ΚΟΝΤΑ ΣΕ ΘΑΛΑΣΣΙΟ ΧΩΡΟ ΠΛΗΣΙΟΝ ΤΟΥ  ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΟΥ ΤΗΣ ΛΑΡΝΑΚΑΣ


Με τις ανασκαφές εκτίθενται μέχρι σήμερα άγνωστες πλευρές της πόλης που χρονολογείται από τον 14ο – 12ο αι.π.Χ.  Το μέγεθος αυτής της πόλης υπολογίζεται μεταξύ 25 και 50 εκταρίων. Μόνο ένα μικρό τμήμα της πόλης, η ιστορία της οποίας ανάγεται στον 16ο π.Χ. αιώνα, μέχρι στιγμής

έχει ανασκαφεί. Στις αρχές του 12ου αιώνα π.Χ. η πόλη καταστράφηκε και εγκαταλείφθηκε, και ποτέ δεν κατοικήθηκε ξανά.




 Η ανακάλυψη του ενός τετάρτου της πόλης κατέστη δυνατή με τη χρήση ενός εξελιγμένου Υπεδάφειου μηχανήματος μια συσκευή ραντάρ το 2010 και το 2012, ως μέρος ενός προγράμματος συνεργασίας μεταξύ του Πανεπιστημίου του Γκέτεμποργκ (Καθ. Peter M. Fischer) και το Πανεπιστήμιο της Βιέννης (Dr Immo Trinks). Ένα γεωραντάρ μπορεί να παράγει «X-ray εικόνες» του εδάφους έως 2m κάτω από την επιφάνεια. Το 2013 ανασκαφές, οι οποίες εκτείνονται σε εμβαδόν  200 τετραγωνικών μέτρων της πόλης, επιβεβαίωσε την ερμηνεία της έρευνας ραντάρ.

Η ομάδα ανακάλυψε μια μονάδα παραγωγής χαλκού, ποσότητα  μεταλλεύματος χαλκού και εκατοντάδες κιλά σκωρίας χαλκού.


 Πολυάριθμες tuyeres (σωλήνες αργίλου –πήλινοι φυσητήρες), τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για να προωθείται  αέρας μέσα στον κλίβανο, ώστε να αυξήσει τη θερμοκρασία του και του μεταλλεύματος του χαλκού  ώστε να απομονωθεί ο χαλκός.και εν συνεχεία  την εκχύλιση του, βρέθηκαν επίσης στον χώρο . 

Αεροφωτογραφία του χώρου  ανασκαφής  το 2012



Το μετάλλευμα του  χαλκού και πλούσια ποσότητα σε σκωρία φυλάχθηκε σε βαθύς  λάκκους προτού τοποθετηθεί στον φούρνο. Κατά το σκάψιμο αυτών των λάκκων  κατά την αρχαιότητα ένα παλιός παρακείμενος  τάφος κατά λάθος άνοιξε και εν μέρει είχαν αδειάσει από τα υλικά αυτά και βρέθηκε μαζί με το περιεχόμενό του με  τα ανθρώπινα οστά και κτερίσματα. Ωστόσο, κατά τις  ανασκαφές της ομάδας βρέθηκε υλικό που είχε παραμείνει στον τάφο, όπως: κεραμικά αγγεία, χάλκινα αντικείμενα και δύο κυλινδρικές σφραγίδες με εγχάρακτες σκηνές: ένα που απεικονίζει τρεις πολεμιστές, και το άλλο σχέδιο ήταν ένας πολεμιστής-κυνηγός με ένα ελάφι και ένα δέντρο. Η κεραμική από αυτόν τον τάφο δείχνει ότι ο τάφος κτίστηκε 100-200 χρόνια πριν από τον 14ο ή 13ο αιώνα και μετά ανακαλύφθηκε από τους παραγωγούς  χαλκού π.Χ.

Δίπλα από τη θέση παραγωγής χαλκού αποκαλύφθηκε οικιστικό τμήμα της πόλης με σημαντικά ευρήματα, όπως υψηλής ποιότητας μυκηναϊκή κεραμική εισηγμένη από τη Στερεά Ελλάδα αλλά και τα νησιά του Αιγαίου, γεγονός που φανερώνει τις στενές επαφές της Κύπρου με τον Μυκηναϊκό κόσμο. Επίσης βρέθηκαν και αρκετά αγγεία εισηγμένα από την ανατολική Μεσόγειο. Η τοπική «Λευκή Γραπτή Τροχήλατη του ζωγραφικού ρυθμού» (White Painted Wheel-made Pictorial Style) φανερώνει το ιδιαίτερα ψηλό επίπεδο ζωγραφικής, ειδικά στην περίπτωση ενός από τους μεγάλους κρατήρες («Ο Κρατήρας του Κερασφόρου Θεού»). Η μπροστινή του όψη κοσμείται με μια δεσπόζουσα μορφή, προφανώς κάποιου θεού, με ανασηκωμένα χέρια, που φορεί κράνος με κέρατα και μακρύ ένδυμα. Η μορφή έχει κοινά με τα χάλκινα αγαλματίδια από την Έγκωμη. Δίπλα από τον θεό κάθεται μια ανθρώπινη μορφή που τραβά έναν ταύρο από σχοινί. Η παράσταση περιλαμβάνει επίσης ψάρι και πτηνά, μεταξύ των οποίων και ένα παγώνι. Η άλλη όψη του κρατήρα φέρει σύνθετη παράσταση με γεωμετρικά μοτίβα. Η ποιότητα της κεραμικής στη θέση αλλά και τα υπόλοιπα αντικείμενα που συνδέονται με την παραγωγή χαλκού φανερώνουν ότι οι κάτοικοι εδώ είχαν πρόσβαση σε είδη πολυτελείας και πιθανόν να ανήκαν σε ψηλά κοινωνικά στρώματα.


Κοντά στη θέση παραγωγής χαλκού ανασκάφηκε δωμάτιο που περιείχε μεγάλα αγγεία γεμάτα κοχύλια Murex τα οποία χρησιμοποιούνταν ως πηγή πορφυρής βαφής. Τα κοχύλια, μαζί με άλλα αντικείμενα που σχετίζονται με την υφαντική τέχνη (σφοντύλια και υφαντικά βαρίδια), φανερώνουν ότι στη θέση αυτή κατασκευαζόταν ένα από τα ακριβότερα προϊόντα της Εποχής του Χαλκού: τα πορφυρά υφάσματα. Κάποιες δοκιμαστικές τομές που ανοίχθηκαν περίπου 50 μέτρα στα δυτικά της θέσης παραγωγής χαλκού έφεραν στο φως λιθόστρωτο δρόμο πλάτους 10 μέτρων που χωρίζει το τμήμα της πόλης που σχετίζεται με την παραγωγή χαλκού από κάποιο άλλο τμήμα. Οι πρώτες ενδείξεις από τις τομές αυτές δείχνουν ότι το υλικό από την περιοχή αυτή είναι πρωιμότερο και πιθανόν να ανήκει στον 14ο αι. π.Χ.



Ο Χάλκός χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή  εργαλείων όπλων και κοσμημάτων. Εξαγόταν στην ηπειρωτική  Ελλάδα και πιο βόρεια-δυτικά στην Ευρώπη αλλά και στην Ανατολή, την Μ.Ασία και την Αίγυπτο. Το υψηλό βιοτικό επίπεδο των Κυπρίων κατά τη διάρκεια της Εποχής του Χαλκού δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα από την παραγωγή χαλκού, αλλά και την εξαγωγή υψηλής ποιότητας κυπριακής αγγειοπλαστικής και μοβ και πορφυρών υφασμάτων. Σε αντάλλαγμα, οι Κύπριοι εισάγουν χρυσό, άργυρο, μόλυβδο, και αντικείμενα τέχνης, κυρίως από την ηπειρωτική  Ελλάδα, την Αίγυπτο και την Εγγύς Ανατολή. Υπάρχουν επίσης στοιχεία για την εισαγωγή των αποξηραμένων ψαριών από το Νείλο στην Αίγυπτο.




 Πηγή: Τμήμα Αρχαιοτήτων, της Δημοκρατίας της Κύπρου