Ὁ Δεινοκράτης ἦταν ἀρχιτέκτων καὶ πολεοδόμος, τεχνικὸς σύμβουλος τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, τὸν ὁποῖο ἀκολούθησε στὶς ἀποστολές του. Εῖναι ἰδιαίτερα γνωστὸς γιὰ τὴ δημιουργία τοῦ πολεοδομικοῦ σχεδίου τῆς Ἀλεξάνδρειας, καθῶς καὶ γιὰ τὴ συμμετοχή του στὸ σχεδιασμὸ τοῦ ναοῦ τῆς Ἀρτέμιδος στὴν Ἔφεσο, ἑνὸς ἀπὸ τὰ 7 θαύματα τοῦ κόσμου.
Στὴν γραμματεία ἀναφέρεται ὡς Στασικράτης, Στησικράτης, Χειροκράτης, Δεινοχάρης, Δεινοκράτης κ. ἄ….

Ὡς Δεινοχάρη τὸν συναντᾶμε στὸν Πλίνιο τὸν Πρεσβύτερο ὅταν τὸν ἀναφέρει στὸν κατάλογό του μὲ τοὺς πέντε δεξιοτέχνες ἀρχιτέκτονες τῆς ἀρχαιότητος. Ἐπίσης ὁ Πλίνιος τὸν ἀναφέρει δύο φορὲς συσχετίζοντὰς τον μὲ τὴν δημιουργία τῆς Ἀλεξάνδρειας τῆς Αἰγύπτου. Ὁ Decimus Magnus Ausonius (περ. 310 – 395), Ρωμαῖος ποιητής καὶ ρήτορας, ἑλληνικῆς κατὰ τὸ ἤμισυ καταγωγῆς, τὸν ἀναφέρει καὶ αὐτὸς ὡς Δεινοχάρη στὸ ποίημά του Mosella, ἀνάμεσα στοὺς ἑπτὰ μεγαλύτερους ἀρχιτέκτονες, μὲ κορυφαῖο στὴν λίστα τὸν Δαίδαλο.
Ἀπὸ τὸν Στράβωνα ἀναφέρεται ὡς Χειροκράτης ὁ Ρόδιος ὅταν ἀναφέρεται στὴν ἀνοικοδόμηση τοῦ ναοῦ τῆς Ἀρτέμιδος στὴν Ἔφεσο. Ὁ Ψευδο-Καλλισθένης τὸν ἀναφέρει μὲ τὰ ὀνόματα Ἑρμοκράτης καὶ Ἱπποκράτης μὲ καταγωγὴ ἀπὸ τὴ Ρόδο καὶ ὡς τὸν ἀρχιτέκτονα τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου ποὺ ἔχτισε τὴν Ἀλεξάνδρεια. Στὸν Πλούταρχο τὸν βρίσκουμε μὲ τὸ ὄνομα Στασικράτης.
Τρεῖς ἀκόμη συγγραφεῖς, ὁ Valerius Maximus, ὁ Ammianuw Markellinus καὶ ὁ Julius Valerius Ρωμαῖος ἱστορικὸς (τέλη 3ου μ.Χ. αἰ.) τὸν ἀναφέρουν ὡς Δεινοκράτη καὶ τὸν συνδέουν μὲ τὴν ἴδρυση τῆς Ἀλεξάνδρειας. Ὁ Julius Valerius μάλιστα ἀναφέρει ὡς τόπο καταγωγῆς του τὴ Ρόδο. Ὁ Βιτρούβιος μόνο τὸν ἀναφέρει ὡς Μακεδόνα καὶ ὅτι μοιραζόταν τὸν ἴδιο τόπο καταγωγῆς μὲ τὸν Ἀλέξανδρο.

