O τάφος του Μίδα στο Γόρδιον

Ιστορικά η Φρυγία καταλάμβανε το έδαφος μεταξύ του άνω ρου των ποταμών Ρυνδάκου και Μαιάνδρου στα δυτικά και του ποταμού Άλυος και της λίμνης Τάττα στα ανατολικά. Νότια και νοτιοανατολικά γείτονας ήταν η Ασσυρία και η περιοχή της Κιλικίας. Πρωτεύουσα της Φρυγίας έγινε το Γόρδιο και το λατρευτικό κέντρο της ο Πεσσινούς. Η μεγαλύτερη άνθηση του φρυγικού κράτους συνδέθηκε με τον βασιλιά Μίδα, όταν επεκτάθηκε στην Κιλικία, ακόμη και στη Συρία. Το 709 π.Χ. ο Μίδας σύναψε ειρήνη με το βασιλιά των Ασσυρίων Σαργών Β΄ και ξεκίνησε την εκστρατεία του στη Λυδία. Το τέλος της εδαφικής επέκτασης της Φρυγίας προκλήθηκε από την εισβολή των Κιμμερίων από τις στέπες βόρεια του Εύξεινου Πόντου στις αρχές του 7ου αι. π.Χ. Αργότερα η Φρυγία έγινε μέρος της Λυδίας. Από τον 6ο αι. π.Χ. και τα δύο κράτη ελέγχονταν από την Περσία. Από τον 4ο αι. π.Χ. ο Μ. Αλέξανδρος ξεκίνησε τη διαδικασία εξελληνισμού της Φρυγίας. Από τις αρχές του 3ου αι. η Φρυγία καταλαμβάνεται από Κέλτες εισβολείς, τους Γαλάτες. Στο 117 π.Χ. η Φρυγία έγινε μέρος της ρωμαϊκής επαρχίας της Ασίας.

Ο ισχυρότερος βασιλιάς της Φρυγίας, ο Μίδας (Mita), αναφέρεται στα σύγχρονά του ασσυριακά χρονικά ως κυβερνήτης των Musks. Αλλά ήδη από το 1165 π.Χ. ήταν ο Ασσύριος βασιλιάς Tiglatpilesar Α΄, που πολέμησε εναντίον ακριβώς αυτών των Musks. Το αντίστοιχο εθνωνύμιο εμφανίζεται στην Μικρά Ασία σε περισσότερες πηγές: Ελληνικά Mόσχοι, Μέσχοι, Λατινικά Moschi, Εβραϊκά Mesek. Mε το όνομα Φρύγες αναφέρονται για πρώτη φορά στην Ιλιάδα ως σύμμαχοι των Τρώων. Μια εξαιρετικά σημαντική μαρτυρία για τη βαλκανική προέλευση των Φρυγών μάς παραδίδεται με τη μεσολάβηση του Ηροδότου (7.73): οι Φρύγες, όπως λένε οι Μακεδόνες, ονομάζονταν Bρίγες την εποχή που ήταν αυτόχθονες στην Ευρώπη και κατοικούσαν μαζί με τους Μακεδόνες. Αλλά αφού πέρασαν στην Ασία, άλλαξαν το όνομά τους και αποκλήθηκαν Φρύγες. Ακόμα και στην εποχή των Μηδικών Πολέμων οι Βρύγοι ήταν εγκατεστημένοι στο έδαφος μεταξύ του βασιλείου της Μακεδονίας και της Χαλκιδικής. Ο Ηρόδοτος (6.45) περιγράφει πώς επιτέθηκαν στον Μαρδόνιο και το στρατό του. Αργότερα οι Βρύγοι υποτάχθηκαν στους Πέρσες και συμπεριλήφθηκαν στο στρατό του Ξέρξη. Ο Ηρόδοτος (7.185) τους αναφέρει στον κατάλογο των Ευρωπαίων συμμάχων των Περσών μετά από τους κατοίκους της Χαλκιδικής και πριν από Πίερες, που ακολουθούνται από τους Μακεδόνες. Ο Στράβων (12.8.3) διαφυλάσσει μια μαρτυρία του ιστορικού της Λυδίας Ξάνθου για Φρύγες που εισέβαλαν στην Τρωάδα από τη Θράκη, σκότωσαν τον ηγεμόνα της Τροίας και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή.

