ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ «ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗΣ» ΚΟΙΝΗΣ

1. Προϊστορία και προϋποθέσεις δημιουργίας της αλεξανδρινής κοινής

Η αρχαία ελληνική μάς έχει παραδοθεί, ως γνωστόν, όχι σε ενιαία μορφή αλλά σε πολυάριθμες τοπικές παραλλαγές, τις διαλέκτους, οι οποίες διαμορφώθηκαν σταδιακά κατά τη διάρκεια της 2ης και των αρχών της 1ης π.Χ. χιλιετίας. Μέχρι και τον 4ο π.Χ. αιώνα απουσίαζε οποιαδήποτε (γραπτή ή/και προφορική) «κοινή» ή «επίσημη» γλώσσα-πρότυπο για ολόκληρο τον ελληνόφωνο κόσμο.

Σε κάθε περιοχή μιλιόταν η τοπική διάλεκτος, η οποία απολάμβανε και το καθεστώς της επίσημης γλώσσας, στην οποία συντάσσονταν τόσο τα δημόσια όσο και τα ιδιωτικής φύσεως κείμενα. Το γεγονός αυτό συνδεόταν οπωσδήποτε με τον πολιτικό κατακερματισμό του αρχαίου ελληνικού κόσμου και την επίμονη προσπάθεια των αρχαίων ελληνικών πόλεων-κρατών να διαφυλάξουν την πολιτική τους αυτονομία και την ιδιαίτερη οντότητά τους. Και αυτό παρά το γεγονός ότι οι Έλληνες, της αρχαϊκής (7ος-6ος π.Χ. αιώνας) και της κλασικής εποχής (5ος-4ος π.Χ. αιώνας) τουλάχιστον, είχαν αναμφίβολα συνείδηση της κοινής τους καταγωγής και των πολιτιστικών και θρησκευτικών τους δεσμών που τους διαχώριζαν από τους υπόλοιπους λαούς.

Έτσι μέχρι και τον 5ο π.Χ. αιώνα δεν υπήρχαν ακόμη
οι προϋποθέσεις για την επικράτηση μιας ενιαίας μορφής γλώσσας για το σύνολο του ελληνισμού, έστω και μόνο στο επίπεδο του γραπτού λόγου. Μέχρι την εποχή εκείνη, βέβαια, διάφορες (σε αρκετές περιπτώσεις τεχνητές και χωρίς έντονο τοπικό χρώμα) μορφές της ελληνικής γλώσσας είχαν αποκτήσει ιδιαίτερο κύρος ως μορφές γλώσσας, στις οποίες καλλιεργούνταν τα λογοτεχνικά είδη.

Αιολικό αγγείο πόσης (πιθανότατα από τη Λέσβο) με εγχάρακτη επιγραφή «Είμαι του Φιλίωνα». Άγνωστο αλφάβητο ίσως με αιολικά στοιχεία, πιθανόν σε ιωνική διάλεκτο, ύστερος 8oς – πρώιμος 7ος αιώνας π.Χ.

Έτσι για παράδειγμα στην (κατά βάση ιωνική) ομηρική γλώσσα γραφόταν η επική ποίηση, σε γλώσσα με έντονο δωρικό χρώμα γραφόταν η χορική ποίηση κλπ. Ιδιαίτερο κύρος είχε αποκτήσει μέχρι τον 5ο π.Χ. αιώνα η (μικρασιατική) ιωνική διάλεκτος ως γλώσσα πληθυσμών που είχαν αναπτύξει υψηλό πολιτισμό και καλλιέργησαν την ποίηση, την πεζογραφία (μύθοι, «λόγοι», ιστορία -Ηρόδοτος- κλπ.) και τη φιλοσοφία.

Η ακτινοβολία του ιωνικού πολιτισμού ήταν μεγάλη στην Ανατολή και θα μπορούσε να έχει οδηγήσει στην επικράτηση της μικρασιατικής ιωνικής ως κοινής γλώσσας για ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο. Τελικά όμως οι συνθήκες στάθηκαν ευνοϊκές για την ανάδειξη της αττικής διαλέκτου, η οποία συγγένευε στενά με τη μικρασιατική ιωνική, αφού αποτελούσε μαζί με αυτήν παρακλάδι της ίδιας ομάδας. Σε μερικές περιπτώσεις και κυρίως στους ελληνιστικούς χρόνους (3ος-1ος π.Χ. αιώνας), είχαμε και τη δημιουργία, έστω και σε επίπεδο γραπτού λόγου μόνο, κοινών μορφών γλώσσας με τοπική μόνο εμβέλεια.

Ευβοϊκός σκύφος με εγχάρακτη επιγραφή «Είμαι [το ποτήριαγγείο;] του Ακεσάνδρου. [… όποιος μου το στερήσει … τα μά]τια του (ή τα χρήματά του) θα στερηθεί.» Ευβοϊκό αλφάβητο και ιωνική διάλεκτος, περίπου 720 π.Χ.

Οι προϋποθέσεις για την ανάδειξη της αττικής διαλέκτου σε βάση για τη δημιουργία κοινής γλώσσας για ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο εντοπίζονται στην πολιτικοστρατιωτική ισχύ και την πολιτιστική ακμή της Αθήνας κατά τον 5ο π.Χ. αιώνα, και ιδιαίτερα την εποχή του Περικλή (449-431 π.Χ.), η οποία είναι ευρύτερα γνωστή ως «χρυσούς αιών»:

(α) Η Αθήνα έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στην απόκρουση της περσικής εισβολής την περίοδο 490-479 π.Χ. Λίγο μετά το τέλος των Περσικών Πολέμων ίδρυσε με κέντρο το νησί της Δήλου την πρώτη Αθηναϊκή Συμμαχία, στην οποία εντάχθηκαν πολλές ελληνικές πόλεις, και αναδείχτηκε σε κυρίαρχη ναυτική δύναμη στο Αιγαίο. Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος (431-404 π.Χ.) έληξε με βαριά ήττα της Αθήνας που είχε ως αποτέλεσμα τη σημαντική υποχώρηση της ισχύος και της επιρροής της κατά τις πρώτες δεκαετίες του 4ου π.Χ. αιώνα. Παρέμεινε όμως ένα από τα ισχυρότερα και σημαντικότερα ελληνικά κράτη. Το 378/377 π.Χ. ίδρυσε τη δεύτερη Αθηναϊκή Συμμαχία, η οποία όμως δεν απέκτησε την ισχύ και τη σημασία της πρώτης.

