ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ
Ι.Θ. Κακριδής

Γιατί αλήθεια διδάσκουμε τα αρχαία ελληνικά στα παιδιά που θέλουμε να μορφώσουμε, σε τόσο πολλές ώρες μάλιστα; Τρεις είναι οι κύριοι λόγοι που μας υποχρεώνουν να βοηθήσουμε τα παιδιά μας να επικοινωνήσουν όσο γίνεται περισσότερο με τον αρχαίο κόσμο.
Πρώτα απ’ όλα, γιατί είμαστε κι εμείς Έλληνες. Από τον καιρό του
Ομήρου ως σήμερα έχουν περάσει κάπου δυο χιλιάδες εφτακόσια χρόνια. Στους αιώνες που κύλησαν οι Έλληνες βρεθήκαμε συχνά στο απόγειο της δόξας, άλλοτε πάλι στα χείλια μιας καταστροφής ανεπανόρθωτης∙ νικήσαμε και νικηθήκαμε αμέτρητες φορές∙ δοκιμάσαμε επιδρομές και σκλαβιές∙ αλλάξαμε θρησκεία∙ στους τελευταίους αιώνες η τεχνική επιστήμη μετασχημάτισε βασικά τη μορφή της ζωής μας∙ και όμως κρατηθήκαμε Έλληνες, με την ίδια γλώσσα‐φυσικά εξελιγμένη‐, με τα ίδια ιδανικά, τον ίδιο σε πολλά χαραχτήρα και με ένα πλήθος στοιχεία του πολιτισμού κληρονομημένα από τα προχριστιανικά χρόνια.

Στον πνευματικό τομέα κανένας λαός δεν μπορεί να προκόψει, αν αγνοεί την ιστορία του, γιατί άγνοια της ιστορίας θα πει άγνοια του ίδιου του ίδιου του εαυτού του. Είμαι Έλληνας, συνειδητός Έλληνας, αυτό θα πει, έχω αφομοιώσει μέσα μου την πνευματική ιστορία των Ελλήνων από τα μυκηναϊκά χρόνια ως σήμερα. ..
Ο δεύτερος λόγος που μας επιβάλλει να γνωρίσουμε την αρχαία πνευματική Ελλάδα είναι ότι είμαστε κι εμείς Ευρωπαίοι. Ολόκληρος ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός στηρίζεται στον αρχαίο Ελληνικό, με συνδετικό κρίκο τον ρωμαϊκό.

Με τους άλλους Ευρωπαίους μας δένει βέβαια και ο Χριστιανισμός, όσο και να μας χωρίζουν ορισμένα δόγματα. Μα και ο Χριστιανισμός έπρεπε να δουλευτεί πρώτα με την Ελληνική σκέψη, για να μπορέσει ν’ απλώσει έπειτα στον ευρωπαϊκό χώρο. Η ρίζα του πολιτισμού των Ευρωπαίων όλων είναι ο αρχαίος ελληνικός στοχασμός και η τέχνη, γι’ αυτό δεν μπορεί να τα αγνοεί κανείς, αν θέλει να αισθάνεται πως πνευματικά ανήκει στην Ευρώπη.

Μα ο κυριότερος λόγος που δεν επιτρέπεται οι νέοι μας ν’ αγνοούν την αρχαίαν Ελλάδα είναι άλλος: στην Ελλάδα για πρώτη φορά στα χρονικά του κόσμου ανακαλύφτηκε ο άνθρωπος ως αξία αυτόνομη, ο άνθρωπος που θέλει να κρατιέται ελεύθερος από κάθε λογής σκλαβιά, και υλική και πνευματική. Μέσα στους λαούς που περιβάλλουν τον ελληνικό χώρο στα παλιά εκείνα χρόνια υπάρχουν πολλοί με μεγάλο πολιτισμό, πάνω απ’ όλους οι Αιγύπτιοι και οι Πέρσες. Οι λαοί όμως αυτοί ούτε γνωρίζουν ούτε θέλουν τον ελεύθερο άνθρωπο. Το απολυταρχικό τους σύστημα επιβάλλει στα άτομα να σκύβουν αδιαμαρτύρητα το κεφάλι μπροστά στο βασιλέα και στους θρησκευτικούς αρχηγούς.

