ΠΙΣΩ
Η εθνεγερσία των επί τετρακόσια χρόνια σχεδόν υπόδουλων Ελλήνων, συντελεσμένη από 1821 έως 1829 με πράξεις έξοχου ηρωισμού των ηθικά πρωτοπόρων της γενεάς εκείνης και με πολύ βαριές θυσίες του λαού, τελεσφορημένη, μερικά έστω, με τη συμπαράσταση Ρωσίας, Γαλλίας, Αγγλίας, αποτελεί πολιτικοϊστορικό γεγονός αξιοθαύμαστο.

Τα πολιτικοϊστορικά γεγονότα εξηγούνται, όσο εξηγούνται, με τη διάγνωση και την αξιολόγηση πολλών συντελεστών. Μεταξύ αυτών κυριότερος είναι, ως ενεργοποιός και των άλλων, η πρωτοβουλία ορισμένων ανθρώπων, η συντακτική μεγάλης ομάδας ανθρώπων σε δράση πολιτική. Αυτό ισχύει κατ’ εξοχήν για την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Και η προς αυτήν πρωτοβουλία έχει ένδοξη χρονολογία: 14 Σεπτεμβρίου 1814.
Υπήρχε στους υπόδουλους Ελληνες πόθος ελευθερίας, συγκρατημένος έστω. Και η λαϊκή Μούσα παρηγορούσε: «Μη κλαις Κυρά μας Δέσποινα και σεις εικόνες μη κλαίτε. Πάλι με χρόνια με καιρούς πάλι δικά μας θα ’ναι». Οσοι μάλιστα μαθήτευαν στα ολίγα υπάρχοντα σχολεία διαποτίζονταν με νάμα πατριωτισμού. Υπήρξαν και απελευθερωτικές εξεγέρσεις, τοπικές όμως και δίχως επιτυχία. Και υπήρξαν παραινέσεις προς εξέγερση απελευθερωτική, καθώς προπάντων η περίφημη του Ρήγα Φεραίου, του «πατριδολάτρη» και «μεγαλομάρτυρα».

Η πρωτοβουλία όμως των Ηπειρωτών Νικολάου Σκουφά και Αθανασίου Τσακάλωφ και του Πάτμιου Εμμανουήλ Ξάνθου, την 14η Σεπτεμβρίου 1814 στην Οδησσό, να ιδρύσουν τη Φιλική Εταιρεία, υπήρξε η αφετηρία της ιστορικής πορείας του υπόδουλου Γένους προς την Απελευθέρωση. Ο Σκουφάς, 35 ετών, και ο Ξάνθος, 42 ετών, ήταν μικρέμποροι ή κατά καιρούς γραμματείς εμπόρων. Ο Τσακάλωφ, 26 ετών, υιός εμπόρου, είχε λάβει μόρφωση και πανεπιστημιακή στο Παρίσι. Και οι τρεις είχαν ήδη πριν από το 1814 φρόνημα επαναστατικό, απελευθερωτικό του έθνους.

Μέντωρ του Σκουφά υπήρξε ο Κωνσταντίνος Ράδος, σπουδασμένος στο Πανεπιστήμιο της Πίζας, όπου και είχε μυηθεί στον καρβοναρισμό. Εκπατρισμένος προς αποφυγή διωγμού από τον Αλή Πασά, εμπνεόμενος από ελληνικό πατριωτισμό, αποφάσισε το 1812 στη Μόσχα την ίδρυση ελληνικής μυστικής εταιρείας προς απελευθέρωση του υπόδουλου έθνους. Και την απόφαση αυτή εμπιστεύθηκε σε ολίγους Ελληνες και στον Νικόλαο Σκουφά, εμποροϋπάλληλο εκεί τότε, άξιο της εμπιστοσύνης του με τον φλογερό πατριωτισμό του και τον σοβαρό του χαρακτήρα. Η απόφαση του Ράδου δεν είχε συνέχεια, καθώς αυτός αναχώρησε από τη Μόσχα το 1812 μαζί με τη γαλλική στρατιά. Ο Σκουφάς όμως είναι κατηχημένος επαναστάτης έκτοτε προς απελευθέρωση της Ελλάδος. Προπαίδεια προς δράση επαναστατική, απελευθερωτική της Ελλάδος, είχε και ο Αθανάσιος Tσακάλωφ από τα χρόνια των πανεπιστημιακών του σπουδών στο Παρίσι, όταν μετείχε πολύ ενεργά στο «Ελληνόγλωσσον ξενοδοχείον», οργάνωση με σκοπό μυστικό την απελευθέρωση της Ελλάδος. Ο Ξάνθος είχε πατέρα με υπηρεσία πριν στον ρωσικό στρατό, υπήρξε μικρέμπορος στη Σμύρνη και στην Τεργέστη, αλλά εμφορούμενος από φιλελεύθερο φρόνημα πίστευε στη δυνατότητα για ένωση «καπιτάνων και Αρματωλών και άλλων… ομογενών» σε μυστική εταιρεία με σκοπό την «εν καιρώ απελευθέρωσιν της πατρίδος».

Τον Νοέμβριο 1813 ο Σκουφάς και ο Τσακάλωφ συνάντησαν τον Ξάνθο στην Οδησσό. Αφού πέρασαν δέκα μήνες, ώστε και να βεβαιωθούν εκατέρωθεν για το πατριωτικό φρόνημα και τον σοβαρό χαρακτήρα των, και μετά προκαταρκτικές μεταξύ των συζητήσεις, αποφάσισαν, τότε μόνον, την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας, στις 14 Σεπτεμβρίου 1814, εταιρείας μυστικής, αποκλειστικά ελληνικής, με σκοπό την απελευθέρωση της Ελλάδος.

Η δράση της Φιλικής Εταιρείας υπήρξε δυσχερέστατη, με πολλές αντιξοότητες, και από τη φύση της ενείχε μέγιστο κίνδυνο για το έθνος, αν αποκαλυπτόταν άκαιρα στους Τούρκους. Οι αρχηγοί της όμως δεν ήταν επιπόλαιοι επαναστάτες, είχαν υψηλού βαθμού πατριωτισμό και τόλμη επαναστατική, αλλά και τη συναίσθηση εναγώνιας ευθύνης προς το Γένος, μήπως και προκαλέσουν την εξόντωσή του.
Και πέρασε «κρίσεις» η Φιλική Εταιρεία, έως και με προτάσεις για διάλυσή της. Και μια αιτία ήταν η συναίσθηση αυτή της μεγάλης ευθύνης προς το έθνος.

Περί τα μέσα του 1817 η Φιλική Εταιρεία είχε ήδη 30 μέλη. Μεταξύ αυτών, ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ο Γεώργιος Σέκερης και ο Αθανάσιος Σέκερης, ο Γεώργιος Λεβέντης, ο Αντώνιος Κομιζόπουλος, ο Γεώργιος Ολύμπιος, ο Χριστόφορος Περραιβός. Αργότερα έγιναν μέλη της Εταιρείας και ο Ανθιμος Γαζής, ο Αναγνωσταράς, ο Φαρμάκης, ο Παναγιώτης Σέκερης, ο πλούσιος αυτός μεγαλέμπορος και πρόθυμος να εισφέρει μεγάλα χρηματικά ποσά για το έργο της Εταιρείας.

Τον Σεπτέμβριο του 1818 η Εταιρεία είχε πολλά ικανά στελέχη σε όλες σχεδόν τις περιοχές της Ελλάδος και σε παροικίες ελληνικές εκτός Ελλάδος. Στις 22 Σεπτεμβρίου 1818 –τον Ιούλιο είχε αποθάνει ο Σκουφάς– οι αρχηγοί της Εταιρείας, ευρισκόμενοι στην Κωνσταντινούπολη, συνυπέγραψαν «Υποχρεωτικόν», δηλαδή συμφωνητικό, αυστηρής δεοντολογίας της συμπεριφοράς των αρχηγών, και αποφάσισαν την ανάθεση της ύπατης αρχηγίας της Εταιρείας στον διασημότερο Ελληνα τότε Ιωάννη Καποδίστρια, υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας. Υστερα από την πολιτικά ορθότατη άρνηση του Καποδίστρια, προσφέρθηκε η αρχηγία της Εταιρείας, άρα και της επικείμενης Επαναστάσεως του Εθνους, στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, ετών 28 τότε, στρατηγόν του ρωσικού στρατού και υπασπιστή του αυτοκράτορος της Ρωσίας. Και αυτός, γόνος διάσημης ήδη ελληνικής οικογενείας, δέχθηκε την προσφορά και αναδέχθηκε τη μεγάλη ευθύνη προς το έθνος, στις 12 Απριλίου 1820. Η Εταιρεία έπαυσε να έχει άγνωστη Αρχή. Και η αναγγελία της ηγεσίας Υψηλάντη προσέδωκε μέγα κύρος σ’ αυτήν και συνέβαλε στην εμπέδωση της πειθαρχίας των στελεχών και των μελών της.

Εφεξής ο συντονισμός της προετοιμασίας για την Επανάσταση και η απόφαση για την έναρξή της αποτελούν υπεύθυνο έργο του Υψηλάντη, δέκτη όμως και εισηγήσεων από κορυφαία μέλη της Εταιρείας.

Τους υπόλοιπους από 12 Απριλίου μήνες του 1820, αφού αναδιοργάνωσε την Εταιρεία, επιδόθηκε ο Υψηλάντης πολύ σύντονα στην προετοιμασία για την Επανάσταση. Μετά διακυμάνσεις της γνώμης για το πού έπρεπε να αρχίσει, δηλαδή στην Πελοπόννησο ή στη Μολδοβλαχία, τελικά υπό την πίεση και των περιστάσεων άρχισε η Ελληνική Επανάσταση όχι στην Πελοπόννησο, αλλά στη Μολδοβλαχία, με απόφαση του Υψηλάντη, ευρισκομένου ακόμη στο Κισνόβιο, πρωτεύουσα της Βασαραβίας, στις 26 Φεβρουαρίου 1821.

Απόστολοι της Φιλικής Εταιρείας μετέφεραν την απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου στους Φιλικούς της Πελοποννήσου, της Στερεάς Ελλάδος και των νήσων. Και άρχισε, όχι ταυτόχρονα, στις διάφορες περιοχές της Ελλάδος η Επανάσταση, ενώ συνεχιζόταν ακόμη στη Μολδοβλαχία η από 22 Φεβρουαρίου επαναστατική δράση του Υψηλάντη.

Οταν αυτή απέτυχε τελικά, μετά έξοχους ηρωισμούς των αγωνιστών, και ο ίδιος ο Υψηλάντης φυλακίσθηκε στην Αυστρία, η Eπανάσταση των Ελλήνων στην Ελλάδα είχε ήδη σταθεροποιηθεί. Το έργο της Φιλικής Εταιρείας να συνεγείρει τους Ελληνες σε αγώνα προς απελευθέρωσή των είχε συντελεσθεί.

Εκτενέστερα, στο βιβλίο Αλέξανδρου Ι. Δεσποτοπούλου «Η Απόφασις περί της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821» ή και στο άλλο βιβλίο του «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος», Τόμος Α΄, 1979 (Εκδόσεις Παπαζήση).


* Ο κ. Κ. Ι. Δεσποτόπουλος είναι ακαδημαϊκός, πρώην υπουργός Παιδείας.

Από την εφημερίδα Καθημερινή