Αμέσως μετά τα γεγονότα της Επιδάμνου, οι Αθηναίοι, επιμένοντας στην αποικιοκρατική πολιτική, ξεκίνησαν την πολιορκία στην Ποτίδαια καθιστώντας σαφές ότι όχι μόνο δεν σκόπευαν να αλλάξουν πολιτική, αλλά ότι η δύναμη που απέκτησαν από την Αθηναϊκή συμμαχία μετά τους Περσικούς πολέμους τους έδινε τέτοια ισχύ, που δεν μπορούσε να τους φοβίσει κανένας αντίπαλος. Ο Θουκυδίδης αναφέρει: «Στα χρόνια αυτά οι Αθηναίοι στερέωσαν την ηγεμονία τους κι έγιναν μεγάλη δύναμη. Οι Λακεδαιμόνιοι, μόλο που το ‘βλεπαν, δεν προσπάθησαν – εκτός από λίγες περιπτώσεις – να τους εμποδίσουν και τον περισσότερο καιρό αδρανούσαν, γιατί κι από παράδοση δεν έπαιρναν γρήγορα την απόφαση να κάμουν πόλεμο – εκτός αν αναγκάζονταν – κι εμπόδιο τους στέκονταν πόλεμοι που γίνονταν στον τόπο τους. Αυτό όμως ως τη στιγμή που η δύναμη της Αθήνας αυξήθηκε πάρα πολύ κι άρχισε να βλάφτει τους συμμάχους των Λακεδαιμονίων. Τότε πια δεν μπόρεσαν να ανεχτούν άλλο την κατάσταση κι αποφάσισαν πως είχαν χρέος να δράσουν με ζήλο και να καταστρέψουν, αν τους ήταν δυνατό, τη δύναμη της Αθήνας, επιχειρώντας μαζί με τους συμμάχους τους τούτον τον πόλεμο». (βιβλίο πρώτο, παράγραφος 118).

Όταν πια η συνέλευση των Λακεδαιμονίων αποφάσισε τον πόλεμο, στάλθηκαν πρέσβεις στην Αθήνα ζητώντας από τους Αθηναίους να εξαγνίσουν το μίασμα της θεάς Αθηνάς. Επρόκειτο για μια πολύ παλιά ιστορία, όπου ο Κύλωνας, ολυμπιονίκης κι άνθρωπος με μεγάλη επιρροή, ενθαρρυμένος από ένα χρησμό του μαντείου των Δελφών επιχείρησε να καταλάβει την Ακρόπολή της Αθήνας. Τελικά απέτυχε και μολονότι ο ίδιος κατάφερε να διαφύγει, οι σύντροφοί του, που έφτασαν σε σημείο να πεθαίνουν από την πείνα από την ασφυκτική πολιορκία της Ακρόπολης, αναγκάστηκαν να καθίσουν ικέτες στο βωμό της Ακρόπολης: «Οι Αθηναίοι στους οποίους είχε ανατεθεί η φρούρηση τούτων, βλέποντας να πεθαίνουν μέσα στον ιερό τόπο, αφού τους σήκωσαν από κει με την υπόσχεση πως δεν θα τους κάμουν κακό, τους πήγαν πιο πέρα και τους σκότωσαν». (βιβλίο πρώτο, παράγραφος 126). Βρισκόμαστε μπροστά στην πολεμική διπλωματία που είναι αποφασισμένη να επικαλεστεί τα πάντα (νόμους, παραδόσεις, ιερά, όσια, θρησκεία κτλ) προκειμένου να συγκαλύψει τις αμετάκλητες πολεμικές αποφάσεις και να επιρρίψει την ηθική ευθύνη του επικείμενου πολέμου στους άλλους αποσιωπώντας τις αληθινές αιτίες, τέχνασμα όχι μόνο διαχρονικό, αλλά και παγκόσμιο. (Στις μέρες μας επικρατεί η υποκριτική επίκληση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ελευθερίας): «Αυτό, λοιπόν, το μίασμα απαιτούσαν οι Λακεδαιμόνιοι να εξαγνιστεί, τάχα για να διαφεντέψουν πάνω απ’ όλα την ευσέβεια προς τους θεούς, στην πραγματικότητα όμως επειδή γνώριζαν πως ο Περικλής του Ξανθίππου είχε κάποια σχέση με το μίασμα από τη μητέρα του και νόμιζαν πως αν αυτός εξοριζόταν θα πετύχαιναν ευκολότερα τα όσα ζητούσαν από τους Αθηναίους. Δεν ελπίζανε, φυσικά, και πολύ πως θα μπορούσε να εξοριστεί ο Περικλής, πίστευαν όμως ότι τον εκθέτανε έτσι στους συμπολίτες του που θα σκέφτονταν πως η προσωπική του ατυχία, ήταν κατά ένα μέρος αιτία του πολέμου. Γιατί ο Περικλής, πραγματικά, ήταν ο σημαντικότερος δημόσιος άντρας του καιρού του και κυβερνούσε την πολιτεία αντίθετος σ’ όλα στους Λακεδαιμονίους. Δεν άφηνε τους Αθηναίους να φανούν υποχωρητικοί, αλλά τους παρακινούσε επίμονα στον πόλεμο». (βιβλίο πρώτο, παράγραφος 127).

Φυσικά, οι Αθηναίοι απάντησαν με το ίδιο νόμισμα απαιτώντας από τους Σπαρτιάτες να εξαγνίσουν το μίασμα του Ταινάρου: «Γιατί οι Λακεδαιμόνιοι είχαν κάποτε σηκώσει απ’ το ιερό του Ποσειδώνα στο Ταίναρο ικέτες είλωτες κι αφού τους πήγαν πιο πέρα τους σκότωσαν……Ζητούσαν ακόμη οι Αθηναίοι απ’ αυτούς να εξαγνίσουν και το μίασμα του ιερού της Χαλκιοίκου Αθηνάς». (βιβλίο πρώτο, παράγραφος 128). (Το μίασμα αυτό αφορά το θάνατο του Παυσανία που ενώ κατέφυγε στο ιερό της Χαλκιοίκου Αθηνάς, όταν πια είχε αποδειχθεί ο μηδισμός του, οι Σπαρτιάτες όχι μόνο δεν το σεβάστηκαν, αλλά αφαίρεσαν τη σκεπή και χτίσανε τις πόρτες, αναγκάζοντάς τον να παραδοθεί από την πείνα. Όταν πια ο Παυσανίας επρόκειτο να ξεψυχήσει τον βγάλανε έξω, ακόμη ζωντανό, και μόλις τον απομάκρυναν από τον ιερό περίβολο, πέθανε). Ακολούθησαν κι άλλες άκαρπες πρεσβείες των Λακεδαιμονίων που ζητούσαν να σταματήσει η πολιορκία της Ποτίδαιας, να αφεθεί η Αίγινα αυτόνομη, να ακυρωθεί το ψήφισμα για τους Μεγαρίτες, αιτήματα που, όπως ήταν φυσικό, απορρίπτονταν αμέσως από τους Αθηναίους. Οι πρεσβείες αυτές λειτουργούσαν φυσικά ως προφάσεις που στόχευαν περισσότερο στην παράταση του χρόνου για καλύτερη πολεμική προετοιμασία, παρά ως διπλωματικές απόπειρες αποφυγής του πολέμου. Η τελευταία σπαρτιατική πρεσβεία έφερε το τελεσίγραφο: «Οι Λακεδαιμόνιοι θέλουν να υπάρχει ειρήνη και θα υπάρξει αν αφήσετε τους Έλληνες ανεξάρτητους». (βιβλίο πρώτο, παράγραφος 139). (Βρισκόμαστε μπροστά στις διεκδικήσεις των ισχυρών που ξεκινούν πολέμους για ίδιον όφελος και ταυτόχρονα παρουσιάζουν το προσωπείο του απελευθερωτή). Στη συνέλευση του αθηναϊκού λαού – Εκκλησία του Δήμου – που ακολούθησε μετά το σπαρτιατικό τελεσίγραφο ο άνθρωπος που δεσπόζει είναι, φυσικά, ο Περικλής: «Στη γνώμη, Αθηναίοι, την ίδια μένω πάντα σταθερός, να μην υποχωρήσουμε στους Πελοποννησίους, μόλο που ξέρω πως οι άνθρωποι μ’ όσον ενθουσιασμό πείθονται για ν’ αρχίσουν έναν πόλεμο, με τον ίδιο δεν τον κάνουν και στην πράξη, αλλά συχνά αλλάζουν γνώμη σύμφωνα με κείνα που συμβαίνουν». (βιβλίο πρώτο, παράγραφος 140). Ο Περικλής ούτε κρύβεται πίσω από τις λέξεις, ούτε επικαλείται προφάσεις, ούτε εκμαιεύει τη συμπάθεια προβάλλοντας δήθεν φιλειρηνικά αισθήματα, που δυστυχώς δεν βρίσκουν ανταπόκριση. Έχει ταχθεί υπέρ του πολέμου εξ’ αρχής και το επαναλαμβάνει και στην τελευταία συγκέντρωση του λαού. Ξέρει πολύ καλά ότι η ναυτική δύναμη της Αθήνας οφείλει όχι μόνο να συνεχίσει, αλλά και να διευρύνει την κυριαρχία της στη θάλασσα, επίτευγμα που μόνο η αποικιοκρατική πολιτική και το καθεστώς της αθηναϊκής ηγεμονίας μπορεί να εξασφαλίσει. Η οικονομική ευημερία της Αθήνας οφείλεται σ’ αυτήν ακριβώς την πολιτική και η εγκατάλειψη αυτής της πολιτικής σηματοδοτεί, μοιραία, τη συρρίκνωση και την παρακμή. Από την άλλη, ως ευφυής και διορατικός ηγέτης, κατανοεί απολύτως ότι αυτό είναι αδύνατο να συνεχίσουν να το ανέχονται οι Λακεδαιμόνιοι. Με δυο λόγια το ζήτημα είναι γι’ αυτόν ξεκαθαρισμένο από καιρό. Η μόνη λύση για τη συνέχεια της οικονομικής ευημερίας είναι η στρατιωτική επικράτηση απέναντι στη Σπάρτη. Η άποψη ότι ο Περικλής θα ήθελε να αποφύγει τον πόλεμο, αλλά αναγκάστηκε από τα γεγονότα ή την αδιάλλακτη στάση των Λακεδαιμονίων τίθεται στη σφαίρα της απόλυτης εξιδανίκευσης, αφού πράγματι, κάτω από ιδανικές συνθήκες κανείς ηγέτης δεν θέλει να εμπλέξει την πατρίδα του σε πόλεμο. Το ζήτημα είναι τι κάνει γι’ αυτό. Ο Περικλής ούτε προσπάθησε να έρθει σε ουσιαστική διαπραγμάτευση με τους Σπαρτιάτες, ούτε να αποθαρρύνει τους Αθηναίους από τον πόλεμο, όπως προσπάθησε να κάνει στη Σπάρτη ο Αρχίδαμος. Το ζήτημα για τον Περικλή τέθηκε καθαρά ως ζήτημα ισχύος και συμφερόντων. Όποιος πράγματι θέλει να αποφύγει τον πόλεμο προσπαθεί να διαπραγματευτεί, δηλαδή να προβεί και σε πιθανές υποχωρήσεις. Ο Περικλής θεώρησε ότι οι συνθήκες είναι ευνοϊκές για την Αθήνα, ότι θα μπορούσε δηλαδή να νικήσει τη Σπάρτη, ιδιαίτερα με την προσάρτηση της Κέρκυρας στην αθηναϊκή συμμαχία, και γι’ αυτό παρότρυνε τους Αθηναίους προς αυτή την κατεύθυνση: «Αμέσως λοιπόν τώρα αποφασίστε ή να υποκύψετε προτού πάθετε καμιά ζημιά, ή, αν θα πολεμήσουμε (κι αυτό εγώ τουλάχιστο νομίζω πως είναι προτιμότερο), να μην υποχωρήσουμε ίδια είτε πρόκειται για μεγάλη είτε για μικρή αιτία, ούτε να διατηρήσουμε όσα έχουμε κάτω απ’ το φόβο.». (βιβλίο πρώτο, παράγραφος141). Και φυσικά, ως στρατηγός, συνεχίζει τονίζοντας την υπεροχή των Αθηναίων στον πόλεμο και τα μειονεκτήματα των εχθρών εμψυχώνοντας το κοινό: «Οι Πελοποννήσιοι καλλιεργούν οι ίδιοι τη γη τους και χρήματα δεν έχουν ούτε ιδιωτικά, ούτε δημόσια. Έπειτα δεν έχουν πείρα από πολέμους μακροχρόνιους κι υπερπόντιους, γιατί εξ’ αιτίας της φτώχειας τους, μονάχα σύντομους επιχειρούν μεταξύ τους. Οι τέτοιοι άνθρωποι ούτε στόλο μπορούν να επανδρώσουν ούτε πεζικά στρατεύματα να ετοιμάζουν και να στέλνουν συχνά μακριά, γιατί κι απ’ τα χτήματά τους θα έλειπαν κι απ’ τα δικά τους θα ξόδευαν, κι ακόμη θα εμποδίζονταν να χρησιμοποιήσουν τη θάλασσα. Τους πολέμους όμως πιο πολύ τους βαστάνε τα περίσσια χρήματα παρά οι αναγκαστικές εισφορές. Κι οι άνθρωποι που οι ίδιοι καλλιεργούν τη γη τους είναι πιο πρόθυμοι να πολεμούν με τα σώματά τους παρά με τα χρήματά τους, γιατί τα σώματά τους ελπίζουν πως απ’ τους κιντύνους μπορεί και να σωθούν, τα χρήματά τους όμως δεν είναι βέβαιοι ότι δεν θα τα ξοδέψουν πριν τελειώσει ο πόλεμος, αν μάλιστα αυτός, πράγμα πιθανόν, αντίθετα από τις προσδοκίες τους παραταθεί». (βιβλίο πρώτο, παράγραφος 141). Και συνεχίζει: «Πολύ μεγάλο εμπόδιο θα τους σταθεί και η έλλειψη χρημάτων, όταν δύσκολα εξοικονομώντας τα θα χάνουν τον καιρό τους. Και οι ευκαιρίες στον πόλεμο δεν περιμένουν. Αλλά ούτε το τείχος που μπορεί να χτίσουν στη χώρα μας ούτε το ναυτικό τους αξίζει να μας φοβίζουν. Γιατί, όσο για το πρώτο, είναι δύσκολο, και σε καιρό ειρήνης ακόμη, να χτίσουν τείχος σαν πόλη ισόπαλη με τη δική μας, και φυσικά πολύ πιο δύσκολο σε χώρα εχθρική και μάλιστα όταν εμείς έχουμε να τους αντιτάξουμε τη δική μας πόλη – τείχος. Αν πάλι χτίσουν φρούριο, θα μπορούν, αλήθεια, να βλάφτουν ένα μέρος της χώρας μας με επιδρομές κι αυτομολίες των δούλων μας, όμως αυτό δεν θα είναι αρκετό να μας εμποδίζει να αρμενίζουμε στη δική τους χώρα και να στήνουμε κι εμείς εκεί τείχος και με το ναυτικό μας, όπου ακριβώς βρίσκεται η δύναμή μας, να παίρνουμε εκδίκηση. Γιατί εμείς, από τον πόλεμο στη θάλασσα, έχουμε μεγαλύτερη πείρα για τον πόλεμο στη στεριά απ’ ότι εκείνοι για τα ναυτικά απ’ τον πόλεμο στην ξηρά». (βιβλίο πρώτο, παράγραφος 142).

 Η Πρόστασις των Κορών του Ερέχθειου

Η επιμονή του Περικλή στην οικονομική και ναυτική υπεροχή των Αθηναίων είναι η τελική κρίση του στρατηγού που έχει μελετήσει το θέμα. Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται το μεγαλείο του Περικλή που έχει κατανοήσει απόλυτα τους παράγοντες που θα κρίνουν την έκβαση του πολέμου. Γιατί οι πόλεμοι είναι μέγεθος εξοπλιστικό δηλαδή οικονομικό. Και η δύναμη της θάλασσας δεν είναι τίποτε άλλο από την πιο εκσυγχρονισμένη μορφή του πολέμου. Ο Περικλής μοιάζει βέβαιος για την υπεροπλία των Αθηναίων κι αυτή ακριβώς η βεβαιότητά είναι που τον ωθεί στην οριστική λύση του αρχαιοελληνικού ζητήματος, δηλαδή τελική στρατιωτική επικράτηση. Όμως, πριν κλείσει το λόγο του ξεκαθαρίζει: «Αλλά και για πολλούς άλλους λόγους ελπίζω ότι θα υπερισχύσουμε, αν θελήσετε να μη ζητάτε, όσο κρατάει ο πόλεμος, καινούργιες καταχτήσεις κι εκούσια άλλους κιντύνους να μην προστέσετε. Γιατί περισσότερο φοβούμαι τα δικά μας σφάλματα, παρά των εχθρών τα σχέδια». (βιβλίο πρώτο, παράγραφος 144). Τη συμβουλή αυτή αγνόησαν οι Αθηναίοι όταν μπλέχτηκαν στην εκστρατεία στη Σικελία και το πλήρωσαν. Ο θάνατος του Περικλή κόστισε ακριβά στην Αθήνα.

Ο Χέρμαν Μπένγκτσον στο βιβλίο του «Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας» αναφέρει: «Συνειδητά το πολεμικό σχέδιο του Περικλέους δεν επεδίωξεν εντυπωσιακές εξωτερικές επιτυχίες. Γι’ αυτόν δε τον λόγο η εκτέλεσή του θα έβαζε το ηθικό και την πειθαρχία, ιδιαίτερα των αμάχων, σε μεγάλη δοκιμασία. Και φυσικά ένα τέτοιο σχέδιο δεν θα μπορούσε κατά κανένα τρόπο να προέλθει από έναν πολιτικό και στρατηγό που διάλεξε εκούσια τον πόλεμο, για να εξασφαλίσει μ’ αυτόν εύκολες δάφνες». (σελ. 202). Ως προς το δεύτερο σκέλος ο Μπένγκτσον έχει δίκιο. Ο Περικλής σε καμία περίπτωση δεν θα έσερνε την Αθήνα σε μια τόσο μεγάλη περιπέτεια προκειμένου να εξυπηρετήσει προσωπικές φιλοδοξίες. Εξάλλου, έτσι κι αλλιώς, ήταν ο κυρίαρχος της πολιτικής ζωής. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μπήκε στον πόλεμο ακούσια. Μπήκε εκούσια γιατί πίστεψε ότι η πόλη του θα βγει κερδισμένη. Και πράγματι, αν δεν μεσολαβούσε ο αστάθμητος παράγοντας του λοιμού και κυρίως τα Σικελικά – τα οποία σαν να τα είχε προβλέψει – η Αθήνα ίσως να μην έχανε τον πόλεμο.

Η συγκέντρωση όλου του πληθυσμού της υπαίθρου μέσα στα τείχη, όταν οι Σπαρτιάτες έφτασαν στην Αττική, έφερε συνωστισμό. Η εξάπλωση του λοιμού ήταν το ποτήρι που ξεχείλισε την οργή των Αθηναίων: «Μέσα σε τέσσερα χρόνια αποδεκάτισε η φοβερή τούτη πληγή το ένα τουλάχιστον τρίτο του αθηναϊκού πληθυσμού………Όλοι ζητούσαν τον ένοχο και τον βρήκαν στο πρόσωπο του Περικλέους. Με την κατηγορία ότι είχε καταχραστεί δημόσια χρήματα του αφαίρεσαν κατά τρόπο προσβλητικό το αξίωμά του, την στρατηγία, την οποία κατείχε επί δεκαπέντε χρόνια χωρίς διακοπή». (σελ. 203).

Όταν την άνοιξη του 429 π.Χ. κέρδισε και πάλι τις εκλογές κι επανήλθε στην εξουσία ήταν φανερά καταπτοημένος: «Είχε χάσει από το λοιμό τους δυο γιούς του, που ήταν γνήσιοι Αθηναίοι πολίτες. Δεν άργησε να προσβληθεί και ο ίδιος από τη φοβερή αρρώστια και ύστερα από μερικούς μήνες πέθανε». (σελ. 204). Ο θάνατος του Περικλή ήταν η μεγαλύτερη απώλεια της Αθήνας, η οποία, ορφανή από το φυσικό της ηγέτη, άγεται και φέρεται από τους δημαγωγούς. Ο Κλέωνας που αναδεικνύεται στο πολιτικό προσκήνιο δεν φέρει κανένα στοιχείο φερεγγυότητας. Τα λόγια του Μπένγκστον είναι χαρακτηριστικά: «Σημαντικούς συνεργάτες δεν απέκτησε ποτέ ο Περικλής και δεν είναι εντελώς αδικαιολόγητος ο Beloch που τον κατηγορεί ότι είχε συγκεντρώσει γύρω του ανθρώπους, οι οποίοι από πνευματική άποψη ήσαν καθαρά μηδενικά. Από την τάξη των βιοτεχνών – που ήσαν αποφασισμένοι να συνεχίσουν τον πόλεμο με κάθε θυσία, αντίθετα από τον αγροτικό πληθυσμό που είχε χάσει τα πάντα – προερχόταν ο Ευκράτης, ο Λυσικλής – ένας φίλος του Περικλέους – και ο Κλέων ο “βυρσοδέψης”, ένας δημαγωγός πρώτης ποιότητας……..Η κωμωδία – ιδίως ο Εύπολις και ο Αριστοφάνης – εξαπολύει εναντίον του φαρμακερά βέλη και ο Θουκυδίδης τον χαρακτηρίζει με πολύ ειρωνικά σχόλια. Τούτος φαίνεται πραγματικά πως ήταν ο “νεκροθάφτης” του αθηναϊκού μεγαλείου……….». (σελ. 204).

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ ΙΣΤΟΡΙΑ μετάφραση Α. Γεωργοπαπαδάκος εκδόσεις ΜΑΛΛΙΑΡΗΣ – ΠΑΙΔΕΙΑ Ά έκδοση 1985

ΧΕΡΜΑΝ ΜΠΕΝΓΚΣΤΟΝ «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ» εκδόσεις «ΜΕΛΙΣΣΑ» δεύτερη έκδοση Αθήνα 1991

http://eranistis.net/

Θανάσης Μπαντές