Μια νέα και φθηνότερη μέθοδος για τον έλεγχο των αρχαίων οστών προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον περιέχουν γενετικό υλικό DNA έχει περιγραφεί σε νέα διδακτορική διατριβή από συντηρητή του Αρχαιολογικού Μουσείου στο πανεπιστήμιο του Stavanger. Αυτή η προσέγγιση θα μπορούσε να ξεπεράσει το σημαντικό πρόβλημα του προσδιορισμού χρήσιμου γενετικού υλικού σε μεγάλες συλλογές προϊστορικών οστών χωρίς να καταφεύγουμε σε εκτεταμένες και δαπανηρές εργαστηριακές μελέτες.

Η Hege Ingjerd Hollund προτείνει ένα συνδυασμό τριών μεθόδων ελέγχου – μικροσκοπική εξέτασης, εξέτασης με υπεριώδη ακτινοβολία και υπέρυθρη φασματοσκοπία (μια μορφή χημικής ανάλυσης). «Δεν υπάρχει μία μοναδική λύση για τον έλεγχο των παλαιών οστών που να παράγει ασφαλές αποτέλεσμα», εξηγεί. «Πιστεύω ότι συνδυάζοντας διάφορες προσεγγίσεις θα δώσουμε καλύτερο αποτέλεσμα. Αυτές οι μέθοδοι δεν είναι μόνο γρήγορες και απλές στην
εκτέλεση, αλλά διατηρούν και το κομμάτι που έχει κοπεί ή αφαιρεθεί από το οστό», λέει. «Συνεπώς αυτό μπορεί να επαναχρησιμοποιηθεί σε άλλες αναλύσεις».

Επίπεδο διατήρησης

Οι τρεις μέθοδοι παρέχουν διαφορετικές πληροφορίες για την επιδείνωση της κατάστασης του οστού και πόσο καλά έχει διατηρηθεί. Η Hollund χρησιμοποιεί διάφορες παραμέτρους για το επίπεδο διατήρησης κατά τη μελέτη δειγμάτων των οστών. Τα αποτελέσματα κάθε ελέγχου μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εκτίμηση πιθανότητας ύπαρξης DNA.

Η προσέγγισή της παρέχει επίσης πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους που παρουσιάζονται στο οστό – εάν είναι μολυσμένο, για παράδειγμα, από οργανική ύλη του εδάφους ή από βακτηριακό DNA.

Η προτεινόμενη λύση έχει δοκιμαστεί σε ένα μεγάλο και ποικίλο φάσμα υλικών: έχει αναλύσει 425 δείγματα οστών ή δοντιών από ανθρώπους και πολλά είδη ζώων. Ο έλεγχος DNA μπορεί να έχει μια σειρά από εφαρμογές, συμπεριλαμβανομένης της παρακολούθησης του επιπέδου διατήρησης των οστών σε μουσειακές συλλογές. Αυτό θα επιτρέψει να καθορίσει κάποιος τις καλύτερες μεθόδους αποθήκευσης των οστών.

Αύξηση ποσοστών επιτυχίας

Η μέθοδος της Hollund θα μπορούσε να αυξήσει το ποσοστό επιτυχίας αναζήτησης για DNA, συμφωνεί η Anne Karin Hufthammer αναπληρώτρια καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο του Bergenκαι ειδική στα προϊστορικά οστά. «Ένας τέτοιος τρόπος διαλογής αυτών των οστών προκειμένου να διαπιστωθεί αν περιέχουν γενετικό υλικό θα είναι εξαιρετικά πολύτιμος για την αρχαιολογική κοινότητα», τονίζει.

Η Hufthammer υποστηρίζει επίσης ότι η προσέγγιση που προτείνεται από την Hollund καθιστά δυνατή την επαναχρησιμοποίηση των δειγμάτων των οστών ή των δόντια για άλλες αναλύσεις. «Ας πούμε ότι έχουμε προβεί σε ανάλυση DNA ενός προϊστορικού δοντιού και δεν καταφέρνουμε να βρούμε γενετικό υλικό. Συχνά ενδιαφερόμαστε στην εκτέλεση και άλλων ειδών ανάλυσης, αλλά αυτό δεν είναι δυνατό σήμερα».

Περίπλοκη διαδικασία

Οι αναλύσεις DNA είναι δαπανηρές και πολύπλοκες, και οι επιστήμονες ψάχνουν αρκετό καιρό για μια καλή μέθοδο διαλογής αρχαίων οστών. Το γενετικό υλικό σε τέτοια οστέινα υπολείμματα έχει συχνά επιδεινωθεί σε μεγάλο βαθμό, και η ρύπανση με τη μορφή σύγχρονου DNA από βακτήρια ή αρχαιολόγους που τα έχουν αγγίξει μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα.

Η πρόταση της Hollund είναι ευπρόσδεκτη από τον Jørgen Rosvold, ο οποίος αναλύει τα προϊστορικά ελάφια και τα οστά ταράνδων στο Snow Patch Archaeology Research Cooperation στο μουσείο επιστημών του Νορβηγικού πανεπιστημίου Επιστήμης και Τεχνολογίας (NTNU). «Αν μπορούμε να περιορίσουμε τον αριθμό των οστών που παίρνουμε ως δείγματα προκειμένου να εντοπίσουμε DNA, θα εξοικονομήσουμε χρόνο και χρήμα», επιβεβαιώνει. «Αυτό θα ήταν πολύ χρήσιμο».