Η Φαιστός ήταν η δεύτερη σημαντικότερη πόλη της Κρήτης κατά το 2000 π.Χ., μετά την Κνωσό, και αποτελεί σήμερα σημαντικό αρχαιολογικό χώρο. Βρίσκεται περίπου 62 χλμ., ΝΔ του Ηρακλείου Κρήτης, νότια του ποταμού Γεροπόταμου. Χτισμένη σε χαμηλό λόφο και σε υψόμετρο 100 μ. από την επιφάνεια της θάλασσας, περιβάλλεται από τους επιβλητικούς ορεινούς όγκους του Ψηλορείτη, των Αστερουσίων και των Λασηθιώτικων βουνών, ενώ σε μικρή απόσταση βρίσκεται η κωμόπολη Τυμπάκι. Ανατολικά και βόρεια της Φαιστού βρίσκεται ο Ληθαίος, απ’ όπου οι κάτοικοί της εφοδιάζονταν με νερό.
Πολλοί αρχαίοι συγγραφείς έχουν αναφέρει τη Φαιστό. Η πρώτη αναφορά στη Φαιστό γίνεται από τον Όμηρο στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια, όπου αναφέρει τη συμμετοχή της Φαιστού στον πόλεμο της Τροίας και την περιγράφει ως μια «καλά κατοικημένη» πόλη. Ο αρχαίος ιστορικός Διόδωρος ο Σικελιώτης αποδίδει την ίδρυση της Φαιστού, όπως και της Κνωσού και της Κυδωνίας, στον Μίνωα. Στοιχεία για την ιστορία της αρχαίας πόλης ήρθαν στο φως έπειτα από ιταλικές αρχαιολογικές ανασκαφές. Το όνομα είναι προελληνικό και στις πινακίδες της Κνωσού Γραμμικής Β αναφέρεται Paito (αττικός τύπος Φαιστός) και η ετυμολογία της είναι από το φα(F)ιστός= λαμπρός, ένδοξος.

Ιστορικά και μυθολογικά στοιχεία
Είναι μια από τις τρεις σημαντικές πόλεις που ίδρυσε ο Μίνωας και αποτέλεσε το δεύτερο πιο σπουδαίο κέντρο πολιτισμού στη Μινωική εποχή. Η μυθολογία θέλει να βασιλεύει στη Φαιστό η δυναστεία που είχε ιδρύσει ο Ροδάμανθυς, γιος του Δία και αδελφός του Μίνωα. Η Φαιστός άρχισε να κατοικείται από τη Νεολιθική εποχή και άκμασε πολύ κατά τα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ., την εποχή του Χαλκού. Η ανάπτυξη της σπουδαίας αυτής πόλης κράτησε έως την ίδρυση και εξάπλωση του ανακτόρου της Κνωσού. Στις αρχές του 2000 π.Χ. η εξουσία της Φαιστού περνάει σε βασιλιάδες κι έτσι αρχίζουν να χτίζονται μεγάλα παλάτια. Το 1900 π.Χ. χτίστηκε το πρώτο ανάκτορο, που μαζί με τα υπόλοιπα κτίσματα, είχε έκταση 18.000 τ.μ. Περίπου το 1600 π.Χ. ένας μεγάλος σεισμός καταστρέφει τη Φαιστό, όπως και την Κνωσό. Δεν άργησαν όμως να χτίσουν ένα νέο, πιο επιβλητικό ανάκτορο, από το οποίο προέρχονται και τα περισσότερα σημερινά ευρήματα. Η πόλη της Φαιστού συνεχίζει να κατοικείται τη Μινωική εποχή και τη Γεωμετρική περίοδο. Στους αιώνες που ακολούθησαν, η Φαιστός αναπτύσσεται όλο και περισσότερο. Η έκτασή της μεγαλώνει και αποκτά πλούτο και αυτοδυναμία. Σαν οικονομικό, διοικητικό και θρησκευτικό κέντρο, επόπτευε την εύφορη πεδιάδα της Μεσαράς. Η πόλη ήταν ανεξάρτητη κι έκοβε πολλά νομίσματα στα οποία εικονιζόταν η Ευρώπη καθισμένη σε ταύρο και ένα κεφάλι λιονταριού με τις λέξεις ΦΑΙΣΤΙΩΝ ΤΟ ΦΑΙΜΑ. Επίσης διοικούσε δύο πολύ σημαντικά λιμάνια της Μινωικής εποχής, τα Μάταλα και τον Κόμμο. Υπό την εξουσία της ήταν μέχρι και τα νησάκια Παξιμάδια, που τότε είχαν την ονομασία Λητώαι. Γύρω στο 1000 π.Χ., η Γόρτυνα, γειτονική πόλη, καταστρέφει και υποδουλώνει τη Φαιστό. Ύστερα από αυτό αρχίζει η παρακμή. Ο αριθμός των κατοίκων αρχίζει να μειώνεται σημαντικά και στα χρόνια της Ενετοκρατίας υπάρχουν πολύ λιγοστά δείγματα ζωής.

Ανασκαφές
Ο πρώτος που επεσήμανε τη θέση της Φαιστού, ήταν ο πλοίαρχος Spratt. Το 1884 άρχισαν οι πρώτες έρευνες από τον Halbherr και η Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή τις συνέχισε από το 1900 έως το 1904. Οι ανασκαφές στο ανάκτορο άρχισαν το 1909. Αργότερα ανέλαβε ο Doro Levi (1950-1971). Ανάμεσα στα ευρήματα υπάρχουν πολύχρωμα καμαραϊκά αγγεία και πολλά άλλα. Ένα από τα πιο σημαντικά ευρήματα από τις ανασκαφές στη Φαιστό, είναι ο περίφημος Δίσκος της Φαιστού. Τον ανακάλυψε, στις 3 Ιουνίου του 1908, ο Ιταλός Λουίτζι Περνιέ, σε υπόγειο δωματίου στο ανάκτορο της Φαιστού και χρονολογείται πιθανώς στον 17ο αιώνα π.Χ. Ο Δίσκος της Φαιστού αποτελεί έναν από τους πιο μεγάλους γρίφους στην ιστορία της αρχαιολογίας, μιας και η αποκρυπτογράφηση αυτών που γράφει πάνω δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα, ούτε έχει γίνει γνωστός ο λόγος κατασκευής του. Ο Δίσκος σήμερα φυλάσσεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου.

Το ανάκτορο
Στη Φαιστό η μινωική εποχή αρχίζει το 2600 π. Χ. Το πρώτο ανάκτορο βρισκόταν στη δυτική πλευρά του αρχαιολογικού χώρου, οικοδομήθηκε το 2000 π.Χ. σε αλλεπάλληλα επίπεδα και οι τοίχοι του ήταν κτισμένοι με αργολιθοδομή. Το ανάκτορο καταστράφηκε από σεισμό το 1730 π.Χ., όπως και η Κνωσός. Στη θέση των ερειπίων κτίστηκε ανάκτορο, μεγαλοπρεπέστερο του πρώτου.
Το νέο ανάκτορο κτίστηκε πάνω από τα ερείπια του πρώτου, είχε ανάλογο σχέδιο με μόνη διαφορά το ελαφρά υπερυψωμένο επίπεδο του, λόγω της ύπαρξης των ερειπίων. Η κεντρική αυλή των ανακτόρων είχε παρόμοιες διαστάσεις με τις αυλές της Κνωσού και των Μαλίων και ενδεχομένως χρησιμοποιούνταν για τελετές λατρευτικού χαρακτήρα όπως τα Ταυροκαθάψια.
Η σημαντικότητα του ανακτόρου της Φαιστού έγκειται στο γεγονός ότι παρέχει εξαιρετική στρωματογραφία, αλλά και πληροφορίες για τη σχέση του πρώτου και του δεύτερου ανακτόρου και των δύο διαφορετικών φάσεων του Μινωϊκού πολιτισμού γενικά.