρχαία χρόνια. •Εζησε τον 40 αι. π.Χ. (354 π.Χ.). Είναι μια τιμητική επιγραφή στη μητέρα. Αναγραφόταν και οι: Μηνόδωρος, Αχιλλεύς, Νικητής. (Τίυ. Αείθ, 162). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το θέμα του ουσ. έθειρ-α (= κόμη της κεφαλής, χαίτη του λέοντος, λοφίον τριχών περικεφαλαίας) + -ος καταλ. και τροπή του ει σε α, κατά τις «Αλλοιώσεις της ποιότητας των φωνηέντων από επίδραση του ρ» της Ιστορ. Γραμματ. του Σταματάκου, Εθαρος κυρ. ον. (= αυτός που τρέφει μεγάλη κόμη, χαίτη). 

Ι. Ειαρινός. Καταγόταν από την κάτω Μακεδονία, την πόλη της Ηράκλειας της Πιερίας. Αδελφούς είχε τον Σπόρο κατ τον Αρτεμίδωρο. Τα ονόματα είναι γνωστά από επιγραφή που βρέθηκε στο χωριό “Παλιό Κίτρος” και είναι πιθανόν ότι ανήκει στους Αλεξανδρινούς χρόνους, «κατά τον Μ. Δήμιτσα (Η Μακεδονία εν λίθοις φθεγγ τευχ. 1, 1988, επιγρ. 160). 

ΙΙ. Άλλα Πρόσωπα Ελλήνων: 1) Εαρινή. Ήταν θυγατέρα του Καλλίστρατου και καταγόταν από τη Λάρισα της Θεσσαλίας. Το όνομα είναι γνωστό από επιγραφή, η οποία 3ρέθηκε στη Λάρισα και βρίσκεται στο Μουσείο της πόλεως. (επιγρ. 538). 

ΙΙ. Ετυμολ. Η λέξη Ειαρινός είναι επικός τύπος, που χρησιμοποιεί και Ο Όμηρος αντί του αττικού τύπου εαρινός και παράγεται από το ουσιστικό το έαρ (= η άνοιξη). Επομένως Εαρινός ή Ειαρινός κύρτα ονόματα (= ανοιξιάτικος, δηλαδή όμορφος). 

Ι. Εικαδίων. Ήταν πατέρας του Ηγήσανδρου και καταγόταν από τη Μακεδονία (περιοχή Βέροιας). Το όνομά του καταγράφεται σε κατάλογο προσώπων μιας βασιλικής επιστολής, η οποία σώζεται σε επιγραφή, που βρέθηκε στη Βέροια το 1980 και ανήκει στους Ελληνιστικούς χρόνους. Με την επιστολή αυτή παραχωρείται στους αρχηγούς και τους συναγωνιστές (στρατιώτες) απαλλαγή από τους φόρους μετά τη λήξη της εκστρατείας, κατά τους Αλλαμανή – Σουρή και Ε. Βουτυρά. (Επιγρ. Μακεδ. Α.Π.Θ. 1996). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1.) Εικαδίων. Το όνομα αναφέρεται σε μια επιγραφή της Μαλλίδας, περιοχής Λαμίας. 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Πιθανόν από το ουσ. η εικάς, γεν εικάδ-ος (= εικοστή ημέρα του μήνα), πληθ αι εικάδες (= οι μέρες μετά την εικοστή του μήνα). Από Θ. εικαδ- + -ίων καταλ. πατρων. Εικαδίων κυρ. ον. Από το ίδιο Θέμα και οι λέξεις: εικαδάρχης (= αρχηγός είκοσι), εικαδισταί επώνυμο των Επικουρείων. 

Ι. Ειρήνη. Ήταν Θυγατέρα του Πτολεμαίου Α•, βασιλιά της Αιγύπτου και της Θαϊδας Αθηναίας εταίρας. Παντρεύτηκε το βασιλιά των Σόλων της Κύπρου, Κατά τον Αθήναι. (Δειπνο. 13, 576). 

ΙΙ. Άλλα Πρόσωπα Ελλήνων. 1) Ειρηναίος. Ήταν γιός του Ειρηναίου και καταγόταν από την Αθήνα. Στον Ειρηναίο η πόλη των Δελφών επί άρχοντος Ξενοκράτους χορήγησε χρυσόστεφάνι και προξενία για την αρετή και τη φιλοτιμία που έδειχνε για το ιερό και την πόλη τω 

Δελφών, κατά την επιγραφή (11) 

2) Ειρήνη. Ήταν θυγατέρα του Δία και της Θέμιδας και θεά των Ελλήνων, κατά τον Ησίοδ (Θεογ. 902). Άγαλμα της Ειρήνης που κρατάει τον Πλούτο, το γιο της στα χέρια της έκανε ο Κηφισόδοτος (Παυσ. αττ. 8 και Βοιωτ. 16). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Από ιο προσηγορικό ουσ. ειρήνη Ειρήνη κυρ. ον. 

Ζ 

Ι. Ζανάτος. Καταγόταν από τη Βέροια και έζησε κατά τα τέλη του 401) αι. π.Χ. Είναι γνωστός, από μια επιγραφή, που βρέθηκε στη Βέροια. (S.E.G. νοl. 49, επιγρ. 680). 

ΙΙ. Άλλα Πρόσωπα Ελλήνων: 1) Ζηνάς. Καταγόταν από την αρχαία πόλη Ίλασο της Κω, των Δωδεκανήσων και έζησε κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους. 2) Ζηνάς. Καταγόταν από τη Γορτυνία της Κρήτης και έζησε κατά τα τέλη του 2ου αι. π.Χ. Ήταν πατέρας του Απελλωνίου. 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από Το απαρ. ζην ή ζαν δωρ. Τύπο του ρήματος ζήω >ζω. Το απαρ. ζην ή ζαν με το άρθρο προ αυτού ουσιαστικοποιείται, επομένως το ζην ή ζαν (= η ζωή). Παραγωγή: α’) ζαν + -ατος καταλ. Ζανάτος Κυρ. ον. ( αυτός που έχει ζωή μέσα του, ζωηρός). β’) ζην + -ας καταλ. ) Ζηνάς κυρ. ον. 

Ι. Ζειδυμαρχίς. Το όνομα αυτό της γυναίκας είναι γνωστό από μια επιτύμβια επιγραφή Κεντρικής Μακεδονίας. •Έζησε μεταξύ του 4ου και 3ου αι. π.Χ. (S.E.G. νοl. 24, επιγρ. 543). ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Διδύμαογος. Ήταν γιος του Χαίτωνος και καταγόταν από τη Ρόδο. Έζησε Κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους. Είναι γνωστός από μια επιγραφή – ψήφισμα του δήμου της πόλεως του Ολούντος (σημερινή Ελούντα) της Κρήτης, με το οποίο 

ανακηρύσσεται ο Διδύμαρχος πρόξενος και ευεργέτης της πόλεώς των καθώς και οι απόγονοι του. Το ψήφισμα έγινε, όταν ήταν άρχων της πόλεως ιων Ολουντίων ο Αυτοσθένης. 1935, κεφ. ΧΧ1Ι Ολούς, επιγρ. 4). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Τα δύο κύρια ονόματα Ζειδυμαρχίς και Διδύμαρχος είναι ταυτόσημα. Η μόνη διαφορά τους είναι το γένος. Και τούτο διότι σύμφωνα με το Λεξικό της Αρχ. Ελλ. Γλωσ. των Λιντελ — Σκοτ έγιναν οι εξής διαλεκτικές μεταβολές των γραμμάτων: δ σε ζ κα σε ει: Έτσι έγινε από Διδύμαρχ-ος σε Ζειδυμαρχ-ίς κυρ. ον. (όπως: το Δευς > Ζευς. Είλη αντί ίλη κ.λ.π. Διδύμαρχος. Παράγεται από τις λέξεις: δίδυμος και αρχή ( εξουσία). Σύνθεσ Διδύμ-αρχ-ος κυρ. ον. (= αυτός που έχει διπλή εξουσία). 

Ι. Ζεύξις. Υπήρξε διοικητής της Λυδίας της Μ. Ασίας του βασιλείου του Αντιόχου. Μετά τη ήττα του Αντιόχου Γ’ το 190 π.Χ. από τις Ρωμαϊκές λεγεώνες ο βασιλιάς της Συρίας Αντίοχος έστειλε τον Ζεύξη και τον ανεψιό του Αντίπατρο να διαπραγματευτούν με τους Ρωμαίους για όλα. (Πολυβ. 21, 16 και 17 και 24) (Παπαστ. Αρχ. Ιστ. Τ, 2 σελ. 402). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Ζεύεις. Ήταν Αθηναίος και ένας από τους μεγαλύτερο: 

ζωγράφους της αρχαιότητας. Όταν κάποτε ο Ζεύξις άκουσε το ζωγράφο Αγάθαρχο να λέει κ να υπερηφανεύεται ότι ζωγράφιζε γρήγορα, είπε: «Εγώ όμως ζωγραφίζω πολύ αργά». (Πλου«Περικλ.» 13). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Από το ουσιαστικό η ζεύξις (=η σύνδεση, ο σύνδεσμος) >Ζευς κυρ. ον. Με την ίδια σημασία του ουσιαστικού, αφού το παιδί αποβαίνει ο ισχυρότερος σύνδεσμος γονέων. 

Η 

Ι. Ηγέλοχος. Ήταν γιος του Ιππόστρατου και πήρε μέρος στην εκστρατεία το. Αλεξάνδρου στην Ασία. Στη μάχη του Γρανικού ποταμού ο Ηγέλοχος ήταν αρχηγός σαρισσοφόρων ιππέων του Μακεδονικού στρατού, ενώ στα Γαυγάμηλα το 331 π.Χ. είχε διοίκηση μιας από τις βασιλικές ίλες των Μακεδόνων και παρατάχθηκε στη δεξιά πτέρυγα. (Αρρ. “Αλεξ. Αναβ.,, Α 13, Γ 11). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Ηγέλοχος. Ήταν γιος του Θεοδώρου και καταγόταν την Αθήνα. Όταν ήταν άρχων της Αθήνας ο Αργείος, ο Ηγέλοχος του Θεοδώρου ήταν ένας από τους εφήβους Αθηναίους. 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Από το Θέμα του ρημ. ηγέ-ομαι —σύμαι ( είμαι αρχηγός) + το ουσ. λόχος ένοπλό στρατ. σώμα) και με ανέβασμα του τόνου > Ηνέλογοι κυρ. ον. (= ο αρχηγός στρατ σώματος). 

Ι. Ηγήμων. Ήταν Μακεδών και καταγόταν από την Αμφίπολη, πόλη της Μακεδονίας. Έζησε τον 4ο — 3ο αι. π.Χ. και είναι γνωστός από μια επιγραφή επιτάφια της Αμφίπολης, όπου αναγράφονται και τα ονόματα Πίπις και Φανίς. (S.E.G. νοl. 47, επιγρ. 879). 

ΙΙ. Άλλα Πρόσωπα Ελλήνων: 1) Ηγήμων. Καταγόταν από τη Θάσο και ήταν ποιητής κωμωδιών. Είχε πολύ Καλή φήμη ανάμεσα στους Αθηναίους για τις κωμωδίες του. Απάγγειλε στο Θέατρο τους στίχους πολύ καλά και με υποκριτική ικανότητα. Έζησε στο δεύτερο μισό 5 αι. π.Χ. (Αθην. Δειπνοσοφ. βιβ. 8, 406ο και 407 α-β). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Το Κυρ. ον. Ηγήμων έγινε αναλογικά με το ουσ. ηγήτωρ (= αρχηγ: 

διοικητής), διότι έχουν ίδια σημασία και κοινή ρίζα παραγωγής, ενώ το ους. ηγεμών έχει ως κύρια σημασία: οδηγός. 

Ι. Ηγήσανδρος. Ήταν πατέρας του Μενοίτα. Ο Μενοίτας ήταν αξιωματικός του Μακεδονικού στρατού και έφερε από τη Μακεδονία τετρακοσίους Έλληνες μισθοφόρους στο Μ. Αλέξανδρο, ο οποίος βρισκόταν στην Αίγυπτο. (Αρρ. “Αλεξ. Αναβ.,, Γ’ 5). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Ηγήσανδρος. Καταγόταν από την Αρκαδία και υπήρξε στρατηγός που έλαβε μέρος μαζί με άλλους δέκα χιλιάδες ‘Ελληνες ως μισθοφόροι στην εκστρατεία του Κύρου του νεότερου εναντίον του αδελφού του Αρταξέρξη, βασιλιά της Περσίας (Ξενοφ. “Κύρου Αναβ.,, 6, 3). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Από το Θέμα του Μέλλοντα ηγήσ-ομαι ( Θα ηγηθώ, Θα είμαι αρχηγός) + το θέμα ανδρ- του ουσ. ανήρ + -ος καταλ. και με ανέβασμα του τόνου ) Ηγήσανδρος Κυρ. ον. ( αυτός που Θα γίνει αρχηγός ανδρών). 

Θ 

Ι. Θάμων. Ήταν γιος του Περύσεος και καταγόταν από την περιοχή της Αμυγδαλιάς (Στόλος-Κέλλιον) της Μακεδονίας. Έζησε στα μέσα του 4ου αι. π.Χ. και έγινε γνωστός από μια επιγραφή – αγορά γης, αμπέλων και οικίας, που βρέθηκε στην Αμυγδαλιά. Κατά την αγορά ο Θάμων παρέστει ως μάρτυρας (S.E.G. νοl. 38, επιγρ. 671). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Θάμων. Καταγόταν από την Αθήνα και έζησε το 405 π.Χ. 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από τη ρίζα θαμ-, από την οποία παράγονται οι λέξεις: θαμά (= συχνά), θαμύς (= συχνός), θαμέας (= συχνός, πυκνός). Θέμα: θαμ- + -ων καταλ. με ανέβασμα το τόνου > Θάμων κυρ. ον. (= ο πυκνά επισκεπτόμενος). Και το νεοελληνικό θαμών. 

Ι. Θεαγένης. Ήταν Πατέρας του Ηρακλείδη και καταγόταν από τη Μακεδονία. Είναι γνωστός από την επιτάφια στήλη του Ηρακλείδη, που έζησε μετά τον 5ο αι. π.Χ. (S.E.G. νοl. 46, επιγρ. 794). 

ΙΙ. Άλλα Πρόσωπα Ελλήνων: 1) Θεαγένης. Ήταν Αθηναίος και έζησε τον 5ο αι. π.Χ. Κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο το 425 π.Χ. ο Θεαγένης εκλέχτηκε παρατηρητής και στάλθηκε στην Πύλο της Πελοποννήσου για να εξετάσει την κατάσταση των Αθηναίων στρατιωτών, που βρισκόταν εκεί (Θουκ. Ιστορ. Δ., 27). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Είναι σύνθετο. Πρώτο συνθετικό το θέμα του ουσ. θεό-ς, το οποίο μετασχηματίζεται σε Θεα- και δεύτερο το θέμα γενεσ- του ουσ. γένος ( γενιά, καταγωγή). Θέμα θεά +γενεσ- χωρίς κατάληξη, αλλά με έκταση του ε σε η> Θεαγένης κυρ. ον. (= αυτός που έχε καταγωγή Θεού). 

Ι. Θειοχάρης. Ήταν γιος του Νικέα και καταγόταν από την Αμφίπολη της Μακεδονίας. Είναι γνωστός από μια επιγραφή – πωλητήριο μιας οικίας του έτους 357 π.Χ. Το γεγονός έλαβε χώρα επί ιερέως του Ασκληπιού Ερμαγόρα και επί επιστάτου Αισχύλου (S.E.G. νοl. 41, επιγρ 562). 

ΙΙ. Άλλα Πρόσωπα Ελλήνων: 1) Θεοχάρης. Καταγόταν από τη Μαντινεία της Αρκαδίας και έζησε μεταξύ των ετών 300 -221 π.Χ. 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Πρώτο συνθετικό είναι το Θέμα Θεο- ή θειο- (ποιητικός τύπος) του ουσ. Θεός κα δεύτερο συνθετικό το Θέμα του β• αορίστου ε-χάρ-ην του ρημ. χαίρω. Θέματα: Θεο- + χαρ- + -ης κατάληξη Θεοχάρης κυρ. ον. ( η χαρά του Θεού, χαίρεται ο θεός από το πρόσωπο), ή Θειοχάρης (ποιητ. τύπος) κυρ. ον. 

Ι 

Ι. Ιδάτας. Ήταν ένας από τους Μακεδόνες πρέσβεις, οι οποίοι υπόγραψαν τη συνθήκη ειρήνης ανάμεσα στους Αθηναίους και Μακεδόνες στην Αθήνα κατά το δεύτερο μισό του 5ου αι. π.Χ. Η συνθήκη με τα ονόματα των πρέσβεων σώθηκε σε μια Αττική επιγραφή. 

ιΙ. Άλλα πρόσωπο Ελλήνων: 1) Ιδάτης. Αυτό ήταν το επώνυμο του Διός το επίσημο, που χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι της Κρήτης κατά τη σύναψη συνθηκών, όπως μαρτυρείται σε σχετική επιγραφή της Κρήτης και χρονολογείται στα 201 – 200 π.Χ.. (S.E.G. νοl. 23, Επιγραφές Κρήτης, επιγρ. 547). 

ΙΙι Ετυμολ. Από τη λέξη Ιδη (=η λάμψη του μετάλλου) και στη δωρική και μακεδονική δάλεκτο η ίδα + κατάληξη της Μακεδονικής διαλέκτου – τας, όπως μαχητής> Μαχάτας κυρ. ον. 

Σύνθεση ιδα + -τας> Ιδάτας κυρ. ον. (= αυτός που λάμπει, ο λαμπρός, ο αστραφτερός). δεύτερη περίπτωση είναι ότι προέρχεται από το ουσιαστικό της δωρικής η ίδα ( δένδρο για ξύλευση, δάσος) + -τας η κατάληξη > ιδάτας κυρ. ον. (= αυτός που είναι σαν δένδρο, δάσος). 

Ι. Ιέρων. Ήταν πατέρας του Ανδρομάχου, ναυάρχου του Μ. Αλεξάνδρου κατά την έναρξη της εκστρατείας στην Ασία (Ιδές και Ανδρομάχη). 

ΙΙ. Άλλα Πρόσωπα Ελλήνων: 1) Ιέρων. Ήταν Αθηναίος, ο οποίος το 404 π.Χ. μετά την ήττα των Αθηναίων από τους Λακεδαιμονίους κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο, εκλέχτηκε ένας από τους τριάντα τυρράνους, οι οποίοι διακυβέρνησαν την Αθήνα με βία, αυθαιρεσίες, σφαγές και εξορίες (Ελληνικό Ξενοφ. Β 3). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Από τη μετοχή του Ενεστώτα ιερών (= αυτός που κάνει αφιερώματα, αναθήματα) του ρημ. ιερόω > ιερώ με ανέβασμα του τόνου > Ιέρων κυρ. ον. με την ίδια σημασία της μετοχής. 

Ι. Ικκότας. Ήταν γιος του Γύρτου και καταγόταν από την αρχαία Μακεδονική πόλη Καλίνδοια, που βρισκόταν στη Θέση Τούμπες του σημερινού χωριού Καλαμωτού του νομού Θεσσαλονίκης. Διατέλεσε ιερέας του Ασκληπιού Απόλλωνος της πόλης του και έζησε το δεύτερο μισό του 4ου αι. π.Χ. Είναι γνωστός από επιγραφή, που βρέθηκε στο άνω χωριό και περιέχει κατάλογο ιερέων της πόλης τους, Κατά τη Βοκοτοπούλου (S.E.G. νοl. 36, επιγραφή 626). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Ίκκος. Καταγόταν από την Επίδαυρο της Πελοποννήσου έζησε στα τέλη του 6ου και αρχές του 5ου αι. π.Χ. Έλαβε μέρος στους Ολυμπιακούς αγώνες της πυγμαχίας το 492 π.Χ. και κατά τη διάρκεια του αγωνίσματος φονεύτηκε από το αντίπαλό του Κλεομήδη του Αστυπάλεως (Στεφ. Βυζαντίου Λεξ. Κυρ. ον). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. 0 πιθανός τύπος της λέξης ίππος αρχικά ήταν ίκος (Λεξικό Λίντελ – Σκότ). Αρχικό θέμα ικο- + -τας καταλ. μακεδ. διαλέκτου και με διπλασιασμό του u > Ικκότας κυρ. ο (= ο ιππότης) 

Κ 

Ι. Καλλικράτης. Καταγόταν από την αρχαία πόλη Σπάρτωλο, τα σημερινά Νέα Σίλατα Χαλκιδικής και ήταν ιερέας της πόλεως. Έζησε τον 4ο αι. π.Χ. και είναι γνωστός από μια επιγραφή αγοραπωλησίας με μάρτυρες και γείτονες συμπολίτες (S.E.G. νοl. 46, επιγρ. 804 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Καλλικράτης. Ήταν γιος του Καλλίου και ένας από τους αρχηγούς του στόλου, που έστειλαν σι Κορίνθιοι εναντίον της Επιδάμνου αρχαίας αποικίας των Κορινθίων για να πολεμήσουν τους Κερκυραίους, οι οποίοι την κατείχαν (Θουκ. Ιστορ. ΙΙΙ. Ετυμολ. Είναι σύνθετο. Πρώτο συνθετικό το καλλι- (= ωραία, καλά). Δεύτερο συνθετικό το θέμα κρατεσ- του ουσ. κράτος (= εξουσία, κυβέρνηση, διοίκηση, κράτος). Σύνθεση: •καλλι- + κρατεσ.- και με έκταση του -εσ σε ης> Καλλικράτης κυρ. ον. ( αυτός που έχει καλό ωραίο κράτος, καλή διοίκηση). 

Ι. Καλλίμαχος. Ήταν ένας από τους Μακεδόνες πρέσβεις, οι οποίοι συμμετείχε σύναψη και υπογραφή της συνθήκης ειρήνης ανάμεσα στους Αθηναίους και Μακεδόνες στην Αθήνα κατά το δεύτερο μισό του 5ου αι. π.Χ. Η συνθήκη με τα ονόματα των πρέσβεων σώθηκε σε επιγραφή, η οποία περιλαμβάνεται στις “Αττικές Επιγραφές” με αριθ. 89 νο1. 1 Fasc του Α.Π.Θ. Κλασ. Σπουδ. 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Καλλίμαχος. Ήταν Αθηναίος στρατηγός και πολέμαρχος των Αθηναίων στη μάχη του Μαραθώνα το 490 π.Χ. εναντίον των Περσών επιδρομέων, οπότε κατανικήθηκαν οι Πέρσες (Ηροδ. Ιστ. βιβ. Στ’ 109). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Η λέξη είναι σύνθετη από το θέμα καλλι- του επιθέτου καλός (= ωραίος, καλός έξοχος) + το θέμα του ουσ. μάχ-η + καταλ. -ος και με ανέβασμα του τόνου > Καλλίμαχος κυρ. ον. (= αυτός που είναι καλός, έξοχος στη μάχη). 

Ι. Καλλίνης. Ήταν ίππαρχος των εταίρων του Μ. Αλεξάνδρου. Όταν μετά την επιστροφή από τις Ινδίες του Μ. Αλεξάνδρου και του Μακεδονικού στρατού βρισκόταν στην πόλη Ώπη της Περσίας και είχαν διαταραχθεί σοβαρά οι σχέσεις του Μακεδονικού στρατού με το Αλέξανδρο, ο Καλλίνης ο ίππαρχος είπε στον Αλέξανδρο τους λόγους της δυσαρέσκειας Μακεδόνων και ο Αλέξανδρος αμέσως συμφιλιώθηκε με τον δυσαρεστημένο στρατό (4 Αλεξ. Αναβ.” βιβ. Ζ’ 8 και 11. 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπο Ελλήνων: 1) Καλλίνος. Καταγόταν από την Έφεσο αρχαία Ελληνική πόλη στα Μικρασιατικά παράλια. Υπήρξε ποιητής ελεγειών και έζησε τον 8ο αι. π.Χ. (Στράβων βιβ. 1 3,4Ξ 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το θέμα καλλι- του επιθέτου καλός ( ωραίος) και δεύτερο συνθετικό το ρηματικό θέμα νή-σω του ρημ. νέ-ω ( κλώθω, ορίζω) + -ς καταλ. > Καλλίνη Κυρ. ον. (= αυτός που έχει ωραία κλωσμένο το νήμα της ζωής). 

Λ 

1. Λαανάριχος. Καταγόταν από την αρχαία Αμφίπολη της Μακεδονίας και έζησε τον 3ο π.Χ. Είναι γνωστός από μια επιγραφή, που βρέθηκε στην Αμφίπολη. Η επιγραφή ε αγοραπωλησία μιας οικίας και ενός οικοπέδου. Ο Λαανάριχος ήταν ένας από τους πωλητές μιας οικίας και ενός οικοπέδου. Αναφέρονται ακόμα ο αγοραστής, γείτονες, βεβαιωτές και μάρτυρες. (S.E.G. νοl. 12-13, επιγρ. 406). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Λάανδρος. Καταγόταν από την αρχαία πόλη Κυρήνη της Λιβύης, που έκτισαν Λάκωνες της νήσου Θήρας. Έζησε τον 10 αι. π.Χ. Καταγόταν από τη Θάσο, έζησε τον 1° αι. π.Χ. κα ήταν Πατέρας του Αλέξανδρου. 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Από το Θέμα λα- του ουσ. λα-ός ( λαός, άνδρας) και το Θέμα ανερ- του. ουσ. ανήρ, γεν. ανέρος, ανδρός (= άνδρας, γενναίος, ανδρείος) και την καταλ. -ος. Σύνθεση: λα-+ ανερ- + -ος> Λαανάριχος. Ακολουθεί προχωρητική αφομοίωση του ε από το προηγούμενο α και γίνεται > Λαάναρος κυρ. ον. (= ο γενναίος άνδρας, στρατιώτης). Από το Θέμα: Λααναρ- + ιιχος καταλ. υποκοριστική > Λαανάριχος κυρ. ον. (= ο μικρός Λαάναρος). 

1. Λαάνδριχος. Καταγόταν από την Αμφίπολη της Μακεδονίας και έζησε στα μέσα το 4ου αι. π.Χ. Είναι γνωστός από μια επιγραφή της Αμφίπολης. (S.E.G. νοl. 41, επιγρ. 561). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Λάανδρος. Ήταν αδελφός του Νικοκράτη, τυράννου Κυρήνης της Λιβύης. Ο Λάανδρος παντρεύτηκε από έρωτα την θυγατέρα της Αρετοφίλας (Πολύαινου Στρατηγήμ. βιβ. 8, Κεφ. 38). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Το κύριο όνομα Λαάνδριχος παράγεται από το θέμα του κυρ. ον. Λάανδρ-ος και την υποκοριστική κατάλ. -ιχος > Λαάνδριχος κυρ. ον. ( ο μικρός, ο χαϊδεμένος Λάανδρος). Το κυρ. ον. Λάανδρος παράγεται: Πρώτο συνθετικό το αχώριστο προθετικό μόριο λα (= πολύ). Δεύτερο συνθετικό το Θέμα ανδρ- του ουσιαστικού ανήρ (= άνδρας, άνθρωπος, γενναίος. παλικάρι) και καταλ. -ος με ανέβασμα του τόνου ) Λάανδρος κυρ. ον. ( =ο πολύ γενναίος άνδρας) και το χαϊδευτικό του > Λαάνδριχος. 

Ι. Λάανδρος. Ήταν πατέρας του Πάτωνος και καταγόταν από την περιοχή των Αιγών της Μακεδονίας. Το όνομά του είναι γνωστό από τη λεγόμενη Στήλη του Πάτωνος, που ανακαλύφθηκε στη Μεγάλη Τούμπα της Βεργίνας. Αυτή παριστάνει και δυο ανδρικές 

παραστάσεις, εκ των οποίων ο ένας πολεμιστής. Έχει και την επιγραφή: Πάτων Λαάνδρου. Είναι ένα επιτάφιο Μνημείο, κατά την Σαάτσ. -Παλιαδ. (Επιταφ. Μνημ. Τουμ. Βεργίνας 1984). ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Λάανδρος. Ήταν αδελφός του τυράννου των Κυρηναίων. Οι Κυρηναίοι ήταν κάτοικοι της Κυρήνης στη σημερινή Λιβύη. Η Κυρήνη ήταν αρχαιότάτη Ελληνική αποικία. Ο τύραννος λεγόταν Νικοκράτης, τον οποίο φόνευσε ο Λάανδρος, κατά τον Πολύαινο (Στρατηγ. βιβ. 8 κεφ. 38). 

ΙΙΙ Ετυμολ. Από το Θέμα του ουσ. ο λά-ας > λας (= ο λίθος) ή το Θέμα του ουσ.λα-ός + το θέμα του ουσ. ανήρ, γεν. ανδρ-ός + -ος καταλ. και με ανέβασμα του τόνου Λάανδρος κυρ. ον. = άνδρας του λαού, του λίθου). 

Σημείωση: 1) Κατά τη Μυθολογία οι άνθρωποι γεννήθηκαν από τους λίθους, που έριχναν κατά τη συμβουλή του Δία, ο Δευκαλίων και η Πύρρα μετά τον κατακλυσμό και από τους λίθους έγιναν οι άνθρωποι. 

Μ 

Ι. Μάγας. Ήταν γιος του Φιλίππου και της Βερενίκης. Ο Φίλιππος ήταν λαϊκής προέλευσης. 

Η Βερενίκη ήταν συνοδός της νύφης Ευρυδίκης, θυγατέρας του Αντιπάτρου, αντικαταστάτη του Μ. Αλεξάνδρου, κατά την απουσία του στην Ασία. Η Νύφη Ευρυδίκη και η συνοδός Βερενίκη πήγαν στην Αίγυπτο, όπου ο Πτολεμαίος Α’ βασιλιάς της Αιγύπτου παντρεύτηκε την Ευρυδίκη. Αργότερα ο Πτολεμαίος ερωτεύτηκε την Βερενίκη, με την οποία απόκτησε παιδιά και συζούσε. 

Η Βερενίκη έφερε στην Αίγυπτο από τη Μακεδονία και το γιο της Μάγα, που τον διόρισε 

διοικητή της Κυρήνης της Λιβύης. (Παυσαν. «Απικά» κεφ. 6-7). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Μαγίων. Ήταν Κορίνθιος και κατά την Τρίτη Ουρανιάδα 

νίκησε σε αγώνα πάλης των παίδων. 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το Θέμα του ρήματος μάχ-ομαι και -άς η κατάληξη καθώς και 

ανέβασμα του τόνου > Μάχας κυρ. ον. Ακολούθησε τροπή του δασέως χ σε μέσο γ στη 

Μακεδονική διάλεκτο> Μάγας κυρ. ον. (= ο μαχόμενος, ο μαχητής). Από το Μάνας παράγεται 

Μαγίων (= ο γιος του Μάγα). 

Ι. Μάζαρος. Ήταν ένας από τους εταίρους του Μ. Αλεξάνδρου και πήρε μέρος στην εκστρατεία της Ασίας. Όταν ο Μ. Αλέξανδρος κατέλαβε τα Σούσα, αρχαία πρωτεύουσα της Περσίας, έκανε εγκατάσταση των αρχών στην πόλη και τοποθέτησε τον Μάζαρο φρούραρχο της ακροπόλεως των Σούσων. (Αρρ. «Αναβ. Αλεξ.» Γ 16). 

ΙΙ. Άλλα Πρόσωπα Ελλήνων: 1) Μάζαρος. Καταγόταν από τη Λάρισα της Θεσσαλίας. Το όνομά του αναγράφεται σε μια Θεσσαλική επιγραφή, που είναι ένα απόσπασμα επιστολής και βρέθηκε κοντά στη Λάρισα. 

ΙΙΙ Ετυμολ. Από το επιθ. της δωρ. διαλ. μαζαρός (= ο πλήρης κρίθινου ψωμιού) με ανέβασμα του τόνου > Μάζαρος κυρ. ον. (= αυτός που έχει πολύ κρίθινο ψωμί) (μάζα = πολύ κρίθινο ψωμί). 

Ι. Μακάρτατος. Ήταν πατέρας του Πευκέστα. Ο Πευκέστας ήταν ένας από τους στρατηγούς του Μ. Αλεξάνδρου κατά την εκστρατεία στην Ασία. (ίδές Πευκέστας). 

ΙΙ. Άλλα Πρόσωπα Ελλήνων: 1) Μακάρτατος. Ήταν Αθηναίος, που σκοτώθηκε Πολεμώντας κατά των Σπαρτιατών το 457 π.Χ. κοντά στην Τανάγρα της Βοιωτίας. Το όνομά του οι 

Αθηναίοι το χάραξαν σε στήλη μαζί με το όνομα Μελάνωπος. Η στήλη αυτή παριστάνει 

ιππείς μαχόμενους, σύμφωνα με τον Παυσανία (Αττικά κεφ. 29). 2) Μακάριος. ήταν 

Σπαρτιάτης στρατηγός, που έστειλε η Σπάρτη μαζί με δύο άλλους στρατηγούς και τρεις χιλιάδες οπλίτες το 426 π.Χ. στην Αιτωλία σύμμαχό τους για βοήθεια, την οποία ζήτησαν 

Αιτωλοί. (Θουκυδ. Ιστορία» Γ 100). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Από το επίθετο του υπερθετικού βαθμού ο μακάρτατος (= ο πολύ – πολύ ευτυχισμένος ή πλούσιος)> Μακάρτατος Κυρ. ον. με την ίδια σημασία του επιθέτου. 

Ι. Μακεδών. Κατά τον Ησίοδο (<Ηοίαι» 1-2) ήταν γιος του Διός και της Πανδώρας θυγατέρας 

του Δευκαλίωνος. Τον Μακεδόνα ονομάζει ιππιοχάρμην (= αρματομάχο, ιππέα) είχε αδελφούς τον Μάγνητα και το Γραίκο. 

Κατά τον Ελλάνικο ο Μακεδών ήταν γιος του Αιόλου 0 Ησίοδος («Ηοίαι» 4) ονομάζει τον Αίολο ιππιοχάρμην και είχε αδελφούς τον Δώρο και τον Ξούθο και ήταν γιοι του Έλληνος. Κατά τον Αιλιανό (<(Περί ζώων ιδιωτ.» βιβ. 10, 48) ο Μακεδών ήταν γιος του Λυκάονος βασιλιά της Ημαθίας, η οποία μετονομάστηκε από τον Μακεδόνα σε Μακεδονία. 0 Μακεδών, συνεχίζει ο ίδιος συγγραφέας, είχε δυο παιδιά τον Πίνδο και τον Ωρωπό. 

Άλλα παιδιά του Μακεδόνος ήταν: Κατά τον Ηenrico Staphano (Θησ. Ελλ. Γλ.). ο Ατιντάν, 

ο Βέρης, ο Πίερος και ο Άμαθος και κατά τον Στέφανο Βυζάντιο (Εθνικά) ο Εύρωπος και ο 

Αργέας. 

ΙΙ. Άλλα Πρόσωπα Ελλήνων: 1) Μάκεδνος. Ήταν ένας από τους πενήντα γιους του Λυκάονος, βασιλιά των Αρκάδων, κατά τον Απολλόδωρο (Βιβλιοθ. βιβ. Γ’ ν111). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Τα κύρια ονόματα Μακεδών ή Μακεδνός παράγονται από το επίθετο μακεδνός ή μακεδανός (= υψηλός, λυγερός) και έχουν την ίδια σημασία με το επίθετο. 

Ι. Μακέτας. Ήταν πατέρας του Παυσανία. Ο γιος του Παυσανίας ήταν ένας από Μακεδόνες πρέσβεις, σι οποίοι συμμετείχαν στην σύναψη και υπογραφή της συνθήκης ειρήνης ανάμεσα στους Αθηναίους και Μακεδόνες στην Αθήνα κατά το δεύτερο μισό του 5ου αι. π.Χ. Η συνθήκη με τα ονόματα των πρέσβεων σώθηκε σε επιγραφή, η οποία περιλαμβάνεται στις «Αττικές Επιγραφές» με αριθ. 89 νοl. 1ed. 3 Α.Π.Θ. Κλασ. Σπουδ. 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Μακέτας. Καταγόταν από την Κάρυστο της νότιας Εύβοιας, διότι στην Κάρυστο βρέθηκε μια επιγραφή, στην οποία σώζεται μόνο το όνομα Μακέτας, ο οποίος αφιερώνει κάποια επιτύμβια στήλη σε αγαπημένο του πρόσωπο, σύμφωνα με την αριθ. 16 επιγραφή της Καρύστου. 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από τη ρίζα μακ- και την καταλ. τη μακεδονική —ετας> Μακέτας ον. (= μακρός, υψηλός). 

Από την ίδια ρίζα μακ- παράγονται και άλλες λέξεις, όπως: Μακεδών, μάκος ή μήκος, μακεδνός, μακεδανός, μακεδονήσιον κ.λ.π. 

Ι. Μάκρων. Καταγόταν από την Πέλλα της Μακεδονίας και έζησε τον 40 αι. π.Χ. Είναι γνωστός από μια επιγραφή της Πέλλας, στην οποία αναγράφεται μεταξύ άλλων ότι μια κόρη απελπισμένα ερωτευμένη εμπιστεύεται στο μνημείο του Μάκρωνα Κείμενο — επίκληση προς τους υποχθόνιους δαίμονες να λύσουν (χαλάσουν) το δεσμό του αγαπημένου της με την αντίζηλό της, σύμφωνα με εργασία των Βουτυρά και Ακαμάτη (δημοσ. Εφημ. «Θεσσαλον.» 22- 8-92) και το βιβ. του Εμμ. Βουτυρά (Διονυσοφώντος γάμοι). 

ΙΙ. Άλλα Πρόσωπα Ελλήνων: 1) Μάκρων. Το όνομα είναι γνωστό από επιτύμβια στήλη, που βρέθηκε στην εκκλησία των Αγίων Ταξιαρχών του Σχηματαρίου της Τανάγρας της Βοιωτίας. 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το Θέμα του επιθέτου μακρ-ός (= μακρύς, υψηλός, εκτεταμένος, μεγάλος) και την κατάλ. —ων> Μάκρων Κυρ. ον. (= ο υψηλός, ο μεγάλος, ο μακρύς) με τον τόνο ανεβασμένο. 

Ι. Μάλακος. Καταγόταν από τη Μακεδονία και έλαβε μέρος κατά τα μεγάλα Αμφιαράεια του Ωρωπού της Βοιωτίας στο αγώνισμα του σταδίου των παίδων και υπήρξε νικητής αυτού του αγωνίσματος, όπως αναφέρει επιγραφή του Ωρωπού. 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Μάλακος. Υπήρξε τύραννος της Κύμης, αρχαίας Ελληνικής αποικίας της Κάτω Ιταλίας. Απόκτησε μεγάλη φήμη στο λαό και έτσι κατέκτησε την εξουσία. Κατόπιν έσφαξε τους πιο εύπορους πολίτες, των οποίων τις περιουσίες ιδιοποιήθηκε, και έγινε ένας φοβερός τύραννος των Κυμαίων, κατά τον Διοδ. Σικελιώτη. (Ιστορ. Βιβλ. 7, 10). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Από το επίθετο μαλακός (= ήπιος, πράος, ήσυχος) με ανέβασμα του τόνου> Μάλακος κυρ. ον. με την ίδια σημασία του επιθέτου. 

Ν 

Ι. Νάννιον. Ήταν θυγατέρα του Κιβάδος και καταγόταν από την Ηράκλεια της Σιντικής νομού Σερρών. Έζησε στα τέλη του 4ου και στις αρχές του 3ου αι. π.Χ. Είναι γνωστή από μια επιγραφή, η οποία αφιερώνεται από την ίδια Νάννιον στην Ειλείθυια ή Ελευθώ*, θεά τοκετών. 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων ή Ελληνίδων: 1) Νάννη. Καταγόταν από την Αττική έζησε μεταξύ 5ου και 4ου αι. π.Χ. Είναι γνωστή από μια επιγραφή, στην οποία η Νάννη αφιερώνει αυτή την επιγραφή στη θεά Δήμητρα (S.E.G. νοl. επιγρ. 491). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το Θέμα του ουσ. νάνν-η ( η αδελφή της μητέρας) και — υποκοριστική κατάληξη -ιον> Νάννιον κυρ. ον. (= η μικρή αδελφή της μητέρας). 

*Πρόκειται για την θεά Δήμητρα. 

Ι. Ναύτων. Ήταν πατέρας του Βία και καταγόταν από την Αμυγδαλιά (Στόλος – Κέλλιον) της Μακεδονίας. Έζησε τον 4ο αι. π.Χ. και έγινε γνωστός από μια πράξη πωλητηρίου, στην οποία 

παρέστει ο γιος του ως μάρτυρας (S.E.G. νοl. 40, επιγρ. 553). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Ναυτεύς. Καταγόταν από το νησί των Φαιάκων (σημ. Κέρκυρα) και ήταν ένα από τα αρχοντόπουλα του νησιού, που πήρε μέρος στους αθλητικούς αγώνες, που διοργάνωσε ο Αλκίνοος προς τιμή του Ομηρικού Οδυσσέα (Ομήρου Οδύσσεια Θ 112). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το Θέμα του ουσιαστικού ναύτ-ης και την καταλ -ων> Ναύτων κυρ. ον. 

Ι. Νέαρχος. Ήταν Μακεδών και καταγόταν από την αρχαία πόλη Λήτη της Μακεδονία, κατά τον Στέφανο Βυζάντιο (λήμμα Λήτη). Η Θέση της αρχαίας αυτής πόλης πιθανολογείται ότι βρισκόταν στην περιοχή του σημερινού χωριού Λητής του νομού Θεσσαλονίκης. Ο Νέαρχος 

υπηρέτησε ως αξιωματικός στο στρατό του Μ. Αλεξάνδρου κατά την εκστρατεία στην Ασία. 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Νέαρχος. Ήταν γιος του Ανδροτίμου και καταγόταν από 

την Αμφίπολη του Στρυμονικού κόλπου, όπου ο πατέρας του είχε μεταναστεύσει προερχόμενος από την Κρήτη. Υπήρξε φίλος του Μ. Αλεξάνδρου και ναύαρχος του στόλου. που κατασκεύασε στην Ινδική, κατά τον Αρριανό (Αναβ. Αλεξ. βιβ. Στ8, 21, 3) και Διοδ. Σικελ (βιβ. 17,112 βιβ. 19, 69). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το επίθετο νέαρχος (= ο νέος αρχηγός)> Νέαρχος κυρ. ον. με την ίδια σημασία του επιθέτου. 

Ξ 

Ι. Ξανθός. Ήταν Μακεδών ήρωας, προς τιμή του οποίου οι Μακεδόνες έκαναν κάθε χρόνο 

την Άνοιξη Ουσίες και εξαγνισμό με εξοπλισμένους ίππους και επικαλούνταν το πνεύμα του(Πολυβ. ΚΓ’, 10, 17). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Ξάνθος. Ήταν ποιητής και έζησε γύρω στα 600 π. ο Ξάνθος έλεγε πως η Ηλέκτρα του Αγαμέμνονα αρχικά ονομαζόταν Λαοδίκη. Ονομάστηκε Ηλέκτρα, διότι ήταν άμοιρη ανδρός και δεν είχε δοκιμάσει λέκτρον (= κρεβάτι), επειδή σκοτώθηκε ο πατέρας της Αγαμέμνων και παντρεύτηκε η μάνα της Κλυταιμνήστρα, ενώ εκείνη γινόταν γριά παρθένος. (Αιλιανού Ποικίλη Ιστ. κεφ. 26). 2) Ξάνθιος. Ήταν αρχαίος βασιλιάς της Βοιωτίας. Σκοτώθηκε σε μονομαχία με τον Μέλανθο, πατέρα του Κόδρου. Έτσι το βασίλειο 

της Αθήνας πέρασε αργότερα στον Κόδρο. (Αποσπ. Ελλην. Ιστ. Ελλάνικος αποσπ. 23 F. Jacoby) 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Από το επίθετο ξανθός > Ξανθός κυρ. ον. με την ίδια σημασία του επιθέτου, ή με ανέβασμα του τόνου) Ξάνθος κυρ. ον. 

Ι. Ξεναρίστη. Καταγόταν από την Πέλλα της Μακεδονίας και έζησε ανάμεσα 5ου και 4ου 

π.Χ. Είναι γνωστή από μια επιτάφια επιγραφή, που βρέθηκε στην Πέλλα της Μακεδονία: 

( S.E.G. νοl. 48, επιγρ. 820). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Ξεναρίστα. Καταγόταν από την Κυρήνη της Κυρηναϊκής της Β. Αφρικής, που ήταν αρχαία αποικία Λακώνων προερχόμενων από τη Θήρα. Έζησε τον 3° αι. π.Χ. 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Πρώτο συνθετικό το Θέμα ξεν- του επιΘ. ξένος ( ο φιλοξενούμενος) και δεύτερο 

συνθετικό το Θέμα αριστ- του επιθέτου αρίστη (= υπέροχη) και καταλ. -η ) Ξεναρίστη κυρ. ο ή Ξεναρίστα κυρ. ον. ( αυτή που είναι υπέροχη στους φιλοξενούμενους). 

Ι. Ξεννίας. Ήταν Μακεδών αξιωματούχος του στρατηγού Ευμένους. Κατά την επικείμενη μάχη Ευμένους, συμμάχου του Περδίκκα και των στρατηγών Κρατερού και Νεοπτόλεμου, Ευμένης, επειδή δεν ήταν Μακεδών, έστειλε τον Ξεννία στους συγκεντρωμένους Μακεδόνες στρατιώτες για να τους μιλήσει στη Μακεδονική διάλεκτο και να τους ενθαρρύνει. (Γ. Μπαμπινιώτη, «Η γλώσσα της Μακεδονίας» σελ. 188). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Ξενίας. Καταγόταν από την Ήλιδα (Ηλεία) της Πελοποννήσου. Όταν Περί το 395 π.Χ. οι Σπαρτιάτες εισέβαλαν στην Ήλιδα, ο Ξενίας με τους οπαδούς του προχώρησε σε σφαγές του λαού της πόλεως. Όμως διώχτηκε από το λαό στους Σπαρτιάτες. (Ξενοφ. «Ελληνικά» Γ, 2, 27). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Από το Θέμα του επιθέτου ξέν-ιος (= προστάτης των ξένων) + -ίας καταλ. 

μεγεθυντ. > Ξενίας Κυρ. ον. και με διπλασιασμό του ν > Ξεννίυς (= αυτός που είναι μεγάλος 

προστάτης των ξένων). 

Ι. Ξενοκλής. Ήταν φύλακας του θησαυρού του Αλεξάνδρου κατά την εκστρατεία στην 

Ινδία. 0 γεωγράφος Πατροκλής, που έγινε στρατηγός του βασιλιά της Συρίας Σελεύκου Α’ Περί το 312 π.Χ. λέει πως ο Ξενοκλής θησαυροφύλακας του Μ. Αλεξάνδρου του Παρέδωσε πλήρεις περιγραφές για τις ακριβείς έρευνες, που έκανε ο Μ. Αλέξανδρος στην Ινδία. (Στραβ. 69). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Ξενοκλής. Ήταν Λακεδαιμόνιος και πήρε μέρος στην 

εκστρατεία του βασιλιά της Σπάρτης Αγησίλαου το 396 π.Χ. στη Μ. Ασία για την προστασία 

των Ελληνικών πόλεων. Τότε ο Αγησίλαος τοποθέτησε τον Ξενοκλέα επικεφαλής των ιππέων.(Ξενοφ. «Ελληνικά» βιβ. Γ, κεφ. 4, 20). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Από το θέμα Του επιθ. ξένο-ς (= φίλος από φιλοξενία) + κλεεσ- Θέμα του ουσ. 

κλέος (= δόξα, φήμη) με έκταση του ε σε η και συναίρεση των ε+η=η) Ξενοκλής κυρ. ον. (= ο 

φίλος από φιλοξενία που έχει δόξα). 

Ι. Ξενοκράτης. Το όνομα αυτό είναι γραμμένο σε επιτάφια στήλη της Βεργίνας και ανήκει 

στην τελευταία δεκαετία του 4 αι. π.Χ., όπως γράφει η Ελένη Μανακίδου (Ανακοιν. Ηρωικοί 

απόηχοι σελ. 86 του βιβλ. Επιγραφές της Μακεδονίας, εκδ. Αριστοτ. Παν/μίου Θεσ/νίκης 

1996). 

ΙΙ. Άλλα Πρόσωπα Ελλήνων: 1) Ξενοκράτης. Ήταν γιος του Αγαθήνορος και καταγόταν 

από τη Χαλκηδόνα της Προποντίδας. Υπήρξε από νεαρός μαθητής του Πλάτωνα. Επειδή ήταν πάντοτε σκυθρωπός ο Πλάτων του έλεγε: «Ξενόκρατες, Θύε ταις Χάρισι» ( χαμογέλα). 

Διαδέχτηκε τον Σπεύσιππο στη διεύθυνση της φιλοσοφικής Σχολής του Πλάτωνα το 339-314 

π.Χ., κατά τον Διογένη Λαέρτιο (βιβ. 4 κεφ. Ξενοκράτης, 6-15). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Από το Θέμα ξένο-ς (= φίλος από φιλοξενία) + το Θέμα κρατεσ- του ουσ. κράτος 

( δύναμη, εξουσία, υπεροχή, διοίκηση) ) ξενο-κρατες- και με τροπή του —ε σε —η 

Ξενοκράτης κυρ. ον. (= αυτός που έχει τη δύναμη, τη διοίκηση των φίλων από φιλοξενία). 

Ο 

Ι. Οαδίστη. Ήταν Θυγατέρα του Δημητρίου και καταγόταν από την Πέλλα της Μακεδονίας 

Έζησε μεταξύ 4ου και 3ου αι. Π.Χ. και είναι γνωστή από μια επιτάφια επιγραφή της Πέλλα: 

(S.E.G. νοl. 41, επιγρ. 575). 

ΙΙ. Άλλα Πρόσωπα Ελλήνων: 1) Ηδίστη. Καταγόταν από την Αθήνα και έζησε στα μέσα του 3ου αι. π.Χ. Είναι γνωστή από μια επιγραφή του Διπύλου της Αττικής, στην οποία αναγράφονται πενήντα οκτώ ονόματα ανδρών και γυναικών, μελών ενός ομίλου ερανιστώ. (Αρχ. Αττ. Επιγρ. Παπαγιαν. — Παλαιού), 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Τα κύρια ονόματα Οαδίστη και Ηδίστη είναι ίδια σημασιολογικά και ετυμολογικά και τα δύο παράγονται από το επίθετο ηδύς (= γλυκός, ευχάριστος) και ειδικότερα από τα υπερθετικό βαθμό ήδιστος, ηδίστη, ήδιστον (= πάρα πολύ γλυκός, ευχάριστος). Στη αρχαιότερη μορφή άρχιζε από F, δηλαδή Fηδύς, Fήδιστος. Δωρικός Τύπος Fαδύς, Fάδιστος βαδίστη (βαδύς, βάδιστος, βαδίστη). Το F ή β αντικαταστάθηκε από το Ο σύμφωνα με τις διαλεκτικές μεταβολές (Ιδές Λεξ. Λίντελ — Σκοτ). Έτσι ο υπερθετικός βαθμός κατάληξε: οαδίστη ( πάρα πολύ ευχάριστη)) Οαδίστη κυρ. ον. 

Ι. Οδυσσεύς. Καταγόταν από την Πέλλα της Μακεδονίας και έζησε στα τέλη του 3ου α 

π.Χ. Είναι γνωστός από μια επιγραφή, που βρέθηκε στην αγορά της Πέλλας. (S.E.G. νοl. 46 

1996, επιγρ. 783). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Οδυσσεύς. Ήταν γιος του Λαέρτη και βασιλιάς της 

Ιθάκης. Πήρε μέρος στον Τρωικό πόλεμο και επέστρεψε μετά την άλωση της Τροίας στην 

πατρίδα του Ιθάκη ύστερα από εικοσαετή απουσία του. (Ομήρου Οδύσσ. α’ κ.λ.π.) 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το Θέμα του ρήματος οδύσσ-ομαι (= οργίζομαι, χολώνομαι, μισώ 

μέμφομαι). Θέμα: οδυσσ- + ευ (το επίθημα) + -ς κατάληξη > Οδυσσεύς κυρ. ον. (= Ο οργιζόμενος). 

Ι. Όλγανος. Ήταν γιος του Βέρητος και εγγονός του Μακεδόνος. Είχε δυο αδελφές τη Βέροια και τη Μιέζα. Από τον Όλγανον υπάρχει και ομώνυμος ποταμός. 

Κατά τον Ν.G.L Hammond (Ιστορ. Μακεδ.» τ. Α’ σελ. 187) κοντά στο χωριό Άνω Κοπανό της Νάουσας βρέθηκε μια προτομή, που φέρει το όνομα Όλγανος. 

ΙΙ. Άλλα Πρόσωπα Ελλήνων: 1) Ολκιάδας. Καταγόταν από τα Θούρια της Μεσσηνίας της Πελοποννήσου και έζησε τον 20 αι. π.Χ. (S.E.G. νοl. 11). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το Θέμα του επιθέτου ολκός (= ελκυστικός, γοητευτικός). Θέμα ολκ- και κατάληξη —ανος) Όλκανος κυρ. ον. Ακολουθεί ψίλωση του ο και τροπή του κ σε γ, όπως γίνεται στις λέξεις: καρίδες — γαρίδες, Γεδρωσία — Κεδρωσία κ.λ.π. Έτσι έχουμε τελικά > Όλγανος κυρ. ον. Με την ίδια σημασία του επιθέτου. Πιθανόν από το αρσενικό Όλγανος > το θηλυκό Όλγα (= γοητευτική). 

Π 

Ι. Παγκάστα. Ήταν αδελφή του Άρπαλου και του Κύτα, προς τους οποίους η Παγκάστα αφιέρωσε τη λεγόμενη Στήλη του Άρπαλου, η οποία χρονολογείται στα τέλη του 4ου με αρχές του 3ου αι. π.Χ. και βρίσκεται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης. Ανακαλύφθηκε στη Μεγάλη Τούμπα της Βεργίνας της Βέροιας, κατά την Χρ. Σαάτσ. — Παλιαδ. (Επιταφ. Μνημ. Μεγ. Τουμ. Βεργίνα 1984, σελ. 192). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Παγκάστα. Ήταν Λαρισαία και υπήρξε εταίρα της Μακεδονικής αυλής. Ο Μ. Αλέξανδρος γνώρισε την Πρώτη ερωτική συνομιλία με την Παγκάστα, κατά τον Αιλιανό (Ποικίλη Ιστορ. ΧΙΙ, 34). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το ουδέτερο επίθετο παν ( όλο ή εξολοκλήρου, παντελώς με επιρρηματική σημασία) + το Θέμα καστ- + -α η καταλ. ) Παν-καστ-α και με τροπή του ν σε γ, διότι βρίσκεται πριν από το κ > Παγκάστα κυρ. ον. Το Θέμα καστ-, σύμφωνα με το Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας Λίντελ — Σκοτ, είναι συγγενικό με τη λέξη καθαρός, Λατιν. Cast-us (= καΘαρός, αγνός, σώφρονας, ευσεβής). Επομένως το Θέμα καστ- έχει την ίδια σημασία και κατ’ ακολουθία Παγκάστα κυρ. ον. (= η παντελώς αγνή, σώφρων, ευσεβής). Από το ίδιο Θέμα παράγεται και το κυρ. ον. Κασταλία (πηγή των Μουσών στον Παρνασσό). 

Ι. Παιάν. Όνομα Κύριο κάποιου επίσημου ανδρός Μακεδόνος. Είναι γραμμένο πάνω σε μια ελεγειακή επιγραφή, που ήρθε στο φως από τον Παπαδάκη το 1913 και βρέθηκε στη Θέση Μπουφάρι του χωριού Απιδέα (Λόπες) της επαρχίας Βοϊου. 

ΙΙ. Άλλα Πρόσωπα Ελλήνων: 1) Παιάν ονομαζόταν ο Θεός Απόλλων, ο οποίος Θεράπευε αυτούς που επικαλούνταν τη βοήθειά του. Στη Ρόδο Παιάν ονομαζόταν ο Ζευς, όπου και τιμώνταν με αυτό το όνομα (Λεξ. Λίντελ — Σκοτ). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Η ρίζα του ονόματος είναι ίδια με το ρήμα παίω (= κτυπώ). Το παιάν ως προσηγορικό σημαίνει: γιατρός, σωτήρας, λυτρωτής, αλλά και άσμα ευχαριστήριο ή Θριάμβου μετά τη νίκη που απευθύνεται στο Θεό Απόλλωνα. 

Ι. Παίλλας. Ήταν πατέρας του Γαιτέου και καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη. Έζησε τον 3ο αι. π.Χ. Είναι γνωστός από ένα ψήφισμα της βουλής των Θεσσαλονικέων, το οποίο εκδόθηκε το 222 π.Χ. 

ΙΙ. Άλλα Πρόσωπα Ελλήνων: 1) Πάϊλλος. Καταγόταν από τον Ορχομενό, αρχαία πόλη της Βοιωτίας και έζησε μεταξύ των ετών 213-190 π.Χ. Είναι γνωστός από επιγραφή του Ορχομενού. 2) Παϊλλος. Καταγόταν από την αρχαία πόλη Τανάγρα της Βοιωτίας και έζησε τον 20 αι. π.Χ. Είναι γνωστός από επιγραφή της Τανάγρας. 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το επίθετο παιλλός (= αρσενικός) με ανέβασμα του τόνου > 

Πάϊλλος ή Παϊλλος κυρ. ον. ή με καταλ. —ας> Παίλλας κυρ. ον. (= ο αρσενικός, ο δυνατός, ο 

ανδρείος). 

Ι. Παιώνιος. Ήταν Μακεδών από την Αμφίπολη, όπου είχαν εγκατασταθεί κατά καιρούς εταίροι του βασιλιά και άλλοι Μακεδόνες από τα χρόνια του Φιλίππου Β και εξής. Το όνομα 

αυτό μαζί και άλλα καταγράφονται σε επιγραφή, που βρέθηκε στη Θέση της αρχαίας 

Αμφίπολης. Η επιγραφή είναι μια επιστολή του Φιλίππου Ε’, βασιλιά της Μακεδονίας, με την οποία διευθετεί Θέματα τόσο παραχώρησης, μίσθωσης και καλλιέργειας βασιλικών ή μη γαιών στην Αμφίπολη, όσο και ρύθμισης καταβολής φόρων, και ανήκει στα χρόνια 197-191 π.Χ. κατά την Κουκούλη — Χρυσανθάκη (Επιγρ. Μακεδον. σελ. 58, 60, 64, έκδ. Α.Π.Θ. 1996). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Παιώνειος. Έζησε μεταξύ 4ου και 3ου αι. π.Χ. και υπήρξε μαθητής του φιλοσόφου Στίλπωνα από τα Μέγαρα της Σικελίας. Ο Στίλπων υπήρξε μαθητής του Ευκλείδη, κατά τον Διογ. Λαερ. (βιβ. Β’, 11). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Από το Κύριο όνομα Παιήων (επικός τύπος) ή Παιών (αττικός τύπος), (ο οποίος 

ήταν γιατρός των Θεών) παράγεται το επίθετο παιώνιος ή παιώνειος (Που λαμβάνεται και ως 

ουσιαστικό). Παιώνιος, -α, -ον (= αυτός που ανήκει στον Παιώνα, ο Θεραπευτικός)> Παιώνιος ή Παιώνειος κυρ. ον. (= αυτός που Θεραπεύει, που ανακουφίζει), κατά το Λεξ. Αρχ. Ελλ. Λίντελ – Σκοτ. 

Ι. Πάμφιλος. Καταγόταν από την αρχαία Πέλλα της Μακεδονίας και έζησε μεταξύ του 4ου και 2ου π.Χ. αι. Υπήρξε αγγειοπλάστης και ανήκε στη λεγόμενη ομάδα Παρμενίσκου της Μακεδονίας. Έγινε γνωστός από αποτυπώματα σε αμφορείς, οι οποίοι ανακαλύφθηκαν κατά τις ανασκαφές του 1980-87 στην Πέλλα και δημοσιεύτηκαν από τον Ι. Ακαμάτη «Ενσφράγιστες λαβές αμφορέων Πέλλας». 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Πάμφιλος. Καταγόταν από την Αθήνα και έζησε μεταξύ 5ου και 4ου αι. π.Χ. Επονομαζόταν Αρχεδούσιος. Κάποτε παρουσιάσθηκε στη Συνέλευση τοι δήμου των Αθηναίων και κατάγγειλε μια κατάχρηση σε βάρος της πόλεως των Αθηνών. (Αισχίνη Κατά Τιμάρχου κεφ. 110). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το επίθετο πάμφιλος ( ο αγαπημένος από όλους) > Πάμφιλος κυρ. ον. με την ίδια σημασία του επιθέτου. 

Ρ 

Ι. Ρίχνος. Ήταν πατέρας του Δημόνικου και καταγόταν από την Αμφίπολη της Μακεδονίας Έζησε το πρώτο μισό του 4ου αι. π.Χ. και είναι γνωστός από μια επιγραφή – πωλητήριο οικίας, που βρέθηκε στην Αμφίπολη. Το γεγονός έλαβε χώρα ενώπιον του γιου του Δημόνικου ο οποίος παρίστατο ως βεβαιωτής του πωλητηρίου (S.E.G. νοl. 41, επιγρ. 562). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Ήταν πατέρας της Αυτονόας και έζησε κατά Ρωμαϊκή περίοδο. Καταγόταν από την Αττική. Είναι γνωστός από επιτύμβια επιγραφή γραμμένη σε στήλη πεντελικού μαρμάρου. 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Το Κύριο όν. Ρίχνος προέρχεται από το Θέμα του ρήματος της Κοινής Αττικής Γλώσσας ρίχν-ω και την καταλ. -ος> ΡίΙνος κυρ. ον. ( ο ρίπτων). Και το κυρ. ον. Ρίξας προέρχεται από τη μετοχή του αορίστου του ρήματος ρίπτω, αόριστος έρριψα, μετοχή αορ. ρίψας ή ρίξας της Κοινής Ελληνικής και το κυρ. ον. > Ριξάς με κατέβασμα του τόνου. 

Ι. Ρόδης. Ήταν γιος του Ευδώρου και καταγόταν από την Μίεζα, αρχαία πόλη Μακεδονίας, κοντά στη Νάουσα. Έζησε τον 3ο αι. π.Χ. και είναι γνωστός από μια επιτάφια στήλη (S.E.G. νοl. 47, 1997, επιγρ. 914). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Ρόδων. Ήταν γιος του Ροδοκλέους και καταγόταν από 

την Αθήνα. Έζησε κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους. Είναι γνωστός από ένα ψήφισμα της 

βουλής και του δήμου των Ωρωπίων της Βοιωτίας, δια του οποίου ανακηρύχθηκε πρόξενος και ευεργέτης του Ωρωπού. 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το ουσιαστικό ροδέα > ροδή ( τριανταφυλλιά), την κατάληξη -ς 

και ανέβασμα του τόνου > Ρόδης Κυρ. ον. (= τριανταφυλλένιος, πολύ όμορφος). 

Ι. Ροίμισος. Καταγόταν από την αρχαία Πέλλα της Μακεδονίας και έζησε μεταξύ 4ου κ 

2ου αι. π.Χ. Υπήρξε αγγειοπλάστης και ανήκε στην ομάδα Παρμενίσκου. •Έγινε γνωστός από 

αποτυπώματα σε αμφορείς που ανακαλύφθηκαν κατά τις ανασκαφές 1980-87 στην Πέλλα (Ι.Μ Ακαμάτης: Ενσφραγ. λαβές αμφορ. Πέλλας). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: Δεν βρέθηκε παρόμοιο όνομα. 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Δυσετυμολόγητο. 

Ι. Ρώμη. Ήταν σύζυγος του Έρωτος και είχαν μια θυγατέρα με το όνομα Θερινή, η οποία είχε πεθάνει. Πιθανόν καταγόταν από το Δίον της κάτω Μακεδονίας και έζησαν κατά τους Αλεξανδρινούς χρόνους. Τα ονόματα είναι γνωστά από επιτύμβια στήλη, που βρέθηκε στο 

χωριό Καρίτσα, της περιοχής του Δίου κατά τον Μ. Δήμιτσα (Η Μακεδονία εν λί9θοις φθεγγ…τα, 11988, επιγρ.182) 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Ρωμία. Ήταν μια ηρωίδα, όπως αποκαλείται στην επιγραφή, και καταγόταν από τη Λάρισα της Θεσσαλίας, σύμφωνα με την επιγραφή, που βρέθηκε σε κοιμητήριο της Λάρισας. 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το ουσιαστικό ρώμη (= δύναμη)> Ρώμη κυρ. ον. με την Ίδια σημασία. 

Σ 

Ι. Σαβίκτας. Ο Μ. Αλέξανδρος μετά την κατάληψη της Καππαδοκίας της Μ. Ασίας, διόρισε διοικητή αυτής τον Σαβίκτα, κατά τον Αρριανό. (Αναβ, Αλεξ. βιβ. Β, 4). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Σαβύκτας. Το όνομά του είναι γνωστό από μια Βοιωτική Επιγραφή, που βρέθηκε στο χωριό Άγιος Γεώργιος της Βοιωτίας. 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Είναι δυσετυμολόγητη λέξη. Ίσως, πιθανόν από το Θέμα του ουσιαστικού σάβυττ-ος (= τρόπος κουρέματος της κόμης) ή από το Θέμα του ουσιαστικού σάβυττ-α (= το γυναικείο αιδοίο) και την κατάληξη -ας> Σαβύττας και στη συνέχεια το ψιλόπνοο οδοντικό• τρέπεται σε ψιλόπνοο ουρανικό κ για να γίνει η λέξη εύηχη > Σαβύκτας κυρ. ον. με έννοια κωμική, διακωμώδησης. 

Η γραφή του Σαβίκτας με γιώτα υπάγεται στους κανόνες των διαλεκτικών μεταβολών των γραμμάτων, όπως στη Δωρική διάλεκτο το ύψιλον τρέπεται σε γιώτα, π.χ. Δωρ. Φιλέοισι, Αττική φιλεόυσα. 

Ι. Σαβύθη. Ήταν θυγατέρα του Θεοξένου και καταγόταν από το Δίον της Μακεδονίας Έζησε κατά τους Αλεξανδρινούς ή Ελληνιστικούς χρόνους και είναι γνωστή από ένα Κατάλογο ονομάτων, που βρέθηκε στο Δίον. (S.E.G. νοl. 50, επιγρ. 589). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Σάβυς. Καταγόταν από τα Στύρα της Εύβοιας και έζησε τον 5ο αι. π.Χ. 

2) Σαβύτιος. Καταγόταν από τα Στύρα της Εύβοιας και έζησε τον 5ο αι. π.Χ. 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το Θέμα Σαβ- Του ονόματος Σάβος (= λάτρης του Σαβαζίου) και την υποκοριστική κατάληξη —υθη. 

Σύνθεση: Σαβ- + -υθη > Σαβύθη Κυρ. ον. ( η μικρή λάτρις του Σάβη). 

Ι. Σάθων. Ήταν πατέρας του Σωκράτους. 0 Σωκράτης ήταν αρχηγός μιας ίλης του 

Μακεδονικού στρατού, η οποία προερχόταν από την Απολλωνία της Μακεδονίας. (ίδές 

Σωκράτης). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπο Ελλήνων: 1) Σάθων. Ήταν το σκωπτικό παράνομα του φιλοσόφου 

Πλάτωνα. Το παράνομα αυτό το έδωσε στον Πλάτωνα ο φιλόσοφος Αντισθένης. (Διογ. Λαερ. 

3, 35). 

2) Σάθων. Ήταν γιος του Θεοδώρου και καταγόταν από την Ερέτρια της Εύβοιας, όπως 

προκύπτει από ένα κατάλογο πολλών ονομάτων μιας επιγραφής . 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Από το ουσιαστικό ο σάθων (= αυτός που έχει μεγάλο πέος) Σάθων κυρ. ον. με την ίδια σημασία ως περιπαικτικό. Από το ουσιαστικό η σάθη (= το πέος) > σάθων προσηγορικό ουσιαστικό. 

Ι. Σαμανόρας. Ήταν πατέρας του Παράμονου και καταγόταν από τους Άνω Αποστόλους της Μακεδονίας. Έζησε το 185-180 π.Χ. και είναι γνωστός από ένα τιμητικό Ψήφισμα των αρχόντων της πόλεως Μωρρύλου (Άνω Αποστόλων) προς τον Παράμονο για τη δωρεά του στην πόλη και στο Θεό Ασκληπιό. (3.Ε.ί. νο1. 34, επιγρ. 606). 

ΙΙ. Άλλα Πρόσωπα Ελλήνων: 1) Σαμαγόρας. Ήταν πατέρας του Άρχοντος και καταγόταν από την αρχαία πόλη, την Πέρινθο, που βρισκόταν κοντά στο αρχαίο Βυζάντιο, αποικία των Μεγαρέων. Έζησε τον 4ο αι. π.Χ. και είναι γνωστός από μια επιγραφή, που βρέθηκε στην Πέρινθο. 0 γιος του Άρχων ήταν ένας από τους άνδρες, οι οποίοι εισέπραξαν τις αποζημιώσεις για λογαριασμό της πόλεως σύμφωνα με δικαστική απόφαση. (S.E.G. νοl. 13, επιγρ. 411). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Πρώτο συνθετικό το Θέμα του κυρ. ονόματος Σάμ-ος (νησί) και δεύτερο συνθετικό το Θέμα του ρήματος αγορά-ομαι (= δημηργώ, είμαι δημηγόρος) και κατάληξη —ς> Σαμαγόρας κυρ. ον. (= ο δημηγόρος της Σάμου). 

Ι. Σάμος. Ήταν γιος του Χρυσογόνου και ένας από τους επιφανείς εταίρους Μακεδόνες του Φιλίππου Ε’, βασιλιά της Μακεδονίας. Το 183 π.Χ. ο Σάμος Πήρε μέρος με τον Πύρριχο και τον Άδμητο, επιφανείς και εκείνοι Μακεδόνες, σε συνωμοσία εναντίον του βασιλιά και γι αυτό φονεύτηκε, κατά τον Πολύβιο. (Ε 9 και Κγ’, 10). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Σάμος. Ήταν Λακεδαιμόνιος ναύαρχος, που πήρε διαταγή από τους Εφόρους της Σπάρτης να βοηθήσει με τα είκοσι πέντε πλοία του τον Κύρο, το νεότερο κατά την εκστρατεία του εναντίον του Αρταξέρξη, αδελφού του και βασιλέα της Περσίας το έτος 401 π.Χ., κατά τον Διόδωρο Σικελ. (βιβ. 14, 19). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Από το επίθετο σάμος (= υψηλός) > Σάμος κυρ. ον. με την ίδια σημασία του επιθέτου. 

Σημείωση: Κατά τον Στράβωνα (Γεωγρ. βιβ. 8 α 346 και βιβ. 10, 457) οι αρχαίοι ονόμαζαν σάμους τα υψηλά μέρη. 

Τ 

Ι. Τάβρης. Ήταν γιος του Σεδέλεω και καταγόταν από την αρχαία πόλη Σπάρτωλο, 

σημερινό Νέα Σίλατα της Χαλκιδικής. Έζησε τον 4ο αι. Π.Χ. και είναι γνωστός από μια 

αγοραπωλησία, στην οποία παρέστησαν μάρτυρες και γείτονες, των συναλλασσομένων. Αυτή η αγοραπωλησία διασώθηκε σε μια επιγραφή της πόλεως αυτών μαζί και τα ονόματα όλων των παραγόντων (S.E.G. νοl.46, επιγρ. 804). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Τάρβας. Καταγόταν από την Πάφο της Κύπρου και 

έζησε τον 4ο αι. π.Χ. 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το Θέμα του ουσ. το τάρβος = ο φόβος. Θέμα: ταρβεσ- με 

έκταση του ε σε η και χωρίς κατάληξη > Τάρβης κυρ. ον. (= ο φοβισμένος, ο φοβιτσιάρης). Και από το Τάρβης (αττ. διαλ.) > Τόρβας (δωρ. και μακεδον. διαλ.). 

Ι. Ταυρέας. Ήταν γιος του Αρίστωνος και σύζυγος της Σίμαινας της Μακεδόνισσας και ο Ταυρέας ήταν Μακεδών. Το ζεύγος είχε έναν γιό, ο οποίος είχε το όνομα του πατρός του και λεγόταν Ταυρέας. Τα ονόματά τους είναι γνωστά από μια επιγραφή της Μιλήτου, αρχαιοτάτης Ελληνικής αποικίας στα Μικρασιατικά παράλια. 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Ταυρέας. Ήταν γιος του Πυθοκλέους. Είναι γνωστός από μια Αττική επιγραφή, γραμμένη σε μάρμαρο και περιλαμβάνει πολλούς Αθηναίους, τους οποίους κατανέμει στους δήμους (S.E.G. νοl. 24, Αττικές επιγραφές, επιγρ. 162). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το Θέμα του ουσ. ταύρ-ος και την κατάληξη -εας> Ταυρέας κυρ. ον. 

Ι. Ταυριάδης. Ήταν πατέρας του Πόριδος και καταγόταν από την αρχαία πόλη Σπάρτωλο. 

τα σημερινά Νέα Σίλατα της Χαλκιδικής. Έζησε το πρώτο μισό του 4ου αι. π.Χ. και είναι 

γνωστός από μια επιγραφή της πόλεως. Σ’ αυτήν καταγράφεται μια αγοραπωλησία καθώς και 

Οι μάρτυρες, που παρέστησαν (S.E.G. νοl. 46, επιγρ. 804). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Ταύρος. Ήταν γιος του Εχετιμίδα και καταγόταν από τη 

Λακεδαίμονα. Έζησε το δεύτερο μισό του 5ου αι. π.Χ. Κατά την υπογραφή της ανακωχής το 

423 π.Χ. μεταξύ των Αθηναίων και των Λακεδαιμονίων, ο Ταύρος υπήρξε ένας από τους τρεις 

αντιπροσώπους των Λακεδαιμονίων (Θουκ. Ιστορ. Δ’ 119). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το Θέμα του κυρίου ονόματος Ταύρ-ος και την κατάληξη την 

πατρωνυμική -ιαδης • Ταυριάδης κυρ. ον. ( ο γιος, ο απόγονος του Ταύρου). 

Υ 

Ι. Υπερβάσας. Ήταν στρατηγός του Αντιόχου Γ’ του Μεγάλου, βασιλιά της Συρίας. Το έτος 209 π.Χ., ο Αντίοχος εξεστράτευσε εναντίον της Βακτριανής στην Ασία και πολιόρκησε την πρωτεύουσα του βασιλείου, τη Σίρυγκα. Οι βάρβαροι κατά τη νύχτα έσφαξαν τους Έλληνες της πόλεως και έφυγαν κρυφά. Ο Αντίοχος έστειλε τον Υπερβάσα, ο οποίος τους ανάγκασε να επιστρέψουν στην πόλη, όπου και παραδόθηκαν στον Αντίοχο Γ’, γιό του Σελεύκου (Πολυβ. 10, 31). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Υπερβατάς. Ήταν στρατηγός της Αχαϊκής Συμπολιτείας, όταν το 226 π.Χ. ο βασιλιάς της Σπάρτης Κλεομένης με στρατό εισέβαλε στην Αχαΐα. Ο Υπερβατάς επικεφαλής του στρατού της Συμπολιτείας αντιμετώπισε τους εισβολείς στη μάχη της Δύμης, αλλά νικήθηκε (Πλουτ. “Κλεομ.”, 14). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Από το Θέμα του ουσ. υπέρβασ-ις (= παράβαση, αδικία, υπερηφάνεια). Θεμ. υπερβασ- + -ας καταλ. > ΥπερΒάσας κυρ. ον. (= ο παραβάτης, ο άδικος, ο υπερήφανος). Στη Δωρική και Αιολική διάλεκτο το σ τρέπεται σε τ, όπως τήμερον αντί σήμερον (Λίντελ-Σκοτ)> Υπερβατάς κυρ. ον. 

Φ 

Ι. Φαγρήσιος. Καταγόταν από την Ελευθερούπολη Καβάλας και έζησε μεταξύ του 4ου και 3ου αι. π.Χ. Είναι γνωστός από μια επιτάφια στήλη, που βρέθηκε στην Ελευθερούπολη (S.E.G. νοl. 48, επιγρ. 797). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Φαγρίς. Καταγόταν από τις Θεσπιές της Βοιωτίας και έζησε τον 3ο αι. π.Χ. 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Πιθανόν από το θέμα φαγρ- του ουσ. ο φάγρος ή φαγρίον ή φαγγρίον ( είδος ψαριού) και την κατάληξη -ήσιος> Φανρήσιος Κυρ. ον. 

Ι. Φανίς. Το όνομα είναι γνωστό από μια επιτάφια επιγραφή του 4ου – 3ου π.Χ. αι., που βρέθηκε στην Μακεδονική πόλη της Αμφίπολης (S.E.G. νοl.47, 1997,επιγρ. 879). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Φανίας. Ήταν Αθηναίος και έζησε το πρώτο μισό του 4ου αι. π.Χ. Κατά τα έτη 390-387 π.Χ. ήταν ένας από τους τέσσερες αρχηγούς του Αθηναϊκού στόλου, ο οποίος καταδίωξε τα πλοία των Λακεδαιμονίων, που βρισκόταν στην Περκωτή του Ελλησπόντου (Ξενοφώντα Ελληνικά Ε• 1, 26). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το θέμα του κυρ. ονομ. αρσεν. γένους Φαν-ίας και την 

υποκοριστική κατάληξη -ίς Φανίς κυρ. ον. ( η μικρή Φανίς, η χάίδεμένη Φανίς). 

Ι. Φανόλαος. Καταγόταν από την αρχαία Πέλλα της Μακεδονίας Και έζησε μεταξύ του 4ου αι. και 2ου αι. π.Χ. Υπήρξε αγγειοπλάστης και ανήκε στην ομάδα Παρμενίσκου. Έγινε γνωστός από αποτυπώματα του ονόματός του σε αμφορείς, που ανακαλύφθηκαν στις ανασκαφές του 1980-87 στην Πέλλα (Ι.Μ. Ακαμάτης: Ενσφραγ. λαβές αμφορ. Πέλλας). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Φανόλεως. Καταγόταν από την Ερέτρια της Εύβοιας και έζησε τον 4ο αι. π.Χ. 2) Φανόλεως. Καταγόταν από το νησί Κέω και έζησε τον 4ο -3ο αι. π.Χ. 3) Φανόλεως. Καταγόταν από το νησί Θάσο και έζησε τον 6ο -5ο π.Χ. αι. 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το θέμα του επιθέτου ο φανό-ς ( φωτεινός, λαμπρός, χαροπός) και το ουσ. λαός με ανέβασμα του τόνου > Φανόλαος κυρ. ον. (= ο φωτεινός, ο λαμπρός, ο χαροπός λαός). 

Χ 

Ι. Χαιρήμων. Καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη και ήταν πατέρας του Προίτου. Είναι γνωστός από μια αφιερωματική επιγραφή του γιου του Προίτου προς τους θεούς Σάραπη και Ισιδα, που ανήκει στους Ελληνιστικούς χρόνους. Η επιγραφή βρίσκεται στο Μουσείο της Θήβας, διότι βρέθηκε στη Θήβα (S.E.G. νοl. 7, Ρε. 2, επιγρ. 2482). 

ΙΙ. Άλλα Πρόσωπα Ελλήνων: 1) Χαιρήμων. Καταγόταν από τη Σικυώνα, αρχαία πόλη της Πελοποννήσου και ήταν πατέρας του Χαιρέα. 0 Χαιρέας Πήρε μέρος νεαρός στους 

Ολυμπιακούς αγώνες της Ήλιδας στο αγώνισμα παίδων της πυγμαχίας. Πήρε την Πρώτη νίκη και στήθηκε στην Ολυμπία ανδριάντας του Χαιρέα (Παυσανία, Ηλειακά Β, κεφ. 3). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το Θέμα χαιρη- του Μέλλοντα χαιρή-σω και την παραγωγική κατάληξη -μων> Χαιρήμων κυρ. ον. ( αυτός που έχει την ικανότητα, την κλίση να χαίρεται, χαρούμενος). 

Ι. Χαιρικλής. Ήταν γιος του Ευφραίου και καταγόταν από την Όλυνθο της Χαλκιδικής. Έζησε στα μέσα του 4ου αι. π.Χ. και είναι γνωστός από μια μαρμάρινη στήλη, στην οποία αναγράφεται μια πράξη πώλησης, κατά την οποία ο Χαιρικλής παρέστει ως μάρτυρας (S.E.G. νοl. 39, επιγρ. 617). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Χαρικλής. Ήταν Αθηναίος πολιτικός και στρατηγός και διατέλεσε βουλευτής την εποχή των Τριάκοντα τυράννων (Ισοκράτους Περί του Ζεύγους 41- 

42). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Πρώτο συνθετικό το Θέμα χαιρ- του ρήμ. χαίρω (= χαίρομαι) και δεύτερο συνθετικό το Θέμα κλεεσ- του ουσ. το κλέος (= δόξα, φήμη). Το Θέμα χαιρ.- μετασχηματίζεται σε χαιρι- ενώ το Θέμα κλεεσ- εκτείνει το δεύτερο ε σε η και γίνεται κλεησ-. 

Σύνθεση: χαιρι- + κλέης (χωρίς κατάληξη) και με συναίρεση των ε + η = η Χαιρικλής κυρ. ον. (= αυτός που χαίρεται από τη δόξα). 

Ι. Χαιρίων. Ήταν Πατέρας του Δημοκρίτου και καταγόταν από την αρχαία Πέλλα της Μακεδονίας. Έζησε τον 3ο αι. π.Χ. και είναι γνωστός από μια επιτάφια επιγραφή σε μαρμάρινη στήλη που βρέθηκε στην Πέλλα (S.E.G. νοl. 24, επιγρ. 550). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Χαιρίων. Ήταν Πατέρας κάποιου αγνώστου βουλευτή της Αιαντίδος φυλής, του δήμου Φαληρέων των Αθηνών. •Έζησε στα μέσα του 4ου αι. π.Χ. και είναι γνωστός από μια επιγραφή Αττική, που είναι ένας Κατάλογος των βουλευτών της Αιαντίδας φυλής του δήμου Φαληρέων. Το όνομα του βουλευτή έχει φθαρεί από το χρόνο (S.E.G. νοl. 23, επιγρ. 86). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Το κύριο αυτό όνομα είναι πατρωνυμικό. Παράγεται από το Θέμα του κυρίου ονόματος Χαίρ-ων και την πατρωνυμική κατάληξη -ίων > Χαιρίων κυρ. ον. ( Ο γιός, Ο απόγονος του Χαίροντος). 

Ι. Χάλκας. Ήταν Μακεδών αξιωματικός, τον οποίο περίμεναν οι κάτοικοι της Κυζίκου, πόλεως ελληνικής στα Μικρασιατικά παράλια της Προποντίδος, να φέρει ενισχύσεις ως βοήθεια, την οποία ζήτησαν οι Κυζικηνοί, διότι είχαν απειληθεί από τους Πέρσες του Δαρείου. Τότε ο Μέμνων ο Ρόδιος αξιωματικός του Δαρείου μεταμφίεσε τους στρατιώτες του ως Μακεδόνες και εξαπατώντας τους Κυζικηνούς κυρίευσε την Πόλη τους, κατά τον Πολύαινο (Στρατηγήμ. Περικλ. 28). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Χαλκούς. Ήταν Αθηναίος και έζησε τον 4ο αι. π.Χ. Υπήρξε κλέφτης, κατά τον Πλούταρ. (Δημοσθ. 11). 2) Χάλκων. Ήταν Πατέρας του ομηρικού ήρωα Βαθυκλέους. Καταγόταν από τη Φθία και απολάμβανε ανάμεσα στους Μυρμιδόνες του πλούτη και ευτυχία, κατά τον Όμηρο (Ιλιάς, Π 594). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Από το ουσιαστικό η χαλκάς (= το χρυσάνθεμο) με ανέβασμα του τόνου > Χάλκας κυρ. ον. (= ο όμορφος σαν χρυσάνθεμο). 

Ι. Χαιρεφάνης. Ήταν γιός του Αρτεμιδώρου και καταγόταν από τη Βέροια της Μακεδονίας. Έζησε κατά τις αρχές του 2ου αι. π.Χ. Τα ονόματα είναι γνωστά από επιγραφή που βρέθηκε στη Βέροια και παραμένει στο Μουσείο της πόλεως, σύμφωνα με την αριθμ. 157 επιγρ. του βιβ. ‘Επιγρ. κάτω Μακεδ. τ. Α•, Επιγρ. Βερ. 1998. 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Χαιρεφάνης. Το όνομά του είναι γνωστό από μια επιγραφή, η οποία είναι μια μαρμάρινη στήλη, όπου καταγράφονται τα ονόματα σαράντα δύο Αθηναίων πολεμιστών, οι οποίοι έπεσαν μαχόμενοι στις μάχες της Σικελίας της Ιταλίας, κατά την εκστρατεία του 41 5-414 π.Χ. •Ένας από αυτούς τους νεκρούς ήταν και ο Χαιρεφάνης, κατά τον Ε. Μαστροκώστα (Αρχ. Εφημ. 1955 σελ. 180). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Πρώτο συνθετικό το Θέμα της μετοχής χαίρ-ων του ρήμ. χαίρω ( είμαι χαρούμενος, ευφραίνομαι) μετασχηματισμένο με ένα ε σ-το τέλος: χαιρε- και δεύτερο συνθετικό το Θέμα του β’ αορίστου του ρημ. φαίνομαι (= φανερώνομαι) ε-φάν-ην + -ης καταλ. και ανέβασμα του τόνου > Χαιρεφάνης κυρ. ον. (= αυτός που φαίνεται χαρούμενος). 

Ω 

Ι. Ωρωπός. Ήταν γιός του Μακεδόνος. Ο Μακεδών ήταν γιός του Λυκάονος, βασιλιά της 

Ημαθίας, κατά τους Στεφ. Βυζάντιο (Εθν. Ονομ.) και Αιλιανό (Περί ζώων ιδιότητας βιβ. 10, 48 ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Ωρωπιάδης. Ήταν πατέρας του Αριστοδάμαντος και καταγόταν από την Ερέτρια της Εύβοιας, σύμφωνα με μια επιγραφή της Ερέτριας. 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Από το Θέμα του ουσιασ. η ώρ-ο (η φροντίδα) + το ουσιασ. οπός (= γαλακτώδης χυμός που παίρνει Κανείς Κεντώντας το φυτό) με έκταση του αρχικού -ο σε -ω τοι. ουσιασ. οπός> Ωρωπός κυρ. ον. ( αυτός που έχει τη φροντίδα της συγκομιδής του χυμοι. φυτών). Και από το Ωρωπός + -ιάδης πατρωνυμική κατάληξη > Ωρωπιάδης Κυρ. ον πατρωνυμικό. 

Ι. Ωφελίων. Ήταν πατέρας του Νεικάνδρου και καταγόταν από την Εορδαία της Μακεδονίας, όπως αναφέρει η επιγραφή που βρέθηκε στην αρχαία Ηράκλεια της Λυγκηστίδας (S.E.G. νοl. 1, επιγρ. 292). 

ΙΙ. Άλλα πρόσωπα Ελλήνων: 1) Ωφελίων. Ήταν πατέρας του Μελίτωνος και καταγόταν από τα Επτάνησα. Έζησε τον 2ο αι. π.Χ. Είναι γνωστός από μια επιτάφια επιγραφή των Ιονίων νήσων (S.E.G. νοl. 23, επιγρ. 373). 

ΙΙΙ. Ετυμολ. Παράγεται από το Κύριο όνομα Ώφελος και την πατρωνυμική καταλ. – ίων > Ωφελίων κυρ. ον. ( ο γιός, ο απόγονος του Ωφέλου). 

Πηγή: Το καταπληκτικό βιβλίο* του Αθανασίου Χρ. Σακαλή «Η Ελληνική Ταυτότητα των Αρχαίων Μακεδόνων (ετυμολογική προσέγγιση 1044 ονομάτων) από τις εκδ. Αντ. Σταμούλη. 

 
*Τα παραπάνω είναι ελάχιστο δείγμα από τις 1044 προσεγγίσεις του Κου Σακαλή. 

 
Σημείωση: Ζητούμαι συγνώμη για τυχόν λάθη κατά την μεταγραφή – μεταφορά του κειμένου σε ηλεκτρονική μορφή, Ούτως ή άλλως, πρόθεσή μας είναι να σας παροτρύνουμε να διαβάσετε το καταπληκτικό βιβλίο.