Τὴ συνάντηση τοῦ Δεινοκράτους μὲ τὸν Ἀλέξανδρο μᾶς τὴν περιγράφει ὁ Πλούταρχος στὸ «Περὶ τῆς Ἀλεξάνδρου τύχης ἢ ἀ­ρετῆς», 335:
[…Μεταξὺ τῶν ἄλλων τεχνιτῶν ζοῦσε τότε καὶ ὁ ἀρχιτέκτων Στασικράτης, τοῦ ὁποίου τὰ ἔργα δὲν ἐπιδίωκαν χάρη καὶ συγκίνη­ση καὶ προοπτικὴ μὲ τὴ μορφή τους. Τὰ σχέδιά του ἦταν τόσο με­γαλεπήβολα ὥστε τὰ ἔσοδα ἑ­νὸς μεγάλου κράτους μὲ δυσκο­λία θὰ ἐπαρκοῦσαν γιὰ τὴν ἐκτέ­λεσή τους. Αὐτός, ἀφού πῆγε στὸν Ἀλέξανδρο, κατηγοροῦσε τὶς ζω­γραφιστὲς εἰκόνες του καὶ τοὺς μαρμάρινους ἢ χάλκινους ἀν­δριάντες του ὡς ἔργα δειλῶν καὶ ταπεινῶν τεχνιτῶν.
«Ἐγώ» εἶπε «ἔχω σκεφτεῖ, βασιλιά, νὰ ἐμπι­στευθῶ τὴν ὁμοιότητα τοῦ σώμα­τός σου σὲ ὕλη ἄφθαρτη καὶ ζω­ντανὴ ποὺ νὰ ἔχει θεμέλια αἰώνια καὶ βάρος ἀκίνητο καὶ ἀπαρασάλευτο. Δηλαδὴ τὸ ὄρος Ἄθως τῆς Θράκης, ἐκεῖ ὅπου ἔχει τὸ μεγα­λύτερο ὄγκο του καὶ ὑψώνεται περιφανέστατος καὶ ἔχει ὕψος καὶ πλάτη συμμετρικὰ καὶ βραχώδεις ἐκτάσεις καὶ συναρμογὲς καὶ δια­στήματα μὲ κάποια μορφή. Ὁ Ἄθως αὐτός εἶναι δυνατὸν μὲ τὴν τέχνη νὰ κατεργαστῇ καὶ νὰ με­τασχηματιστῂ ὧστε νὰ ὀνομάζε­ται ἀνδριάντας τοῦ Ἀλεξάνδρου καὶ νὰ εἶναι ἀληθινὸς ἀνδριάντας αὐτοῦ, ποὺ μὲ τὰ πόδια του θὰ ἐγ­γίζῃ τὴ θάλασσα, μὲ τὸ ἕνα χέρι θὰ ἀγκαλιάζῃ καὶ θὰ ὑποβαστάζῃ πόλη ἰκανὴ νὰ περιλάβῃ 10.000 κατοίκους. Μὲ τὸ δεξί χέρι κρατῶντας φιάλη νὰ χύνῃ ἀπὸ αὐτὴ σπονδὲς πρὸς τιμὴ τῶν θε­ῶν ὁλόκληρο ποταμὸ ποὺ θὰ ρέῃ ἀ­κατάπαυστα καὶ θὰ ἐκβάλλῃ στὴ θάλασσα. Τὰ χρυσὰ καὶ χαλκὰ καὶ τὰ ἐλεφάντινα καὶ τὰ ξύλινα καὶ τὰ ἔγχρωμα ἔργα, ὅλες τὶς μικρὲς καὶ ἀγοραστὲς εἰκόνες ποὺ τὶς κλέβουν ἄς τὶς ἀφήσουμε».