Η φρυγική γλώσσα μάς είναι γνωστή από επιγραφές δύο εποχών: η παλαιοφρυγική (8ος-3ος αι. π.Χ.) αντιπροσωπεύεται από περίπου 250 επιγραφές, γραμμένες στο παλαιό φρυγικό αλφάβητο που αποτελείται από 17 σημεία, τα οποία ως επί το πλείστον αντιστοιχούν στα ελληνικά πρωτότυπά τους. Όμως δύο σημεία, που αντιπροσωπεύουν τους φθόγγους «j» και «ts», είναι φρυγικής επινόησης. Περισσότερες από 100 νεοφρυγικές επιγραφές σε ελληνικό αλφάβητο είναι γραμμένες ανάμεσα στον 1ο και 4ο αιώνα μ.Χ. Η τρίτη σημαντική πηγή γνώσης μας για τη φρυγική γλώσσα είναι λέξεις που καταγράφηκαν από διάφορους Έλληνες συγγραφείς. Η τελευταία μαρτυρία για την χρήση της Φρυγικής συνδέεται με τον επίσκοπο Σωκράτη, του οποίου η μητέρα ήταν φρυγικής καταγωγής. Στους επόμενους δύο αιώνες η Φρυγική αφομοιώνεται ολοκληρωτικά από την ελληνική γλώσσα. Παρά το γεγονός ότι η φρυγική λογοτεχνία μάς είναι άγνωστη, το έργο ενός Φρύγα διαβάζεται μέχρι σήμερα. Αυτός είναι ο Αίσωπος, ο οποίος έζησε στην αυλή του βασιλιά της Λυδίας Κροίσου.

Ακολουθώντας την αρχαία παράδοση, σύγχρονοι μελετητές συνδέουν συχνά τη φρυγική με την αρμενική γλώσσα: οι Αρμένιοι ήταν άποικοι των Φρυγών κατά τον Ηρόδοτο (7.73). Όμως μια προσεκτική ανάλυση των λειψάνων της Φρυγικής υποδεικνύει ότι ήταν ο Πλάτωνας που είχε προπάντων δίκιο, όταν επεσήμανε την ιδιαίτερη ομοιότητα μεταξύ ελληνικής και φρυγικής γλώσσας στον διάλογό του Κρατύλο (410Α): «Λοιπόν, να εξετάσεις και το εξής, μήπως η λέξη «πυρ» είναι βαρβαρική, γιατί δεν είναι εύκολο να συσχετιστεί με την ελληνική γλώσσα και οι Φρύγες ολοφάνερα έχουν την ίδια λέξη ελαφρώς αλλαγμένη, όπως ακριβώς έχουν το «ύδωρ», τους «κύνας», και πολλές άλλες λέξεις». Στις επιγραφές της Φρυγικής υπάρχουν πολυάριθμες, συχνά αποκλειστικές, ισόγλωσσες, που συνδέουν αυτή τη γλώσσα με την Ελληνική: agaritoj (ἀχάριτος), anar (ἀνήρ), awtaj (αὐτός), ios ~ jos (ὅς), knaiko (γυναικός), lawagtaei (λαwαγέτας ή λαγέτας), mekas (μέγας), onoman (ὄνομα), ournous (οὐρανός), wanaktei (ἄνακτι), wetei (ἔτει) και η φράση wetei-wetei «έτος μετά το έτος» = χρόνο με το χρόνο, matar (μήτηρ), duoi (δυοῖν), dokses (ἔδοξε), eymi (εἰμί), εσταες (ἕστης) πινκε (πέντε), θρι- (τρι-), πατερης (πατέρες), οπαδεν (πβ. ὀπάζειν), apakten (ἀπάγειν), ap (ἀπό), die (διά), ενς (ἐνς, εἰς), op (ὄπι-σθεν), πος (αρκαδικό πός=πρός), de (δή), eti (ἔτι) και πολλά άλλα.
Και μερικές νεοφρυγικές επιγραφές:

ελληνικές αντιστοιχίες: ιος – ὅς / σεμουν – σῆμα (τάφος) / κακε-κακόν / αωρω-ἄωρος
γεγαριτμένος-πβ. μετοχές παρακειμένου λ.χ. γεγραμμένος / ουανακταν-(w)ἄνακτα / κε-τε / ουρανιον-οὐράνιον / διονσιν-Διόνυσον

 

Αλιευθέν στο:
http://heterophoton.blogspot.gr/