Η ελεύθερη πράξη και η ελεύθερη σκέψη είναι άγνωστα στον εξωελληνικό κόσμο. Και οι Έλληνες; Πρώτοι αυτοί, σπρωγμένοι από μια δύναμη που βγαίνει από μέσα τους και μόνο, την δεσποτεία θα την μεταλλάξουν σε δημοκρατία, και από την άβουλη, ανεύθυνη μάζα του λαού θα πλάσουν μια κοινωνία από πολίτες ελεύθερους, που καθένας τους να νιώθει τον εαυτό του υπεύθυνο και για τη δική του και για των άλλων την προκοπή. Ο στοχασμός είναι κι αυτός ελεύθερος για τα πιο τολμηρά πετάματα του νου και της φαντασίας.

Ο Έλληνας είναι ο πρώτος, που ενώ ξέρει πως δεν μπορεί ατιμώρητα να ξεπεράσει τα σύνορα του ανθρώπου και να γίνει θεός, όμως κατέχεται από μια βαθιά αισιοδοξία για τις ανθρώπινες ικανότητες και είναι γεμάτος αγάπη για τον άνθρωπο, που τον πιστεύει ικανό να περάσει τις ατέλειές του και να γίνει αυτό που πρέπει να είναι−ο τέλειος άνθρωπος. Αυτή η πίστη στον τέλειον άνθρωπο, συνδυασμένη με το βαθύ καλλιτεχνικό αίσθημα που χαρακτηρίζει την ελληνική φυλή, δίνει στον αρχαίον Έλληνα τον πόθο και την ικανότητα να πλάσει πλήθος ιδανικές μορφές σε ό,τι καταπιάνεται με το νου, με τη φαντασία και με το χέρι: στις απέριττες μορφές που σχεδιάζουν οι τεχνίτες στα αγγεία της καθημερινής χρήσης, στη μεγάλη ζωγραφική, στην πλαστική του χαλκού και του μαρμάρου, πάνω απ’ όλα στο λόγο τους, και τον πεζό και τον ποιητικό. Αυτόν τον κόσμο θέλουμε να δώσουμε στα παιδιά μας, για να μορφωθούν∙ για να καλλιεργήσουν τη σκέψη τους αναλύοντας τη σκέψη των παλιών Ελλήνων∙ για να καλλιεργήσουν το καλλιτεχνικό τους αίσθημα μελετώντας ό,τι ωραίο έπλασε το χέρι και η φαντασία των προγόνων τους∙ για να μπορέσουν κι αυτοί να νιώσουν τον εαυτό τους αισιόδοξο, ελεύθερο και υπεύθυνο για τη μοίρα του ανθρώπου πάνω στη γη∙ προπαντός για να φουντώσει μέσα τους ο πόθος για τον τέλειον άνθρωπο.

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΚΑΙ ΕΝΙΑΙΑ
Αρχιμ. Επιφανίου Θεοδωροπούλου

-Γέροντα, ένας διάσημος ξένος βυζαντινολόγος, ο Κρουμπάχερ, υποστηρίζει ότι η αρχαία ελληνική και η νέα είναι δύο διαφορετικές γλώσσες. Φέρνει μάλιστα το εξής παράδειγμα. Ο αρχαίος έλεγε: «Ενέγκατέ μοι εις τον οίκον ύδωρ, άρτον και οίνον». Ο σύγχρονος Έλληνας λέει: «Φέρτε μου στο σπίτι νερό, ψωμί και κρασί». Τί έχετε να πείτε πάνω σ’ αυτό;

-Το παράδειγμα φαίνεται εκ πρώτης όψεως εντυπωσιακό. Αλλά πρόκειται για οικοδόμημα πάνω στην άμμο. Ο μακαρίτης Βερναρδάκης, διαπρεπέστατος Ελληνιστής και καθηγητής του πανεπιστημίου, το καταρρίπτει «λίθον προς λίθον». Παίρνει τις λέξεις μία-μία και αποδεικνύει την ενότητα της γλώσσας μας.

