Ο Ογχήστιος Ποσειδώνας στο μονοπάτι των θεοπρόπων

Η Ογχηστός, έδρα της ομώνυμης Αμφικτιονίας και πολιτικοθρησκευτικό κέντρο της Βοιωτικής Ομοσπονδίας, είχε ήδη κατοικηθεί διαχρονικά από τους προϊστορικούς χρόνους (σημ. 1). Βρίσκεται στο στενό πέρασμα ενός λοφίσκου που χωρίζει την Κωπαΐδα από την πεδιάδα της Θήβας, στο δρόμο των θεοπρόπων (σημ. 2), απ’ όπου περνούσαν οι θρησκευτικές πομπές προς τους Δελφούς.

Εικ. 1. Αρχιτεκτονικά κατάλοιπα από το Βουλευτήριο της Αμφικτιονίας της Ογχηστού, όπως είναι σήμερα, με θέα την Κωπαΐδα.

Στα μυκηναϊκά χρόνια εμφανίζεται να είναι μια μικρή πόλη, οι κάτοικοι της οποίας έφεραν το εθνικό χαρακτηριστικό «Ογχήστιος» (σημ. 3). Κατά την παράδοση, εκεί έζησε ο γιος του Ποσειδώνα (σημ. 4), από τον οποίο πήρε και την ονομασία της. Αποτέλεσε κέντρο λατρείας για τις βοιωτικές κοινότητες, με εορταστικές εκδηλώσεις, τα «Ογχήστια» (σημ. 5), που συνοδεύονταν από ιπποδρομίες.

Το ιερό του Ογχηστίου Ποσειδώνα λειτούργησε, σύμφωνα με
ποιητικές-μυθολογικές αναφορές, από πολύ παλιά, πριν κτιστεί η Θήβα και πριν ακόμα από το Μαντείο των Δελφών. Στους ομηρικούς στίχους αναφέρεται ότι ο Απόλλωνας, κατά την αναζήτηση ιδανικού τόπου για το μαντείο του, πέρασε από την «ακατοίκητη και δασώδη Θήβα» (σημ. 6), στη συνέχεια πάνω από τον ιερό τόπο του Ποσειδώνα στην Ογχηστό (κι ήρθες στην Ογχηστό στο Ποσειδώνειο άλσος το λαμπρό), για να φθάσει τελικά στην περιοχή των Δελφών. Ο ποιητής του Ομηρικού Ύμνου υπογραμμίζει εδώ την πρωτοκαθεδρία όχι μόνο του Ογχηστίου Ποσειδώνα σε σχέση με τον Απόλλωνα, αλλά και του Μαντείου των Δελφών έναντι της Θήβας. Ο Μ. Chappell (σημ. 7), επικαλούμενος και τον δελφικό χρησμό, με τον οποίο υποδεικνύεται ο τρόπος ίδρυσης της πόλης από τον Κάδμο, δίνει μια μεροληπτική χροιά στους στίχους, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η Θήβα κτίστηκε υπό την καθοδήγηση του Μαντείου.

Πέρα, όμως, από τις αναφορές αυτές, αναπάντητο παραμένει το ερώτημα σχετικά με το ποιος είχε αρχικά την πρωτοβουλία για την ίδρυση του ιερού της Ογχηστού και τη χρηματοδότηση της κατασκευής του. Μια τέτοια πρωτοβουλία προϋποθέτει, αναμφίβολα, τη διάθεση μέσων και πόρων από συγκεκριμένη πολιτική μονάδα ή οργανισμό, και είναι βέβαιο ότι η δύναμη με τη δεσπόζουσα επιρροή στην περιοχή θα πρέπει να είχε τον πρώτο λόγο.

Εικ. 2. Από τις ανασκαφές στο ιερό του Ογχηστίου Ποσειδώνα. Άποψη τμήματος του Βουλευτηρίου (Σπυρόπουλος, «Ανασκαφές εις την Στενήν, Τιλφούσιον», ΑΑΑ 6 (1973), σ. 382).

 

Το ιερό: η στρατηγική επιλογή της θέσης

Ερευνητές υπογραμμίζουν (σημ. 8) ότι, ήδη από τα μυκηναϊκά χρόνια, η Θήβα ανταγωνιζόταν τον  για την κυριαρχία επί της Βοιωτίας, με την Ογχηστό να βρίσκεται στην τομή των δύο αυτών μεγάλων πολιτισμικών κύκλων. Το ιερό που, λόγω της θέσης του, επέτρεπε την πλήρη εποπτεία στα δύο πεδία του Ορχομενού και της Θήβας συνδεόταν άμεσα με τα συμφέροντα των ενδιαφερομένων πόλεων. Ως εκ τούτου, η μικρή πόλη της Ογχηστού αποτελούσε στρατηγικό στόχο για τον γενικότερο έλεγχο της Βοιωτίας. Μετά την αποδυνάμωση, όμως, του Ορχομενού, από την κατάκλυση του Κωπαϊδικού πεδίου και τη χρονοβόρα επένδυση στα αποξηραντικά έργα (σημ. 9), ενισχύθηκε η δύναμη της Θήβας, η οποία και επένδυσε στην οργάνωση των βοιωτικών πόλεων με κέντρο αρχικά την Αμφικτιονία της Ογχηστού και αργότερα το Ιτώνιο στην Κορώνεια. Η Αλίαρτος, στην επικράτεια της οποίας εντασσόταν η Ογχηστός (σημ. 10), συμμετείχε στον αρχικό πυρήνα της Βοιωτικής Ομοσπονδίας από τα τέλη του 6ου αι. π.Χ. (σημ. 11) και εμφανίζεται, μαζί με την Τανάγρα, να είναι από τις πρώτες πόλεις που χρησιμοποιούν το σύμβολο της βοιωτικής ασπίδας στα νομίσματα που έκοψαν κατά το α΄ μισό του 6ου αι. π.Χ. (σημ. 12).