Αὐτά, ἀφοῦ ἄκουσε ὁ Ἀλέξανδρος, θαύ­μασε τὴν τόλμη τοῦ καλλιτέχνη, ἐπαίνεσε τὴν πεποίθησή του καὶ πρόσθεσε: «Ἄσε τὸν Ἄθω νὰ μέ­νει στὴ θέση του, ἀρκεῖ ὅτι εἶναι μνημεῖο τῆς ὕβρεως τοῦ βασιλιᾶ (ἐννοούσε τὸν Ξέρξη, ποὺ εἶχε ἐπιχειρήσει νὰ κατασκευάσῃ διώ­ρυγα). Ἐμένα θὰ μὲ κάνῃ γνωστὸ ὁ Καύκασος καὶ τὰ Ἠμωδά ὄρη (Ἱμα­λάια) καὶ ὁ Τάναης καὶ ἡ Κασπία θάλασσα. Οἱ πράξεις μου θὰ εἶναι οἱ εἰκόνες μου…] 1*
Ὁ Βιτρούβιος περιγράφοντας τὸ ἴδιο περιστατικό, ἀναφέρει:
«…ὁ ἀρχιτέκτων Δεινοκράτης πρότεινε στὸν Μέγα Ἀλέξανδρο νὰ χαράξῃ τὸ Ἅγιο Ὄρος καὶ νὰ τοῦ δώσῃ τὴ μορφὴ ἑνὸς ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος μὲ τὸ ἕνα χέρι θὰ ὑποστηρίζῃ μία ὁλόκληρη πόλη, καὶ μὲ τὸ ἄλλο θὰ κρατάει ἕνα κύπελο στὸ ὁποῖο θὰ καταλήγουν ὅλα τὰ ὕδατα τοῦ βουνοῦ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ, μὲ ὑπερχείλιση θὰ καταλήγουν στὴν θάλασσα.
Ὁ Ἀλέξανδρος, γοητευμένος μὲ τὴν ἰδέα, τὸν ρώτησε ἄν ἡ πόλη αὐτὴ θὰ περιβάλλεται ἀπὸ γῆ ἰκανὴ νὰ ἐφοδιάσῃ τὸν πληθυσμό της μὲ τὸ ἀναγκαῖο σιτάρι γιὰ τὴν ἐπιβίωσή του.
Ἀλλὰ ἡ διαπίστωση ὅτι ἡ τροφοδότηση θὰ μποροῦσε νὰ γίνῃ μόνο ἀπὸ τὴ θάλασσα, ὁ Ἀλέξανδρος εἶπε: «Δεινοκράτη, μὲ εὐχαριστεῖ τὸ μεγαλεῖο καὶ ἡ ὀμορφιὰ τοῦ σχεδίου σου, ἀλλὰ νομίζω πὼς ἡ δημιουργία μιᾶς ἀποικίας στὴ θέση αὐτὴ δὲν εἶναι καλή, γιατὶ ὅπως ἕνα παιδὶ δὲν μπορεῖ νὰ τροφοδοτηθῇ καὶ νὰ ἀναπτυχθῇ χωρὶς γάλα, ἔτσι καὶ μία πόλη δὲν μπορεῖ νὰ συντηρηθῇ καὶ νὰ ἀναπτυχθῇ χωρὶς ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ πληθυσμοῦ νὰ ἔχῃ εὔφορα χωράφια καὶ ἄφθονο φαγητὸ ἀπὸ πλούσιες σοδειές. Ἔτσι, ἐνὼ ἡ πρωτοτυπία τοῦ σχεδίου σου ἔχει τὴν ἔγκρισή μου, ἀποδοκιμάζω τὴν θέση ποὺ ἔχεις ἐπιλέξει γιὰ τὴν ἐκτέλεσή του. Θέλω ὅμως νὰ μείνῃς κοντά μου, γιατὶ θὰ χρειαστῶ τὶς ὑπηρεσίες σου».
Ἔτσι ἄρχισε ἡ κοινή τους πορεία…

Ἡ ταφικὴ πυρὰ τοῦ Ἡφαιστίωνος
Ὁ Δεινοκράτης συνεργάστηκε μὲ ἄλλους μηχανικοὺς τῆς ἐποχῆς του στὴ δημιουργία τοῦ ναοῦ τῶν Δελφῶν, τῆς Δήλου καὶ ἄλλων ἑλληνικῶν πόλεων. Ἐπίσης, δικό του ἔργο ἀποτελεῖ καὶ ὁ ἐπιτάφιος τύμβος τοῦ Ἡφαιστίωνος, ἕνα κολοσσιαῖο μνημεῖο ἔξι ὀρόφων στὴ Βαβυλώνα καί πλάτους 180 μ., μὲ χρυσὲς διακοσμήσεις στοὺς ὀρόφους.
Κατὰ τὸν Διόδωρο (ΙΖ.115.1-6) ὁ Ἀλέξανδρος γκρέμισε τὰ τείχη τῆς Βαβυλώνας, γιὰ νὰ κάνῃ τὴν ταφικὴ πυρὰ τοῦ Ἡφαιστίωνος. 2*
Ὁ Πλούταρχος (Βίοι Παράλληλοι. Ἀλέξανδρος 72.3) λέει ὅτι ὁ Ἀλέξανδρος διέταξε νὰ γκρεμίσουν τὶς ἐπάλξεις ἀπὸ τὰ τείχη τῶν γειτονικῶν πόλεων στὰ Ἐκβάτανα, ἀμέσως μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἡφαιστίωνος, ὡς ἐκδήλωση πένθους. 3*

Ὁ ναὸς τῆς Ἀρτέμιδος στὴν Ἔφεσο ὑπῆρξε ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους τοῦ κλασικοῦ κόσμου, μεγαλύτερος καὶ ἀπὸ τὸν Παρθενῶνα, ποὺ χτίστηκε ἀργότερα στὴν Ἀθήνα (ἡ βάση τῶν θεμελίων εἶχε μῆκος 131 μέτρα καὶ πλάτος 79 μ., ἐνῶ 120 μαρμάρινοι κίονες ὑποστήριζαν τὸ κύριο τμῆμα τοῦ ναοῦ. Κάθε κίονας εἶχε ὕψος 20 μέτρα). Τὸ 356 π.Χ. ὁ ναὸς καταστράφηκε ἀπὸ πυρκαγιὰ καὶ ἀργότερα ὁ Μ. Ἀλέξανδρος, ἐπισκεπτόμενος τὴν Ἔφεσο, ἔδωσε διαταγὴ νὰ οἰκοδομηθῇ καὶ πάλι ὁ ναός, στὴν ἴδια θέση, μὲ συμμετοχὴ τοῦ Δεινοκράτους στὸ σχεδιασμό του. Αὐτὸν τὸν ναὸ εἶδε ὁ Ἀντίπατρος, ὁ ἐμπνευστὴς τῆς λίστας μὲ τὰ ἑπτὰ θαύματα τοῦ ἀρχαίου κόσμου, καὶ ἀναφέρει ὅτι τὸ μεγαλεῖο τοῦ ναοῦ τῆς Ἀρτέμιδος ὑπερβαίνει κάθε ἄλλο τῶν ὑπολοίπων.

Τὸ 332-331 π.Χ. ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος ἀνέθεσε στὸν Δεινοκράτη νὰ δημιουργήσῃ τὴν τοπογραφικὴ καὶ πολεοδομικὴ διάρθρωση τῆς νέας -τότε- πόλης τῆς Ἀλεξάνδρειας. Ἡ πόλη σχεδιάστηκε μὲ ἕνα σύνηθες «τύπο καννάβου» καὶ ἀποτέλεσε πρότυπο γιὰ πολλὲς ἄλλες πόλεις τῆς Ἀνατολῆς. Ὁ Δεινοκράτης συνεργάστηκε στενὰ μὲ τὸν περίφημο μηχανικὸ Κράτη, ὁ ὁποῖος ἦταν ὑδραυλικὸς μηχανικός, ἐπιβλέπων καὶ σχεδιαστὴς τοῦ ἐξαιρετικοῦ συστήματος ὑδρεύσεως καὶ ἀποχετεύσεως, τῆς πόλεως τοῦ

«Ὁ Ἀλέξανδρος, στὴν πορεία του γιὰ τὸν ναὸ τοῦ Ἄμμωνος Διός, παρατήρησε ἀπέναντι ἀπὸ τὸ νησὶ τοῦ Φάρου, ἕνα σημεῖο ποὺ ἦταν ἐξαιρετικὸ γιὰ τὴν οἰκοδόμηση μιᾶς πόλεως. Ἔφτιαξε λοιπὸν ἕνα σχέδιο μὲ τὶς θέσεις τῶν πλατειῶν καὶ τῶν ναῶν καὶ ἀνέθεσε τὸν γενικὸ σχεδιασμὸ καὶ ἐπίβλεψη στὸν ἀρχιτέκτονα ποὺ εἶχε ἀνακατασκευάσει τὸν ναὸ τῆς Ἀρτέμιδος στὴν Ἔφεσο· στὸν Δεινοκράτη».
Στὸν Δεινοκράτη ἀποδίδεται καὶ ἡ κατασκευὴ τοῦ μνημείου στὸν τύμβο Καστᾶ σύμφωνα μὲ τὴν προϊσταμένη τῆς ΚΗ’ Ἐφορείας Προϊστορικῶν καὶ Κλασικῶν Ἀρχαιοτήτων Σερρῶν, Κατερίνα Περιστέρη, ποὺ σὲ δήλωσή της στὸν «ΑτΚ», ἀναφέρει:
kastas3-thumb-large

Ὁ μνημειακὸς περίβολος τοῦ τύμβου Καστᾶ
«Κατὰ τὴν περίοδο ποὺ χρονολογεῖται ὁ ταφικὸς περίβολος, μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου, μέχρι τὸ τέλος τοῦ 4ου π.Χ. αἰῶνος, διαδραματίζονται σπουδαῖα ἱστορικὰ γεγονότα στὴν περιοχὴ τῆς Ἀμφίπολης. Σημαντικοὶ στρατηγοὶ καὶ ναύαρχοι τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου σχετίζονται μὲ τὴν περιοχή, ἐδῶ ὁ Κάσσανδρος ἐξορίζει καὶ θανατώνει τὸ 311 π.Χ. τὴ νόμιμη σύζυγο τοῦ Μ. Ἀλεξάνδρου, Ρωξάνη, καὶ τὸ γιό του, Ἀλέξανδρο Δ’. Ἐπιπλέον, τὸν ταφικὸ περίβολο ἔχει σχεδιάσει ὁ ἀρχιτέκτονας τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, Δεινοκράτης».
Σημειώσεις
Ἀρχαῖα κείμενα
1* […« Ἐγὼ δ´ » εἶπεν « εἰς ἄφθαρτον, ὦ βασιλεῦ, καὶ ζῶσαν ὕλην καὶ ῥίζας ἔχουσαν ἀιδίους καὶ βάρος ἀκίνητον καὶ ἀσάλευτον ἔγνωκά σου τὴν ὁμοιότητα καταθέσθαι τοῦ σώματος. Ὁ γὰρ Θρᾴκιος Ἄθως, ᾗ μέγιστος αὐτὸς αὑτοῦ καὶ περιφανέστατος ἐξανέστηκεν, ἔχων ἑαυτῷ σύμμετρα πλάτη καὶ ὕψη καὶ μέλη καὶ ἄρθρα καὶ διαστήματα μορφοειδῆ, δύναται κατεργασθεὶς καὶ σχηματισθεὶς εἰκὼν Ἀλεξάνδρου καλεῖσθαι καὶ εἶναι, ταῖς μὲν βάσεσιν ἁπτομένου τῆς θαλάσσης, τῶν δὲ χειρῶν τῇ μὲν ἐναγκαλιζομένου καὶ φέροντος πόλιν ἐνοικουμένην μυρίανδρον, τῇ δὲ δεξιᾷ ποταμὸν ἀέναον ἐκ φιάλης σπένδοντος εἰς τὴν θάλασσαν ἐκχεόμενον. Χρυσὸν δὲ καὶ χαλκὸν καὶ ἐλέφαντα καὶ ξύλα καὶ βαφάς, ἐκμαγεῖα μικρὰ καὶ ὠνητὰ καὶ κλεπτόμενα καὶ συγχεόμενα, καταβάλωμεν ».
Ταῦτ´ ἀκούσας Ἀλέξανδρος τὸ μὲν φρόνημα τοῦ τεχνίτου καὶ τὸ θάρσος ἀγασθεὶς ἐπῄνεσεν,
« Ἔα δὲ κατὰ χώραν » ἔφη « τὸν Ἄθω μένειν· ἀρκεῖ γὰρ ἑνὸς βασιλέως ἐνυβρίσαντος εἶναι μνημεῖον· ἐμὲ δ´ ὁ Καύκασος δείξει καὶ τὰ Ἠμωδὰ καὶ Τάναϊς καὶ τὸ Κάσπιον πέλαγος· αὗται τῶν ἐμῶν ἔργων εἰκόνες…] ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΤΥΧΗΣ Η ΑΡΕΤΗΣ ΛΟΓΟΣ Βʹ, [ΙΙ]
2* «…115. τῶν γὰρ ἡγεμόνων καὶ φίλων ἕκαστος στοχαζόμενος τῆς τοῦ βασιλέως ἀρεσκείας κατεσκεύαζεν εἴδωλα δι᾽ ἐλέφαντος καὶ χρυσοῦ καὶ τῶν ἄλλων τῶν θαυμαζομένων παρ᾽ ἀνθρώποις, αὐτὸς δὲ τοὺς ἀρχιτέκτονας ἀθροίσας καὶ λεπτουργῶν πλῆθος τοῦ μὲν τείχους καθεῖλεν ἐπὶ δέκα σταδίους, τὴν δ᾽ ὀπτὴν πλίνθον ἀναλεξάμενος καὶ τὸν δεχόμενον τὴν πυρὰν τόπον ὁμαλὸν κατασκευάσας ᾠκοδόμησε τετράπλευρον πυράν, σταδιαίας οὔσης ἑκάστης πλευρᾶς. [2] εἰς τριάκοντα δὲ δόμους διελόμενος τὸν τόπον καὶ καταστρώσας τὰς ὀροφὰς φοινίκων στελέχεσι τετράγωνον ἐποίησε πᾶν τὸ κατασκεύασμα. μετὰ δὲ ταῦτα περιετίθει τῷ περιβόλῳ παντὶ κόσμον, οὗ τὴν μὲν κρηπῖδα χρυσαῖ πεντηρικαὶ πρῷραι συνεπλήρουν, οὖσαι τὸν ἀριθμὸν διακόσιαι τεσσαράκοντα, ἐπὶ δὲ τῶν ἐπωτίδων ἔχουσαι δύο μὲν τοξότας εἰς γόνυ κεκαθικότας τετραπήχεις, ἀνδριάντας δὲ πενταπήχεις καθωπλισμένους, τοὺς δὲ μεταξὺ τόπους φοινικίδες ἀνεπλήρουν πιληταί. [3] ὑπεράνω δὲ τούτων τὴν δευτέραν ἐπανεῖχον χώραν δᾷδες πεντεκαιδεκαπήχεις, κατὰ μὲν τὴν λαβὴν ἔχουσαι χρυσοῦς στεφάνους, κατὰ δὲ τὴν ἐκφλόγωσιν ἀετοὺς διαπεπετακότας τὰς πτέρυγας καὶ κάτω νεύοντας, παρὰ δὲ τὰς βάσεις δράκοντας ἀφορῶντας τοὺς ἀετούς. κατὰ δὲ τὴν τρίτην περιφορὰν κατεσκεύαστο ζῴων παντοδαπῶν πλῆθος κυνηγουμένων. [4] ἔπειτα ἡ μὲν τετάρτη χώρα κενταυρομαχίαν χρυσῆν εἶχεν, ἡ δὲ πέμπτη λέοντας καὶ ταύρους ἐναλλὰξ χρυσοῦς. τὸ δ᾽ ἀνώτερον μέρος ἐπεπλήρωτο Μακεδονικῶν καὶ βαρβαρικῶν ὅπλων, ὧν μὲν τὰς ἀνδραγαθίας, ὧν δὲ τὰς ἥττας σημαινόντων. ἐπὶ πᾶσι δὲ ἐφειστήκεισαν Σειρῆνες διάκοιλοι καὶ δυνάμεναι λεληθότως δέξασθαι τοὺς ἐν αὐταῖς ὄντας καὶ ᾁδοντας ἐπικήδιον θρῆνον τῷ τετελευτηκότι. [5] τὸ δ᾽ ὕψος ἦν ὅλου τοῦ κατασκευάσματος πήχεις πλείους τῶν ἑκατὸν τριάκοντα. καθόλου δὲ τῶν τε ἡγεμόνων καὶ τῶν στρατιωτῶν ἁπάντων καὶ τῶν πρέσβεων, ἔτι δὲ τῶν ἐγχωρίων φιλοτιμηθέντων εἰς τὸν τῆς ἐκφορᾶς κόσμον φασὶ τὸ πλῆθος τῶν ἀναλωθέντων χρημάτων γεγονέναι πλείω τῶν μυρίων καὶ δισχιλίων ταλάντων. [6] ἀκολούθως δὲ ταύτῃ τῇ μεγαλοπρεπείᾳ καὶ τῶν ἄλλων γενομένων κατὰ τὴν ἐκφορὰν τιμῶν τὸ τελευταῖον προσέταξεν ἅπασι θύειν Ἡφαιστίωνι θεῷ παρέδρῳ: καὶ γὰρ κατὰ τύχην ἧκεν εἷς τῶν φίλων Φίλιππος, χρησμὸν φέρων παρ᾽ Ἄμμωνος θύειν Ἡφαιστίωνι θεῷ. διόπερ γενόμενος περιχαρὴς ἐπὶ τῷ καὶ τὸν θεὸν κεκυρωκέναι τὴν αὐτοῦ γνώμην πρῶτος τὴν θυσίαν ἐπετέλεσεν καὶ τὸ πλῆθος λαμπρῶς ὑπεδέξατο, μύρια τὸν ἀριθμὸν θύσας ἱερεῖα παντοδαπά…»
3* «…72. Ὡς δ’ ἧκεν εἰς Ἐκβάτανα τῆς Μηδίας καὶ διῴκησε τὰ κατεπείγοντα, πάλιν ἦν ἐν θεάτροις καὶ πανηγύρεσιν, ἅτε δὴ τρισχιλίων αὐτῷ τεχνιτῶν ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος ἀφιγμένων. ἔτυχε δὲ περὶ τὰς ἡμέρας ἐκείνας Ἡφαιστίων πυρέσσων· οἷα δὲ νέος καὶ στρατιωτικὸς οὐ φέρων ἀκριβῆ δίαιταν, ἀλλ’ ἅμα τῷ τὸν ἰατρὸν Γλαῦκον ἀπελθεῖν εἰς τὸ θέατρον περὶ ἄριστον γενόμενος καὶ καταφαγὼν ἀλεκτρυόνα ἑφθὸν καὶ ψυκτῆρα μέγαν ἐκπιὼν οἴνου, κακῶς ἔσχε καὶ μικρὸν διαλιπὼν ἀπέθανε. τοῦτ’ οὐδενὶ λογισμῷ τὸ πάθος Ἀλέξανδρος ἤνεγκεν, ἀλλ’ εὐθὺς μὲν ἵππους τε κεῖραι πάντας ἐπὶ πένθει καὶ ἡμιόνους ἐκέλευσε, καὶ τῶν πέριξ πόλεων ἀφεῖλε τὰς ἐπάλξεις, τὸν δ’ ἄθλιον ἰατρὸν ἀνεσταύρωσεν, αὐλοὺς δὲ κατέπαυσε καὶ μουσικὴν πᾶσαν ἐν τῷ στρατοπέδῳ πολὺν χρόνον, ἕως ἐξ Ἄμμωνος ἦλθε μαντεία, τιμᾶν Ἡφαιστίωνα καὶ θύειν ὡς ἥρωϊ παρακελεύουσα. τοῦ δὲ πένθους παρηγορίᾳ τῷ πολέμῳ χρώμενος, ὥσπερ ἐπὶ θήραν καὶ κυνηγέσιον ἀνθρώπων ἐξῆλθε καὶ τὸ Κοσσαίων ἔθνος κατεστρέφετο, πάντας ἡβηδὸν ἀποσφάττων. τοῦτο δ’ Ἡφαιστίωνος ἐναγισμὸς ἐκαλεῖτο. τύμβον δὲ καὶ ταφὴν αὐτοῦ καὶ τὸν περὶ ταῦτα κόσμον ἀπὸ μυρίων ταλάντων ἐπιτελέσαι διανοούμενος, ὑπερβαλέσθαι δὲ τῷ φιλοτέχνῳ καὶ περιττῷ τῆς κατασκευῆς τὴν δαπάνην, ἐπόθησε μάλιστα τῶν τεχνιτῶν Στασικράτην, μεγαλουργίαν τινὰ καὶ τόλμαν καὶ κόμπον ἐν ταῖς καινοτομίαις ἐπαγγελλόμενον. οὗτος γὰρ αὐτῷ πρότερον ἐντυχὼν ἔφη τῶν ὀρῶν μάλιστα τὸν Θρᾴκιον Ἄθων διατύπωσιν ἀνδρείκελον δέχεσθαι καὶ διαμόρφωσιν· ἂν οὖν κελεύῃ, μονιμώτατον ἀγαλμάτων αὐτῷ καὶ περιφανέστατον ἐξεργάσεσθαι τὸν Ἄθων, τῇ μὲν ἀριστερᾷ χειρὶ περιλαμβάνοντα μυρίανδρον πόλιν οἰκουμένην, τῇ δὲ δεξιᾷ σπένδοντα ποταμοῦ ῥεῦμα δαψιλὲς εἰς τὴν θάλασσαν ἀποῤῥέοντος. ταῦτα μὲν οὖν παρῃτήσατο, πολλῷ δ’ ἀτοπώτερα καὶ δαπανηρότερα τούτων σοφιζόμενος τότε καὶ συμμηχανώμενος τοῖς τεχνίταις διέτριβεν…»
Χλόη

Βιβλιογραφία
–> Dictionary of the Artists of Antiquity: Architects, Carvers, Engravers, Modellers, Painters, Sculptors, Statuaries, and Workers in Bronze, Gold, Ivory, and Silver, with Three Chronological Tables. Julius Sillig, Pliny (the Elder.), 1836, σελ 53.
–> DINOCRATES’ PROJECT. «Scientific American Supplement», No. 488, May 9, 1885, Various. http://ift.tt/1yK6Bl1
–> «DISCOURSES ON THE FIRST DECADE OF TITUS LIVIUS BY NICCOLO MACHIAVELLI», CHAPTER I.—Of the Beginnings of Cities in general, and in particular of that of Rome. FLORENCE, May 17, 1883. http://ift.tt/1yK6Bl3
–> Ruins of Ancient Cities Vol. I, Charles Bucke, σελ. 25 http://ift.tt/1ugEUcC
–> Greek Sculpture, Nigel Spivey, Cambridge University Press, N.Y., σελ. 218
–> Vitruvius: Writing the Body of Architecture, Indra Kagis McEwen, MIT Press, 2003, σελ. 95-98.
–> http://ift.tt/1yK6DJJ
–> http://ift.tt/1yK6DJN
–> William Smith. A Dictionary of Greek and Roman biography and mythology. London. John Murray: printed by Spottiswoode and Co., New-Street Square and Parliament Street.
–> http://ift.tt/1yK6Bl8
–> http://ift.tt/1yK6Bla
–> http://ift.tt/1ugEUcO

anihneftes