Την υπόθεση ερευνούσε η εισαγγελία της πόλης Άουγκσμπουργκ

Μία ημέρα μετά την αποκάλυψη ότι εκατοντάδες έργα μεγάλων ζωγράφων, ορισμένα εκ των οποίων ανήκαν σε Εβραίους της Γερμανίας και είχαν λεηλατηθεί από τους ναζί, βρέθηκαν σε ένα διαμέρισμα γεμάτο με ακαθαρσίες, το μυστήριο βαθαίνει καθώς η κυβέρνηση παραδέχτηκε ότι γνώριζε εδώ και μήνες την υπόθεση αυτή.

Το γερμανικό περιοδικό Focus ανέφερε την Κυριακή ότι η αστυνομία εντόπισε 1.500 πίνακες —μεταξύ άλλων του Πάμπλο Πικάσο, του Ανρί Ματίς και του Μαξ Μπέκμαν— στο διαμέρισμα όπου διέμενε στο Μόναχο ο 80χρονος Κορνέλιους Γκούρλιτ, γιος ενός πασίγνωστου συλλέκτη έργων τέχνης της ναζιστικής περιόδου.

Οι αρχές παραδέχτηκαν ότι
ερευνούν επί μήνες αυτήν την υπόθεση, όμως τηρούσαν σιγή ιχθύος και είχαν αναθέσει την έρευνα στην εισαγγελία της πόλης Άουγκσμπουργκ. «Η κυβέρνηση γνώριζε την υπόθεση επί πολλούς μήνες», είπε χαρακτηριστικά ο εκπρόσωπος της καγκελαρίου Άγγελα Μέρκελ, Στέφεν Ζάιμπερτ.

«Πιστεύω ότι είναι η μεγαλύτερη ανακάλυψη κλεμμένων πινάκων από θύματα του Ολοκαυτώματος εδώ και πολλά χρόνια», δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο ο Τζούλιαν Ράντκλιφ, πρόεδρος του Αρχείου Χαμένων Έργων Τέχνης που εδρεύει στο Λονδίνο. Ο Ράντκλιφ πάντως δεν έχει στη διάθεσή του κάποιον κατάλογο των έργων που βρέθηκαν στο Μόναχο.

Το Focus υπολόγισε ότι η συνολική αξία των 1.500 σκίτσων, προσχεδίων και πινάκων ξεπερνά το 1 δισεκατομμύριο ευρώ, όμως μια ειδικός σε έργα τέχνης που έχει ασχοληθεί με την υπόθεση έκρινε ότι είναι αδύνατον να γίνει κάποια εκτίμηση επί του παρόντος.

Η κυβέρνηση βοήθησε στην έρευνα αναθέτοντας σε ειδικούς σε θέματα «εκφυλισμένης τέχνης» (σ.σ. έργα των καλλιτεχνών που είχαν διωχθεί από το ναζιστικό καθεστώς) και στις κλοπές έργων τέχνης από τους ναζί να συνεργαστούν με τις αρχές, εξήγησε ο Ζάιμπερτ. Ο εκπρόσωπος είπε όμως ότι αγνοεί εάν έχει κατατεθεί κάποιο αίτημα για επιστροφή των έργων στους αρχικούς ιδιοκτήτες τους. Το υπουργείο Οικονομικών στο οποίο υπάγονται τα τελωνεία —υπάλληλοι των οποίων εντόπισαν τους πίνακες— αρνήθηκε να κάνει οποιοδήποτε σχόλιο, παραπέμποντας τους δημοσιογράφους στις δικαστικές αρχές.

Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες βρέθηκαν τα έργα ήταν πραγματικά απίστευτες. Την άνοιξη του 2011 τελωνειακοί βρήκαν τα σχέδια και τους πίνακες, οι περισσότεροι από τους οποίους θεωρούνταν χαμένοι για πάντα, σε ένα διαμέρισμα γεμάτο με σκουπίδια και κονσέρβες, πολλές από τις οποίες είχαν λήξει εδώ και 30 χρόνια.

«Οι συνθήκες (αποθήκευσης) ήταν καταστροφικές για τα έργα τέχνης», δήλωσε ένας από τους αυτόπτες μάρτυρες που ζήτησε να τηρηθεί η ανωνυμία του. «Δεν έκανε υπερβολική ζέστη μέσα στο διαμέρισμα, όμως τα έργα χρειάζονται συγκεκριμένη υγρασία, όχι ξηρή ατμόσφαιρα και όχι υπερβολικό κρύο». Παρ’ όλα αυτά οι πίνακες «δεν είχαν υποστεί σοβαρή ζημιά», πρόσθεσε.

Το διαμέρισμα ανήκει στον Κορνέλιους Γκούρλιτ, έναν ηλικιωμένο που κατά τα φαινόμενα πάσχει από διαταραχή παρασυσσώρευσης λόγω της οποίας μαζεύει και αποθηκεύει διάφορα αντικείμενα. Τον Σεπτέμβριο του 2010, τελωνειακοί που έκαναν έλεγχο σε ένα τρένο που πραγματοποιούσε το δρομολόγιο από την Ελβετία στη Γερμανία, διαπίστωσαν ότι ο Γκούρλιτ είχε επάνω του έναν φάκελο που περιείχε 9.000 ευρώ σε μετρητά.

Μολονότι ο ηλικιωμένος δεν είχε διαπράξει κάποιο αδίκημα οι επιθεωρητές αποφάσισαν να ακολουθήσουν το ένστικτό τους και λίγους μήνες αργότερα τους δόθηκε η άδεια να ερευνήσουν το διαμέρισμα του Γκούρλιτ. Το σπίτι ήταν γεμάτο με αντικείμενα και σκουπίδια κάθε είδους, «όχι όμως μέχρι το ταβάνι, όπως έγραψε το Focus», ανέφερε ο μάρτυρας κάνοντας λόγο για «50 σακούλες από το πολυκατάστημα Ludwig Beck». «Τα στόρια ήταν παντού κατεβασμένα, το μόνο παράθυρο απ’ όπου έμπαινε φως ήταν αυτό της κουζίνας. Υπήρχαν έργα τέχνης πίσω από μια κουρτίνα, πάνω σε ράφια, λίγα ήταν στο σαλόνι αλλά τα περισσότερα βρίσκονταν στο τρίτο δωμάτιο».

Σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία από την έρευνα ο Κορνέλιους Γκούρλιτ ζούσε εδώ και δεκαετίες χωρίς έγγραφα που να αποδεικνύουν την ύπαρξή του και χωρίς να εργάζεται. Εξασφάλιζε τα προς το ζην πουλώντας περιστασιακά κάποιο από τα έργα τέχνης που διέθετε σε γκαλερίστες, οι οποίοι δεν εξέταζαν την προέλευσή του. Ο Γκούρλιτ κληρονόμησε τα έργα από τον πατέρα του, τον συλλέκτη Χίλντεμπραντ Γκούρλιτ, που σκοτώθηκε το 1956 σε τροχαίο δυστύχημα.

Ο Χίλντεμπραντ είχε απειληθεί αρχικά από τους ναζιστές επειδή η μία από τις γιαγιάδες του ήταν Εβραία. Στη συνέχεια όμως έγινε απαραίτητος στο ναζιστικό καθεστώς καθώς διοχέτευε στο εξωτερικό τα κλεμμένα ή κατασχεμένα έργα τέχνης. Πολλά από τα έργα που βρέθηκαν ανήκαν σε Εβραίους, οι συλλογές των οποίων είχαν κατασχεθεί ή αγοραστεί σε εξευτελιστικές τιμές.

Σύμφωνα με το Focus, τουλάχιστον 300 πίνακες περιλαμβάνονται στον κατάλογο των έργων που κατασχέθηκαν από τους ναζί επειδή ήταν αντικείμενα «εκφυλισμένης τέχνης» ενώ για άλλους 200 έχουν κατατεθεί επίσημα αιτήματα αναζήτησής τους.

Οι γερμανικές αρχές τήρησαν άκρα μυστικότητα για όσο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα μπορούσαν επειδή το έργο που είχαν να φέρουν εις πέρας ήταν τεράστιο: να διαπιστώσουν ποιος ήταν ο καθένας από τους πίνακες και να αναζητήσουν τους νόμιμους ιδιοκτήτες τους. Μεταξύ των έργων, για παράδειγμα, είναι ένας πίνακας του Ανρί Ματίς που ανήκε στον Εβραίο συλλέκτη Πολ Ρόζενμπεργκ. Ο τελευταίος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη συλλογή του όταν έφυγε από το Παρίσι και νόμιμη κληρονόμος του σήμερα είναι η Γαλλίδα δημοσιογράφος Αν Σενκλέρ, σύμφωνα με το Focus. Η Σενκλέρ πάντως δεν έχει ενημερωθεί επισήμως για την ανακάλυψη των έργων.

Αυτή η απόλυτη «διακριτικότητα» των αρχών επικρίθηκε από τους ειδικούς. «Υπάρχει παντελής έλλειψη διαφάνειας και ελπίζουμε ότι τις επόμενες ημέρες θα επικοινωνήσουν, θα δημοσιοποιήσουν έναν κατάλογο και θα δώσουν ένα χρονοδιάγραμμα για την επιστροφή των έργων», είπε η Αν Γουέμπερ, ιδρύτρια και διευθύντρια της Επιτροπής για τα Διαρπαγμένα Έργα Τέχνης στην Ευρώπη.

Ορισμένοι από τους πίνακες ενδέχεται να προέρχονται από τη συλλογή του Μουσείου της Δρέσδης, απ’ όπου τους πήρε ο Γκούρλιτ κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Να σημειωθεί πάντως ότι, σε αντίθεση με τα μουσεία, οι ιδιώτες που κληρονόμησαν έργα τέχνης δεν καλύπτονται από τη Συμφωνία της Ουάσινγκτον για την επιστροφή των έργων που κλάπηκαν από Εβραίους. Η εισαγγελία του Άουγκσμπουργκ προς το παρόν ερευνά μόνο εάν η υπόθεση συνδέεται με το αδίκημα της φοροδιαφυγής.