(β) Η Αθήνα κατέστη τον 5ο π.Χ. αιώνα και παρέμεινε κατά τη διάρκεια του 4ου αιώνα, παρά την καταστροφή της πολιτικής και στρατιωτικής της δύναμης στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, το σημαντικότερο πολιτιστικό κέντρο του ελληνικού κόσμου, γεγονός το οποίο σχετίζεται οπωσδήποτε και με την κοινωνικοπολιτική της οργάνωση και την ισχύ της. Στην Αθήνα καλλιεργήθηκε η δραματική ποίηση (τραγωδία: Αισχύλος-Σοφοκλής-Ευριπίδης, κωμωδία: Αριστοφάνης), η φιλοσοφία (Σωκράτης, Πλάτων κλπ.) και η ρητορική (Ισοκράτης, Λυσίας, Δημοσθένης κλπ.), ενώ στην πόλη αυτή έζησαν και έδρασαν φιλόσοφοι, συγγραφείς-ποιητές και καλλιτέχνες από ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο. Αθηναίοι υπήρξαν επίσης και σε αττική διάλεκτο έγραψαν δύο από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της αρχαίας ελληνικής ιστοριογραφίας, ο Θουκυδίδης και ο Ξενοφών.

Σκύφος από τον Θερμαϊκό Κόλπο ύστερου 8ου – πρώιμου 7ου αι. π.Χ. με την επιγραφή του ονόματος του κατόχου του, [ Χσενι….] .

Η ισχύς, λοιπόν, και η επικυριαρχία της Αθήνας στα σύμμαχα κράτη σε συνδυασμό με την πολιτιστική της ανάπτυξη συνετέλεσαν στην αναγνώριση της διαλέκτου της, η οποία μάλιστα, όπως είδαμε, είχε τύχει ιδιαίτερης καλλιέργειας στον γραπτό λόγο, ως γλωσσικού προτύπου για ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο, ακόμα και από περιοχές οι οποίες δεν διέκειντο φιλικά έναντι της Αθήνας. Το γεγονός όμως που έδωσε την αποφασιστική ώθηση στην πανελλήνια αναγνώριση της αττικής διαλέκτου, υπήρξε η ανάδειξη στη διάρκεια του 4ου π.Χ. αιώνα μιας νέας ηγετικής δύναμης στον ελληνικό κόσμο, της Μακεδονίας.

Βάση βάθρου του ” ΕΥΚΛΕΙΔΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΑ”.

Οι επαφές της μακεδονικής αυλής με τον αθηναϊκό πολιτισμό είχαν ξεκινήσει από τον 5ο π.Χ. αιώνα. Τον 4ο αιώνα ο βασιλιάς Φίλιππος ο Β΄ καθιέρωσε την αττική διάλεκτο ως επίσημη γλώσσα της Μακεδονίας, ενώ με τις κατακτήσεις (334-323 π.Χ.) του Μεγάλου Αλεξάνδρου η ελληνική παιδεία και η ελληνική γλώσσα διαδόθηκαν στη Μικρά Ασία, τη σημερινή Μέση Ανατολή και την Αίγυπτο, αφενός μέσω της εγκατάστασης Ελλήνων στις κατακτημένες χώρες και αφετέρου μέσω μιας διαδικασίας εξελληνισμού των ντόπιων πληθυσμών

. Η τελευταία αυτή διαδικασία στη μεν Μικρά Ασία προχώρησε σε βάθος, ενώ σε περιοχές των κατακτήσεων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, οι οποίες ήταν πιο απομακρυσμένες από την κυρίως Ελλάδα και γενικότερα τον χώρο του Αιγαίου, όπως η Αίγυπτος, η Συρία κλπ. ο γλωσσικός και πολιτισμικός εξελληνισμός υπήρξε πιο περιορισμένος. Γεγονός παραμένει πάντως ότι η ελληνική γλώσσα με τη μορφή της αλεξανδρινής κοινής, η οποία είχε ως βάση την αττική διάλεκτο, κυριάρχησε στον χώρο της ανατολικής Μεσογείου ως γλώσσα πολιτισμού, και προφορικής και γραπτής επικοινωνίας και συναλλαγών μεταξύ των πληθυσμών της περιοχής. Κατέστη δηλαδή «διεθνής» γλώσσα της εποχής.

Η σημασία της καταδεικνύεται μεταξύ άλλων και από το γεγονός της μετάφρασης της Παλαιάς Διαθήκης στην ελληνική για τις ανάγκες των ελληνόφωνων Ιουδαίων της διασποράς (η μετάφραση των «Εβδομήκοντα»), αλλά και από το γεγονός ότι τα ιερά κείμενα της νέας θρησκείας του χριστιανισμού (Καινή Διαθήκη), συντάχθηκαν τα περισσότερα μάλλον απευθείας στην ελληνική με τη μορφή της αλεξανδρινής κοινής.

2. Η διαδικασία διαμόρφωσης της αλεξανδρινής κοινής

Η διαδικασία διαμόρφωσης κοινής γλώσσας με βάση την αττική διάλεκτο ξεκίνησε πιθανόν ήδη από τις τελευταίες δεκαετίες του 5ου π.Χ. αιώνα με επίκεντρο, φυσικά, την Αθήνα, όπου εκτός από τους ντόπιους Αθηναίους ένα σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού αποτελούσαν Έλληνες από πολλές άλλες περιοχές («μέτοικοι»). Όχημα για τη διάδοση της αττικής διαλέκτου αλλά και του «εμπλουτισμού» της με μη αττικά στοιχεία κατά τη διαδικασία διαμόρφωσης της κοινής θα υπήρξαν οι έντονες εμπορικές, πολιτιστικές ή άλλου είδους επαφές και ανταλλαγές της Αθήνας κυρίως με τα σύμμαχα κράτη στον χώρο του Αιγαίου και ιδιαίτερα την Ιωνία. Ήδη σε ιωνικές επιγραφές του τέλους του 5ου π.Χ. αιώνα εμφανίζονται αττικοί τύποι. Αττικές γλωσσικές επιρροές αρχίζουν να γίνονται αισθητές και να πυκνώνουν σε επιγραφές και από άλλες περιοχές κατά τη διάρκεια του 4ου π.Χ. αιώνα, ώσπου στην ελληνιστική περίοδο φτάνουμε στη χρήση μορφών γλώσσας ανάμεικτων από τις παλαιές τοπικές διαλέκτους και από στοιχεία της βασισμένης στην αττική διάλεκτο αλεξανδρινής κοινής. Στο τελευταίο στάδιο της διαδικασίας αυτής βρίσκεται η αντικατάσταση των παλαιότερων ελληνικών διαλέκτων από την αλεξανδρινή κοινή, αρχικά στον γραπτό λόγο και αργότερα και στον προφορικό.

Η αττική διάλεκτος αποτέλεσε, λοιπόν, τη βάση για τη δημιουργία από τον 4ο π.Χ. αιώνα κοινής γλώσσας, της αλεξανδρινής κοινής όπως ονομάζεται. Η τελευταία όμως δεν ταυτίζεται με την αττική διάλεκτο της κλασικής εποχής, πιθανόν ούτε και με την αττική διάλεκτο με τη μορφή που θα εξακολούθησε να μιλιέται στην ίδια την Αττική.

Η κοινή εμφανίζει αρκετές μεταβολές σε σχέση με την αττική διάλεκτο της κλασικής εποχής, ενώ στη συνολική της διαμόρφωση συνέβαλαν περισσότερο ή λιγότερο και άλλες διάλεκτοι κυρίως με λεξιλογικά στοιχεία και παραγωγικές καταλήξεις. Σημαντικότερη σε σύγκριση με όλες τις υπόλοιπες διαλέκτους ήταν η συμβολή της ιωνικής, με την οποία η αττική διάλεκτος συγγένευε στενά και βρισκόταν σε διαρκή επαφή από παλαιότερα. Αρκετοί γλωσσολόγοι μάλιστα κάνουν λόγο για «αττικοϊωνική κοινή».

Από εκεί και πέρα είναι βέβαιο ότι κατά τόπους η προφορική αλεξανδρινή κοινή ενσωμάτωσε στοιχεία των παλαιότερων τοπικών ελληνικών διαλέκτων. Το γεγονός αυτό θα συνέβαλε στη διαμόρφωση τοπικών παραλλαγών της, όπως περίπου συμβαίνει και σήμερα με την εξάπλωση της κοινής νεοελληνικής. Η τελευταία χρησιμοποιείται κατά τόπους από μερίδα των ομιλητών της με τρόπο που «προδίδει» τις παλαιότερες τοπικές γλωσσικές ποικιλίες που επικάλυψε (ιδιαίτερη προφορά ορισμένων φθόγγων, χρήση στοιχείων του παλαιού τοπικού λεξιλογίου κλπ.).

Κάτι ανάλογο θα συνέβη και σε περιοχές όπου κατοικούσαν αλλόγλωσσοι αρχικά πληθυσμοί που τελικά εξελληνίστηκαν γλωσσικά. Στοιχεία των παλαιότερων γλωσσών τους πιθανόν πέρασαν στην αλεξανδρινή κοινή, αλλά και η ίδια άσκησε επίδραση στις γλώσσες εκείνες. Την περίοδο της ρωμαιοκρατίας αλλά και αργότερα η κοινή δέχτηκε την επίδραση της λατινικής, κυρίως στον τομέα του λεξιλογίου και της παραγωγής λέξεων: αρκετές λέξεις, μερικές από τις οποίες χρησιμοποιούνται μέχρι σήμερα, εισήλθαν τότε από τη λατινική στην ελληνική, όπως επίσης και παραγωγικές καταλήξεις: π.χ. βούλ(λ)α, κάστρον, κέλλα (σημ. κελλί), σέλ(λ)α, κουστωδία, οσπίτιον (σημ. σπίτι), τίτλος, φαμίλια, τα ονόματα των μηνών, οι καταλήξεις -άριος> -άρης, -άριον> -ά-ρι(ν), -ατος) κλπ. Μέσω της Αγίας Γραφής και με όχημα τον εκχριστιανισμό των ελληνόφωνων πληθυσμών εισάγονται στην κοινή λέξεις και κύρια ονόματα εβραϊκής προέλευσης, όπως μεσσίας, Πάσχα, σατανάς, Ιωάννης, Μάρθα, Μαρία, Μιχαήλ κλπ.

[ ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΠΤΟΛΕΜΑΙΟΣ. ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΠΤΟΛΕΜΑΙΟΥ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΙΣΣΗΣ ΒΕΡΕΝΙΚΗΣ….. ]
Ορειχάλκινη επιγραφή δίγλωσση ,δηλαδή και στα ιερογλυφικά.

Η κοινή στη γραπτή της μορφή εμφανίζεται σχετικά ομοιογενής. Στην προφορική της μορφή, όμως, είναι βέβαιο ότι δεν παρουσίαζε ομοιογένεια στον γεωγραφικά εκτεταμένο χώρο στον οποίο μιλιόταν: είτε διότι εξαρχής διαδόθηκε με κατά τόπους διαφορετική μορφή (και σε διαφορετικό χρόνο), είτε διότι, όπως είδαμε, ενσωμάτωσε κατά περιοχές στοιχεία διαφορετικών παλαιότερων ελληνικών διαλέκτων ή άλλων γλωσσών, είτε διότι, όπως ήταν αναμενόμενο, εξελίχθηκε κατά τόπους διαφορετικά, είτε εξαιτίας συνδυασμού των παραπάνω παραγόντων.

Η εξάπλωση της κοινής εις βάρος των παλαιότερων ελληνικών διαλέκτων και η κατά τόπους διαφοροποίησή της φαίνεται πως υπήρξαν παράλληλες διαδικασίες. Σε αυτή την κατά τόπους διαφοροποίηση της κοινής πρέπει πιθανόν να αναζητηθούν οι ρίζες των νεοελληνικών διαλέκτων, η γένεση των οποίων ολοκληρώθηκε κατά τη μεσαιωνική εποχή. Οι νεοελληνικές διάλεκτοι στην πλειοψηφία τους δεν σχετίζονται άμεσα με τις αρχαίες ελληνικές διαλέκτους, αν και διέσωσαν στοιχεία τους.

Η χρονική οριοθέτηση της περιόδου της αλεξανδρινής κοινής έναντι της μεσαιωνικής/βυζαντινής ελληνικής είναι διαφιλονικούμενη. Κατ’ άλλους η περίοδος της κοινής τελειώνει τον 4ο μ.Χ. αιώνα, ενώ σύμφωνα με μια άλλη άποψη εκτείνεται μέχρι τον 6ο μ.Χ. αιώνα.

3. Πηγές της αλεξανδρινής κοινής

Οι σημαντικότερες πηγές της αλεξανδρινής κοινής είναι οι εξής:

(α) Επιγραφές.

(β) Τα κείμενα της Αγίας Γραφής: Η μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης (3ος-1ος π.Χ. αιώνας) στην ελληνική για τις ανάγκες των ελληνόφωνων Ιουδαίων, και η Καινή Διαθήκη (1ος μ.Χ. αιώνας). Τα εκτεταμένα αυτά κείμενα είναι ίσως η σημαντικότερη πηγή της αλεξανδρινής κοινής και παρέχουν αρκετά καλή εικόνα της προφορικής μορφής της.

(γ) Τα παραγγέλματα των Αττικιστών. Από τους τελευταίους προ Χριστού αιώνες και ιδιαίτερα από τον 1ο-2ο μ.Χ. αιώνα εκδηλώθηκε στα μεγάλα πνευματικά κέντρα της Ανατολής και ιδιαίτερα στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου μια κίνηση λογίων που κήρυττε την επιστροφή στην αττική διάλεκτο της κλασικής εποχής, από την οποία η ζωντανή γλώσσα της εποχής τους είχε βέβαια απομακρυνθεί πλέον ύστερα από αιώνες εξέλιξης. Η κίνηση αυτή ονομάστηκε αττικισμός.Οι αττικιστές συνέταξαν έργα τα οποία περιείχαν πλήθος παραγγελμάτων-οδηγιών για τη «σωστή» χρήση της κλασικής αττικής διαλέκτου, και στα οποία στηλιτεύονταν οι γλωσσικοί τύποι, οι φράσεις και το λεξιλόγιο της εποχής τους. Οι αττικιστές έγιναν έτσι πολύτιμοι πληροφοριοδότες μας για τη ζωντανή γλωσσική χρήση της εποχής τους.

(δ) Τα κείμενα που περιέχονται σε μη φιλολογικούς παπύρους. Οι τελευταίοι προέρχονται κυρίως από την Αίγυπτο και περιλαμβάνουν ιδιωτικές επιστολές, αιτήσεις, προσκλήσεις και πάσης φύσεως διοικητικά έγγραφα. Ιδιαίτερα τα ιδιωτικής φύσεως κείμενα δίνουν μια αρκετά καλή εικόνα της αλεξανδρινής κοινής που ήταν σε χρήση στην ελληνιστική και ρωμαϊκή εποχή στην Αίγυπτο από Έλληνες ή εξελληνισμένους ή δίγλωσσους ελληνομαθείς Αιγυπτίους.

(ε) Ελληνολατινικά γλωσσάρια και ελληνολατινικοί διάλογοι για τη διευκόλυνση της συνεννόησης μεταξύ αλλογλώσσων.

(στ) Κείμενα συγγραφέων της εποχής (Πολύβιος, Επίκτητος κλπ.).

4. Χαρακτηριστικά της αλεξανδρινής κοινής

Βάση της αλεξανδρινής κοινής υπήρξε κυρίως η αττική διάλεκτος. Η κοινή περιλαμβάνει όμως και μη αττικά στοιχεία, όπως π.χ. το διπλό (μακρό) σ αντί του συνήθους στην αττική διπλού τ (φυλάσσω αντί του αττικού φυλάττω, θάλασσα αντί του αττικού θάλαττα κλπ.) και το σύμπλεγμα ρσ αντί του αττικού ρρ σε μερικές περιπτώσεις (π.χ. ἄρσεν αντί του αττικού ἄρρεν) κλπ.

Όπως συνήθως συμβαίνει κατά τη διαδικασία διαμόρφωσης κοινής γλώσσας -οπότε έρχονται σε επαφή διάφορες διάλεκτοι μιας γλώσσας-, ορισμένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της διαλέκτου που αποτελεί την κυρίως βάση της αποβάλλονται και υιοθετούνται πιο διαδεδομένες στο σύνολο της γλώσσας μορφές και στοιχεία από άλλες διαλέκτους: Η αλεξανδρινή κοινή ενσωμάτωσε, όπως είδαμε, είτε στο σύνολό της είτε στις κατά τόπους παραλλαγές της, στοιχεία από τις αρχαίες ελληνικές διαλέκτους.

Αυτό όμως που είναι επίσης σημαντικό είναι ότι με τις αναπόφευκτες μεταβολές που κάθε γλώσσα υφίσταται με την πάροδο του χρόνου, η αλεξανδρινή κοινή σταδιακά απομακρύνθηκε από την αττική διάλεκτο της κλασικής εποχής. Τα πρώτα σημάδια μερικών από τις μεταβολές αυτές που άλλαξαν τη φυσιογνωμία της ελληνικής γλώσσας, είχαν διαφανεί ήδη από την κλασική εποχή. Μερικές από τις μεταβολές αυτές συνέβησαν παράλληλα (ή είχαν συμβεί νωρίτερα από την αλεξανδρινή κοινή) και σε κάποιες από τις αρχαίες ελληνικές διαλέκτους για όσο διάστημα επιβίωναν, πριν αντικατασταθούν οριστικά από την κοινή. Τα αποτελέσματα μάλιστα μερικών από αυτές τις μεταβολές πιθανόν πέρασαν στην κοινή από τις παλαιές διαλέκτους.

Κατά τη διάρκεια των αιώνων της κοινής συνέβησαν πολλές μεταβολές, οι οποίες μετέβαλαν ριζικά τη φυσιογνωμία της ελληνικής. Αρκετά από τα χαρακτηριστικά της νέας ελληνικής διαμορφώνονται ήδη την εποχή της κοινής. Ζήτημα προς διερεύνηση είναι ποιες από τις μεταβολές αυτές και σε ποιο βαθμό θα μπορούσαν να συνδέονται με την υιοθέτηση της ελληνικής από αλλόγλωσσους πληθυσμούς.

Μερικές από τις σημαντικότερες μεταβολές είναι συνοπτικά οι εξής:

Μεταβολές στον χώρο της φωνολογίας:

(1) Μονοφθογγισμός των αρχαίων διφθόγγων [ai] και [oi] (αι και οι) σε [e] και [y] αντίστοιχα. Η δίφθογγος [ei] είχε ήδη μονοφθογγιστεί από την κλασική εποχή, αποκτά όμως την εποχή αυτή -μαζί με το μακρό κλειστό [e]- οριστικά τη σημερινή της προφορά (δηλ. [i]). Επίσης το η (μακρό [e]) αποκτά σταδιακά τη σημερινή του προφορά (δηλ. [i]).

(2) Μεταβολή των διφθόγγων [au] και [eu] (αυ, ευ) σε [af] ή [av] και [ef] ή [ev] αντίστοιχα.

(3) Η διάκριση μεταξύ μακρών και βραχέων φωνηέντων παύει και τα φωνήεντα είναι πλέον ισόχρονα, ενώ σε συνδυασμό με τη μεταβολή αυτή ο μουσικός τονισμός της αρχαίας ελληνικής αντικαθίσταται από το λεγόμενο δυναμικό τονισμό.

(4) Εξαφανίζεται οριστικά ο φθόγγος h (στο μεταγενέστερο σύστημα γραφής δηλώθηκε με τη δασεία).

(5) Τα σύμφωνα b d g (δηλ. β δ γ) και τα δασέα σύμφωνα ph th kh (δηλ. φ θ χ) απέκτησαν τη σημερινή τους προφορά.

(6) Τα διπλά σύμφωνα που προφέρονταν παρατεταμένα άρχισαν να προφέρονται ως απλά. Η παλαιότερη προφορά διατηρήθηκε μέχρι σήμερα σε ορισμένες διαλέκτους, όπως η κυπριακή.

Στον χώρο της μορφολογίας:

(1) Στον τομέα του ονόματος (ουσιαστικού-επιθέτου): Απλοποίηση της κλίσης με τον παραμερισμό του πλήθους των τύπων κλίσης και των πολλών εξαιρέσεων, έναρξη της διαδικασίας υποχώρησης -μέσω διαφόρων διαύλων- της αρχαίας γ΄ κλίσης· εξάπλωση των υποκοριστικών σε αντικατάσταση των παλαιών απλών ουσιαστικών (π.χ. ὁ παῖς, τοῦ παιδός → υποκορ. τό παιδίον > παιδίν > σημ. παιδί, τό οὖς, τοῦ ὠτός → υποκορ. τό ὠτίον > σημ. αφτί κλπ.) έναρξη της διαδικασίας εξαφάνισης της δοτικής πτώσης·οριστική εξαφάνιση του δυϊκού αριθμού (και στο ρήμα)· εξαφάνιση των παραθετικών των επιθέτων του τύπου καλός-καλλίων-κάλλιστος και γενίκευση των παραθετικών σε -τερος και -τατος (π.χ. ταχύς-ταχύτερος-ταχύτατος αντί των παλαιότερων ταχύς-θάττων-τάχιστος) κλπ.

(2) Στον χώρο του ρήματος: Τάση για ενοποίηση του συστήματος καταλήξεων των παρελθοντικών χρόνων με διαμόρφωση του σχήματος -α -ες -ε -αμεν -ετε -αν για τον αόριστο και τον παρατατικό· αντικατάσταση της συζυγίας των ρημάτων σε -μι από την συζυγία σε -ω (δεικνύω αντί του παλαιότερου δείκνυμι, δίδω αντί του παλαιότερου δίδωμι κλπ.)· τάση για αναλυτική (περιφραστική) εκφορά των τετελεσμένων (συντελικών) χρόνων (παρακειμένου και υπερσυντελίκου)· σταδιακή εξαφάνιση της ευκτικής έγκλισης· απώλεια του μέσου μέλλοντα και του μέσου αορίστου (π.χ. γράψομαι, ἐγραψάμην)· η απώλεια του παλαιού συνθετικού (μονολεκτικού) μέλλοντα υιοθέτηση καταλήξεων μέσης φωνής από το ρήμα εἰμί, το οποίο στην αρχαία ελληνική ακολουθούσε την κλίση της ενεργητικής φωνής (πρβ. νεοελλ. είμαι, είμαστε, ήμουν, ήταν κλπ.)· έναρξη της διαδικασίας απώλειας του απαρεμφάτου κλπ.

Στον χώρο της σύνταξης:

Τάση για παρατακτική σύνδεση των προτάσεων αντί της χρήσης δευτερευουσών προτάσεων· αντικατάσταση της δοτικής στις διάφορες χρήσεις της από άλλες πτώσεις ή εμπρόθετα κλπ. Επιπτώσεις στη σύνταξη είχαν επίσης οι εξελίξεις στην ευκτική και το απαρέμφατο.

Στον χώρο του λεξιλογίου:

Εκτός από τον εκτεταμένο δανεισμό λέξεων από άλλες γλώσσες, για τον οποίο έγινε λόγος πιο πάνω, αλλαγές στη σημασία πολλών λέξεων, αντικατάσταση αρκετών από τις αρχαίες λέξεις από προϋπάρχουσες αρχαίες λέξεις που αλλάζουν σημασία ή νεότερα παράγωγά τους (μῦς → ποντικός, ἰχθύς → ὀψάριον, ἐρυθρός → κόκκινος, ὕει → βρέχει, ἐσθίω → τρώγω κλπ.). Άλλες λέξεις αποκτούν μέσω της χρήσης τους στη χριστιανική λατρεία και τα ιερά κείμενα διαφορετική ή στενότερη σημασία σε σχέση με την αρχική (π.χ. ἐκκλησία, βάπτισμα, μάρτυς, ἄγγελος κλπ.).

Αργότερα μάλιστα με την επικράτηση του χριστιανισμού η λέξη Ἓλλην παύει να έχει εθνολογικό περιεχόμενο και αρχίζει να δηλώνει αυτόν που παρέμεινε πιστός στην αρχαία ελληνική θρησκεία.

Βιβλιογραφία

ΑΝΔΡΙΩΤΗΣ, Ν. 1974. Η ελληνική γλώσσα στους μετακλασσικούς χρόνους. Στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, 5ος τόμ., 258-267. Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών.
BROWNING, R. 1995. Η μεσαιωνική και νέα ελληνική γλώσσα. Αθήνα: Παπαδήμας.
DEBRUNNER, A. & A. SCHERER. 1994. Ιστορία της ελληνικής γλώσσας. 2ος τόμ., Βασικά ζητήματα και γνωρίσματα της μετακλασικής ελληνικής. Μτφρ. Χ. Π. Συμεωνίδης. Θεσσαλονίκη: Α/φοί Κυριακίδη.
HORROCKS, G. 1997. Greek: AHistoryoftheLanguageand itsSpeakers. Λονδίνο & Νέα Υόρκη: Longman. Ελλην. μτφρ. και εισαγ. από τις Μ. Σταύρου & Μ. Τζεβελέκου, με τίτλο Ελληνικά. Ιστορία της γλώσσας και των ομιλητών της. (Αθήνα: Εστία, 2006).
ΚΟΠΙΔΑΚΗΣ, Μ. Ζ., επιμ 1999. Ιστορία της ελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο.
ΚΑΨΩΜΕΝΟΣ Σ., 1985. Από την ιστορία της ελληνικής γλώσσας: Η ελληνική γλώσσα από τα ελληνιστικά ως τα νεότερα χρόνια – Η ελληνική γλώσσα στην Αίγυπτο. Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών [Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη].
ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ, Γ. 2002. Συνοπτική ιστορία της ελληνικής γλώσσας. 5η έκδ. Αθήνα.
NIEHOFF-PANAGIOTIDIS, J. 1994. KoineundDiglossie. Wiesbaden: Harrassowitz.
ΣΥΜΕΩΝΙΔΗΣ, Χ. 1997. Επιδράσεις της ελληνικής γλώσσας σε άλλες γλώσσες και άλλων γλωσσών στην ελληνική. Στο Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα, παράρτημα «Ελλάς», 1ος τόμ., 86-90. Αθήνα: Εκδοτικός Οργανισμός «Πάπυρος».
THUMB, A. 1901. Die griechische Sprache im Zeitalter des Hellenismus. Στρασβούργο: Karl J. Trübner. (Φωτομηχανική ανατύπωση, Walter de Gruyter, 1974).
ΤONNET, H. 1995. Ιστορία της νέας ελληνικής γλώσσας. Μτφρ. Μ. Καραμάνου & Π. Λιαλιάτσης. Αθήνα: Παπαδήμας.
ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ, Μ. [1938] 1981. Νεοελληνική γραμματική. Ιστορική εισαγωγή. 3ος τόμ. του Άπαντα. Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών [Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη].
ΧΑΡΑΛΑΜΠΑΚΗΣ, Χ. 1997. Η δομή της αρχαίας ελληνικής γλώσσας: Από τον 3ο π.Χ. ως τον 6ο μ.Χ .αι. – Η κοινή γλώσσα. Στο Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα, παράρτημα «Ελλάς», 1ος τόμ., 49-52. Αθήνα: Εκδοτικός Οργανισμός «Πάπυρος».
ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ, Α.-Φ., επιμ. 2001. Ιστορία της ελληνικής γλώσσας: Από τις αρχές έως την ύστερη αρχαιότητα. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας & Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών [΄Ιδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη].
ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ, Α.-Φ. 2005. Ιστορία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών [Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη].

Κατά τον Μπαμπινιώτη (1998, 113-114), «οι ξένοι μελετητές της ιστορίας της γλώσσας χρησιμοποιούν συχνά γι’ αυτήν την περίοδο τον ευρύτερο όρο «μετακλασική Ελληνική», όρο της αντίστοιχης φιλολογίας. Ο όρος αυτός, αντιπαρατιθέμενος προς «την κλασική Ελληνική», δηλώνει στην πράξη όλη την ιστορική διαδρομή της ελληνικής γλώσσας μετά τους κλασικούς χρόνους, από το δεύτερο ήμισυ του 4ου π.Χ. αιώνα μέχρι σήμερα! Πρόκειται, προφανώς, για συγχυτικά περιεκτικό όρο, γεγονός που δεν μεταβάλλεται από τη σιωπηρά περιοριστική χρήση του όρου από μερικούς για μόνη την αλεξανδρινή και τη ρωμαϊκή περίοδο. Έτσι είναι προτιμότερο, ως σαφέστερο, να χρησιμοποιείται ο όρος Κοινή. Τέλος, οι προσδιορισμοί Αλεξανδρινή (Κοινή) και Ελληνιστική (Κοινή) επικράτησαν στην πρακτική εφαρμογή του όρου, μολονότι και οι δύο είναι, στην πραγματικότητα, περιοριστικοί του όρου Κοινή σε μόνη την αλεξανδρινή ή ελληνιστική περίοδο, ενώ η φάση αυτή της ελληνικής γλώσσας καλύπτει πράγματι την ελληνιστική, τη ρωμαϊκή και την πρώιμη (τριών αιώνων) βυζαντινή περίοδο.

Με την τελευταία παρατήρηση θίγουμε το θέμα των χρονικών ορίων της Κοινής, το οποίο εξετάσαμε εκτενώς πιο πάνω, μιλώντας για τη διαίρεση της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας σε περιόδους. Εδώ θα περιοριστούμε να πούμε πως η Κοινή αρχίζει στο δεύτερο ήμισυ του 4ου π.Χ. αι. (στους χρόνους του Μ. Αλεξάνδρου) και τελειώνει, κατ’ άλλους με τη μεταφορά της πρωτεύουσας του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους στην Κωνσταντινούπολη (330 μ.Χ.), κατ’ άλλους δε ακόμη αργότερα, τον 6ο αι., χρονολόγηση που για ιστορικούς και γλωσσικούς λόγους, τους οποίους αναφέραμε εκεί, φαίνεται πειστικότερη».

Βοηθήματα

α. Ανδριώτης, Ν. 1974.
Η ελληνική γλώσσα στους μετακλασσικούς χρόνους.
Στο Ιστορία του ελληνικού έθνους, 5ος τόμ., 258-267. Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, σελ. 258-259.
© Εκδοτική Αθηνών

Καθώς είδαμε μιλώντας για την ελληνική γλώσσα της κλασσικής εποχής, είχαν ήδη κυριαρχήσει διαφορετικές διαλεκτικές μορφές για κάθε είδος του έντεχνου λόγου. Μια κοινή ιωνική για το έπος, την ελεγεία και την ιστορική λογογραφία, μια κοινή δωρική για τη χορική ποίηση, μια κοινή αθηναϊκή αττική για το δράμα, την κωμωδία, τη φιλοσοφία και τη ρητορική. Έτσι στη φυσική γεωγραφική διαλεκτολογία είχε προστεθή και μια έντεχνη. Η διάλεκτος αυτή του κάθε λογοτεχνικού είδους δεν συνέπιπτε απόλυτα με καμμιά καθαρά τοπική διάλεκτο. Διαβάζοντας κανείς σήμερα τις «ιωνικές» ελεγείες του (Αθηναίου) Σόλωνος ή του (Δωριέως) Θεόγνιδος, τους «δωρικούς» διθυράμβους του (Ίωνος) Βακχυλίδου και τους επινίκιους του (Βοιωτού) Πινδάρου, ή τα χορικά των Αθηναίων τραγικών έχει την εντύπωση μιας ήδη γερά θεμελιωμένης ενιαίας ελληνικής γλώσσας με ένα ολότελα επιφανειακό διαλεκτικό ψιμύθι.

β. Χαραλαμπάκης, Χ. 1997.
Η δομή της αρχαίας ελληνικής γλώσσας: Από τον 3ο π.Χ. ως τον 6ο μ.Χ .αι. Η κοινή γλώσσα.
Στο Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, Παράρτημα Ελλάς: Η ιστορία και ο πολιτισμός του ελληνικού έθνους από τις απαρχές μέχρι σήμερα, 1ος τόμ., 49-52. Αθήνα: Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, σελ. 50.
© Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος

Η έννοια της λογοτεχνικής κοινής γλώσσας αναπτύχθηκε κατά τρόπο μοναδικό και ανεπανάληπτο στην Ελλάδα με το να συνδεθεί μια ορισμένη διάλεκτος με ένα λογοτεχνικό είδος, την οποία χρησιμοποιούσαν ποιητές και εν μέρει πεζογράφοι, ανεξάρτητα από τον τόπο καταγωγής τους. Η ιωνική, λ.χ., διάλεκτος καταξιώθηκε πολύ σύντομα στην περιοχή της ιστοριογραφίας. Ο Ελλάνικος εγκατέλειψε την αιολική διάλεκτο της ιδιαίτερης πατρίδας του Μυτιλήνης, όπως και ο Αντίοχος ο Συρακούσιος τη δωρική, επιδιώκοντας με τη χρήση της ιωνικής την ευρύτερη διάδοση και αναγνώριση του έργου τους.

α. Χαραλαμπάκης, Χ. 1997.
Η δομή της αρχαίας ελληνικής γλώσσας: Από τον 3ο π.Χ. ως τον 6ο μ.Χ. αι. Η κοινή γλώσσα.
Στο Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, Παράρτημα Ελλάς: Η ιστορία και ο πολιτισμός του ελληνικού έθνους από τις απαρχές μέχρι σήμερα, 1ος τόμ., 49-52. Αθήνα: Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, σελ. 50.
© Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος

Η ιωνική διάλεκτος διέθετε τον 5ο π.Χ. αιώνα όλες τις προϋποθέσεις για να καθιερωθεί ως γλώσσα της πεζογραφίας, η πολιτική και στρατιωτική όμως υπεροχή των Αθηναίων κατά την ίδια χρονική περίοδο είχε ως αποτέλεσμα να γίνουν σοβαρές ανακατατάξεις στον πολιτιστικό τομέα, με άμεσο φυσικά αντίκτυπο και στη γλώσσα. Η αττική διάλεκτος απέκτησε μεγάλη αίγλη και κύρος. Γύρω στο 400 π.Χ. οι Αθηναίοι ήταν βέβαιοι ότι η γλώσσα τους γινόταν κατανοητή και έξω από τα στενά όρια της Αττικής.

β. Debrunner, A. & A. Scherer. 1994.
Ιστορία της ελληνικής γλώσσας. 2ος τόμ.: Βασικά ζητήματα και γνωρίσματα της μετακλασικής ελληνικής.
Θεσσαλονίκη: Αφοί Κυριακίδη, σελ. 33-34.
© Αφοί Κυριακίδη

Η κυρίως λογοτεχνική πεζογραφία είναι δημιούργημα των Ιώνων της Μ. Ασίας, γι’ αυτό διατηρήθηκε σε ιωνική διάλεκτο. Η σύμπτωση το θέλησε να κατάγονται από δωρική περιοχή οι δύο κατεξοχήν εκπρόσωποι της παλιάς ιωνικής πεζογραφίας: Ο Ηρόδοτος από την Αλικαρνασσό, ο Ιπποκράτης από τη νήσο Κω· μη Ίωνες υπάρχουν και ανάμεσα στους λογογράφους που γράφουν ιωνικά και μας είναι γνωστοί μόνο από αποσπάσματα, έτσι ο Ελλάνικος από την αιολική Μυτιλήνη της Λέσβου. Η επίδραση της ιωνικής ιστορικής πεζογραφίας φτάνει μάλιστα ως τη Σικελία· ο Αντίοχος από τη δωρική Συρακούσα έγραψε τον 5ο αιώνα τη σικελική του ιστορία ιωνικά. Η ενιαία μικρασιατικοϊωνική λογοτεχνική πεζογραφία προσφερόταν τότε και ως επίσημη γλώσσα σε γειτονικές μη ιωνικές κοινότητες· ήδη οι σύγχρονες με τον Ηρόδοτο επιγραφές της δωρικής αποικίας Αλικαρνασσού είναι ιωνικές.

Έτσι η Ιωνική τον 5ο αιώνα βρισκόταν στον καλύτερο δρόμο για να γίνει γενική γλώσσα της γραπτής πεζογραφίας, εν πάση περιπτώσει στην ανατολή.

[…]

Η σημασία του ιωνικού πολιτισμού στην ανατολή αποδεικνύεται καταφανώς και από το γεγονός ότι από τη μια μεριά οι Έλληνες στην ανατολή ονομάζονται απλώς «΄Ιωνες» (περσικά Yauna, ινδικά Yavan, στην εβραϊκή Παλαιά Διαθήκη Jāvān) και από την άλλη τα ονόματα ανατολικών λαών πέρασαν στην Ελληνική σε ιωνική μορφή (το περσ. Pārsa γίνεται ιων. *Πήρσης, από αυτό Πέρσης· το περσ. Māda γίνεται Μήδος, το ινδ. Sindhu- γίνεται Ινδός μέσω του περσ. Hindu- με ιωνική απώλεια του αρχικού Η).

Debrunner, A. & Scherer, A. 1994.
Ιστορία της ελληνικής γλώσσας. 2ος τόμ.: Βασικά ζητήματα και γνωρίσματα της μετακλασικής ελληνικής.
Θεσσαλονίκη: Αφοί Κυριακίδη, σελ. 57-58.
© Αφοί Κυριακίδη

Η αττικοϊωνική κοινή κατά τη διείσδυσή της συνάντησε σε μερικά μέρη τοπικές κοινές γλώσσες. Από αυτές μπορούμε να κατανοήσουμε ακόμη πολύ καλά την αχαϊκο-αιτωλική κοινή. Επειδή η αττικοϊωνική κοινή ήταν η γλώσσα των Μακεδόνων ηγεμόνων, της αντιστάθηκαν οι δυο ελληνικές συμμαχίες που επιδίωκαν να διατηρηθούν ανεξάρτητες από τη Μακεδονία, δηλαδή η αχαϊκή (280-246) και η αιτωλική (περίπου 270 έως 189) με το να δημιουργήσουν για λογαριασμό τους μια δική τους γλώσσα της συμμαχίας.

Για το αν αυτή χρησιμοποιούνταν και ανεπίσημα μας λείπουν εντελώς οι πληροφορίες και οι μαρτυρίες· οπωσδήποτε δεν κατέχουμε ούτε ένα φιλολογικό μνημείο σε αυτές τις γλώσσες και ο Πολύβιος, που ήταν βεβαίως γιος ενός στρατηγού της αχαϊκής συμπολιτείας και έζησε στην εποχή της αχαϊκής κοινής, δεν γράφει με κανένα τρόπο την τοπική αυτή κοινή γλώσσα της πατρίδας του, αλλά την πανελλήνια.

Σε επιγραφές βρίσκουμε την αχαϊκο-αιτωλική κοινή σε ολόκληρη τη βορειοδυτική Ελλάδα και μακριά στην Πελοπόννησο. Τη βάση της αποτελούσε αναμφίβολα μια βορειοδυτική ελληνική κοινή καθώς αυτή διαπιστώνεται στους πανελλήνιους Δελφούς περίπου από τον 4ο αιώνα. Οι πιο χαρακτηριστικές της ιδιοτυπίες είναι ο νεωτερισμός -οις στη δοτική πληθ. της 3ης κλίσης (αγώνοις κλπ.) και η διατήρηση της παλιάς σύνταξης της εν με αιτιατική.

Η γλώσσα αυτή ήταν πολύ κατάλληλη για την αιτωλική συμμαχία, γιατί βρισκόταν πολύ κοντά στην εγχώρια διάλεκτο· αλλά και τα ιδιώματα των περιοχών της αχαϊκής συμμαχίας ήταν αρκετά όμοιά της, ώστε να μπορούν να προσαρμοστούν σε αυτή· μόνο που οι ιδιοτυπίες που αναφέραμε δεν μπόρεσαν να επικρατήσουν παντού κι έτσι προέκυψε μια εντονότερα δωρικά χρωματισμένη κοινή.

ΤΕΛΟΣ

ΜΕ ΠΗΓΕΣ ΑΠΟ :
«Δημιουργία της ελληνιστικής κοινής » Νίκος Παντελίδης -2007
Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα -www.greek-language.gr
ΑΡΧΕΙΟ ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝΑