Η λέξη «πανικός» συνδέεται ετυμολογικώς με το όνομα του θεού Πανός.

Ο Παν ήταν θεός που συνήθιζε να επισκέπτεται ανθρώπους (ιδίως στον μεσημεριανό τους ύπνο) και να τους προκαλεί πανικό.

Σύμφωνα με τον θρύλο, στην μάχη του Μαραθώνος, όταν τον επικαλέστηκαν οι Έλληνες φωνάζοντας «Παν! Παν! Παν!» εκείνος εμφανίστηκε και έσπειρε τον πανικό στους Πέρσες, οι οποίοι παράτησαν ασπίδες και όπλα και άρχισαν να τρέχουν πανικόβλητοι…

Ο Παν ήταν θεός της Φύσης και τριγύριζε στα δάση παίζοντας τον αυλό του. Ήταν άσχημος (σε αντίθεση με την πανέμορφη και γενναιόδωρη ψυχή του) και, όταν γεννήθηκε, η μητέρα του σαν τον αντίκρυσε έφριξε και τον εγκατέλειψε στο δάσος.

Είχε μονίμως παιχνιδιάρικη διάθεση και έκανε τους πάντες να γελούν.
Ήταν και ερωτύλος και αγαπούσε τις όμορφες Νύμφες (αυτές από την άλλη, ούτε να τον δουν…) Ήθελε μάλιστα να κάνει γυναίκα του μια από αυτές.

Κεραυνοβολήθηκε παράφορα από την Σύριγγα, την θυγατέρα του ποταμού-θεού Λάδωνος. Η Σύριγξ όμως ήθελε εύμορφο γαμπρό και με τίποτα δεν ήθελε τον Πάνα (επιφανειακή γυναίκα…). Όταν λοιπόν μια μέρα ο Παν την κυνηγούσε και την είχε στριμώξει άσχημα, εκείνη φώναξε στον πατέρα της Λάδωνα: «Σώσε με, πατέρα, δεν τον θέλω!»

Τελευταία στιγμή ο Λάδων την άκουσε και την μετέτρεψε σε καλαμιά… και ο δύσμοιρος Παν πηγαίνοντας όλο λαχτάρα να την αγκαλιάσει βρέθηκε εν τέλει απογοητευμένος αγκαλιά με το φυτό…

Στενοχωρήθηκε πολύ (άλλη μια χυλόπιτα από Νύμφη…) και εις μνήμην του ανεκπλήρωτου αυτού έρωτα, έκοψε 7 ανισομερή καλάμια από αυτήν, τα έδεσε μεταξύ τους και έφτιαξε την πρώτη σύριγγα (αυλό)… και μέχρι και σήμερα στα βάθη των δασών ακούγεται ο ήχος της θλιβερής του σύριγγας ως ανάμνηση του καημού του, που όμως στο τέλος καταλήγει να μετατρέπεται σε χαρωπό πανηγύρι,
καθώς ο Παν είναι ο θεός που ενώνει τα αντίθετα, προκαλεί πανικό και γέλωτα το ίδιο εύκολα…

Το βρήκα εδώ
http://mythagogia.blogspot.gr/