Είχαν κλαπεί από δύο μονές των Σερρών από τον βουλγαρικό στρατό, στους παγκόσμιους πολέμους, και εντοπίστηκαν πρόσφατα στις ΗΠΑ.

Οι τρούλοι του καθολικού της Μονής Εικοσιφοινίσσης Σερρών, απο την οποία οι Βούλγαροι απέσπασαν εκατοντάδες κειμήλια.
Το ζήτημα της επιστροφής στην Ελλάδα των κειμηλίων που εκλάπησαν από το βουλγαρικό στρατό κατοχής στους δύο παγκόσμιους πόλεμους από τις Ιερές Μονές Τιμίου Προδρόμου και Εικοσιφοινίσσης Σερρών και παρακρατούνται, παράνομα σύμφωνα με την
ελληνική πλευρά, σε μουσεία και ιδρύματα της Σόφιας, επανέρχεται μετά τον εντοπισμό κάποιων εξ αυτών στις ΗΠΑ. Τουλάχιστον δέκα μοναδικά εκκλησιαστικά χειρόγραφα του 10ου αι., εξ αυτών που είχαν αρπαγεί κατά τη λεηλασία του μοναστηριού της Εικοσιφοινίσσης, βρέθηκαν στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον και σε βιβλιοθήκες άλλων πνευματικών ιδρυμάτων των ΗΠΑ. Το πώς έφτασαν εκεί, δεδομένου ότι αποδεδειγμένα αφαιρέθηκαν από τους Βούλγαρους κατακτητές, δεν έχει ξεκαθαριστεί.
Όπως παραμένει άγνωστο αν και άλλα από τα 900 και πλέον κειμήλια (χειρόγραφα, εκκλησιαστικά σκεύη κ.ά.) έχουν καταλήξει σε μουσεία, ιδρύματα ή και ιδιωτικές συλλογές στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Σε μια τουλάχιστον περίπτωση, το 2002, εντοπίστηκε σε οίκο δημοπρασιών του Μονάχου, ένα Συναξάρι γραμμένο από τον μοναχό Εφραίμ τον 13ο αι. και με παρέμβαση τού τότε υπουργού Πολιτισμού αποκτήθηκε (διά της αγοράς του) από το ελληνικό κράτος, προτού περάσει στην κατοχή κάποιου συλλέκτη.

Τώρα το βάρος του επαναπατρισμού των χειρογράφων από τις ΗΠΑ, επωμίζεται η Ιερά Μητρόπολη Δράμας. Οπως ανέφερε στην «Κ» ο μητροπολίτης κ. Παύλος, η μητρόπολη με τη συνδρομή γνωστών και ισχυρών Ελληνοαμερικανών κινείται ήδη για την επιστροφή των κειμηλίων, με πρώτο βήμα την ανάθεση της υπόθεσης σε δικηγορικό γραφείο της Νέας Υόρκης, που την ανέλαβε αφιλοκερδώς. «Είμαστε σε καλό δρόμο. Εκτός όμως από αυτά τα χειρόγραφα, εμείς δεν αφιστάμεθα του δικαιώματος της διεκδίκησης του συνόλου των κλαπέντων από την Εικοσιφοίνισσα και άλλα μοναστήρια της Αν. Μακεδονίας και Θράκης, κειμηλίων και περιμένουμε την στιγμή της δικαίωσης. Αφήστε που εκτός από το να μας επιστρέψουν τα κειμήλια θα έπρεπε να μας αποζημιώσουν για την πυρπόληση της μονής», πρόσθεσε ο ιεράρχης.

Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και συγκεκριμένα το 1917, ο βουλγαρικός στρατός επιδόθηκε σε λεηλασίες και μεταξύ άλλων «έγδυσε» βυζαντινά μοναστήρια και εκκλησίες, όπως η μονή Εικοσιφοινίσσης, Τιμίου Προδρόμου στις Σέρρες και άλλες στην Ξάνθη, απ’ όπου αφαίρεσε εκκλησιαστικά βιβλία, παμπάλαιες εικόνες και σκεύη, χειρόγραφα και ό,τι κρίθηκε πως έχει ιστορική και πνευματική αξία. Κάποια εξ αυτών επιστράφηκαν στη μονή Προδρόμου το 1925, όμως ο μεγάλος αριθμός -μόνο αυτά της Εικοσιφοινίσσης αριθμούν 905 κομμάτια- παρακρατήθηκαν από τους Βουλγάρους ενώ είναι άγνωστο πόσα πουλήθηκαν στη Δύση.

Η βουλγαρική πλευρά δεν παραδεχόταν στις αρχές ότι κατείχε τα κειμήλια, όμως μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο άρχισαν να κάνουν σιγά σιγά την εμφάνισή τους σε εκθέσεις μουσείων και βιβλιοθήκες ιδρυμάτων. Ελληνες επιστήμονες, ειδικοί στα θρησκευτικά κειμήλια, που ταξίδεψαν κατά καιρούς στη Βουλγαρία, ταύτισαν τα κειμήλια που είδαν εκεί με τα κλαπέντα από μοναστήρια και εκκλησίες στην Ελλάδα και έκτοτε η ελληνική πλευρά ήγειρε κατά καιρούς ζήτημα επιστροφής τους.

Η Σόφια, ωστόσο, χωρίς ιδιαίτερα σαφή επιχειρηματολογία προέβαλε αντιρρήσεις, με την Αθήνα να μην ανεβάζει το θέμα ψηλά στη διπλωματική ατζέντα, καθώς δεν επιθυμούσε να διαρραγούν οι παραδοσιακά άριστες διμερείς σχέσεις για ένα τέτοιο ζήτημα.

Οι Βούλγαροι, πάλι, στις παρασκηνιακές συζητήσεις, έδειχναν να προσμετρούν και το ενδεχόμενο πολιτικό κόστος, καθώς φοβούνταν τις αντιδράσεις εθνικιστικών κύκλων και τη δημιουργία από μερίδα των ΜΜΕ κλίματος «εθνικής μειοδοσίας» μιας και θεωρούν ότι τα κειμήλια αφαιρέθηκαν από… βουλγαρικό έδαφος (έτσι θεωρεί την Ανατολική Μακεδονία-Θράκη ο εν υπνώσει βουλγαρικός εθνικισμός) για να σωθούν. Οταν μάλιστα πριν από λίγα χρόνια, επί προεδρίας Γκιόργκι Παρβάνοφ, αποκαλύφθηκε ότι υπήρχε διάλογος με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, για την επιστροφή των κειμηλίων, μερίδα του Τύπου και της πνευματικής ελίτ ξεσήκωσε μεγάλο θόρυβο.«Το θέμα ήταν και είναι πάντα στα συνήθη προς συζήτηση θέματα μεταξύ των δύο πλευρών, ουδέποτε, όμως, τέθηκε με τη δέουσα σημασία», είπε στην «Κ» πρώην πρεσβευτής της Ελλάδας στη Σόφια.

Μερικοί, μεταξύ των οποίων και ο μητροπολίτης Δράμας, επιμένουν ότι η «μεγάλη ευκαιρία» για να πιεστεί η Βουλγαρία να επιστρέψει τον κλεμμένο θησαυρό χάθηκε κατά την περίοδο των διαπραγματεύσεων για την ένταξή της στην Ε.Ε. Μια συζήτηση, εξάλλου, να ανταλλαγούν τα κειμήλια με τον «Θούριο» του βουλγαρικού έθνους, την «Ιστορία του Παΐσιου» δηλαδή, όπως είναι γνωστό ένα χειρόγραφο που είχαν κλέψει επί Ζίβκοφ οι μυστικές υπηρεσίες της Βουλγαρίας από την Ιερά Μονή Ζωγράφου του Αγίου Ορους και επιστράφηκε το 1998 από τον πρόεδρο Πέταρ Στογιάνοφ, δεν τελεσφόρησε.