Ο Α. Schachter θεωρεί ότι η ίδρυση του ιερού του Ποσειδώνα στην Ογχηστό πρέπει να τοποθετηθεί χρονολογικά στο τέλος του 6ου αι. π.Χ. και αναφέρεται σε κατάλοιπα οικισμού που χρονολογούνται στην Εποχή του Χαλκού (σημ. 13). Την εποχή της κυριαρχίας των Θηβαίων, το ιερό χρησιμοποιήθηκε ως βοιωτικό κέντρο λατρείας με στόχο την εδραίωση της ηγετικής τους θέσης (σημ. 14). Ορισμένοι ερευνητές υπογραμμίζουν, μάλιστα, ότι η ίδρυσή του συνδέεται και με τον ανταγωνισμό ισχύος μεταξύ Θηβαίων και Δελφικής Αμφικτιονίας και ότι o έλεγχος της Ογχηστού, του μοναδικού αυτού περάσματος που οδηγούσε στους Δελφούς, αποσκοπούσε στην αύξηση της επιρροής της Θήβας στο Συμβούλιο της Αμφικτιονίας (σημ. 15).

Οι πληροφορίες, ωστόσο, για το ρόλο της Ογχηστού, ιδιαίτερα κατά την Αρχαϊκή περίοδο, είναι περιορισμένες, παρά το ότι εμφανίζεται στον «νηών κατάλογο» (σημ. 16) μαζί με τις βοιωτικές πόλεις που συμμετείχαν στον Τρωικό Πόλεμο. Επίσης, η μυκηναϊκή παρουσία του Ογχηστίου Ποσειδώνα βεβαιώνεται από στοιχεία σε Γραμμική Β, όπως σημειώνει ο Τ. Palaima (σημ. 17) στη μελέτη του για το βοιωτικό ιερό του Ποσειδώνα. Ανάλογη αναφορά από πινακίδα σε Γραμμική Β της Αρκαδίας σχετικά με τη βοιωτική λατρεία του Ποσειδώνα κάνει και ο J. Larson (σημ. 18), ο οποίος υπογραμμίζει ότι τόσο η Ερινύα όσο και ο Ποσειδώνας ήταν μυκηναϊκές θεότητες (σημ. 19).

Μετά την παρακμή της θηβαϊκής ηγεμονίας (4ος αι. π.Χ.), οι Αλιάρτιοι αναδείχθηκαν σε ισχυρό παίκτη (σημ. 20) της Βοιωτίας, ιδιαίτερα μετά τη νίκη τους επί των Σπαρτιατών (395 π.Χ.). Η Αλίαρτος διεκδικούσε από νωρίς τον έλεγχο της Ογχηστού και για τον λόγο αυτό έκοψε αργυρά νομίσματα με το εθνικό της χαρακτηριστικό ΑΡΙΑΡΤΙΟΝ και την απεικόνιση του Ογχηστίου Ποσειδώνα που θυμίζει το άγαλμα του Ποσειδώνα (ή Δία) του Αρτεμισίου, όπως θα παρουσιαστεί στη συνέχεια.

Ο περιηγητής Ηρακλείδης ο Κριτικός (3ος αι. π.Χ.) περιλαμβάνει την Ογχηστό στις εννέα μεγάλες πόλεις της Βοιωτίας (σημ. 21), ενώ το 338 π.Χ. η Ογχηστός αναδείχθηκε και πάλι σε κέντρο της Βοιωτικής Ομοσπονδίας (σημ. 22), όπως πιστοποιείται από τις επιγραφές που αναφέρονται στον «Άρχοντα της Ογχηστού» (σημ. 23). Σύμφωνα με επιγραφή της Ακραιφίας (3ος αι. π.Χ.) η Ογχηστός με το ιερό της αποτελούσε εσωτερικό σύνορο της Βοιωτίας (σημ. 24).

Η αποκάλυψη του ιερού

Στη νεότερη εποχή, περιηγητές του 19ου αι. εντόπισαν για πρώτη φορά αρχαιολογικά κατάλοιπα στην περιοχή της Ογχηστού. Ο H.G. Lolling, που την επισκέφθηκε το 1876, σημειώνει ότι εκεί αντίκρισε δουλεμένους λίθους, μια εντυπωσιακή βρύση με κρυστάλλινο νερό και αρχαίο τείχος δίπλα στο δρόμο από την Αλίαρτο στη Θήβα (σημ. 25). Στη σύγχρονη εποχή, η Θ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων επισήμανε (σημ. 26) το 1964 και το 1967 τη θέση του ιερού, το οποίο ταυτίστηκε (σημ. 27) με περιορισμένη σωστική ανασκαφή του 1971. Το 1973 και το 1991 νέες σωστικές ανασκαφές (σημ. 28) έφεραν στο φως σημαντικά αρχιτεκτονικά κατάλοιπα και κινητά ευρήματα. Αποκαλύφθηκαν τα ερείπια οικοδομήματος από πωρόλιθο, το οποίο αναγνωρίστηκε ως ο ναός του Ποσειδώνα, μια περίστυλη αίθουσα εκτεταμένου κτιρίου, εν μέρει με πολυγωνική τοιχοποιία, που χαρακτηρίστηκε ως το Βουλευτήριο, η οποία ήταν η αίθουσα συνελεύσεων των αντιπροσώπων της Αμφικτονίας και της Βοιωτικής Ομοσπονδίας. Επίσης, αποκαλύφθηκε κρηπίδωμα του ιερού του Ποσειδώνα, πώρινο κιονόκρανο δωρικού ρυθμού από τα τέλη του 5ου με αρχές του 4ου αι. π.Χ., σημαντικές επιγραφές που επιβεβαίωσαν τα στοιχεία της ανασκαφής, καθώς και άλλα αντικείμενα, ορισμένα από τα οποία χρονολογούνται στα τέλη του 6ου αι. π.Χ. (σημ. 29).

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν δύο αναθηματικές επιγραφές σε λίθο «Ποτειδάονι μ…ων ανέθεκε» και «Πολυστράτα Ποτιδάονι Πουθινάο ἱεραρχίοντος», καθώς και αναθηματική επιγραφή του 5ου αι. π.Χ. «ΑΡΙΑΡΤΙΟΙ ΤΟ ΙΕΡΟΝ», γραμμένη σε δύο στίχους σε τμήμα μαρμάρινου επιστυλίου. Η Έβη Τουλούπα που περιέγραψε το εύρημα γράφει (σημ. 30): «Επί της άνω επιφανείας (υπάρχει) σύνδεσμος εις σχήμα [ και άλλη μικρά οπή με ίχνη μολύβδου», στοιχείο που υποδηλώνει ότι, ενδεχομένως, στη θέση αυτή να στηριζόταν μπρούτζινο άγαλμα (σημ. 31). Επίσης, κάπως δυτικότερα του ιερού (600 μ.) και δίπλα στο δρόμο, οι ανασκαφές αποκάλυψαν «μεγάλο στωικό συγκρότημα του τέλους του 4ου αι. π.Χ. Ο χώρος ερμηνεύτηκε … ως Αγορά, που κλεινόταν από στοές με καταστήματα. … Στα ευρήματα από τη φάση αυτή συγκαταλέγονται και δύο χάλκινες δικαστικές ψήφοι. … Ισομεγέθεις και θετικές και οι δύο, φέρουν στη μια όψη του δίσκου τους εμπίεστη τη βοιωτική ασπίδα. … Η εύρεσή τους σε χώρο που ανήκει στην πόλη της Ογχηστού και συνδέεται με το ιερό του Ποσειδώνα, αποτελούν ενδείξεις για τη χρήση τους από τα μέλη του Κοινού των Βοιωτών. … Η χρονολόγηση του στωικού συγκροτήματος στα τέλη του 4ου αι. συμπίπτει με την περίοδο της πτώσης της θηβαϊκής κυριαρχίας και την ουσιαστική επαναφορά του κέντρου στο Ιερό του Ποσειδώνα και την Ογχηστό» (σημ. 32).

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η Ογχηστός για μεγάλες χρονικές περιόδους λειτουργούσε ως έδρα της Αμφικτιονίας και στη συνέχεια του Κοινού των Βοιωτών. Η άμεση γειτνίαση με το ιερό του Ποσειδώνα τούς προσέδιδε ιδιαίτερη αίγλη και σταθερότητα στη λειτουργία τους, στο βαθμό που το στοιχείο της πολιτικής νομιμοποίησης ήταν άμεσα συνδεδεμένο με το σεβασμό των ιερών.

Εικ. 3. Το άγαλμα του Αρτεμισίου (περ. 460 π.Χ.). Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα.

Οι ιδιότητες του Ογχηστίου Ποσειδώνα

Εθνοτικός θεός

Η βοιωτική λατρεία του Ποσειδώνα είναι συνδεδεμένη με εκείνη της Θεσσαλίας, που αποτελεί και την περιοχή προέλευσης των Βοιωτών (σημ. 33). Η ιστορική έρευνα αποδέχεται σήμερα ότι οι Μινύες ήταν ένα ομοιογενές προϊστορικό μεταναστευτικό φύλο που μετακινήθηκε από τη Θεσσαλία, εγκαταστάθηκε στον Ορχομενό της Βοιωτίας, είχε ως προστάτη θεό τον Ποσειδώνα (σημ. 34), και αναπτύχθηκαν κυρίως κατά το α μισό της 2ης χιλιετίας π.Χ. (σημ. 35). Στην Πετρομαγούλα Ορχομενού, ανασκαφικές έρευνες (σημ. 36) έφεραν στο φως αρχιτεκτονικά οικοδομήματα που σηματοδοτούν την εμφάνιση πρωτοαστικής κοινωνίας ηγεμονικής μορφής. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν κυκλικά κτίσματα Πρωτοελλαδικής εποχής που εντοπίστηκαν σε νεολιθικά στρώματα και αποτελούν μνημεία εξαιρετικής αρχιτεκτονικής. Κατά την παράδοση, ο μυθικός ηγέτης των Ορχομενίων, ο Μινύας, θεωρείται γιος του Ποσειδώνα (σημ. 37).

Η ύπαρξη των Μινύων πιστοποιείται από τα εντυπωσιακά αποξηραντικά έργα στη λεκάνη της Κωπαΐδας που πραγματοποιήθηκαν πριν ακόμα από τη μυκηναϊκή εποχή (σημ. 38). Η μυκηναϊκή ακρόπολη στη νησίδα Γλα της Κωπαΐδας αποτέλεσε κατά την Αρχαιολογική Υπηρεσία κέντρο συντονισμού αυτών των αποξηραντικών ενεργειών (σημ. 39). Ο Ορχομενός εξελίχθηκε, ήδη στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού, σε μεγάλο πολιτισμικό κέντρο της Βοιωτίας. Οι ανασκαφές εκεί πρόσφεραν εξαιρετική κεραμική που από τον Schliemann ονομάστηκε «μινυακή» (σημ. 40), κατά τον μυθικό βασιλιά Μινύα (σημ. 41). Ο Παυσανίας (Θ΄ 38, 2) αποδίδει, επίσης, στους Μινύες τον μυκηναϊκό θολωτό τάφο, τον επονομαζόμενο «Θησαυρό του Μινύου».

Από τα παραπάνω μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι η λατρεία του Ποσειδώνα, του «πατρώου θεού των Μινύων», εδραιώθηκε στον ευρύτερο βοιωτικό χώρο από τους Ορχομενίους, ενώ με την άνοδο της δύναμης των Θηβαίων, οι πρωτοβουλίες πέρασαν στη Θήβα.

Θεός των Συνελεύσεων

Ο Ποσειδώνας ως θεός των Συνελεύσεων σχολιάζεται ιδιαίτερα από τον W. Barker (σημ. 42), ο οποίος υπογραμμίζει ότι οι αποφάσεις από τις συναθροίσεις των εκπροσώπων των βοιωτικών πόλεων, όπως και τα διάφορα ψηφίσματα που αναφέρονταν σε διαπολιτειακές σχέσεις, εκτίθεντο δημόσια και ήταν αφιερωμένα στο θεό. Η σύνδεση αυτή της πρακτικής πολιτικής με την ηθική ήταν σύνηθες φαινόμενο στις αρχαίες ελληνικές πόλεις και συνέβαλε στην τήρηση των υποχρεώσεων όλων των συμβαλλομένων μερών. Ο Lolling παρουσιάζει ψήφισμα (σημ. 43) που αποκαλείται Σύμφωνο Συλλογικής Ασφάλειας Βοιωτών-Φωκέων του β΄ μισού του 3ου αι., όπου αναφέρεται ότι οι δύο πόλεις Ογχηστός και Ελάτεια επελέγησαν ως τα μέρη, όπου θα τοποθετούνταν η στήλη του ψηφίσματος με τον όρκο στους προστάτες θεούς «Ποσειδώνα Ογχήστιο» για τους Βοιωτούς και «Αθηνά Κραναία» για τους Φωκείς.

Το Βουλευτήριο αποκτούσε ιδιαίτερη αξία λόγω της θέσης κοντά στο ιερό τού Ποσειδώνα και οι αποφάσεις του είχαν βαρύτητα ηθική και πολιτική. Εκεί συναθροίζονταν οι εκπρόσωποι των πόλεων-μελών και εκτίθεντο τα ψηφίσματα της Αμφικτιονίας και της Ομοσπονδίας. Πρόκειται για μια πρώτη έκφραση κοινού πολιτικού βίου που οδήγησε στη σταδιακή ανάπτυξη εθνικής συνείδησης σε περιφερειακό επίπεδο. Οι εξωτερικές απειλές και η ανάγκη επιβίωσης ισχυροποίησαν την Ομοσπονδία και διασφάλισαν τα κοινά συνδετικά στοιχεία των Βοιωτών (ήθη, λατρεία, γλώσσα), όπως διαπιστώνεται και από τα ευρήματα των ανασκαφών. Με βασικό της όργανο τη βουλή, όπου ως εκπρόσωποι αποστέλλονταν εκλεγμένοι πολίτες κύρους από τις πόλεις-μέλη, η Αμφικτιονία είχε το χαρακτήρα ιερής συμμαχίας με αρχές δεσμευτικές για όλα τα μέλη της που κάλυπταν θέματα θρησκείας, πολιτικής συνεργασίας και συλλογικής ασφάλειας. Η συνεκτική δύναμη της κοινής λατρείας συνέβαλε στη δημιουργία σχέσεων καλής γειτονίας μεταξύ των βοιωτικών πόλεων για μεγάλες χρονικές περιόδους. Στην Αμφικτιονία της Ογχηστού διαμορφώθηκαν για πρώτη φορά συνθήκες πολιτικής συνεργασίας με σύγχρονο περιεχόμενο μέσω συλλογικών διαδικασιών λήψης αποφάσεων (σημ. 44). Βασική αρχή ήταν η διασφάλιση των κοινών συμφερόντων, τα οποία βασίστηκαν τόσο στην εθνοτική συγγένεια, όσο και στη γεωγραφική εγγύτητα.

Ίππιος θεός

Η λατρεία του Ογχηστίου Ποσειδώνα έγινε ιδιαίτερα γνωστή από τις εορταστικές εκδηλώσεις που συνοδεύονταν με ιπποδρομίες, τα «Ογχήστια», οι οποίες πραγματοποιούνταν κατά τον Πίνδαρο στις «ογχήστιες ακρολιμνιές» (σημ. 45). Στον ομηρικό Ύμνο στον Απόλλωνα (στ. 225-238) περιγράφονται αναλυτικά:

«Κι έφυγες από κει κατόπι, ω μακροβόλε Απόλλων, κι ήρθες στην Ογχηστό στο Ποσειδώνιο άλσος το λαμπρό. Εκεί που το νιοδάμαστο πουλάρι ξανασαίνει αν κι είναι φορτωμένο τραβώντας όμορφα άρματα, κι ο ανδρείος ηνίοχος χάμω πηδώντας απ’ τον δίφρο πάει πεζός. Και τότε τα πουλάρια κείνα τα οχήματα με θόρυβο τα σέρνουν απ’ την ηνιόχηση αφημένα. Κι αν συντριφτούνε τ’ άρματα στο άλσος το πυκνόδεντρο περιποιούνται τ’ άλογα και τ’ άρματα ακουμπώντας τα τ’ αφήνουν. Γιατί απ’ τα πρώτα χρόνια έτσι ήταν το όσιο έθιμο. Αυτού στον άνακτα [Ποσειδώνα] προσεύχονται και του θεού μερίδιο μένει η δίφρος».

Τις αρματοδρομίες αυτές σχολιάζουν με εκτενή άρθρα σε επίσημα περιοδικά οι Ε. Sokolowski, G. Roux, A. Teffeteller κ.ά. (σημ. 46). Ο Πίνδαρος αποκαλεί, μάλιστα, το θεό προστάτη των ιπποδρομιών, «εὐεργέταν ἁρμάτων ἱπποδρόμιον», «σεισίχθον» και «κοσμοσείστη», άλλοι του προσέδωσαν και την προσωνυμία «ίππιος», ο προστάτης του ίππου (σημ. 47), κάτι που ικανοποιούσε ιδιαίτερα τους θεοπρόπους που, κατά το πέρασμά τους από το ιερό, ξεκούραζαν τα άλογά τους στην κρυστάλλινη πηγή του Ποσειδωνίου άλσους (σημ. 48).

Στη λατρεία του Ποσειδώνα συμμετείχαν αναμφίβολα όλες οι γειτονικές πόλεις, οι πληροφορίες όμως για τις εορταστικές εκδηλώσεις είναι περιορισμένες. Η παράδοση αναφέρει ότι κάποτε, κατά τους ιππικούς αγώνες που διοργανώνονταν προς τιμήν του Ογχηστίου Ποσειδώνα, ο ηνίοχος του Μενοικέα Περιήρης από τη Θήβα σκότωσε το βασιλιά των Μινύων Κλύμενο, με αποτέλεσμα να προκληθεί πόλεμος μεταξύ Ορχομενού και Θηβών (σημ. 49).

Ενδείξεις για την προέλευση του Ποσειδώνα (Δία) του Αρτεμισίου
Το χάλκινο άγαλμα του Ποσειδώνα (Δία) του Αρτεμισίου, που εκτίθεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, το οποίο βρέθηκε από ψαράδες το 1926 στον υποθαλάσσιο χώρο του ακρωτηρίου του Αρτεμισίου στην Εύβοια, αποτέλεσε αντικείμενο μακράς συζήτησης σε συσχετισμό με το ιερό στο οποίο ήταν τοποθετημένο, ερώτημα που παραμένει μέχρι σήμερα αναπάντητο.

Ο Sean Hemingway (σημ. 50), που μελέτησε τα ευρήματα του Αρτεμισίου, υποστηρίζει ότι πρόκειται για άγαλμα του Ποσειδώνα προερχόμενο από ιερό της κεντρικής ή της βόρειας Ελλάδας. Ο H.G. Beyen (σημ. 51), γράφει ότι το μεγαλοπρεπές αυτό άγαλμα ίσως προέρχεται από ιερό της Θεσσαλίας, θέση που όμως απορρίπτει ο Ι. Μυλωνόπουλος, καθηγητής Αρχαιολογίας στο αμερικανικό πανεπιστήμιο Κολούμπια ως μη ρεαλιστική (σημ. 52).

Επιφυλάξεις διατυπώθηκαν, επίσης, και για το αν το άγαλμα παριστάνει τον Ποσειδώνα ή τον Δία. Με αναφορά στο σχήμα της κοιλότητας στην παλάμη του δεξιού χεριού, αρκετοί αρχαιολόγοι εκτιμούν ότι πρόκειται για τον Ποσειδώνα που κραδαίνει την τρίαινα και όχι για τον Δία που είναι έτοιμος να ρίξει τον κεραυνό. Ο ίδιος τύπος Ποσειδώνα με τη συγκεκριμένη στάση απεικονίζεται και σε νόμισμα της Ποσειδωνίας (σημ. 53), ελληνικής αποικίας στην Καμπανία (Κάτω Ιταλία), που είναι προγενέστερο από το άγαλμα του Αρτεμισίου.

Σοβαρές ενδείξεις που συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι το άγαλμα του Αρτεμισίου Ποσειδώνα μπορεί να είναι το άγαλμα του Ογχηστίου Ποσειδώνα που κοσμούσε το ιερό της Ογχηστού αποτελούν τα εξής στοιχεία:

α) Η παράσταση του Ποσειδώνα σε νόμισμα, αντίγραφο του αγάλματος

Στον τύπο του Ποσειδώνα που σχεδιάστηκε στα νομίσματα της Αλιάρτου απεικονίζονται λεπτομέρειες που δεν αφήνουν αμφιβολίες πως σχετίζεται άμεσα με το άγαλμα, άλλωστε και τα δύο δημιουργήματα τοποθετούνται στην Kλασική περίοδο (αμέσως μετά τους Περσικούς Πολέμους), με πρώτο δημιούργημα το άγαλμα και δεύτερο το νόμισμα. Πιο συγκεκριμένα:

– Οι μορφές είναι και στις δύο περιπτώσεις ανδρικές γυμνές φιγούρες με εμφανή μυική δύναμη.

– Και οι δύο απεικονίζονται να έχουν διεσταλμένα τα σκέλη, με το αριστερό ελαφρά προτεταμένο για στήριξη και το δεξί με τη φτέρνα ελαφρώς ανυψωμένη, ώστε να διευκολύνεται η ώθηση και να διατηρείται η ισορροπία κατά τη ρίψη της τρίαινας.

– Το δεξί χέρι είναι τεντωμένο προς τα πίσω και κρατά την τρίαινα ελαφρά λυγισμένο, ενώ το αριστερό είναι, επίσης, εντελώς τεντωμένο και στο ίδιο ύψος με το άλλο, σχηματίζοντας το αντίβαρο για την αποτελεσματική ρίψη.

– Το στόμα είναι κλειστό και η κεφαλή εστιασμένη στον στόχο, ενώ τα μαλλιά συγκρατούνται με μια πλεγμένη μπάντα.

– Και οι δύο μορφές, εκτός της τρίαινας, φέρουν εντυπωσιακή γενειάδα, που αντιστοιχεί στα προσωνύμια του Ποσειδώνα «τριαινοκράτωρ» και «κυανοχαίτης».

– Η κλίση της τρίαινας και η μεγαλύτερη κάμψη του αριστερού ποδιού στο νόμισμα απορρέει από τη σύλληψη του σχεδιαστή να το εντάξει στον περιορισμένο χώρο του νομίσματος.

β) Η ιστορική συγκυρία

– Οι ιστορικοί και οι αρχαιολόγοι συμφωνούν ότι το ναυάγιο με το μπρούτζινο άγαλμα του Αρτεμισίου και τα άλλα έργα τέχνης έγινε κατά το α΄ μισό του 2ου αι. π.Χ., δηλαδή την ίδια περίοδο, στην οποία εντάσσεται η κυριαρχία των Ρωμαίων στην περιοχή με την καταστροφή της Αλιάρτου (171 π.Χ.). Η συγκεκριμένη χρονολόγηση επιβεβαιώνεται και από τα κεραμικά που ανασύρθηκαν στο χώρο του ναυαγίου. Παράλληλα, η πορεία του πλοίου από το ακρωτήριο του Αρτεμισίου, όπου έγινε το ναυάγιο, προς την Ιταλία εκτιμάται ως η πιο πιθανή, στο βαθμό που την εποχή εκείνη υπήρχε ρωμαϊκός στόλος στο ανατολικό Αιγαίο, όπως αναφέρει ο Theodor Mommsen (σημ. 54).

– Στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους αναφέρεται (σημ. 55): «Με την καταστροφή της Αλιάρτου (171 π.Χ.), οι επιτελείς των Ρωμαίων για να πλουτίσουν, φόρτωσαν στα πλοία έργα τέχνης, αγάλματα, πίνακες ζωγραφικής και ό,τι άλλο πολύτιμο υπήρχε στην αρχαία πόλη» και φυσικά από την ευρύτερη περιοχή (Ογχηστός), για να τα μεταφέρουν στην Ιταλία.

– Επίσης, ο Χρήστος Καρούζος (σημ. 56) παρουσιάζει ανάγλυφο πίνακα από τερακότα που βρισκόταν μέχρι τον μεγάλο πόλεμο στη Γλυπτοθήκη του Μονάχου και προέρχεται από το Porcigliano της Ιταλίας. Ο πίνακας αυτός, κατά τον Καρούζο, είναι ρωμαϊκό αντίγραφο του Ποσειδώνα του Αρτεμισίου. Συνεπώς, είναι πολύ πιθανό το χαμένο πρωτότυπο του ανάγλυφου να ήταν ανάθημα στο ιερό του Ποσειδώνα που μεταφέρθηκε στην Ιταλία μαζί με άλλα έργα τέχνης την περίοδο επικράτησης των Ρωμαίων στην περιοχή.

γ) Ο δημιουργός του αγάλματος

Οι περισσότεροι ερευνητές συμφωνούν στο ότι ο δημιουργός του Ποσειδώνα (Δία) του Αρτεμισίου (460/450 π.Χ.) είναι ο Κάλαμις (περ. 470-440 π.Χ.) (σημ. 57), γνωστός Βοιωτός καλλιτέχνης, που δημιούργησε χάλκινα αγάλματα εξαιρετικής τέχνης. Κατά τον Franz Studniczka, καταγόταν από την Ακραιφία (Ακραίφνιο), όπου βρέθηκε και η επιγραφή ΚΑΛΑΜΕΙ(Σ) (σημ. 58). Σύμφωνα με τον Παυσανία (9.16.1), ο ίδιος φιλοτέχνησε και στη Θήβα το άγαλμα του Άμμωνα Δία που ήταν τοποθετημένο στην αγορά της Καδμείας, αλλά και στην Τανάγρα τον Ερμή Κριοφόρο (9.22.1).

Θεωρείται πιθανότατο, να ανατέθηκε στον Κάλαμι η δημιουργία ενός ξεχωριστού έργου τέχνης για κάποιο ιδιαίτερο λόγο, ενδεχομένως, στο όνομα της Βοιωτικής Ομοσπονδίας που είχε το Βουλευτήριό της στην Ογχηστό, μετά τη νικηφόρο Μάχη των Πλαταιών (479 π.Χ.) και όταν ξαναφτιάχτηκαν οι κατεστραμμένες βοιωτικές πόλεις από τον Ξέρξη (σημ. 59).

δ) Αναφορές περιηγητών

Ο Στράβων (64 π.Χ.-23 μ.Χ.), που επισκέφθηκε την περιοχή, αναφέρεται μόνο σε ιερό του Ποσειδώνα στην Ογχηστό και όχι σε άγαλμα, που ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσε να υπάρχει, εφόσον όλη η περιοχή είχε καταστραφεί από τους Ρωμαίους το 171 π.Χ. και όλα τα έργα τέχνης είχαν μεταφερθεί στη Ρώμη, όπως σημειώθηκε πιο πάνω. Άλλωστε αναφέρει ότι και το ιερό ήταν «γυμνό» (σημ. 60), όπως και το άλσος του Ποσειδώνα. Ο Παυσανίας (110-180 μ.Χ. περίπου), όμως, που περιηγήθηκε την ερειπωμένη περιοχή (πόλεως ἐρείπια Ὀγχηστοῦ) ενάμιση αιώνα αργότερα, γράφει ότι επί των ημερών του στο ιερό της Ογχηστού υπήρχε και άγαλμα του Ποσειδώνα (σημ. 61), το οποίο όμως δεν περιγράφει. Για την ασάφεια αυτή μεταξύ των δύο αυτών περιηγητών μπορούν να δοθούν οι εξής ερμηνείες:

– είτε επρόκειτο για κάποιο άγαλμα του θεού που τοποθετήθηκε στο ιερό αργότερα, μετά το 171 π.Χ., και που δεν πρέπει να είχε σχέση με το μεγαλοπρεπές άγαλμα του Ποσειδώνα, το οποίο θα κοσμούσε το ιερό παλαιότερα, αυτό που οι Αλιάρτιοι είχαν αποτυπώσει στο νόμισμά τους,

– είτε ότι στις σημειώσεις που κρατούσε κατά την περιήγησή του στη Βοιωτία είχε καταγράψει μεν τα στοιχεία, ενδεχομένως βάση αγάλματος, αλλά, όταν συνέθεσε το τελικό κείμενό του, ύστερα από αρκετά χρόνια, ανέφερε εκ παραδρομής ότι εκεί είδε άγαλμα. Άλλωστε, ορισμένες ασάφειες διαπιστώνονται και για άλλους αρχαιολογικούς χώρους, τους οποίους περιηγήθηκε.

Ο «ιππέας του Αρτεμισίου»
Από τον πυθμένα της θάλασσας του Αρτεμισίου ανασύρθηκαν, εκτός από το προαναφερθέν άγαλμα του Ποσειδώνα, και διάφορα άλλα αντικείμενα, καθώς και ένα ξεχωριστό μπρούτζινο σύμπλεγμα αλόγου με αναβάτη, γνωστό ως ο «ιππέας του Αρτεμισίου», που και αυτό εκτίθεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών.

Κατά τον Sean Hemingway, το άλογο με τον αναβάτη του προέρχεται από το ίδιο ιερό, όπου υπήρχε και το άγαλμα του Ποσειδώνα, και αποτελούσε αφιέρωμα στο θεό. Ωστόσο, οι αρχαιολόγοι εκτιμούν ότι το συγκεκριμένο έργο είναι νεότερη κατασκευή. Ο ίδιος, επίσης, σημειώνει ότι ο αναβάτης, που έχει αφρικανικά χαρακτηριστικά, ήταν μάλλον Αιθίοπας εκπαιδευτής αλόγων για ιππικούς αγώνες. Άλλωστε, οι Έλληνες θεωρούσαν ότι οι Αφρικανοί (ιδίως οι Αιθίοπες) ειδικεύονταν στην εκπαίδευση ίππων. Παράλληλα, υποστηρίζει ότι ήταν σύνηθες φαινόμενο, Έλληνες καλλιτέχνες να αποτυπώνουν στα έργα τους μη Έλληνες, ιδιαίτερα στην ελληνιστική περίοδο, στην οποία ανήκει και αυτό το σύμπλεγμα, τονίζοντας με αυτό τον τρόπο τον κοσμοπολιτικό χαρακτήρα της. Επιπλέον, οι Βοιωτοί είχαν ιδιαίτερες σχέσεις με τους Αιγύπτιους ήδη από τα μυκηναϊκά χρόνια. Ωστόσο, άλλες ενδείξεις για την προέλευση του προαναφερθέντος συμπλέγματος από το Αρτεμίσιο δεν υπάρχουν πλην του γεγονότος τέλεσης των ιπποδρομιών στην Ογχηστό.

Εικ. 4. Νόμισμα της Αλιάρτου (περ. 400-375 π.Χ.) με τον Ογχήστιο Ποσειδώνα να κρατά την τρίαινα (τριαινοκράτωρ) και τη λέξη «ARI-AR-T-IO-N».

 

Αν δεχτούμε την άποψη ότι ο ιππέας του Αρτεμισίου προέρχεται από το ίδιο ιερό με το άγαλμα του Ποσειδώνα, τότε θα μπορούσαμε συμπληρωματικά να επικαλεστούμε ορισμένα ιστορικά στοιχεία από την Ελληνιστική περίοδο:

– Την εποχή του Φιλίππου αναβιώνει και πάλι η λατρεία του Ποσειδώνα στην Ογχηστό με εορταστικές εκδηλώσεις που συνοδεύονταν από ιππικούς αγώνες. Η Ογχηστός αναδεικνύεται από το 338 π.Χ. έως το 146 π.Χ. σε κέντρο της Βοιωτικής Ομοσπονδίας. Κατά την περίοδο της Μακεδονικής δυναστείας, ορισμένες βοιωτικές πόλεις (Αλίαρτος, Θίσβη, Κορώνεια) είχαν ακολουθήσει μια φιλομακεδονική στάση. Προξενικά ψηφίσματα που βρέθηκαν στην ακρόπολη της αρχαίας Αλιάρτου αναφέρονται στη διδασκαλία Μακεδόνων δασκάλων στο γυμνάσιο της πόλης (σημ. 62).

– Οι Μακεδόνες, την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, φαίνεται να επενδύουν δυναμικά στην οχύρωση βοιωτικών πόλεων. Κατά τον Dodwell (σημ. 63), η αρχιτεκτονική των τειχών της αρχαίας Αλιάρτου είναι παρόμοια με εκείνα των Πλαταιών, τα οποία ανεγέρθηκαν από τους Μακεδόνες. Επίσης, σύμφωνα με το Στράβωνα (σημ. 64), ο μηχανικός Κράτης από την Εύβοια έλαβε εντολή από τον Μέγα Αλέξανδρο να αποξηράνει τη λίμνη Κωπαΐδα, παρότι το έργο του αυτό δεν ολοκληρώθηκε, λόγων τριβών των βοιωτικών πόλεων για τη διανομή της γης. Τέλος, σημειώνεται ότι η Ογχηστός είχε αποτελέσει χώρο στρατοπέδευσης (σημ. 65) των στρατευμάτων του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην επιχείρησή του για την καταστροφή της Θήβας.

Ανεξάρτητα, όμως, από τις παραπάνω ενδείξεις και υποθέσεις σχετικά με τον Ογχήστιο Ποσειδώνα, η επικείμενη ανασκαφική έρευνα στην Ογχηστό, που αποφασίστηκε (σημ. 66) από το Υπουργείο Πολιτισμού μετά από πρόταση του Γενικού Γραμματέα τής «Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας» κ. Β. Πετράκου να ξεκινήσει το ερχόμενο καλοκαίρι, θεωρείται βέβαιο ότι θα δώσει απάντηση στα ερωτήματα και τα προβλήματα που θέτει ο χώρος.

 

Πάρις Βαρβαρούσης

Πανεπιστήμιο Αθηνών

* Tο άρθρο βασίζεται στο βιβλίο: Πάρις Βαρβαρούσης, «Αρχαία Αλίαρτος-Ιστορία και Πολιτισμός», εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2010, με Πρόλογο του Βασίλη Αραβαντινού, Επίτιμου Έφορου Αρχαιοτήτων Βοιωτίας.