Το «φέρτε» π.χ. που λέμε και σήμερα, απαντάται ακριβώς και στον Όμηρο. Το «ψωμί»·και αυτό είναι μία πολύ παλαιά λέξις. Είναι το αρχαίο «ψωμίον», από το οποίο προέρχεται και το ρήμα ψωμίζω.
Ενθυμείσθε και τον Απόστολο Παύλο, όπου λέγει, «εάν ψωμίσω πάντα τα υπάρχοντά μου»¹. Και στο Ευαγγέλιο κατά τον Μυστικόν Δείπνον ο Κύριος έδωσε το «ψωμίον»². … Δεν είναι, επομένως, μία άλλη γλώσσα, αφού η λέξις αυτή συναντάται και στην Καινή Διαθήκη.
Η λέξις «άρτος»· ο λαός μας σήμερα λέγει «ψωμί», αλλά λέγει και «άρτο». Λέγει «αρτοκλασία», «άγιος Άρτος», «αρτοφόριο», «αρτοποιείο», «αρτοποιός». Λοιπόν, τά ‘χουμε αυτά σήμερα στη γλώσσα μας.

Ο «οίνος»· και σήμερα ο λαός το λέγει πολλές φορές· λέγει «οινολόγος», «οινόπνευμα», «οινοποσία», «οινοπνευματώδης» κλπ. Αλλά και το «κρασί» δεν είναι τίποτε άλλο -«κεράννυμι»- από τον άκρατο οίνο, τον οποίο είχαμε παλιά, τον ανόθευτο, δηλαδή, οίνο. Αλλά σημαίνει και το «κεκραμένο», δηλαδή το κρασί, το οποίο έχει μέσα και νερό.

Και για το ύδωρ· και ο αρχαίος έλεγε το «νερό» και ο σύγχρονος λέγει το «ύδωρ». Το «νερό» το έλεγε ο αρχαίος σαν επίθετο. «Νεαρόν ύδωρ», δηλαδή φρέσκο νερό. Εμείς αφήσαμε το «ύδωρ» και κρατήσαμε το επίθετο· το «νεαρό» έγινε «νερό». Δεν είναι τίποτε άλλο, παρά το αρχαίο επίθετο «νεαρόν ύδωρ», δηλαδή φρέσκο νερό από την πηγή. Αλλά και ο σύγχρονος Έλληνας χρησιμοποιεί την λέξι «ύδωρ». Λέμε: «υδραυλικός», «υδροφόρα», «ύδρευση» και πολλές άλλες λέξεις, που έχουν ως πρώτο συνθετικό την λέξι «ύδωρ».

Πού, λοιπόν, κύριε Κρουμπάχερ, του λέγει ο Βερναρδάκης, βρίσκεις εσύ τις δύο διαφορετικές μεταξύ τους γλώσσες; Μία και ενιαία είναι η γλώσσα του Ελληνικού έθνους. Δεν υπάρχουν δύο γλώσσες, αλλά απλώς δύο μορφές, δύο τύποι, μιας και της αυτής γλώσσης.

Υπάρχει θαυμαστή πολυμορφία και πολυτυπία. Εναλλάσσονται κατά καιρούς απλούστεροι και δυσκολότεροι τύποι.
Επειδή, λοιπόν, η ενιαία γλώσσα μας έχει μεγάλο πλούτο, ας προσπαθούμε όσο το δυνατόν, να ανεβάζουμε το δικό μας μορφωτικό επίπεδο και όχι να κατεβάζουμε το επίπεδο της γλώσσης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *