Ο Θέσπης ήταν τραγικός ποιητής του 6ου π.Χ. αιώνα απ’ τον αττικό δήμο Ικαρία (σημερινός Διόνυσος).
Λένε πως η Ικαρία έγινε πατρίδα του από σύγχυση με τ’ όνομα του Ικάριου του αμπελοκαλλιεργητή που όπως λέει ο μύθος πρωτοδέχτηκε τον Διόνυσο στην Αττική.
Ο Θέσπης ήταν ο πρώτος που παρουσίασε τραγωδία στα Μεγάλα Διονύσια (μεταξύ του 536 και 532 π.Χ.). Το σίγουρο αυτό στοιχείο δείχνει ότι μια τέτοιου είδους παράσταση είχε γίνει με τις προσπάθειες του Πεισιστράτου σαν μέρος των κρατικών πνευματικών εκδηλώσεων
 (1) στην Αθήνα.  Λένε δε, ότι το έπαθλο που του δόθηκε ήταν ένας τράγος, άρα αρχικά η λέξητραγωδία σήμαινε «τραγούδι για τον τράγο».

Στις φάσεις που προηγήθηκαν αυτών των
παραστάσεων τραγωδιών, ανήκε και το Άρμα Θέσπιδος*, επινόηση του πρώτου ηθοποιού κι εισαγωγή του προλόγου και του διαλογικού στίχου.
Σύμφωνα με πληροφορίες που συλλέγουμε απ’ τον Διοσκορίδη, τον Πλούταρχο, τον Κλήμη, τον Ευάνθιο κι ακόμ’ απ’ τον Αθήναιο, τον Διογένη τον Λαέρτιο και τη Σούδα, πρέπει να θεωρήσουμε ότι ο Θέσπις υπήρξε ο πατέρας της τραγωδίας και πιο συγκεκριμένα :
1) Ανακάλυψε το τραγικό είδος και δημιούργησε το τραγικό άσμα.
2) Επινόησε πρώτος τους σατύρους.
3) Χορογράφησε ο ίδιος τα έργα του.
4) Καθιέρωσε τον Πρώτο Υποκριτή.
5) Έβαψε το πρόσωπό του με φυσικές χρωστικές ουσίες και μετά έφτιαξε Προσωπεία από πανί, δηλαδή υφασματένιες μάσκες.
6) Πρόσθεσε στα διθυραμβικά τραγούδια τον πρόλογο και τις ρήσεις, δηλαδή τα πρώτα ομιλητικά μέρη.
Τη θεατρική του σταδιοδρομία την άρχισε πριν απ’ το 600 π.Χ.
Ο Σόλων, γέρος πια, τον κατηγόρησε ότι η θεατρική του τέχνη βασίζεται στο ψέμα. Έτσι τουλάχιστον μας λεει ο Πλούταρχος.
Αν και ο Αριστοτέλης δεν τον αναφέρει καθόλου ούτε κι οι παλιότεροι συγγραφείς, όμως ο Αριστοφάνης στο τελευταίο επεισόδιο στους Σφήκες τον αναφέρει ως εκπρόσωπο της παλιάς τραγικής τέχνης.
Τίτλοι και αποσπάσματα απ’ τα έργα του Θέσπη φτάσαν σε μας, αλλά σίγουρα όχι γνήσια. Κατά τη Σούδα είναι: Άθλα Πελίου ή Φορβάς, Ιερείς, Ήμίθεοι, Πενθεύς. Για το πόσο σημαντικός ήταν ο Θέσπης μπορεί να το καταλάβει κανείς από το γεγεονός ότι κατά τον 4ο π.Χ. αιώνα κυκλοφορούσαν με τ’ όνομά του νόθα έργα.
(1) Οταν σε όλη του την ιστορία το ανθρώπινο είδος με διάφορες μεθόδους, μαγικού χαρακτήρα στους προϊστορικούς και πρώιμους ιστορικούς χρόνους, προσπαθούσε να εξαγνισθεί με πολλών ειδών καθαρμούς και ενώ κάποιοι άλλοι λαοί επινόησαν τον  αποδιοπομπαίο τράγο**,  οι Ελληνες επινόησαν  για κάθαρση την τραγωδία:
Ο Αριστοτέλης, στην Ποιητική του, καθορίζοντας τα ιδεώδη χαρακτηριστικά της τραγωδίας, δίνει τον εξής ορισμό:
 «Τραγωδία ουν εστίν μίμησις πράξεως
σπουδαίας και τελείας, μέγεθος εχούσης, ηδυσμένω λόγω χωρίς εκάστω των ειδών εν τοις μορίοις, δρώντων και ου δι’ απαγγελίας, δι’ ελέου και φόβου περαίνουσα, την των τοιούτων παθημάτωνκάθαρσιν».
Η τραγωδία είναι μίμηση, ελεύθερη αναπαράσταση μίας αξιόλογης πράξης, η οποία έχει αρχή, μέση και τέλος και χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη μελωδίας. Όλα όμως αυτά τα στοιχεία δεν είναι τυχαία και ανομοιόμορφα διασκορπισμένα, αλλά ακολουθούν μία συγκεκριμένη αλληλουχία. Κυρίαρχο γνώρισμα είναι η δράση, δηλαδή δεν περιορίζεται στην απλή απαγγελία αλλά προχωρά στην μίμηση των ηρώων. Μέσα από τις καταστάσεις του ελέου και του φόβου, επέρχεται η κάθαρση, μία έννοια πολυσύνθετη και πολυδιάστατη. Σύμφωνα με την ευρύτερα παραδεκτή άποψη, η κάθαρση είναι η λύτρωση, η ψυχική ανακούφιση στην οποία φτάνουν οι θεατές με το να συμπάσχουν, να ταυτίζονται και να αγωνιούν για την τύχη των ηρώων.
*Ο Θέσπις ήταν ο πρώτος από τους χορευτές του Διθυράμβου που βγήκε από τον κύκλο του χορού και αποκρίθηκε στους χορευτές. Έτσι είχαμε την αρχή ενός διαλόγου και την μετάβαση από την αφήγηση στην δράση. Ο Θέσπις κατασκεύασε ένα άρμα και μαζί με τους «χορευτές» του περιόδευσε σ’ όλη την Αττική παίζοντας τα Δράματα που ίδιος έγραφε.
**Ο παροιμιώδης όρος αποδιοπομπαίος τράγος κατάγεται από μια τελετουργία που περιγράφεται στην Παλαιά Διαθήκη, το Γιομ Κιπούρ, την Ημέρα της Εξιλέωσης. Δύο τράγοι παραδίδονται από την κοινότητα στον ιερέα ως θυσία εξαγνισμού. Ο ιερέας ρίχνει κλήρους για τους δύο τράγους στο ιερό προορίζοντας τον ένα για τον Γιαχβέ και τον άλλο για τον Αζαζέλ. Εκείνος του Γιαχβέ θυσιάζεται με τον κανονικό τρόπο, ο άλλος του Αζαζέλ στήνεται ζωντανός μπροστά στο ναό και ο ιερέας ακουμπάει τα δύο του χέρια στο κεφάλι του τράγου και εξομολογείται τις αμαρτίες του Ισραήλ. Μετά ο τράγος παραδίδεται σε έναν άνθρωπο που τον πηγαίνει στην έρημο -μακριά από τους εύφορους αγρούς, τα έργα των ανθρώπων..

Νίκος Σάμιος –pyrron.blogspot.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *