Στις αρχές Σεπτεμβρίου αναμένεται να υπογραφεί το μνημόνιο μεταξύ του δήμου Πατρέων και της «Ενοποίησης Αρχαιολογικών Χώρων», για την ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων της Πάτρας. Σύμφωνα με τον δήμο, η εταιρεία «Ενοποίηση Αρχαιολογικών Χώρων Α.Ε.» θα αναλάβει τους αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς και θα τους χρηματοδοτήσει μέσα από το πράσινο ταμείο.

Με βάση την πρόταση του
δήμου Πατρέων, ο αναδειχθείς αρχαιολογικός χώρος της Βούντενης θα συνδεθεί με την ρωμαϊκή γέφυρα και το χώρο του νέου αρχαιολογικού μουσείου.

Παράλληλα θα ενοποιηθούν και αναδειχθούν και άλλοι αρχαιολογικοί χώροι, όπως το ρωμαϊκό ωδείο, ο ιππόδρομος, το φρούριο, καθώς και βυζαντινά μνημεία. Συγχρόνως θα προβληθεί η φυσιογνωμία της πόλης, μέσω στοιχείων της πρόσφατης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της πόλης, όπως διατηρητέα νεοκλασικά κτίρια, ιεροί ναοί μοναδικής αρχιτεκτονικής, καθώς και οι σκάλες που συνδέουν τα δύο επίπεδα της Πάτρας.

Όπως εκτιμά ο δήμος, η ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων της Πάτρας θα αναβαθμίσει όλο το ιστορικό κέντρο της πόλης, λειτουργώντας όχι μόνο ως άξονας πολιτιστικής αναβάθμισης, αλλά και ως πόλος τουριστικής έλξης .

Παράλληλα, θα αναβαθμιστεί η αισθητική εικόνα του κέντρου της Πάτρας και θα συνδεθεί η σύγχρονη πόλη με την ιστορία της, δημιουργώντας μια γέφυρα ανάμεσα στο χθες και το σήμερα.

Η ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων ξεκινά από το νέο αρχαιολογικό μουσείο. Πρόκειται για ένα μοντέρνο οικοδόμημα συνολικού εμβαδού 8.000 τ.μ., το οποίο κατέχει μια δεσπόζουσα θέση σε έναν ευρύτερο χώρο που γειτνιάζει με τον αρχαιολογικό χώρο της ρωμαϊκής γέφυρας του Μειλίχου και το οποίο σηματοδοτεί την είσοδο της πόλης, καθώς βρίσκεται πάνω στον άξονα της εθνικής οδού Αθηνών – Πατρών. Στο μουσείο φιλοξενούνται τα σημαντικότερα αρχαιολογικά ευρήματα της αρχαίας Πάτρας και μεταξύ αυτών περίφημα ψηφιδωτά. Παράλληλα, το μουσείο βρίσκεται ακριβώς στον άξονα που συνδέει την πόλη με τον αρχαιολογικό χώρο της Βούντενης.

Ειδικότερα, ο μυκηναϊκός οικισμός της Βούντενης αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εγκαταστάσεις της λεγόμενης περιφέρειας του μυκηναϊκού κόσμου. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των ανασκαφικών ερευνών που έγιναν, τόσο στον οικισμό, όσο και στο νεκροταφείο, η ζωή του οικισμού διήρκεσε σχεδόν πεντακόσια χρόνια δηλαδή από το 1500-έως το 1000 π.Χ. Νοτιοανατολικά του οικισμού, βρίσκεται το νεκροταφείο του μυκηναϊκού οικισμού, που καταλαμβάνει έκταση περίπου 30 στρεμμάτων και είναι οργανωμένο σε επάλληλα άνδηρα ύψους δύο έως τεσσάρων μέτρων.

Στο νεκροταφείο της Βούντενης υπάρχει μια ποικιλία σχημάτων θαλαμωτών τάφων, τα οποία δεν απηχούν μόνο την αρχιτεκτονική της εποχής, αλλά και τις ιδιαίτερες προτιμήσεις αυτών που χρησιμοποιούσαν τους τάφους, για την ταφή των νεκρών τους. Υπάρχουν θάλαμοι διαφόρων – κατά την κάτοψη και θόλωσή τους – διαστάσεων και σχημάτων, όπως κυκλικοί, τετράγωνοι, πεταλόσχημοι, τετράπλευροι με θόλο, καθώς και τάφοι με ακανόνιστη κάτοψη. Οι περισσότερες από τις ταφές ήταν κτερισμένες και οι νεκροί συνοδεύονταν από προσφιλή αντικείμενα καθημερινής χρήσης, όπως αγγεία διαφόρων τύπων, κοσμήματα, εργαλεία, όπλα και άλλα σκεύη, που ήταν χρήσιμα στη ζωή τους και θεωρούσαν ότι ήταν αναγκαία στο μεταθανάτιο ταξίδι τους.

Η μελέτη των αντικειμένων αυτών αποκάλυψε στοιχεία που υποδηλώνουν των πλούτο και την ευημερία των κατοίκων της μυκηναϊκής εγκατάστασης, τις εμπορικές και πολιτιστικές επαφές με άλλες περιοχές κοντινές, ή πιο μακρινές, όπως είναι η Μεσσηνία, η Λακωνία, η Αργολιδοκορινθία, η Κρήτη, η Ιταλία, η Συροπαλαιστίνη-Ανατολία και άλλες, που αναδεικνύουν τον οικισμό της Βούντενης, ως ένα σημαντικό μυκηναϊκό κέντρο της Αχαΐας.

Η περιοχή γειτνιάζει με το φρούριο και περιέχει εξίσου σημαντικά μνημεία, όπως το ρωμαϊκό ωδείο, ο ναός του Παντοκράτορα, το παλαιό νοσοκομείο, που είναι έργο του Χάνσεν και πολλά διατηρητέα μνημεία.

Ταυτόχρονα η αρχιτεκτονική φυσιογνωμία του ιστορικού κέντρου της Πάτρας του 19ου αιώνα, εμφανίζει μια πολυεθνική πόλη.

Όσον αφορά στο ιστορικό κέντρο, αυτό που το χαρακτηρίζει είναι η ποικιλομορφία των μεμονωμένων κτιρίων, που επεκτείνονται στην επάνω και την κάτω Πάτρα.

Όμως τα γενικά χαρακτηριστικά διαφέρουν. Η κάτω πόλη παρά την συνύπαρξη διαφορετικών αρχιτεκτονικών τάσεων, σφραγίζεται από τα χαρακτηριστικά της νεοκλασικής πόλης. Η πάνω πόλη, παρά την ύπαρξη πολλών νεοκλασικών κτιρίων, σφραγίζεται από τη μορφολογία παραδοσιακότερων αρχιτεκτονικών ελληνικών συνόλων.archaiologia.gr