Στην πεδιάδα της Μαντινείας, στην Αρκαδία, διεξήχθησαν κατά την αρχαιότητα δύο σημαντικές μάχες. Στην πρώτη Μάχη της Μαντινείας, το 418 π.Χ. πολέμησαν οι Σπαρτιάτες και οι Αρκάδες σύμμαχοί τους εναντίον των Αργείων, που είχαν συμμάχους τους Μαντινείς και τους Αθηναίους.
Η τελική έκβαση της μάχης υπέρ της
Σπάρτης είχε διπλή σημασία.
 Πρώτον, ενίσχυσε το κύρος της Σπάρτης στον πελοποννησιακό κόσμο και, δεύτερον, αποτέλεσε προανάκρουσμα για την δεύτερη φάση του Πελοποννησιακού Πολέμου.
Συγκεκριμένα, με τη Νικίειο Ειρήνη που είχαν υπογράψει η Αθήνα και η Σπάρτη πριν από 3 χρόνια, για να πάρει τέλος ο Πελοποννησιακός Πόλεμος, είχε συμφωνηθεί, μεταξύ άλλων, οι δύο πόλεις να είναι στο εξής σύμμαχοι και να μην προβαίνουν σε εχθρικές ενέργειες η μία εναντίον της άλλης.
 Η συμμετοχή όμως της Αθήνας στο πλευρό των Αργείων και των Μαντινέων σήμαινε παραβίαση της συνθήκης ειρήνης από πλευράς της.

Η δεύτερη Μάχη της Μαντινείας δόθηκε το 362 π.Χ..Σε αυτή θα αναφερθούμε τώρα .Μετά τη Μάχη των Λεύκτρων (371 π.Χ.), η κυριαρχία της Θήβας στον ελλαδικό χώρο ήταν αναμφισβήτητη. Αθήνα και Σπάρτη βρίσκονταν σε προφανή παρακμή.

Οι Θηβαίοι, με επικεφαλής του στρατηγούς Πελοπίδα και Επαμεινώνδα, είχαν δημιουργήσει στην Πελοπόννησο το Κοινό των Αρκάδων, με φιλικές προς αυτούς πόλεις. Η Σπάρτη προσπάθησε να το διασπάσει, προσεταιριζόμενη κάποιες από αυτές τις πόλεις, προκειμένου να ανακτήσει τον βαρύνοντα ρόλο της στη Πελοπόννησο. Τα κατάφερε με τη Μαντίνεια, αλλά αυτή η εξέλιξη δυσαρέστησε τον Επαμεινώνδα, που πέρασε για τέταρτη φορά τον Ισθμό για να βάλει τάξη στην ηγεμονία της Θήβας.

Επιτέθηκε με τον στρατό του αιφνιδιαστικά στη Σπάρτη, αλλά ο Αγησίλαος Β’ απέκρουσε την επίθεση με επιτυχία (Ιούνιος 362 π.Χ). Ο Επαμεινώνδας υποχώρησε στο Αρκαδικό οροπέδιο κοντά στη Μαντίνεια (13 χλμ. βόρεια της Τρίπολης), όπου στρατοπέδευσε για να αναμετρηθεί με τους αντιπάλους του. Η κρίσιμη μάχη για την πρωτοκαθεδρία του ελλαδικού χώρου δόθηκε στις 4 Ιουλίου του 362 π.Χ. (κατ’ άλλους στις 27 Ιουνίου).

Το πεδίο της μάχης τοποθετείται στο πιo στενό τμήμα του οροπεδίου της Τρίπολης, 6.5 χιλιόμετρα νότια της Μαντινείας ανάμεσα στα βουνά Μύτικας, πρόβολο του Μαινάλου Όρους και Καπνίστρα, αντέρεισμα του Παρθενίου Όρους.

Από τη μία πλευρά παρατάχθηκαν οι Σπαρτιάτες με τους συμμάχους τους (Αθηναίους, Ηλείους, Αχαιούς, Φλειασίους και Μαντινείς), υπό τον Αγησίλαο Β’. Οι δυνάμεις τους ανέρχονταν σε 20.000 πεζούς και 2.000 ιππείς. Από την άλλη πλευρά, οι Θηβαίοι με τους συμμάχους τους (Ευβοείς, Λοκρούς, Μαλιείς, Αινιάνες, Θεσσαλούς, Αρκάδες, Αργείους και Μεσσηνίους), παρέταξαν ένα στρατό αποτελούμενο από 30.000 πεζούς και 3.000 ιππείς.

Χρησιμοποιώντας μια βελτιωμένη εκδοχή της λοξής φάλαγγας (διαγώνια παράταξη των οπλιτών με ενίσχυση εις βάθος του ενός άκρου), που είχε πρωτοπαρουσιάσει στα Λεύκτρα ο Επαμεινώνδας, επιτέθηκε στους αντιπάλους και κατόρθωσε να τους απωθήσει, αποκτώντας την πρωτοβουλία των κινήσεων στη μάχη. Κι ενώ η νίκη φαινόταν να κλείνει προς την πλευρά των Θηβαίων, ο Επαμεινώνδας, που πολεμούσε στην πρώτη γραμμή, πληγώθηκε και άφησε την τελευταία του πνοή επί του πεδίου της μάχης.

Ο θάνατος του αρχηγού τους προκάλεσε σύγχυση στους Θηβαίους, με αποτέλεσμα η μάχη να λήξει χωρίς νικητή. Τυπικά, νικητές ήταν οι Θηβαίοι, επειδή πρώτοι οι Λακεδαιμόνιοι έκαναν αίτηση ανακωχής για την ταφή των νεκρών, έπειτα από πολλούς δισταγμούς. Σύμφωνα με τις ελληνικές αντιλήψεις, αίτηση ανακωχής σήμαινε και αναγνώριση ήττας. Ανάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο Αθηναίος ιππέας Γρύλλος, γιος του σπουδαίου ιστορικού Ξενοφώντα, ο οποίος εισφέρει πολλές πληροφορίες για τη μάχη, στο έργο του Ελληνικά.

Η Μάχη της Μαντινείας με την τροπή που πήρε σήμανε το τέλος της Θηβαϊκής Ηγεμονίας. Κατέδειξε, ακόμη, ότι όλες οι μεγάλες δυνάμεις του ελλαδικού χώρου είχαν παρακμάσει οριστικά, με αποτέλεσμα να ανοίξει ο δρόμος για την επικράτηση των Μακεδόνων του Φιλίππου Β’.
sansimera.gr