Έξι μνημεία της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς κινδυνεύουν

Πρόσφατα (Ιούνιος 2013 – Cambodia), η Επιτροπή της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς αποφάσισε να εντάξει τα έξι μνημεία της Συρίας που περιλαμβάνονται στον κατάλογό της, στην παγκόσμια λίστα των μνημείων που βρίσκονται σε κίνδυνο. Πρόκειται για τις παλιές πόλεις
της Δαμασκού, της Μπόσρα (Bosra) και του Χαλεπίου (Aleppo), την Παλμύρα, το φρούριο Κράκ των Ιπποτών και το Καλάατ Σάλαχ ελ-Ντιν (Crac des Chevaliers and Qal at Salah El-Din) και τα αρχαία χωριά της βορείου Συρίας. Με την κίνηση της αυτή θέλησε να τονίσει την εξαιρετικά δυσχερή κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει και να σημάνει συναγερμό για τη διεθνή κοινότητα.

Στα προπαρασκευαστικά έγγραφα της απόφασης της UNESCO αναφέρεται ότι οι πληροφορίες για την καταστροφή των συριακών μνημείων είναι αποσπασματικές και ορισμένες φορές δεν μπορεί να διασταυρωθούν, αφού προέρχονται από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, καθώς και από την έκθεση των συριακών αρχών, η οποία, ωστόσο, δεν απεικονίζει αναγκαστικά την κατάσταση στην ολότητά της. Είναι προφανές πως η πραγματική αποτίμηση των καταστροφών στα μνημεία θα μπορέσει να γίνει όταν σταματήσουν οι συγκρούσεις. Το βέβαιο, ωστόσο, είναι πως για ένα μεγάλο μέρος τους οι καταστροφές αυτές θα είναι μη αντιστρέψιμες.

Η πόλη της Δαμασκού ιδρυμένη την τρίτη χιλιετία προ Χριστού αποτελεί μια από τις αρχαιότερες πόλεις της Μέσης Ανατολής. Κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους γνώρισε μεγάλη άνθιση ως βιοτεχνικό κέντρο, με ιδιαίτερη φήμη στην κατασκευή σπαθιών. Η πόλη περιλαμβάνει περίπου 125 μνημεία διαφορετικών περιόδων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το μεγάλο τζαμί των Ομεϋαδών που χτίστηκε τον 80 αιώνα πάνω στα ερείπια ενός αραμαϊκού ιερού.

Η Μπόσρα (Bosra) υπήρξε πρωτεύουσα της ρωμαϊκής επαρχίας της Αραβίας και αργότερα σημαντικός σταθμός στο δρόμο των καραβανιών προς τη Μέκκα. Εντός των τειχών της περιλαμβάνεται ένα εκπληκτικό θέατρο του 2ου αι. μ.Χ., αρκετά πρωτοχριστιανικά μνημεία, αλλά και πολυάριθμα τζαμιά.

Στο Χαλέπι (Alepo), μια από τις παλαιότερες πόλεις του κόσμου (Βέρροια είναι η ελληνική της ονομασία), υπάρχουν ευρήματα 7.000 χρόνων. Η παλιά πόλη εντάχθηκε στον κατάλογο της UNESCO το 1986 σε αναγνώριση του «σπάνιου και αυθεντικού αραβικού αρχιτεκτονικού στυλ». Σήμερα η πόλη φέρεται να έχει υποστεί σοβαρότατες ζημιές.

Ο μιναρές του Τεμένους των Ομεϋαδών (χτίστηκε τον 8ο αιώνα και ανακατασκευάστηκε μεταξύ 12ου και 14ου αιώνα), με τον οποίο είχαν στολίσει την πόλη οι Ομεϋάδες χαλίφηδες, έχει καταρρεύσει, αφού βρέθηκε επί μήνες στην καρδιά των εμπόλεμων συγκρούσεων. Πρόκειται για ένα από τα ομορφότερα μουσουλμανικά τεμένη όλου του ισλαμικού πολιτισμού, το οποίο εκτός από τη εξαιρετική του αρχιτεκτονική, αποτελεί πολύ σπουδαίο προσκυνηματικό τόπο για τους μουσουλμάνους.

Από τα σημαντικότερα μνημεία της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς θεωρείται και το Souqs, η μεσαιωνική σκεπαστή αγορά της πόλης. Από το Σεπτέμβριο του 2012 έχει καταστραφεί ή υποστεί σοβαρότατες ζημιές από πυρκαγιά. Σε κίνδυνο φαίνεται να βρίσκεται, μεταξύ άλλων και ο χιττιτικός ναός του Θεού των Θυελλών, ηλικίας 3.000 ετών, το νοσοκομείο Argonian, ένα παλιό νοσοκομείο που χρησιμοποιήθηκε ως μουσείο για την ιατρική και την επιστήμη και η ακρόπολη του Χαλεπιού.

Η Παλμύρα, κτισμένη βορειοανατολικά της Δαμασκού, υπήρξε σημαντικός σταθμός στη διαδρομή των πανάρχαιων εμπορικών καραβανιών που έρχονταν από τη Βαβυλωνία. Στην καρδιά της συριακής ερήμου στέκονταν μέχρι σήμερα τα καλοδιατηρημένα ερείπια της αρχαίας μυθικής πόλης των Φοινίκων, η ιστορία της οποίας είναι ταυτισμένη με τη βασίλισσα Ζηνοβία. Οι μνημειακές μαρτυρίες της πόλης (ο Ναός του Ηλίου, επιτάφιοι πύργοι τριών έως πέντε ορόφων, θέατρα, αγορά, κατοικίες, ανάκτορα) παρουσιάζουν αραμαϊκές, σημιτικές, ελληνικές και ρωμαϊκές επιρροές. Αντανακλώντας την πολυφυλετική φυσιογνωμία της Παλμύρας, αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα συνδυασμού ελληνορωμαϊκής τέχνης, τοπικής αρχιτεκτονικής και περσικών επιδράσεων.

Πρόσφατα η UNESCO ανακοίνωσε πως μεγάλες ζημιές έχουν προκληθεί και στο φρούριο Κρακ των Ιπποτών. Χτισμένο τον 12ο αιώνα από τους σταυροφόρους που πολεμούσαν τον Σαλαντίν πάνω σε έναν λόφο κοντά στην πεδιάδα Χομς, κατά μήκος του μοναδικού δρόμου από την Αντιόχεια προς τη Βηρυτό και τη Μεσόγειο. Οι δυο οχυρώσεις που συναποτελούν το φρούριο αποτελούν εξαίρετο δείγμα της στρατιωτικής αρχιτεκτονικής στην περιοχή, όπως αυτή αναπτύχθηκε κατά τις Σταυροφορίες ανάμεσα στον 11ο και τον 13ο αιώνα.

Στη βορειοδυτική Συρία περίπου 40 χωριά (που χρονολογούνται μεταξύ 1ου και 7ου αιώνα μ.Χ.), κατανεμημένα σε έξι αρχαιολογικά πάρκα, προσφέρουν μια εξαίρετη μαρτυρία της αγροτικής ζωής κατά την ύστερη Αρχαιότητα και τους βυζαντινούς χρόνους. Τα «ξεχασμένα» αυτά χωριά (ενεγράφησαν το 2011 στον κατάλογο μνημείων παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς) με το αλώβητο φυσικό τοπίο και τα κατάλοιπα οικιών, ναών, εκκλησιών, λουτρών κ.τ.λ., σήμερα αποτελούν θέρετρο ένοπλων μαχών.

Πέραν των έξι μνημείων παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς που προαναφέρθηκαν, ζημιές έχουν υποστεί ή κινδυνεύουν να υποστούν και πολλά άλλα από τα περίπου 10.000 μνημεία που βρίσκονται διάσπαρτα στην επικράτεια της χώρας. Ανάμεσα στους αρχαιολογικούς χώρους που υπέστησαν καταστροφές αναφέρονται μερικά από τα εντυπωσιακότερα κάστρα που διαθέτει η χώρα [Al-Madiq (Απάμεια), Shezar (Hama), Al-Rahba (Mayadin)], αρκετές εκκλησίες και η Αγορά της Choms, παλαιά μουσουλμανικά τεμένη στη Daraa, ο ασσυριακός ναός στο Tell Sheikh Hamad (δυτική Συρία), πολλά βυζαντινά μοναστήρια, όπως της Παναγίας της Σεντνάγια (το οποίο κατά την παράδοση είχε ιδρύσει ο Ιουστινιανός) κ.ά.

Από την αρχή των συγκρούσεων στη Συρία, η εξαιρετική μνημειακή κληρονομιά της χώρας αποτέλεσε θύμα όχι μόνο των μαχών και των καταστροφών, αλλά και οργανωμένων κλοπών και παράνομων ανασκαφών που προοδευτικά αυξάνονται. Δεκαοκτώ μωσαϊκά που αναπαριστούν την Οδύσσεια εκλάπησαν στη βορειοανατολική Συρία, έπειτα από παράνομες ανασκαφές. Ένα αραμαϊκό επιχρυσωμένο άγαλμα 2.700 ετών εκλάπη από το μουσείο της Chama (κεντρική Συρία). Λεηλασίες έχουν αναφερθεί για αφύλακτα μνημεία της αρχαίας πόλης της Παλμύρας. Παράνομες ανασκαφές έχουν αναφερθεί και για τον οικισμό της Εποχής του Χαλκού στην Ebla (Tell Mardikh). Λεηλασίες ψηφιδωτών και κιονοκράνων και παρελάσεις τανκς σε ρωμαϊκές στοές αναφέρονται και στην ακρόπολη της Απαμείας.

Ο εμφύλιος πόλεμος στη Συρία, ένας από τους στυγερότερους των τελευταίων χρόνων, έχει προκαλέσει μέχρι σήμερα το θάνατο πάνω από 100.000 ανθρώπων – στην πλειονότητά τους άμαχων – και έχει δημιουργήσει μια από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές κρίσεις των τελευταίων 20 χρόνων, διεθνώς. Δίπλα στο ανθρώπινο δράμα οι τεράστιες καταστροφές πολιτιστικών αγαθών δεν μπορεί να θεωρηθούν απλά ως «παράπλευρες απώλειες». Σε μια από τις πολλές εκκλήσεις της UNESCO προς τις εμπόλεμες πλευρές να σεβαστούν τις διεθνείς συμβάσεις που έχει υπογράψει η χώρα και να διαφυλάξουν την πολιτιστική κληρονομιά της, η Γενική της Διευθύντρια Irina Bokova προειδοποιεί ότι «το να καταστρέφεται η κληρονομιά του παρελθόντος, το κληροδότημα των μελλοντικών γενεών, θα κλιμακώσει το μίσος και την απελπισία και θα εξασθενίσει ακόμη περισσότερο τα θεμέλια της συριακής κοινωνίας».

Το ελληνικό τμήμα του ICOMOS, επίσης, παρακολουθεί εδώ και καιρό με αγωνία τον συνεχιζόμενο εμφύλιο σπαραγμό στη Συρία και παρεμβαίνει με ανακοινώσεις και άλλες πρωτοβουλίες του, στο πλαίσιο του κατασταστικού του σκοπού για τη διάσωση και προστασία των πολιτιστικών αγαθών που βρίσκονται σε κίνδυνο σε διεθνές επίπεδο και ιδιαίτερα στην ευαίσθητη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου.

Σε συνέχεια σχετικών προτάσεων της Γενικής Διευθύντριας της UNESCO προς τη Διεθνή Κοινότητα στις οποίες ευελπιστούμε ότι θα ανταποκριθεί και η χώρα μας, εκτιμούμε πως όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν :

α) θα πρέπει να γίνει εκτίμηση της κατάστασης από διεθνή ομάδα εμπειρογνωμόνων και στη συνέχεια να καταρτιστούν «κόκκινοι» κατάλογοι με τα πλέον απειλούμενα μνημεία.

β) να παρασχεθεί τεχνογνωσία και υλική υποστήριξη στις συριακές Υπηρεσίες για την προστασία και αναστήλωση των πληγέντων μνημείων.

γ) να υπάρξει εγρήγορση από τις ελληνικές αρχές για το ενδεχόμενο παράνομης διακίνησης πολιτιστικών αγαθών από την πληγείσα χώρα, με δεδομένη τη γεωγραφικά κομβική θέση της Ελλάδος για το διεθνές κύκλωμα εμπορίας αρχαιοτήτων.