ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ  Α΄ ΜΕΡΟΣ

ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΕΜΠΤΟΝ
ΤΕΡΨΙΧΟΡΗ.

1. Οι δε εν τη Ευρώπη καταλειφθέντες υπό του Δαρείου Πέρσαι, των οποίων ηγετών ήτο ο Μεγάβαζος, πρώτους μεταξύ των Ελλησποντίων υπέταξαν τους Περινθίους, οίτινες δεν ήθελον να ήναι υπήκοοι του Δαρείου και οίτινες προηγουμένως πολλά είχον πάθει υπό των Παιόνων. Τωόντι διατάξαντος του θεού τους παρά τον Στρυμόνα Παίονας να στρατεύσωσι κατά των Περινθίων και προσθέσαντος ότι «εάν μεν οι Περίνθιοι αντιστρατοπεδευθέντες σας προκαλέσωσιν εις μάχην καλούντες υμάς ονομαστί, πολεμήσατε αυτούς, εάν δε δεν βοήσωσι μη, τους προσβάλετε,» οι Παιάνες έπραξαν τούτο. Περιμενόντων δε των Περινθίων εις το προάστειον, εγένετο ενταύθα τριπλή μονομαχία μεταξύ αυτών εκ προκλήσεως, διότι συνεπλάκησαν ανήρ προς άνδρα, ίππος προς ίππον και κύων προς κύνα. Επειδή δε οι Περίνθιοι ενίκων εις τα δύο, και επαιάνιζον χαίροντες, ενόησαν οι Παίονες ότι αύται ήσαν αι κραυγαί περί ων είχεν ειπεί το χρηστήριον, και είπον μεταξύ των• «Ήλθεν η ώρα να εκπληρώσωμεν τον χρησμόν, τώρα έργον είναι ημέτερον.» Ούτω επέπεσαν οι Παίονες κατά των παιανιζόντων Περινθίων και τόσον τέλεια υπήρξεν η νίκη των ώστε ολίγους μόνον εξ αυτών άφησαν ζώντας.
2. Η φθορά λοιπόν την οποίαν άλλοτε επροξένησαν εις αυτούς οι Παίονες, τοιαύτη ήτο• τότε δε, μολονότι οι Περίνθιοι επολέμησαν γενναίως υπέρ της ελευθερίας των, οι Πέρσαι και ο Μεγάβαζος τους ενίκησαν υπερέχοντες κατά το πλήθος. Αφού δε εκυριεύθη η Πέρινθος, ωδήγησε τον στρατόν ο Μεγάβαζος διά της Θράκης, υποτάσσων εις τον βασιλέα πάσαν πόλιν της χώρας ταύτης και παν έθνος των εν αυτή κατοικούντων, διότι ο Δαρείος τον είχε διατάξει να υποδουλώση όλην την Θράκην.
3. Το δε έθνος των Θρακών είναι μετά τους Ινδούς το μέγιστον πάντων των εθνών. Εάν εκυβερνάτο παρ’ ενός μόνου, ή εάν ήτο σύμφωνον, θα ήτο ανίκητον και πολύ ισχυρότατον από όλα τα έθνη κατά την εμήν γνώμην. Αλλ’ η ένωσις αύτη είναι ακατόρθωτος και είναι αδύνατον να πραγματοποιηθεί ποτέ• τούτου ένεκα οι Θράκες είναι ασθενείς. Ονόματα δε έχουσι πολλά, κατά την χώραν του έκαστος• εις όλα τα πράγματα μεταχειρίζονται όλοι τους αυτούς περίπου νόμους, πλην των Γετών και των Τραυσών και των κατοικούντων ανωτέρω των Κρηστωναίων.
4. Και τα μεν έθιμα των Γετών οίτινες νομίζουσιν εαυτούς αθανάτους ανέφερα προηγουμένως• οι Τραυσοί κατά μεν τα άλλα δεν διαφέρουσι των λοιπών Θρακών, όταν όμως γεννάται ή αποθνήσκη τις πράττουσι τα εξής.
Όταν μεν γεννάται, καθήμενοι περί το παιδίον οι συγγενείς μοιρολογούσι δι’ όσα κακά έχει να υποφέρη από της γεννήσεώς του και απαριθμούσιν όλα τα ανθρώπινα πάθη• όταν δε αποθνήσκη, παίζοντες και χαίροντες, τον θάπτουσιν εις την γην και απαριθμούσι πάλιν τα κακά από τα οποία απαλλαγείς ευρίσκεται εις πλήρη ευδαιμονίαν.
5. Οι δε ανωτέρω των Κρηστωναίων πράττουσι τα ακόλουθα• έκαστος έχει γυναίκας πολλάς• όταν δε αποθάνη τις μεγάλη έρις αναφύεται μεταξύ των γυναικών και μεγάλως φροντίζουσιν οι φίλοι του διά να γίνη γνωστόν ποίαν εξ όλων ηγάπα περισσότερον. Εκείνη δε υπέρ ης γίνη η κρίσις και τη αποδοθή η τοιαύτη τιμή, επαινείται μεγάλως υπό των ανδρών και των γυναικών, έπειτα δε ο πλησιέστατος συγγενής της την σφάζει και την ενταφιάζει με τον άνδρα της. Αι άλλαι δε νομίζουσιν εαυτάς δυστυχεστάτας, καθότι δι’ αυτάς τούτο είναι λίαν ονειδιστικόν.
6. Οι δε λοιποί Θράκες έχουσι τα ακόλουθα έθιμα• πωλούσι τα τέκνα των, τα οποία οι αγορασταί μεταφέρουσιν εις άλλον τόπον• και τας μεν θυγατέρας των δεν φυλάττουσιν αλλά τας αφίνουσι να έχωσι σχέσεις με όσους άνδρας αυταί θέλουσι, τας δε γυναίκας των φυλάττουσι προσεκτικώς και τας αγοράζουσιν αντί πολλών χρημάτων από τους γονείς των. Δέρμα κατεστιγμένον μαρτυρεί ευγενή καταγωγήν, άστικτον δε αγένειαν. Το να κάθηται τις αργός, είναι εντιμότατον, να καλλιεργή δε την γην ατιμότατον• ομοίως και το να ζη από τον πόλεμον και την ληστείαν τιμιώτατον. Ταύτα είναι τα μάλλον αξιοσημείωτα έθιμά των.
7. Θεούς δε λατρεύουσι μόνον τους ακολούθους, τον Άρην, τον Διόνυσον και την Άρτεμιν• οι δε βασιλείς των, διακρινόμενοι κατά τούτο από τους απλούς πολίτας, σέβονται τον Ερμήν περισσότερον από όλους τους θεούς• εις αυτόν μόνον ομνύουσι και εξ αυτού λέγουσιν ότι κατάγονται.
8. Η ταφή των πλουσίων γίνεται κατά τον ακόλουθον τρόπον• επί τρεις ημέρας έχουσι τον νεκρόν εκτεθειμένον• σφάζουσι διάφορα ζώα, και αφού πρώτον κλαύσωσιν, ευωχούνται. Έπειτα θάπτουσι τον νεκρόν, είτε καύσαντες αυτόν είτε όχι. Αφού ρίψαντες χώμα σχηματίσωσι σωρόν, συγκροτούσι διαφόρους αγώνας, εις τους οποίους τα μεγαλείτερα βραβεία τίθενται διά τους νικώντας εις μονομαχίαν. Ούτω γίνονται αι ταφαί εις τους Θράκας.
9. Περί δε των βορείων μερών της χώρας ταύτης κανείς δεν δύναται ακόμη να είπη θετικώς ποίοι άνθρωποι κατοικούσιν εις αυτά• φαίνεται όμως ότι πέραν του Ίστρου είναι έρημος απέραντος. Παν ό,τι ηδυνήθην να μάθω, είναι ότι πέραν του Ίστρου κατοικούσιν άνθρωποι καλούμενοι Σιγύνναι και μεταχειρισμένοι ενδυμασίαν Μηδικήν. Οι ίπποι αυτών είναι τριχωτοί καθ’ όλον το σώμα, και το βάθος των τριχών είναι μέχρι πέντε δακτύλων• είναι προσέτι οι ίπποι ούτοι μικροί, σιμοί και αδύνατοι να βαστάζωσιν άνθρωπον, εζευγμένοι όμως εις άρμα είναι ταχύτατοι• τούτου ένεκα οι εγχώριοι τρέχουσι με άρματα. Τα όρια αυτών καταβαίνουσι μέχρι πλησίον των εν τω Αδριατικώ κόλπω Ενετών, και λέγουσιν ότι είναι άποικοι των Μήδων. Πώς όμως εγένοντο άποικοι των Μήδων, εγώ δεν ηδυνήθην να εννοήσω, τα πάντα όμως δυνατά εις την μεγάλων έκτασιν του χρόνου. Σιγύννας δε οι Λίγυες, οι κατοικούντες υπεράνω της Μασσαλίας, καλούσι τους μεταπράτας, οι δε Κύπριοι τα δόρατα.
10. Ως λέγουσιν οι Θράκες, τα πέραν του Ίστρου μέρη κατέχουσι μέλισσαι, και ένεκα αυτών δεν δύναταί τις να προχωρήση περαιτέρω. Λέγοντες όμως τοιαύτα, δεν μοι φαίνονται λέγοντες πιθανά, διότι βλέπομεν ότι τα έντομα ταύτα δυσκόλως υποφέρουσι το ψύχος, και εγώ νομίζω ότι τα υπό την άρκτον μέρη είναι ακατοίκητα δια το ψύχος. Ταύτα λοιπόν λέγουσι περί της Θράκης, τα δε παραθαλάσσια αυτής υπέταξεν ο Μεγάβαζος εις τους Πέρσας.
11. Ο δε Δαρείος, αφού διέβη ταχέως τον Ελλήσποντον, έφθασεν εις τας Σάρδεις και δεν ελησμόνησε μήτε την εκδούλευσιν του Μηλησίου Ιστιαίου μήτε την συμβουλήν του Μιτυληναίου Κώου• όθεν αφού τους προσεκάλεσεν εις τας Σάρδεις, τους είπε να ζητήσωσιν ό,τι ήθελεν ο καθείς. Και ο μεν Ιστιαίος, επειδή ήτο τύραννος της Μιλήτου και δεν είχεν ανάγκην άλλης τυραννίας, εζήτησε την Μύρκινον την Ηδωνίδα, θέλων να κτίση εκεί πόλιν• και ούτος μεν τούτο εζήτησεν• ο δε Κώης, επειδή δεν ήτο τύραννος, αλλ’ ιδιώτης, εζήτησε να γίνη τύραννος της Μιτυλήνης. Λαβόντες δε αμφότεροι τας αμοιβάς των, μετέβησαν εις τας θέσεις των.
12. Ο δε Δαρείος, ιδών πράγμα τι το όποιον θα διηγηθώ επεθύμησε να διατάξη τον Μεγάβαζον να εγείρη τους Παιάνας εκ της Ευρώπης και να τους μεταβιβάση εις την Ασίαν. Ο Πίγρης και ο Μαντύης, αμφότεροι Παίονες, θελοντες να γίνωσι τύραννοι των Παιόνων, όταν ο Δαρείος διέβη εις την Ασίαν, μετέβησαν εις τας Σάρδεις φέροντες ομού και μίαν αδελφήν των, μεγάλην και ευειδή• καιροφυλακτήσαντες δε ότε ο Δαρείος εκάθητο εις το προάστειον των Λυδών, έπραξαν το ακόλουθον. Ενδύσαντες την αδελφήν των όσον ηδύναντο καλλίτερον, την έπεμψαν διά να φέρη ύδωρ, με αγγείον επί της κεφαλής, με τον χαλινόν του ίππου δεδεμένον εις τον βραχίονα και εις την χείρα κλώθονταν λινάριον. Ενώ δε η γυνή διήρχετο προ του Δαρείου, ούτος την είδε μετά περιεργείας, καθότι εκείνα τα οποία έκαμνε δεν ήσαν ούτε Περσικά, ούτε Λυδικά ούτε άλλου τινός έθνους Ασιατικού. Διεγερθείσης λοιπόν τοιουτοτρόπως της περιεργείας του, έστειλε τινάς των δορυφόρων του διά να παρατηρήσωσι τι θα κάμη τον ίππον η γυνή. Και αυτοί μεν ηκολούθουν όπισθεν, η δε γυνή φθάσασα εις τον ποταμόν επότισε τον ίππον, και αφού τον επότισεν, εγέμισε το αγγείον της και διήλθε πάλιν την αυτήν οδόν, φέρουσα το ύδωρ επί της κεφαλής, σύρουσα τον ίππον εκ του χαλινού και στρέφουσα τον άτρακτον.
13. Θαυμάσας δε ο Δαρείος δι’ όσα ήκουσεν από τους κατασκοπεύσαντας αυτήν ανθρώπους και δι’ όσα είχεν ιδεί ο ίδιος, διέταξε να φέρωσιν αυτήν έμπροσθέν του. Όταν δε την εισήγαγον, ήσαν μετ’ αυτής και οι δύο αδελφοί της, αλλ’ έμειναν οπίσω διά να παραττηρώσι τα συμβαίνοντα. Ότε δε ο Δαρείος την ηρώτησε πόθεν ήτο, οι νέοι απεκρίθησαν ότι ήσαν Παίονες και εκείνη αδελφή των. Ο Δαρείος τοις είπε πάλιν τίνες άνθρωποι είναι οι Παίονες, και ποίαν χώραν κατοικούσιν και τι ζητούντες ήλθον εις τας Σάρδεις. Οι δε νέοι απεκρίθησαν ότι ήλθον διά να αφιερώσωσιν εαυτούς εις εκείνον, και ότι η Παιονία είναι εις τας όχθας του Στρυμόνος ποταμού, ο δε Στρυμών δεν είναι μακράν του Ελλησπόντου, και προσέτι ότι ήσαν άποικοι των εκ της Τροίας Τευκρών. Και ούτοι μεν ταύτα απεκρίνοντο εις εκάστην ερώτησιν, ο δε Δαρείος ηρώτησεν αυτούς έπειτα εάν όλαι αι γυναίκες εκεί ήσαν εργατικαί• οι νέοι έσπευσαν να αποκριθώσιν ότι ούτως έχει το πράγμα και τούτου ένεκα ειργάζετο και η αδελφή των.
14. Τότε ο Δαρείος έγραψεν επιστολήν προς τον Μεγάβαζον τον οποίον είχεν αφήσει εις την Θράκην στρατηγόν, διατάττων αυτόν να εγείρη τους Παίονας από τους τόπους των και να τους φέρη εις την Περσίαν συν γυναιξί και τέκνοις. Αμέσως λοιπόν είς ιππεύς έσπευσε να κομίση την διαταγήν ταύτην μέχρι του Ελλησπόντου, και διαβάς εις την Ευρώπην ενεχείρισε την επιστολήν εις τον Μεγάβαζον. Αυτός δε άμα την ανέγνωσεν, έλαβεν οδηγούς εκ της Θράκης και εστράτευσε κατά της Παιονίας.
15. Μαθόντες δε οι Παίονες ότι οι Πέρσαι εστράτευον εναντίον των, συνηθροίσθησαν και παρέταξαν τας δυνάμεις των εις το παραθαλάσσιον, καθότι υπέθετον ότι εκ τούτου του μέρους ήθελον επιχειρήσει να εισβάλωσιν οι Πέρσαι. Ήσαν λοιπόν έτοιμοι οι Παίονες να αποκρούσωσι το επερχόμενον στράτευμα του Μεγαβάζου, ότε οι Πέρσαι μαθόντες ότι συνηθροίζοντο οι Παίονες και ότι φυλάττουσι την εκ της θαλάσσης εισβολήν, έλαβον οδηγούς διά να στραφώσι διά των άνω οδών, και χωρίς να το εννοήσωσιν οι Παιάνες, επέπεσαν κατά των ανυπερασπίστων πόλεων των• επιπεσόντες δε εις αυτάς, ούσας κενάς, ευκόλως τας εκυρίευσαν. Οι δε Παίονες, άμα έμαθαν ότι αι πόλεις εκυριεύθησαν, διασκορπισθέντες αμέσως, επέστρεψαν εις τα ίδια και παρεδόθησαν εις τους νικητάς. Τοιουτοτρόπως λοιπόν εκ των Παιάνων οι Σιροπαίονες, οι Παιόπλαι και οι μέχρι της Πρασιάδος λίμνης εκτεινόμενοι, αρπαγέντες από τας κατοικίας των μετεφέρθησαν εις την Ασίαν.
16. Οι δε κατοικούντες περί το όρος Πάγγαιον, Δόβηρες, Αγριάνες, Οδόμαντοι και οι περί την Πρασιάδα λίμνην ουδέποτε υπετάγησαν εις τον Μεγάβαζον. Προσεπάθησε δε ούτος να υποτάξη και τους κατοικούντας εις την λίμνην, των οποίων αι κατοικίαι είναι τοιαύται. Εν μέσω του ύδατος είναι εστημένοι σταυροί υψηλοί και επ’ αυτών συνηρμοσμέναι σανίδες με μίαν είσοδον στενήν εκ του μέρους της ξηράς, ήτις είναι και η μόνη γέφυρα. Τούτους δε τους σταυρούς τους υποστηρίζοντας τας σανίδας προ πολλού τους έχουν στήσει οι πολίται από κοινού, έπειτα όμως τους διετήρησαν ακολουθούντες τον εξής νόμον• πας ανήρ νυμφευόμενος (έκαστος δε λαμβάνει πολλάς γυναίκας) φέρει από το όρος το καλούμενον Όρβηλον τρεις σταυρούς και πήγνυσιν αυτούς. Κατοικούσι δε ως εξής• έκαστος έχει επί των σανίδων τούτων μίαν καλύβην εντός της οποίας ζη και εν τη καλύβη ταύτη αι σανίδες είναι ανοικταί διά θύρας φερούσης κάτω εις την λίμνην, δένουσι δε τα μικρά παιδία εκ του ποδός με σχοινίον φοβούμενοι μήπως πέσωσιν εις την λίμνην. Τους ίππους και τα υποζύγια τρέφουσι με ιχθύς εκ των οποίων τοσαύτη αφθονία υπάρχει ώστε ανοίγοντες την καταπακτήν θύραν και καταβιβάζοντες εις την λίμνην σπυρίδα κενήν, δεν βραδύνουσι να την ανασύρωσι πλήρη ιχθύων. Υπάρχουσι δε δύο είδη ιχθύων, πάπρακες και τίλωνες.
17. Οι χειρωθέντες λοιπόν Παίονες ήγοντο εις την Ασίαν. Ο δε Μεγάβαζος, αφού υπέταξε τους Παίονας, έπεμψεν ως πρέσβεις εις την Μακεδονίαν επτά Πέρσας, οίτινες μετ’ αυτόν ήσαν οι σημαντικότατοι του στρατού. Επέμποντο δε ούτοι προς τον Αμύνταν διά να ζητήσωσιν εν ονόματι του βασιλέως Δαρείου γην και ύδωρ. Η από της λίμνης Πρασιάδος μέχρι της Μακεδονίας οδός είναι λίαν σύντομος• διότι αμέσως μετά την λίμνην ευρίσκεται το μεταλλείον από το οποίον μετά ταύτα ήρχετο εις τον Αλέξανδρον έν τάλαντον αργυρίου καθ’ ημέραν• πέραν δε του μεταλλείου, αφού υπερβή τις το όρος το καλούμενον Δύσωρον, είναι εις την Μακεδονίαν.
18. Οι Πέρσαι λοιπόν ούτοι οι πεμφθέντες προς τον Αμύνταν, άμα έφθασαν, επαρουσιάσθησαν εις αυτόν και εζήτουν γην και ύδωρ διά τον βασιλέα Δαρείον. Ο δε Αμύντας και ταύτα έδωκε και τους προσεκάλεσεν εις τον οίκον του διά να τους φιλοξενήση. Το δείπνον είχεν ετοιμασθή μεγαλοπρεπέστατον και η υποδοχή εγένετο φιλοφρονεστάτη. Τελειώσαντος του δείπνου, οι Πέρσαι πίνοντες είπον• «Ξένε Μακεδών, ημείς οι Πέρσαι, συνειθίζομεν, όταν δίδωμεν μέγα δείπνον, να φέρωμεν πλησίον μας τας παλλακάς και τας νομίμους γυναίκας μας. Συ λοιπόν όστις μας εδέχθης προθύμως, όστις μας εφιλοξένησας μεγαλοπρεπώς και όστις έδωκες εις τον βασιλέα Δαρείον γην και ύδωρ, ακολούθησον τον ημέτερον νόμον.» Εις ταύτα ο Αμύντας απεκρίθη• «Ω Πέρσαι, ημείς τοιούτον νόμον δεν έχομεν, αλλά χωρίζομεν τας γυναίκας από τους άνδρας. Επειδή όμως υμείς είσθε κύριοι και ζητείτε αυτάς, θα γίνη και τούτο ως προστάζετε.» Τόσα μόνον ειπών ο Αμύντας έπεμψε να φέρωσι τας γυναίκας• ελθούσαι δε αύται εκάθισαν κατά τάξιν απέναντι των Περσών. Τότε οι Πέρσαι ιδόντες γυναίκας ευμόρφους είπον αποτεινόμενοι προς τον Αμύνταν ότι δεν ήτο φρόνιμον αυτό το οποίον έπραξε• διότι προτιμότερον ήτο να μη έλθωσι παντάπασιν αι γυναίκες, ή ελθούσαι να μη καθίσωσι πλησίον των, αλλ’ απέναντί των και να ήναι βάσανον εις τους οφθαλμούς των. Υπείκων εις την ανάγκην ο Αμύντας, τας διέταξε να καθίσωσι πλησίον των συνδαιτυμόνων• επειδή δε υπήκουσαν αι γυναίκες, αμέσως οι Πέρσαι βεβαρημένοι εκ του οίνου, ήρχισον να ψαύωσι τους μαστούς των, τινές δε εζήτουν και να τας φιλήσωσι.
19. Ο Αμύντας βλέπων ταύτα, μολονότι δυσηρεστείτο, έμενεν ησυχάζων, διότι εφοβείτο πολύ τους Πέρσας• ο υιός του όμως Αλέξανδρος, όστις ευρίσκετο εκεί και παρετήρει ταύτα, καθό νέος ακόμη και άπειρος των κακών, δεν ηδυνήθη επί πλέον να κρατηθή και όλος αγανακτών είπε προς τον Αμύνταν τα εξής• «Συ μεν, ω πάτερ, υπάκουσον εις την ηλικίαν σου και ύπαγε να αναπαυθής• μη επιμένης πίνων• εγώ δε μένων εδώ θα παρέχω πάσαν περιποίησιν εις τους ξένους.» Ο δε Αμύντας εννοήσας εκ της ομιλίας ταύτης ότι ο Αλέξανδρος έμελλε να πράξη παρεκτροπήν τινα, τω είπεν• «Υιέ μου, βλέπω εκ των λόγων σου ότι ήναψας από θυμόν και θέλεις να με αποπέμψης διά να πράξης τι νέον. Σε παρακαλώ λοιπόν μη επιχειρήσης τι κατ’ αυτών των ανθρώπων διά να μη μας καταστρέψης, αλλ’ ανέχου βλέπων τα πραττόμενα. Όσον όμως αφορά την αναχώρησίν μου, σε ακούω.»
20. Αφού λοιπόν ο Αμύντας αποτείνας τας παρακλήσεις ταύτας ανεχώρησεν, ο Αλέξανδρος είπε προς τους Πέρσας• «Ω ξένοι, αι γυναίκες αύται είναι εις την εξουσίαν σας, είτε θέλετε να τας απολαύσετε όλας, είτε όσας εκλέξετε• αρκεί να προστάξετε. Τώρα δε επειδή πλησιάζει η ώρα του ύπνου και βλέπω ότι έπιατε αρκετόν οίνον, αφήσατε εάν ευαρεστήσθε τας γυναίκας ταύτας να υπάγωσι να λουσθώσι, και αφού λουσθώσι περιμένετε αυτάς.» Ειπών τας λέξεις ταύτα, τας οποίας επεδοκίμασαν οι Πέρσαι, έλαβε τας γυναίκας και τας έκλεισεν εις τον γυναικωνίτην• ενδύσας δε γυναικεία άνδρας αγενείους τόσους όσαι ήσαν αι γυναίκες και δώσας εις αυτούς εγχειρίδια, τους εισήγαγεν εις τον θάλαμον του συμποσίου. Αφού δε τους εισήγαγεν είπεν εις τους Πέρσας• «Νομίζω, ω Πέρσαι, ότι σας εφιλοξενήσαμεν μεγαλοπρεπέσταστα, καθότι και όσα είχομεν και όσα ηδυνήθημεν να εύρωμεν διά να σας προσφέρωμεν, όλα ταύτα σας τα παρουσιάσαμεν• προσέτι δε και το πάντων μέγιστον, τας μητέρας και τας αδελφάς μας σας προσφέρομεν μετ’ ελευθεριότητος διά να πληροφορηθείτε ότι τιμάσθε παρ’ ημών όπως αξίζετε και διά να αναγγείλετε εις τον βασιλέα, όστις σας έστειλεν, ότι ανήρ Έλλην, βασιλεύς των Μακεδόνων, σας προσέφερεν ηδονάς τραπέζης και κοίτης.» Ταύτα ειπών ο Αλέξανδρος διέταξε να καθίσωσι πλησίον εκάστου Πέρσου οι νέοι Μακεδόνες ως αν ήσαν γυναίκες. Ούτοι δε, άμα ήρχισαν οι Πέρσαι να τους ψαύωσι, τους εφόνευσαν.
21. Ούτω εφονεύθησαν και αυτοί και οι συνοδοί των, διότι είχον μεθ’ εαυτών και οχήματα και υπηρέτας και εν γένει αποσκευήν μεγάλην. Όλα ταύτα εγένοντο άφαντα ομού με αυτούς. Μετά παρέλευσιν δε ουχί πολλού χρόνου εγένετο μεγάλη ζήτησις των ανδρών τούτων υπό των Περσών• ο Αλέξανδρος όμως τους επράυνεν επιτηδείως δους πολλά χρήματα και την ιδίαν του αδελφήν καλουμένην Γυγαίαν. Τους καθησύχασε δε ο Αλέξανδρος δους τα δώρα ταύτα εις τον Πέρσην Βουβάρη αρχηγόν των σταλέντων προς αναζήτησιν των απολεσθέντων. Ο μεν θάνατος αυτών ούτως οικονομηθείς εσιωπήθη.
22. Ούτοι δε οι ηγεμόνες της Μακεδονίας οι από του Περδίκκου καταγόμενοι είναι Έλληνες, ως αυτοί λέγουσιν, ως έμαθον εγώ και ως θέλω αποδείξει εις την συνέχειαν της ιστορίας ταύτης. Ενταύθα προσθέτω μόνον ότι ούτως έκριναν οι διοικούντες τους ολυμπιακούς αγώνας• επειδή ο Αλέξανδρος ήθελε να αγωνισθή και κατέβη επ’ αυτώ τω σκοπώ εκ της Μακεδονίας, οι ανταγωνισταί Έλληνες αντέτεινον λέγοντες ότι ο αγών δεν ήτο διά βαρβάρους αγωνιστάς. Τότε ο Αλέξανδρος απέδειξεν ότι ήτο Αργείος. Εκρίθη λοιπόν ότι ήτο Έλλην, ηγωνίσθη εις το στάδιον και μόλις τον υπερέβαλεν ο πρώτος. Και ταύτα μεν ούτω συνέβησαν.
23. Ο δε Μεγάβαζος, άγων τους Παίονας, έφθασεν εις τον Ελλήσποντον• διαπεράσας δε αυτόν έφθασεν εις τας Σάρδεις. Επειδή τότε ο Μιλήσιος Ιστιαίος ετείχιζε την πόλιν την οποίαν κατ’ αίτησίν του τω εχάρισεν ο Δαρείος προς αμοιβήν της φρουρήσεως της γεφύρας (είναι δε ο τόπος ούτος εις τον Στρυμόνα ποταμόν και καλείται Μύρκινος), μαθών ο Μεγάβαζος εις τι ενησχολείτο ο Ιστιαίος, άμα έφθασεν εις τας Σάρδεις είπεν εις τον Δαρείον τα εξής• «Τι έπραξες, ω βασιλεύ, επιτρέψας εις Έλληνα επιτήδειον και πνευματώδη να κτίση πάλιν εις την Θράκην, όπου και ύλη ναυπηγήσιμος υπάρχει άφθονος, και πολλοί κωπηλάται, και μεταλλεία αργύρου, και πλήθος Ελλήνων και βαρβάρων κατοικούσι περί τα μέρη εκείνα, οίτινες, λαμβάνοντες αυτόν ως αρχηγόν, θα πράττωσιν ημέραν και νύκτα ό,τι τους συμβουλεύει; Εμπόδισον λοιπόν τον άνδρα τούτον να εξακολουθήση, εάν θέλης να μη περιπλακής εις πόλεμον εμφύλιον. Προσκάλεσον αυτόν με τρόπον ήπιον, και όταν τον συλλάβης, πράξον ούτως ώστε να μη επιστρέψη πλέον εις τους Έλληνας.»
24. Ταύτα ειπών ο Μεγάβαζος ευκόλως έπεισε τον Δαρείον, διότι ο βασιλεύς ανεγνώρισεν ότι καλώς προέβλεπε το μέλλον. Πέμψας λοιπόν απεσταλμένον εις την Μύρκινον τον διέταξε να είπη• «Ιστιαίε, ο βασιλεύς Δαρείος λέγει τα εξής. Σκεπτόμενος δεν ευρίσκω άλλον περισσότερον από σε ενδιαφερόμενον δι’ εμέ και διά τα συμφέροντά μου• επληροφορήθην δε τούτο ουχί εκ των λόγων αλλ’ εκ των έργων. Τώρα λοιπόν, επειδή έχω κατά νουν μεγάλα σχέδια, επέστρεψον αφεύκτως εδώ διά να σοι τα εμπιστευθώ.» Πιστεύσας εις τους λόγους τούτους o Ιστιαίος, και συγχρόνως μεγάλως επιθυμών να γίνη σύμβουλος του βασιλέως, μετέβη εις τας Σάρδεις. Όταν δε έφθασεν, είπε προς αυτόν ο Δαρείος• «Σε εμήνυσα, Ιστιαίε, διά την εξής αιτίαν. Αφού επέστρεψα εκ της Σκυθίας και δεν σε είχον προ των οφθαλμών μου, ουδέν άλλο επεθύμησα τόσον όσον να σε επανίδω και να συνομιλήσωμεν, πεπεισμένος ότι από όλα τα πλούτη προτιμότερος είναι φίλος νοήμων και αφωσιωμένος άπερ αμφότερα ομολογώ ότι έχεις δοκιμάσας σε εις όλα μου τα συμφέροντα. Τώρα λοιπόν καλώς εποίησας ελθών, και σοι προτείνω τα εξής• άφες την Μίλητον και την νεόκτιστον πόλιν εις την Θράκην• ελθέ μετ’ εμού εις τα Σούσα και έχε όσα έχω εγώ, ων μονοτράπεζος και σύμβουλός μου.»
25. Ταύτα ειπών ο Δαρείος και καταστήσας ύπαρχον των Σάρδεων τον ομοπάτριον αδελφόν του Αρταφέρνην, ανεχώρησεν εις τα Σούσα έχων μεθ’ εαυτού τον Ιστιαίον• κατέστησεν επίσης και στρατηγόν των παραθαλασσίων ανδρών τον Οτάνην, του οποίου τον πατέρα Σισάμνην, ένα των βασιλικών δικαστών, λαβόντα χρήματα και δικάσαντα αδίκως, ο βασιλεύς Καμβύσης έσφαξε και απέδειρεν• αφού δε τον απέδειρεν, έκοψε το δέρμα εις λωρίδας και εκάλυψε τον θρόνον εφ’ ου καθίζων εδίκαζε. Καλύψας ούτω τον θρόνον ο Καμβύσης, αντί του Σισάμνου τον οποίον απέκτεινε και απέδειρε, διώρισε δικαστήν τον υιόν του Σισάμνου, παραγγείλας εις αυτόν να ενθυμήται επί τίνος θρόνου καθήμενος εδίκαζεν.
26. Ούτος λοιπόν ο Οτάνης, ο επί τοιούτου θρόνου καθήμενος, γενόμενος διάδοχος της στρατηγίας του Μεγαβάζου, εκυρίευσε το Βυζάντιον και την Καλχηδόνα• εκυρίευσε την Άντανδρον εν τη Τρωάδι, εκυρίευσε και την Λαμπώνιον, λαβών δε πλοία από τους Λεσβίους, εκυρίευσε την Λήμνον και την Ίμβρον, αμφοτέρας έτι τότε κατοικουμένας υπό Πελασγών.
27. Οι Λήμνιοι μολαταύτα και επολέμησαν γενναίως και ενεκαρτέρησαν επί πολύ• τέλος δε υπέκυψαν. Εις δε τους μείναντας εξ αυτών οι Πέρσαι επέβαλον ύπαρχον τον Λυκήρατον, αδελφόν του Μαιανδρίου, του βασιλεύοντος εις την Σάμον. Ούτος ο Λυκήρατος, διοικητής ων της Λήμνου, ετελεύτησεν αφού εφέρθη σκληρότατα, διότι εξηνδραπόδιζε τους πολίτας και τους κατέστρεφε, κατηγορών τους μεν ότι δεν ηκολούθησαν εις τον κατά των Σκυθών πόλεμον, τους δε ότι εκακοποίουν τον στρατόν του Δαρείου επιστρέφοντα εκ της Σκυθίας.
28. Ούτος μεν ταύτα έπραξε στρατηγήσας• επί τινα δε χρόνον μετά ταύτα εγένετο άνεσις των κακών• μετ’ ολίγον όμως ήρχισαν τα κακά να επισκήπτωσι πάλιν εις τους Ίωνας εκ της Νάξου και της Μιλήτου. Αφ’ ενός μεν η Νάξος υπερέβαινεν εις την ευδαιμονίαν όλας τας νήσους• αφ’ ετέρου δε η Μίλητος ούσα τότε ακμαιοτάτη ήτο το καύχημα της Ιωνίας. Προ ταύτης όμως της εποχής επί δύο γενεάς ανθρώπων υπέφερε τα μάλιστα εκ των εμφυλίων ταραχών, μέχρις ου τους ειρήνευσαν οι Πάριοι• διότι εξ όλων των Ελλήνων αυτούς εξελέξαντο οι Μιλήσιοι ως συμβιβαστάς.
29. Ιδού δε πώς τους εσυμβίβασαν οι Πάριοι• όταν έφθασαν εις την Μίλητον οι εγκριτώτεροι αυτών άνδρες, ιδόντες την πόλιν φρικωδώς κατεστραμμένην, εζήτησαν να περιέλθωσιν όλην την χώραν. Πράττοντες δε τούτο και περιερχόμενοι όλην την Μιλησίαν, όπου έβλεπον εις αναστατωμένον τόπον αγρόν καλώς καλλιεργημένον, εσημείωνον το όνομα του δεσπότου του αγρού. Αφού δε περιήλθον όλην την χώραν και ολίγους εύρον τοιούτους, κατέβησαν εις την πόλιν και συνεκάλεσαν αμέσως γενικήν συνέλευσιν. Τότε δε διώρισαν ως διοικητάς της πόλεως εκείνους των οποίων τους αγρούς εύρον καλώς δεδουλευμένους, λέγοντες ότι, ως νομίζουσιν, αυτοί θα εφρόντιζαν και περί των κοινών υποθέσεων ως εφρόντιζον και περί των ιδίων. Διέταξαν λοιπόν τους άλλους Μιλησίους, τους πρότερον στασιάζοντας, να υπακούωσιν εις τους άρχοντας τούτους.
30. Και οι μεν Πάριοι ούτως εσυμβίβασαν τους Μιλησίους• εκ τούτων δε των πόλεων τας οποίας ανέφερα ήρχισαν αι συμφοραί να επεκτείνονται ως εξής. Άνδρες τινές της Νάξου εξωρίσθησαν υπό του δήμου και κατέφυγον εις την Μίλητον• επίτροπος τότε της Μιλήτου ήτο ο υιός του Μολπαγόρου Αρισταγόρας, γαμβρός και συγγενής του Ιστιαίου του Λυσαγόρου, τον οποίον ο Δαρείος εκράτει εις τα Σούσα, διότι ο Ιστιαίος ήτο τύραννος της Μιλήτου, και καθ’ ον χρόνον οι άλλοτε φίλοι του Νάξιοι ήλθον εις Μίλητον, αυτός ευρίσκετο εις τα Σούσα. Ελθόντες λοιπόν οι Νάξιοι εις την Μίλητον εζήτησαν παρά του Αρισταγόρου εάν ηδύνατο να τους βοηθήση διά να καταβώσιν εις την πατρίδα των. Αυτός δε εννοήσας ότι εάν καταβώσιν εις την πόλιν διά της συνδρομής του θα εγίνετο κύριος της Νάξου, έλαβεν ως πρόφασιν τους δεσμούς της φιλοξενίας οίτινες συνέδεον αυτούς μετά του Ιστιαίου και τοις είπε τα εξής• «Εγώ μεν δεν είμαι τόσον ισχυρός ώστε να σας δώσω δυνάμεις διά να καταβήτε εις την πατρίδας σας άνευ της θελήσεως των εχόντων την εξουσίαν Ναξίων, διότι ακούω ότι έχουσιν οκτακισχιλίους ασπιδοφόρους και μακρά πλοία πολλά• θα καταβάλω όμως πάσαν προσπάθειαν διά να κατορθώσω τούτο. Ιδού λοιπόν τι στοχάζομαι. Έχω φίλον τον Αρταφέρνην• ο Αρταφέρνης δε ούτος είναι υιός του Υστάσπους και αδελφός του βασιλέως Δαρείου• αυτός άρχει όλων των παραθαλασσίων δυνάμεων της Ασίας και έχει στρατόν πολύν και πλοία πολλά. Νομίζω λοιπόν ότι αυτός δύναται να πράξη ό,τι ζητήσωμεν.» Ακούσαντες ταύτα οι Νάξιοι παρεκάλεσαν τον Αρισταγόραν να πράξη παν ό,τι ενόμιζε συμφερότερον και τον επεφόρτισαν να υποσχεθή δώρα και να είπη ότι αυτοί αναδέχονται όλα τα έξοδα της εκστρατείας, ελπίζοντες ότι άμα φανώσιν εις την Νάξον, ου μόνον οι Νάξιοι ήθελον πράξει όσα ζητήσωσιν, αλλά και οι άλλοι νησιώται, διότι εκ των Κυκλάδων τούτων νήσων καμμία ακόμη δεν είχεν υποταγή εις τον Δαρείον.
31. Φθάσας δε ο Αρισταγόρας εις τας Σάρδεις είπεν εις τον Αρταφέρνην ότι η Νάξος ήτο νήσος ουχί μεγάλη κατά το μέγεθος, κατά τα άλλα όμως ωραία, καρποφόρος και γείτων της Ιωνίας, και ότι εκεί ήσαν πολλά πλούτη και ανδράποδα. «Συ λοιπόν στράτευσον κατ’ αυτής της χώρας και καταβίβασον εις αυτήν τους φυγάδας. Εάν πράξης τούτο, αφ’ ενός μεν εγώ σε υπόσχομαι πολλά χρήματα πλην των εξόδων της εκστρατείας, διότι είναι δίκαιον να υποβληθώμεν εις τα έξοδα ταύτα ημείς οίτινες σε παρακινούμεν εις τον πόλεμον τούτον αφ’ ετέρου δε θα υποτάξης εις τον βασιλέα την νήσον ταύτην Νάξον και τας άλλας νήσους τας παρ’ αυτής εξαρτωμένας, την Πάρον, την Άνδρον και τας άλλας τας καλουμένας Κυκλάδας. Εκείθεν δε ορμώμενος θα επιτεθής ευχερώς εναντίον της Ευβοίας, νήσου μεγάλης και πλουσίας, ουχί μικροτέρας της Κύπρου, και θα δυνηθής ευκόλως να την κυριεύσης. Αρκούσιν εκατόν πλοία διά να υποτάξωμεν όλας ταύτας τας νήσους.» Ο δε Αρταφέρνης απεκρίθη τα εξής• «Συ δεικνύεις ωφέλιμα πράγματα εις τον οίκον του Δαρείου, αι δε συμβουλαί σου είναι κάλλισται, πλην του αριθμού των πλοίων. Αντί λοιπόν εκατόν, θα σοι ετοιμασθώσι διακόσια κατά το προσεχές έαρ. Απαιτείται όμως εις όλα ταύτα και η συγκατάθεσις του βασιλέως.»
32. Ταύτα ακούσας ο Αρισταγόρας, επέστρεψε περιχαρής εις την Μίλητον• ο δε Αρταφέρνης έπεμψεν απεσταλμένον εις τα Σούσα και υπέβαλε την πρότασιν του Αρισταγόρου εις τον Δαρείον. Επιδοκιμάσαντος δε του βασιλέως τα σχέδια ταύτα, ητοίμασε διακοσίας τριήρεις και συνήθροισε πλήθος Περσών και συμμάχων. Τούτων στρατηγόν κατέστησε τον Μεγαβάτην, ένα των Αχεμαινιδών και συγγενή του Δαρείου και ιδικόν του, του οποίου την θυγατέρα, εάν ήναι αληθές το λεγόμενον, εμνηστεύθη μετά ταύτα ο Λακεδαιμόνιος Παυσανίας, υιός του Κλεομβρότου, επιθυμήσας να γίνη τύραννος της Ελλάδος. Καταστήσας δε τον Μεγαβάτην στρατηγόν ο Αρταφέρνης, έπεμψε τον στρατόν εις τον Αρισταγόραν.
33. Παραλαβών δε ο Μεγαβάτης εκ της Μιλήτου τον Αρισταγόραν, τον Ιωνικόν στρατόν και τους Ναξίους, έπλευσε δήθεν εις τον Ελλήσποντον• ότε όμως έφθασεν εις την Χίον, ηγκυροβόλησεν εις τα Καύκασα περιμένων να πνεύση ο βορέας άνεμος όπως πλεύση εις την Νάξον. Επειδή όμως το πεπρωμένον δεν ήθελε να απολεσθώσιν οι Νάξιοι υπ’ αυτού του στόλου, συνέβη το εξής• επιθεωρών ο Μεγαβάτης τας φυλακάς των πλοίων, εύρεν άνευ φυλάκων πλοίον Μύνδιον, οργισθείς δε διέταξε τους δορυφόρους του να εύρωσι τον κυβερνήτην τούτου, όστις εκαλείτο Σκύλαξ, και να τον δέσωσι διά μιας οπής των κωπών ούτως ώστε η μεν κεφαλή να ήναι έξω, το δε λοιπόν σώμα έσω. Δεθέντος δε του Σκύλακος έδραμέ τις προς τον Αρισταγόραν και εμήνυσεν αυτώ ότι ο Μεγαβάτης έδεσε τον Μύνδιον ξένον του και τον τιμωρεί. Ο δε Αρισταγόρας ελθών παρεκάλει τον Πέρσην να τον λύση, και επειδή δεν ετύγχανε του ζητουμένου, ήλθεν ο ίδιος και τον έλυσε. Μαθών τούτο ο Μεγαβάτης ωργίσθη υπερβαλλόντως και επέπληξε τον Αρισταγόραν, αλλ’ ούτος τω είπε• «Τι σε μέλει περί των πραγμάτων τούτων; δεν σε απέστειλεν ο Αρταφέρνης να υπακούης εις εμέ και να πλέης όπου εγώ σε κελεύσω; διατί λοιπόν αναμιγνύεσαι εις όλα;» Ταύτα είπεν ο Αρισταγόρας, ο δε Μεγαβάτης χολωθείς, άμα εγένετο νυξ, έπεμψεν εις την Νάξον πλοίον με ανθρώπους διά να είπωσιν εις τους Ναξίους τα ενεργούμενα κατ’ αυτών.
34. Οι δε Νάξιοι οίτινες πρότερον ουδόλως υπώπτευον ότι ο στόλος εκείνος έμελλε να πλεύση εναντίον των, άμα ήκουσαν τούτο έσπευσαν να φέρωσιν εκ των αγρών εις την πόλιν όλα τα πράγματά των, και επειδή έβλεπον ότι θα πολιορκηθώσιν, ητοιμάσθησαν προμηθευθέντες τροφάς και ποτά. Και αυτοί μεν ητοιμάσθησαν διά τον επικείμενον πόλεμον• οι δε Πέρσαι, περάσαντες τα πλοία εκ της Χίου εις την Νάξον, ήλθον διά να κτυπήσωσι τους Ναξίους• αλλά τους εύρον ησφαλισμένους και τους επολιόρκησαν επί μήνας τέσσαρας. Επειδή δε όλα τα χρήματα όσα είχον μεθ’ εαυτών οι Πέρσαι εδαπανήθησαν και αυτός ο Αρισταγόρας εδαπάνησε πολλά, η δε πολιορκία απήτει ακόμη πολλά, τούτου ένεκα οικοδομήσαντες φρούριον διά τους εξορίστους Ναξίους, επέστρεψαν εις την ήπειρον μηδέν κατορθώσαντες.
35. Ο δε Αρισταγόρας μη δυνάμενος να εκπληρώση όσα υπεσχέθη εις τον Αρταφέρνη, πιεζόμενος υπό τη απαιτουμένης δαπάνης της εκστρατείας και φοβούμενος τον στρατόν όστις έπαθε και τον Μεγαβάτην του οποίου επροκάλεσε το μίσος, υπώπτευσεν ότι έμελλον να τον καθαιρέσωσι της κυριαρχίας της Μιλήτου. Φοβούμενος λοιπόν όλα ταύτα, συνέλαβε την ιδέαν να αποστατήση• ενώ δε εσκέπτετο τούτο, ήλθεν εκ των Σούσων, σταλείς από τον Ιστιαίον, άνθρωπος του οποίου η εστιγματισμένη κεφαλή τον εμήνυε να αποστατήση από τον βασιλέα• καθότι ο Ιστιαίος, θέλων να ειδοποιήση τον Αρισταγόραν να αποστατήση και μη δυνάμενος δι’ ουδενός άλλου τρόπου να τον ειδοποιήση ασφαλώς, διότι εφυλάσσοντο οι δρόμοι, εξύρισε την κεφαλήν του πιστοτάτου των δούλων του, την έστιξε και περιέμεινε να αναφυώσι πάλιν αι τρίχες. Άμα δε ανεφύησαν, τον έπεμψεν εις την Μίλητον, ουδέν άλλο παραγγείλας εις αυτόν ειμή όταν φθάση εκεί να ειπή εις τον Αρισταγόραν να ξυρίση τας τρίχας του και να παρατηρήση την κεφαλήν. Έλεγον δε τα στίγματα, ως και πρότερον είπον, αποστασίαν. Έπραξε δε τούτο ο Ιστιαίος, δυσφορών διότι εκρατείτο εις τα Σούσα. Εάν απεστάτει η Μίλητος, πολλάς είχεν ελπίδας ότι ο Δαρείος θα τον έστελλεν εις τας παραθαλασσίους επαρχίας• ενόσω όμως ουδέν νέον συνέβαινεν εις την Μίλητον, ουδέποτε επίστευε να επιστρέψη εκεί.
36. Και ο μεν Ιστιαίος ταύτα διανοούμενος έπεμψε τον απεσταλμένον, του οποίου η παρά τω Αρισταγόρα άφιξις συνέπεσε με τα συμβάντα τα οποία διηγήθην, ο δε Αρισταγόρας συνεσκέφθη με τους συστασιώτας του, φανερώσας την ιδίαν του γνώμην και όσα τω εμήνυσεν ο Ιστιαίος. Και οι μεν άλλοι ήσαν σύμφωνοι να αποστατήσωσιν, ο δε Εκαταίος ο ιστορικός κατ’ αρχάς μεν απέκρουε την γνώμην να κινήσωσι πόλεμον κατά του βασιλέως των Περσών, απαριθμών όλα τα έθνη εφ’ ων ήρχεν ο Δαρείος, και την δύναμιν αυτού• επειδή όμως δεν τους έπειθε, συνεβούλευσεν έπειτα αυτούς να πράξωσιν ούτως ώστε να γίνωσι κύριοι της θαλάσσης. Προς τούτο είπεν έν μόνον μέσον έβλεπε, καθότι ήξευρεν ότι η δύναμις των Μιλησίων ήτο ασθενής. Το μέσον τούτο ήτο να λάβωσιν από το εις Βραγχίδας ιερόν τους θησαυρούς τους οποίους ο Λυδός Κροίσος είχεν αφιερώσει. Ηδύναντο να ελπίζωσιν ότι ήθελον θαλασσοκρατήσει, μεταχειριζόμενοι τους θησαυρούς εκείνους και συγχρόνως αφαιρούντες από τους Πέρσας την πιθανότητα να συλήσωσιν αυτούς. Τα πλούτη δε εκείνα, ως εδήλωσα εν τω πρώτω βιβλίω της ιστορίας μου, ήσαν πολλά. Αλλ’ η γνώμη αύτη δεν υπερίσχυσε, και απεφασίσθη μόνον να αποστατήσωσι και να αποστείλωσιν ένα των Μιλησίων εις την Μυούντα όπου ήτο το στρατόπεδον των εκ της Νάξου επιστρεψάντων στρατευμάτων, διά να προσπαθήση να συλλάβη τους εις τα πλοία εκείνα στρατηγούς.
37. Επειδή δε εστάλη προς τούτο ο Ιατραγόρας και συνέλαβε δολίως τον Ολίατον του Ιβανώλιος Μυλασσέα, τον Ιστιαίον του Τύμνου Τερμερέα, τον Κώην του Ερξάνδρου, εις ον ο Δαρείος εδωρήσατο την Μιτυλήνην, τον Αρισταγόραν του Ηρακλείδου Κυμαίον, και άλλους πολλούς, τότε ο Αρισταγόρας απεστάτησεν αναφανδόν πράττων ό,τι ηδύνατο κατά του Δαρείου. Και πρώτον μεν λόγω ότι παραιτείται της τυραννίας, κατέστησεν ισονομίαν εις την Μίλητον• έπειτα δε έπραξε το αυτό και εις την λοιπήν Ιωνίαν, διώκων τους τυράννους και παραδίδων εις τας πόλεις των οποίων ήθελε την φιλίαν εκείνους τους οποίους είχε συλλάβει εις τα κατά της Νάξου πλεύσαντα πλοία. Παρέδιδε δε έκαστον εις την πόλιν εκ της οποίας ήτο.
38. Και τον μεν Κώην, άμα παρέλαβον οι Μιτυληναίοι, τον έσυρον έξω της πόλεως και τον ελιθοβόλησαν, αλλ’ οι Κυμαίοι αφήκαν ελεύθερον τον τύραννόν των• τούτους δε μιμούμενοι οι περισσότεροι απέλυσαν τους ιδικούς των. Και αι μεν τυραννίδες εις τας πόλεις κατελύθησαν• ο δε Μιλήσιος Αρισταγόρας, αφού κατήργησεν αυτάς και επρόσταξε να καταστήσωσιν εν εκάστη των πόλεων στρατηγούς, μετέβη έπειτα μετά τριήρους εις την Λακεδαίμονα ως απεσταλμένος, διότι είχεν ανάγκην να εύρη ισχυρόν τινα σύμμαχον.
39. Εις δε την Σπάρτην δεν εβασίλευεν ουδέ έζη πλέον ο Αναξανδρίδης του Λέοντος, αλλ’ είχεν αποθάνει, είχε δε την βασιλείαν ο υιός του Αναξανδρίδου, Κλεομένης, ουχί δια τα προτερήματά του αλλά διά το γένος του. Ο Αναξανδρίδης είχε συζευχθή την θυγατέρα της αδελφής του, την οποίαν ηγάπα μεν πολύ, δεν απελάμβανεν όμως τέκνα εξ αυτής. Ούτως έχοντος λοιπόν του πράγματος, οι έφοροι τον εκάλεσαν και τω είπον• «Εάν συ δεν προσέχης εις ό,τι σε αφορά, ημείς όμως δεν πρέπει να αφήσωμεν να εκλείψη η γενεά του Ευρυσθένους. Έχεις γυναίκα• αλλ’ επειδή αύτη δεν σοι δίδει παιδία, άφες αυτήν και λάβε άλλην. Τοιαύτα δε πράττων θα ευχαριστήσης τους Σπαρτιάτας.» Ο δε Αναξανδρίδης απεκρίθη ότι δεν θα πράξη μήτε το έν μήτε το άλλο και ότι κακώς τον συνεβούλευον παρακινούντες αυτόν να διώξη την γυναίκα την οποίαν είχε, και ήτις ποτέ δεν έπταισε, και να λάβη άλλην. Τέλος ότι δεν τους ακούει.
40. Προς ταύτα οι έφοροι και οι γέροντες συνεσκέφθησαν και επρότεινον εις τον Αναξανδρίδην τα εξής• «Επειδή σε βλέπομεν προσηλωμένον εις την γυναίκα την οποίαν έχεις, παραδέχθητι τα εξής και μη ανθίστασαι πλέον διά μη σκεφθώσιν εναντίον σου οι Σπαρτιάται διαφορετικόν τι. Δεν σε ζητούμεν πλέον να αποπέμψης την γυναίκα την οποίαν αγαπάς• εξακολούθει αποδίδων αυτή όσα τη αποδίδεις τώρα• λάβε όμως προς αυτήν και άλλην τεκνοποιόν.» Συγκατετέθη εις τούτο ο Αναξανδρίδης και μετά ταύτα έχων δύο γυναίκας, διετήρει δύο οικίας, πράττων ούτω πράγμα ασύνηθες εις τα ήθη τα Σπαρτιατικά.
41. Μετά παρέλευσιν ουχί πολλού χρόνου η δευτέρα αύτη σύζυγος έτεκε τον Κλεομένη τούτον. Ενώ δε αύτη έδιδεν εις τους Σπαρτιάτας μέλλοντα βασιλέα, τότε και η πρώτη γυνή ήτις πρότερον ήτο άτεκνος, συνέλαβεν ανελπίστως. Ενώ δε αυτή ήτο αληθώς έγκυος, οι συγγενείς της δευτέρας γυναικός μαθόντες τούτο εθορύβουν λέγοντες ότι καυχάται χωρίς να ήναι έγκυος και ότι σκοπεύει να παρουσιάση παιδίον υποβολιμαίον. Επειδή λοιπόν ούτοι εθορύβουν τοιουτοτρόπως, ότε επέστη ο χρόνος του τοκετού, οι έφοροι δυσπιστούντες εκάθισαν περί την τίκτουσαν και παρεφύλαττον αυτήν. Αυτή δε αφού έτεκε τον Δωριέα, αμέσως μετά ταύτα έτεκε τον Λεωνίδαν, και κατόπιν τούτου τον Κλεόμβροτον• τινές δε λέγουσιν ότι ο Λεωνίδας και ο Κλεόμβροτος ήσαν δίδυμοι. Η δε δευτέρα γυνή, ήτις ήτο θυγάτηρ του Πρινητάδου υιού του Δημαρμένου, τεκούσα τον Κλεομένη, δεν έτεκε πλέον άλλο τέκνον.
42. Ο μεν Κλεομένης ήτο, ως λέγουσιν, ουχί υγιής τας φρένας αλλ’ επιρρεπής εις την μανίαν, ο δε Δωριεύς ήτο πρώτος όλων των συνηλικιωτών του και εφρόνει ότι διά τα προτερήματά του αυτός έμελλε να λάβη την βασιλείαν. Τόσον δε βέβαιος ήτο περί τούτου ώστε όταν απέθανεν ο Αναξανδρίδης και οι Λακεδαιμόνιοι εκ σεβασμού προς τον νόμον ανεγνώρισαν ως βασιλέα τον πρεσβύτατον Κλεομένη, ο Δωριεύς αγανακτήσας και μη καταδεχόμενος να κυβερνάται υπό του Κλεομένους, εζήτησε λαόν από τους Σπαρτιάτας και μετηνάστευσε. Χωρίς να πράξη τίποτε από όσα συνήθως πράττονται εις τοιαύτας περιστάσεις, ανεχώρησεν ηγανακτημένος και έπλευσε προς την Λιβύαν λαβών Θηραίους οδηγούς. Αποβάς εις την Κίνυπα, κατώκησε τόπον κάλλιστον της Λιβύας πλησίον ποταμού. Διωχθείς όμως εκείθεν κατά το τρίτον έτος υπό των Λιβύων Μακών και των Καρχηδονίων επέστρεψεν εις την Πελοπόννησον.
43. Τότε ο Αντιχάρης, ανήρ Ελεώνιος, οδηγούμενος έκ τινος χρησμού δοθέντος άλλοτε εις τον Λάιον, τον εσυμβούλευσε να αποικίση την εν Σικελία Ηράκλειαν, λέγων ότι όλη η χώρα του Έρυκος ανήκει εις τους Ηρακλείδας, καταλαβόντος αυτήν του Ηρακλέους. Ακούσας ταύτα ο Δωριεύς επορεύθη εις τους Δελφούς διά να ερωτήση το μαντείον εάν ηδύνατο να γίνη κύριος της χώρας εις την οποίαν εσκόπευε να μεταβή. Δοθείσης δε καταφατικής απαντήσεως ο Δωριεύς παραλαβών εκείνους τους οποίους είχεν ότε μετέβη εις την Λιβύαν, έπλευσε προς την Ιταλίαν
44. Κατ’ εκείνον δε τον χρόνον, ως λέγουσιν οι Συβαρίται, αυτοί και ο βασιλεύς των Τήλυς έμελλον να εκστρατεύσωσι κατά της Κρότωνος. Φοβηθέντες οι Κροτωνιάται, παρεκάλεσαν τον Δωριέα να τους βοηθήση. Συγκατατεθείς εις τούτο ο Δωριεύς, συνεξεστράτευσε μετ’ αυτών εις την Σύβαριν και συνεκυρίευσεν αυτήν. Και ταύτα μεν λέγουσιν οι Συβαρίται ότι έπραξεν ο Δωριεύς και οι μετ’ αυτού• οι Κροτωνιάται όμως λέγουσιν εξ εναντίας ότι ουδείς ξένος ανεμίχθη εις τον κατά των Συβαριτών πόλεμον, πλην μόνου του Καλλίου, μάντεως Ηλείου, εκ του γένους των Ιαμιδών. Ούτος, ως λέγουσιν, έφυγεν από τον τύραννον των Συβαριτών Τήλυν και ήλθεν εις αυτούς, διότι εις τας θυσίας τα ιερά δεν εφάνησαν ευνοϊκά διά την κατά των Κροτωναίων εκστρατείαν. Ταύτα λέγουσιν οι Κροτωναίοι.
45. Μαρτυρίας δε εκάτερον των μερών φέρει τας εξής. Οι μεν Συβαρίται δεικνύουσι τέμενος και ναόν πλησίον του ξηρού Κράθιδος, τον οποίον ναόν λέγουσιν ότι ο συγκυριεύσας την πόλιν Δωριεύς ανήγειρεν εις την Αθηνάν την επονομαζομένην Κραθίαν. Άλλην δε μαρτυρίαν μεγίστην αναφέρουσι τον θάνατον αυτού του Δωριέως όστις απώλετο πράξας τα εναντία παρ’ όσα προέγραψεν εις αυτόν το μαντείον διότι εάν δεν παρέβαινε τίποτε, εάν έπραττεν εκείνο διά το οποίον εστάλη, θα εκυρίευεν την χώραν του Έρυκος και θα κατείχεν αυτήν• και ούτε αυτός ούτε ο στρατός του ήθελον απολεσθή. Οι δε Κροτωνιάται πάλιν δεικνύουσι πολλάς γαίας εν τη χώρα της Κρότωνος δωρηθείσας εις τον Ηλείον Καλλίαν, τας οποίας μέχρι των ημερών μου ενέμοντο οι απόγονοι του Καλλίου• ενώ εις τον Δωριέα και τους απογόνους αυτού δεν εδόθη τίποτε. Και βεβαίως, εάν ο Δωριεύς τους εβοήθει εις τον κατά των Συβαριτών πόλεμον, θα ελάμβανε περισσότερα παρ’ όσα έλαβεν ο Καλλίας. Αυτά είναι τα μαρτύρια τα οποία προσφέρουσιν αι δύο αύται πόλεις• είναι δε ελεύθερος ο καθείς να παραδεχθή εκείνο όπερ τω φανή πιθανώτερον.
46. Συνέπλευσαν δε μετά του Δωριέως και άλλοι Σπαρτιάται άποικοι, ο Θεσσαλός, ο Παραιβάτης, ο Κελέας και ο Ευρυλέων, οίτινες ότε έφθασαν με όλον τον στόλον εις την Σικελίαν, ηττηθέντες εις μάχην εφονεύθησαν υπό των Φοινίκων και των Εγεσταίων. Μόνος δε ο Ευρυλέων επέζησεν εις την καταστροφήν ταύτην, και αυτός συναθροίσας τους απομείναντας στρατιώτας εκυρίευσε την Μινώαν, αποικίαν των Σελινουσίων και ελευθέρωσε τους Σελινουσίους από τον μονάρχην Πυθαγόραν. Μετά ταύτα όμως φονεύσας τούτον ηθέλησεν αυτός να γίνη τύραννος της Σελινούντος• ολίγον όμως χρόνον εμονάρχησε, διότι επαναστάτησαντες οι Σελινούσιοι εφόνευσαν αυτόν καταφυγόντα εις τον βωμόν του αγοραίου Διός.
47. Συνώδευε προς τούτοις τον Δωριέα και συναπέθανε μετ’ αυτού ο Κροτωνιάτης Φίλιππος του Βουτακίδου, όστις μνηστευθείς την θυγατέρα του Συβαρίτου Τήλυος έφυγεν εκ της Κρότωνος• ψευσθείς δε του γάμου ανεχώρησε πλέων εις την Κυρήνην, και εκείθεν πάλιν αναχωρήσας συνηκολούθει τον Δωριέα με ιδίαν του τριήρη και ίδιά του έξοδα των στρατιωτών. Ήτο Ολυμπιονίκης και ο ωραιότατος των Ελλήνων του καιρού εκείνου• ένεκα δε του κάλλους του ηξιώθη παρά των Εγεσταίων ό,τι ουδείς άλλος, διότι εγείραντες επί του τάφου του ηρώον τω προσφέρουσι θυσίας.
48. Και ο μεν Δωριεύς λοιπόν ούτως ετελεύτησεν• εάν δε ηνείχετο να βασιλεύεται υπό του Κλεομένους και έμενεν εις την Σπάρτην, θα εγίνετο βασιλεύς της Λακεδαίμονος, διότι ο Κλεομένης δεν εβασίλευσε πολύν χρόνον, αλλ’ απέθανεν άπαις, αφήσας μόνον μιαν θυγατέρα της οποίας το όνομα ήτο Γοργώ.
49. Έρχεται λοιπόν ο τύραννος της Μιλήτου Αρισταγόρας εις την Σπάρτην ότε είχε την αρχήν ο Κλεομένης και ήλθεν εις ομιλίαν με αυτόν, ως λέγουσιν οι Λακεδαιμόνιοι, έχων χάλκινον πίνακα επί του οποίου ήσαν κεχαραγμένα η περίοδος όλης της γης, όλη η θάλασσα και όλοι οι ποταμοί. Κατά την συνδιάλεξιν ταύτην ο Αρισταγόρας είπε προς αυτόν τα εξής• «Κλεόμενες, μη θαυμάσης εάν έσπευσα να έλθω εδώ, διότι αι περιστάσεις με εβίασαν να πράξω τούτο. Να ήναι οι Ίωνες δούλοι αντί ελευθέρων, τούτο είναι όνειδος και άλγος μέγιστον εις ημάς, προπάντων όμως εις σας οίτινες προΐστασθε της Ελλάδος. Όθεν διά όνομα των θεών των Ελληνικών λυτρώσατε εκ της δουλείας τους Ίωνας, άνδρας ομαίμονας. Δύνασθε δε ευκόλως να πράξητε τούτο, διότι ου μόνον οι βάρβαροι δεν είναι δυνατοί, αλλ’ εφθάσατε εις το ακρότατον σημείον των πολεμικών αρετών. Αυτοί εις τον πόλεμον μεταχειρίζονται τόξα και ακόντια βραχέα, έρχονται δε εις τας μάχας φορούντες αναξυρίδας και σαρίκια• βλέπετε λοιπόν ότι εύκολον είναι να νικηθώσιν. Οι νεμόμενοι την χώραν ταύτην έχουσιν αυτοί μόνοι τόσα αγαθά όσα έχουσιν όλοι οι άλλοι άνθρωποι• πρώτον χρυσόν, έπειτα άργυρον, χαλκόν, πεποικιλμένα φορέματα, υποζύγια και ανδράποδα• όλα ταύτα άμα θελήσετε γίνονται ιδικά σας. Αι δε επαρχίαι των είναι η μία πλησίον της άλλης ως θα σε δείξω. Κατόπιν τούτων των Ιώνων είναι οι Λυδοί, κατοικούντες χώραν εύκαρπον και έχοντες απείρους ποσότητας αργύρου.» Ταύτα λέγων ο Αρισταγόρας εδείκνυε τους τόπους τούτους εις την περίοδον της γης ήτις ήτο εγκεχαραγμένη εις τον πίνακα. «Μετά τους Λυδούς, εξηκολούθησε, προς ανατολάς, είναι οι Φρύγες οι μάλλον πλούσιοι από όσους εγώ ηξεύρω εις ποίμνια και εις καρπούς. Έπειτα βλέπεις τους Καππαδόκας τους οποίους ημείς καλούμεν Συρίους, έπειτα τους Κίλικας οίτινες εκτείνονται μέχρι της θαλάσσης ταύτης όπου κείται η νήσος Κύπρος. Ούτοι πληρόνουσιν εις τον βασιλέα πεντακόσια τάλαντα ετήσιον φόρον. Μετά τους Κίλικας τούτους είναι οι Αρμένιοι, οίτινες έχουσι και αυτοί πλήθος ποιμνίων. Μετά τους Αρμενίους είναι οι Ματιανοί εξουσιάζοντας τον τόπον τούτον. Κατόπιν τούτων είναι η Κισσία χώρα εις την οποίαν, πλησίον του ποταμού τούτου Χοάσπου, είναι τα Σούσα. Εκεί ζη ο μέγας βασιλεύς, εκεί είναι οι θησαυροί του. Εάν κυρώσετε την πόλιν ταύτην, δύνασθε ευκόλως να ανταγωνισθήτε κατά τα πλούτη με τον Δια. Πρέπει λοιπόν δι’ ολίγην γην, και ταύτην ουχί καλήν, και ορίων μικρών, να πολεμήτε κατά των ισοδυνάμων με υμάς Μεσσηνίων, και των Αρκάδων, και των Αργείων, οίτινες ούτε χρυσόν έχουσιν ούτε άργυρον, διά τα οποία δύναται τις προθύμως να πολεμήση και να αποθάνη; Και αφού δύνασθε να κυριεύσετε ευκόλως την Ασίαν, διατί ζητείτε άλλας κατακτήσεις; Ταύτα είπεν ο Αρισταγόρας, ο δε Κλεομένης απεκρίθη τα εξής• «Ω ξένε Μιλήσιε, μετά τρεις ημέρας θα έχης την απόκρισίν μου».
50. Και τότε μεν τόσον επροχώρησαν. Ότε δε έφθασεν η κυρία ημέρα της αποκρίσεως επανέλαβον την συνδιάλεξιν και ο Κλεομένης ηρώτησε τον Αρισταγόραν πόσων ημερών οδός είναι από την θάλασσαν μέχρι της βασιλικής πόλεως. Ο δε Αρισταγόρας, μολονότι εις τα άλλα εφάνη πονηρός και μέχρις εκείνης της στιγμής επιτήδειος να απατά τον Κλεομένη, εις τούτο όμως έσφαλε• διότι ενώ ηδύνατο να μη ομολογήση εκείνο το οποίον ήτο, εάν ήθελε να παρασύρη τους Σπαρτιάτας εις την Ασίαν, είπεν ότι η άνοδος είναι τριών μηνών. Τότε ο Κλεομένης, διακόπτων όσα έμελλε να είπη ο Αρισταγόρας περί της οδού ταύτης, είπεν• «Ω ξένε Μιλήσιε, αναχώρησον εκ της Σπάρτης προ της δύσεως του ηλίου, διότι δεν λέγεις εύκολα πράγματα εις τους Λακεδαιμονίους, θέλων να τους φέρης τριών μηνών οδόν μακράν τις θαλάσσης.» Ο μεν Κλεομένης ταύτα ειπών επέστρεψεν εις την κατοικίαν του.
51. Ο δε Αρισταγόρας λαβών κλάδον ελαίας μετέβη εις την οικίαν του Κλεομένους, και εισελθών ως ικέτης παρεκάλει τον Κλεομένη να αποπέμψη το παιδίον του και να τον ακούση, διότι πλησίον του Κλεομένους ήτο η θυγάτηρ του ήτις ωνομάζετο Γοργώ. Αύτη ήτο το μόνον του τέκνον και ήτο οκτώ ή εννέα ετών την ηλικίαν. Ο δε Κλεομένης τω είπεν ότι ηδύνατο να ομιλήση ό,τι ήθελε χωρίς να τον εμποδίζη η παρουσία του παιδίου. Τότε ο Αρισταγόρας ήρχισεν υποσχόμενος αυτώ δέκα τάλαντα εάν εκτελέση όσα τω εζήτησεν. Επειδή δε ο Κλεομένης ηρνείτο, ο Αρισταγόρας, αυξάνων πάντοτε την προσφοράν του, έφθασε να υποσχεθή πεντήκοντα τάλαντα. Τότε το παιδίον εφώνησε• «Πάτερ, θα σε διαφθείρη ο ξένος εάν δεν τον αφήσης και φύγης.» Ο δε Κλεομένης, ευχαριστηθείς διά την συμβουλήν του παιδίου, μετέβη εις άλλο οίκημα• ο δε Αρισταγόρας ανεχώρησεν εκ της Σπάρτης ανεπιστρεπτί, και ούτε ηδυνήθη να είπη τι περισσότερον περί της οδού της αγούσης προς τον βασιλέα.
52. Τα περί της οδού δε ταύτης έχουσιν ούτω• πανταχού υπάρχουσι σταθμοί βασιλικοί και καταλύματα κάλλιστα• όλη δε η οδοιπορία γίνεται διά χώρας κατοικουμένης και ασφαλούς. Πρώτον διά της Λυδίας και της Φρυγίας είναι είκοσι σταθμοί και παρασάγγαι εννενήκοντα τέσσαρες και ήμισυ. Μετά την Φρυγίαν έρχεται ο Άλυς ποταμός όπου είναι μέγα φρούριον και πύλαι τας οποίας πρέπει να διέλθη, τις όπως διεκπεραιωθή. Αφού δε διαβή εις την Καππαδοκίαν, διέρχεται δι’ αυτής μέχρις ου φθάση εις τα όρια των Κιλικίων, όπου είναι σταθμοί εικοσιοκτώ και παρασάγγαι εκατόν τέσσαρες. Επί των μεθορίων τούτων θα διέλθης δύο πύλας και δύο φρούρια. Ταύτα αφού διέλθης και διά της Κιλικίας εξακολουθών την πορείαν σου, έχεις ενώπιόν σου τρεις σταθμούς και παρασάγγας δεκαπέντε και ήμισυ. Μεταξύ της Κιλικίας και της Αρμενίας ρέει ποταμός ναυσίπορος, όστις ονομάζεται Ευφράτης. Εις δε την Αρμενίαν είναι σταθμοί μεν καταλυμάτων δεκαπέντε, παρασάγγαι δε πεντήκοντα έξ και ήμισυ και έν φρούριον. Τέσσαρες ποταμοί ναυσίποροι ρέουσι δι’ αυτής τους oποίους ανάγκη πάσα να διαπορθμεύση τις. Ο πρώτος των ποταμών είναι ο Τίγρης• ο δεύτερος και ο τρίτος έχουσι το αυτό όνομα, μολονότι δεν είναι οι ίδιοι δεν τρέχουσιν από το αυτό μέρος, διότι ο μεν ρέει εκ των Αρμενίων, ο δε εκ των Ματιανών. Ο τέταρτος των ποταμών ονομάζεται Γύνδης, τον όποιον άλλοτε ο Κύρος διεμοίρασεν εις τριακοσίας εξήκοντα διώρυχας. Εκ ταύτης δε της Αρμενίας όταν εισέλθης εις την Ματιανήν χώραν είναι σταθμοί τέσσαρες• εκ ταύτης δε μεταβαίνεις εις την Κισσίαν χώραν, όπου είναι σταθμοί ένδεκα και παρασάγγαι τριάκοντα δύο και ήμισυ μέχρι του Χοάσπου ποταμού, τον οποίον επίσης πρέπει να διαπεράσης με πλοίον και επί του οποίου είναι εκτισμένη η πόλις Σούσα. Όλοι οι σταθμοί ούτοι είναι εκατόν ένδεκα. Άλλα τόσα δε καταλύματα είναι από τας Σάρδεις εις τα Σούσα.
53. Εάν δε εμετρήθη ορθώς η βασιλική οδός κατά παρασάγγας, και εάν ο παρασάγγης ισοδυναμή με τριάκοντα στάδια, ως και ισοδυναμεί τωόντι, εκ των Σάρδεων μέχρι των Μεμνονίων καλουμένων βασιλείων είναι στάδια δεκατρείς χιλιάδες πεντακόσια, ή τετρακόσια πεντήκοντα παρασάγγαι. Δι’ εκείνους δε οίτινες δύνανται να διανύωσιν εκατόν πεντήκοντα στάδια την ημέραν, απαιτούνται ακριβώς εννενήκοντα ημέραι.
54. Ούτω λοιπόν ο Μιλήσιος Αρισταγόρας, ειπών εις τον Λακεδαιμόνιον Κλεομένη ότι μέχρι της διαμονής του βασιλέως ήτο τριών μηνών οδός, είπεν ορθώς. Εάν δε τις ζητή ακριβέστερον υπολογισμόν, τούτο θα πράξω αμέσως. Εις τούτο το διάστημα πρέπει να προσθέσωμεν και την οδόν όση είναι από την Έφεσον μέχρι των Σάρδεων. Όθεν λέγω ότι από την Ελληνικήν θάλασσαν μέχρι των Σούσων (διότι ούτω καλείται η πόλις του Μέμνονος) είναι δεκατέσσαρες χιλιάδες και τεσσαράκοντα στάδια. Και ούτω η τρίμηνος οδός γίνεται μακροτέρα κατά τρεις ημέρας.
55. Διωχθείς ο Αρισταγόρας εκ της Σπάρτης ήλθεν εις τας Αθήνας, ελευθερωθείσας από τους τυράννους των κατά τον ακόλουθον τρόπον. Αφού ο Αριστογείτων και ο Αρμόδιος, όντες ανέκαθεν εκ του γένους των Γεφυραίων, εφόνευσαν τον Ίππαρχον, υιόν του Πεισιστράτου και αδελφόν του τυράννου Ιππίου, ιδόντα εις τον ύπνον του όραμα αγγέλλον αυτώ εναργέστατα εκείνο το οποίον έμελλε να πάθη, πάλιν οι Αθηναίοι επί τέσσαρας ακόμη μήνας ετυραννεύθησαν όχι ολιγώτερον αλλά μάλιστα περισσότερον ή πρότερον.
56. Το δε δράμα του ενυπνίου του Ιππάρχου ήτο το εξής. Κατά την νύκτα της παραμονής των Παναθηναίων εφάνη εις τον Ίππαρχον ότι είδεν άνδρα μέγαν και ωραίον παρουσιασθέντα ενώπιόν του και ειπόντα τους εξής αινιγματώδεις λόγους• «Υπόμεινον, λέων, με καρδιάν υπομονητικήν, ό,τι πάθης ανυπόφορον. Δεν υπάρχει άνθρωπος αδικών όστις να μη αποτίση την αδικίαν.» Τούτων την εξήγησιν, άμα εγένετο ημέρα, τον είδον να προτείνη εις ονειροκρίτας• έπειτα εξορκίσας το όνειρον, μετέβη εις τον τόπον της πομπής όπου και εφονεύθη.
57. Οι δε Γεφυραίοι, εκ των οποίων κατήγοντο οι φονείς του Ιππάρχου, ως μεν λέγουσιν αυτοί, έχουσι την αρχήν των εκ της Ερετρείας, ως δε έμαθον εγώ εξετάσας, ήσαν Φοίνικες, εκ των Φοινίκων εκείνων οίτινες μετά του Κάδμου ήλθον εκ της Φοινίκης εις την γην την σήμερον καλουμένην Βοιωτίαν, και λαβόντες κλήραν τινα της χώρας ταύτης εγκατεστάθησαν εις την Ταναγρικήν μοίραν. Εντεύθεν αφού πρώτον εδιώχθησαν οι Καδμείοι υπό των Βοιωτών, εδιώχθησαν έπειτα και οι Γεφυραίοι υπό των Αργείων και κατέφυγον εις τους Αθηναίους. Οι δε Αθηναίοι τους εδέχθησαν ως πολίτας των, απαγορεύσαντες αυτοίς διάφορα δικαιώματα τα οποία δεν είναι άξια διηγήσεως.
58. Οι δε Φοίνικες ούτοι οι μετά του Κάδμου ελθόντες, μεταξύ των οποίων ήσαν οι Γεφυραίοι, οικήσαντες την χώραν ταύτην, εδίδαξαν πολλά πράγματα και προς τούτοις τα γράμματα τα οποία κατ’ εμέ δεν υπήρχον πρότερον εις τους Έλληνας. Και κατ’ αρχάς μεν οι Έλληνες μετεχειρίσθησαν όσα γράμματα μεταχειρίζονται οι Φοίνικες, ύστερον όμως με την πρόοδον του χρόνου ετροποποίησαν την φωνήν αυτών και το σχήμα. Εκ των Ελλήνων οι Ίωνες ήσαν οι κατ’ εκείνην την εποχήν κατοικούντες εις τα πλείστα μέρη των πέριξ χωρών• αυτοί λοιπόν μαθόντες παρά των Φοινίκων τα γράμματα, μετεχειρίσθησαν αυτά και τα μετερρύθμισαν ολίγον. Μεταχειριζόμενοι δε αυτά είπον, ως ήτο και δίκαιον, διότι οι Φοίνικες τα εισήγαγον εις την Ελλάδα, να καλώνται Φοινικικά. Προσέτι δε και τας βίβλους καλούσιν οι Ίωνες διφθέρας κατά παλαιάν συνήθειαν, καθότι ούσης της βίβλου σπανίας μετεχειρίζοντο άλλοτε δέρματα αιγών και προβάτων. Ακόμη δε και εις την εποχήν μου πολλοί των βαρβάρων γράφουσιν εις τοιαύτας διφθέρας.
59. Είδον δε και εγώ αυτός Καδμικά γράμματα εις το ιερόν του Ισμηνίου Απόλλωνος εις τας Θήβας της Βοιωτίας, γεγλυμμένα επί τριών τριπόδων, κατά πολύ ομοιάζοντα προς τα Ιωνικά. Ο μεν είς των τριπόδων έχει το εξής επίγραμμα: «Ο ΑΜΦΙΚΤΥΩΝ ΜΕ ΑΝΕΘΗΚΕΝ, ΕΠΙΣΤΡΕΨΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΗΛΕΒΟΕΙΣ.» Τούτο θα χρονολογήται από την εποχήν του Λαΐου, υιού του Λαβδάκου, υιού του Πολυδώρου, υιού του Κάδμου.
60. Έτερος τρίπους φέρει το εξής επίγραμμα εις εξαμέτρους στίχους: «Ο ΣΚΑΙΟΣ, ΝΙΚΗΣΑΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΥΓΜΗΝ, ΜΕ ΑΝΕΘΗΚΕΝ ΕΙΣ ΣΕ ΤΟΝ ΜΑΚΡΑΝ ΡΙΠΤΟΝΤΑ ΤΑ ΒΕΛΗ ΑΠΟΛΛΩΝΑ, ΑΓΑΛΜΑ ΠΕΡΙΚΑΛΛΕΣ.» Ο Σκαίος δε ούτος θα ήτο ο υιός του Ιπποκόωντος, εάν αυτός είναι ο αφιερώσας και όχι άλλος, έχων τα ίδιον όνομα με τον υιόν του Ιπποκόωντος και σύγχρονος με τον Οιδίποδα του Λαΐου.
61. Ο δε τρίτος τρίπους λέγει και ούτος εν εξαμέτρω: «ΑΥΤΟΣ Ο ΜΟΝΑΡΧΩΝ ΛΑΟΔΑΜΑΣ ΑΦΙΕΡΩΣΕ ΤΡΙΠΟΔΑ ΕΙΣ ΣΕ ΤΟΝ ΚΑΛΟΝ ΤΟΞΟΤΗΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ, ΑΓΑΛΜΑ ΠΕΡΙΚΑΛΛΕΣ» Επί της μοναρχίας του Λαοδάμαντος τούτου υιού του Ετεοκλέους εδιώχθησαν οι Καδμείοι υπό των Αργείων και έφυγον εις τους Εγχέλεις, οι δε Γεφυραίοι μείναντες, εβιάσθησαν ύστερον υπό των Βοιωτών να αναχωρήσωσιν εις Αθήνας. Και υπάρχει ακόμη ο ναός αυτών εις τας Αθήνας, ουδείς δε των άλλων πολιτών εισέρχεται εις αυτόν. Διαφέρει των άλλων ναών και προ πάντων του ναού όπου τελούνται τα μυστήρια της Αχαίας Δήμητρος.
62. Διηγήθην λοιπόν το όνειρον το οποίον είδεν ο Ίππαρχος και πόθεν κατήγοντο οι Γεφυραίοι εκ των οποίων ήσαν οι φονείς του Ιππάρχου. Πρέπει λοιπόν τώρα να επαναλάβω την διήγησιν την οποίαν ήρχισα και να είπω πώς οι Αθηναίοι ηλευθερώθησαν των τυράννων. Τυραννεύοντες του Ιππίου και φερομένου σκληρώς προς τους Αθηναίους διά τον θάνατον του Ιππάρχου, οι Αλκμαιωνίδαι, Αθηναίοι το γένος και εξορισθέντες υπό του Πεισιστράτου ομού με άλλους Αθηναίους, απεπειράθησαν να επιστρέψωσιν εις τας Αθήνας διά της βίας, αλλ’ απέτυχον και ηττήθησαν ολοσχερώς ζητήσαντες να καταβώσι και να ελευθερώσωσι τας Αθήνας. Τότε ετείχισαν το Λειψύδριον το οποίον είναι άνωθεν της Παιονίας• εκεί δε οι Αλκμαιωνίδαι, τα πάντα μηχανώμενοι κατά των Πεισιστρατιδών, συνεφώνησαν με τους Αμφικτύονας και έκτισαν ναόν εις τους Δελφούς, αυτόν όστις είναι σήμερον και δεν υπήρχε τότε. Επειδή δε ήσαν πλούσιοι και σημαντικοί ανέκαθεν, ωκοδόμησαν ναόν καλλίτερον του υποδείγματος, και μολονότι συνεφώνησαν να κτίσωσιν αυτόν εκ μαρμάρου κοινού, κατεσκεύασαν την πρόσοψιν αυτού εκ μαρμάρου Παρίου.
63. Ως λέγουσι λοιπόν οι Αθηναίοι, καθήμενοι οι άνθρωποι ούτοι εις τους Δελφούς εδελέαζον την Πυθίαν με χρήματα ώστε, οσάκις ήρχοντο οι Σπαρτιάται διά να ζητήσωσι χρησμόν είτε δι’ ιδιωτικάς υποθέσεις είτε διά δημοσίας, να τοις λέγη πάντοτε ότι πρέπει να ελευθερώσωσι τας Αθήνας. Όθεν οι Λακεδαιμόνιοι, βλέποντες ότι η Πυθία τοις επανελάμβανε τον αυτόν χρησμόν, έπεμψαν μετά στρατού τον Αγχιμόλιον, υιόν του Αστέρος, Σπαρτιάτην έγκριτον, διά να διώξη από τας Αθήνας τους Πεισιστρατίδας, μολονότι ήσαν άκροι φίλοι των• διότι εσέβοντο πλειότερον την διαταγήν του θεού ή τας φιλίας των ανθρώπων. Έπεμψαν δε τον στρατόν τούτον με πλοία, και ο Αγχιμόλιος αγκυροβολήσας εις το Φάληρον απεβίβασε τους στρατιώτας. Εν τούτοις οι Πεισιστρατίδαι, ειδοποιηθέντες προηγουμένως περί τούτον, προσεκάλεσαν επικουρίαν εκ της Θεσσαλίας, διότι είχον συνθήκην συμμαχίας με τους Θεσσαλούς. Οι δε Θεσσαλοί, εις αυτήν την αίτησιν, αποφασίσαντες από κοινού τοις έστειλαν χίλιους ιππείς υπό τον βασιλέα Κινέαν, άνδρα Κονιαίον, τους οποίους αφού έλαβον ως συμμάχους οι Πεισιστρατίδαι εμηχανήθησαν τα εξής. Έκοψαν τα δένδρα της πεδιάδος του Φαλήρου και κατέστησαν αυτήν ιππάσιμον• έπειτα αφήκαν το ιππικόν κατά του στρατοπέδου των Λακεδαιμονίων. Εμπεσόν δε τούτο, άλλους μεν διέφθειρε, μεταξύ των οποίων και τον Αγχιμόλιον• τους δε περισωθέντας τους ηνάγκασε να καταφύγωσιν εις τα πλοία. Και η μεν πρώτη εκστρατεία των Λακεδαιμονίων τοιαύτην τύχην έλαβε• σώζεται δε ο τάφος του Αγχιμολίου εις τας Αλωπεκάς της Αττικής, πλησίον του εις το Κυνόσαργες ναού του Ηρακλέους.
64. Μετά ταύτα δε οι Λακεδαιμόνιοι ετοιμάσαντες μεγαλείτερον στρατόν έπεμψαν αυτόν κατά των Αθηνών, καταστήσαντες στρατηγόν αυτού τον βασιλέα Κλεομένη, υιόν του Αναξανδρίδου• έπεμψαν δε αυτόν ουχί πλέον διά θαλάσσης, αλλά διά ξηράς. Ενώ όμως εισήρχοντο εις την Αττικήν, επετέθησαν κατ’ αυτών οι ιππείς των Θεσσαλών, οίτινες μετ’ ου πολύ ετράπησαν εις φυγήν απολέσαντες άνδρας υπέρ τους τεσσαράκοντα. Οι λοιποί, όσοι εσώθησαν, έφυγον ως είχον κατ’ ευθείαν προς την Θεσσαλίαν. Εισελθών δε εις την πόλιν ο Κλεομένης με τους Αθηναίους όσοι ήθελον να ήναι ελεύθεροι, επολιόρκησε τους τυράννους κλεισθέντας εις το Πελασγικόν τείχος.
65. Βεβαίως οι Λακεδαιμόνιοι δεν ήθελον δυνηθή να εξώσωσι τους Πεισιστρατίδας, ούτε εσκέπτοντο να κάμωσι τακτικήν πολιορκίαν κατ’ ανθρώπων εχόντων άφθονον προμήθειαν τροφών και ύδατος, μετά πολιορκίαν δε ολίγων τινών ημερών θα επέστρεφον εις την Σπάρτην• πλην επήλθε συμβάν τι δι’ αυτούς μεν ευνοϊκόν, διά δε τους Πεισιστρατίδας ολέθριον. Πεμπόμενοι οι παίδες των Πεισιστρατιδών έξω της χώρας συνελήφθησαν• απ’ εκείνης λοιπόν της στιγμής τα πράγματα περιεπλέχθησαν. Διά να λάβωσι δε τα τέκνα των οι Πεισιστρατίδαι εδέχθησαν τους όρους τους οποίους ήθελον οι Αθηναίοι, και ηναγκάσθησαν να εξέλθωσι της Αττικής εντός πέντε ημερών. Μετέβησαν λοιπόν εις το επί του Σκαμάνδρου ποταμού Σίγειον, αφού εκυβέρνησαν τας Αθήνας επί έτη τριάκοντα και έξ, όντες και αυτοί ανέκαθεν εκ της Πύλου και Νηλείδαι, και καταγόμενοι εκ των ιδίων προγόνων εξ ων κατήγοντο ο Κόδρος και ο Μέλανθος οίτινες μολονότι επήλυδες εγένοντο βασιλείς των Αθηναίων. Τούτου ένεκα ο Ιπποκράτης προς ανάμνησιν ωνόμασε τον υιόν του Πεισίστρατον, επονομάσας αυτόν από τον Πεισίστρατον τον υιόν του Νέστορος. Τοιουτοτρόπως οι Αθηναίοι απηλλάγησαν των τυράννων. Όσα δε αφού ηλευθερώθησαν έπραξαν και έπαθον άξια διηγήσεως, πριν ή αποστατήση η Ιωνία από τον Δαρείον και πριν έλθη εις τας Αθήνας ο Μιλήσιος Αρισταγόρας διά να ζητήση βοήθειαν, ταύτα πρώτα θέλω διηγηθή.
66. Αι Αθήναι αίτινες ήσαν και πρότερον μεγάλαι, ελευθερωθείσαι τότε από τους τυράννους εγένοντο μεγαλείτεραι. Εις αυτάς δύο άνδρες είχον μεγάλην δύναμιν, ο Κλεισθένης, ανήρ Αλκμαιωνίδης, όστις εφημίζετο ότι είχεν αγοράσει την Πυθίαν και ο Ισαγόρας του Τισάνδρου, όστις ήτο μεν από περιφανή οικογένειαν, δεν ηξεύρω όμως τίποτε περί της καταγωγής του ειμή μόνον ότι οι συγγενείς του θυσιάζουσιν εις τον Κάριον Δία. Οι δύο ούτοι άνδρες διήγειρον ταραχάς διαφιλονεικούντες την εξουσίαν. Ηττηθείς ο Κλεισθένης ενεκολπώθη το κόμμα του δήμου• μετά ταύτα δε, όντας διηρημένους τους Αθηναίους εις τέσσαρας φυλάς, διήρεσεν εις δέκα και απαλείψας τας επωνυμίας του Γελέοντος, του Αιγικόρους, του Αργάδου και του Όπλητος, οίτινες ήσαν παίδες του Ίωνος, έθεσεν επωνυμίας άλλων ηρώων επιχωρίων, πλην του Αίαντος τον οποίον, μολονότι ξένον, τον προσέθεσεν ως αστυγείτονα και σύμμαχον.
67. Ταύτα πράττων ο Κλεισθένης, εμιμείτο ως νομίζω τον προς μητρός πάππον του Κλεισθένη, τύραννον της Σικυώνος• διότι ο Κλεισθένης της Σικυώνος, ελθών εις πόλεμον προς τους Αργείους, αφ’ ενός μεν απηγόρευσε τους ραψωδούς να ψάλλωσιν εις τους αγώνας εν Σικυώνι στίχους του Ομήρου, καθότι οι στίχοι ούτοι είναι ως επί το πλείστον έπαινος των Αργείων και του Άργους• αφ’ ετέρου δε, επειδή υπήρχε και υπάρχει μέχρι της σήμερον εις την αγοράν των Σικυωνίων ηρώον προς τιμήν του Αδράστου υιού του Ταλαού, ο Κλεισθένης επεθύμησε να το εκβάλη της χώρας, καθότι ο Άδραστος ήτο Αργείος. Μετέβη λοιπόν εις τους Δελφούς και ηρώτησε το μαντείον, εάν πρέπη να εξώση τον Άδραστον• αλλ’ η Πυθία απεκρίθη ότι ο μεν Άδραστος ήτο βασιλεύς των Σικυωνίων, αυτός δε άξιος λιθοβολήσεως. Επειδή λοιπόν ο θεός δεν τω έδωκε την άδειαν, επέστρεψεν οπίσω μηχανώμενος παν μέσον όπως απαλλαγή του Αδράστου. Ότε δε ενόμισεν ότι εύρε το μέσον τούτο, έπεμψεν εις τας Θήβας της Βοιωτίας διά να είπη ότι ήθελε να μεταφέρη εκείθεν εις την Σικυώνα τον Μελάνιππον του Αστακού. Επιτρεψάντων τούτο των Θηβαίων, ο Κλεισθένης έφερε τον Μελάνιππον και τω αφιέρωσε τέμενος εν αυτώ τω πρυτανείω και τον έστησεν εκεί εις το καλλίτερον μέρος. Έφερε δε τον Μελάνιππον εις την Σικυώνα ο Κλεισθένης (επειδή πρέπει να διηγηθώ και τούτο) ως όντα έχθιστον του Αδράστου, του οποίου εφόνευσε τον αδελφόν Μηκιστέα και τον γαμβρόν Τυδέα. Αφού δε τω αφιέρωσε το τέμενος τούτο, αφήρεσεν από τον Άδραστον τας θυσίας και τας εορτάς και τας έδωκεν εις τον Μελάνιππον. Οι δε Σικυώνιοι είχον συνειθίσει να τιμώσι πολύ τον Άδραστον, διότι η χώρα των ανήκεν άλλοτε εις τον Πόλυβον, ο δε Άδραστος ήτο υιός της θυγατρός του Πολύβου όστις αποθνήσκων άπαις, τω αφήκε την αρχήν. Και δι’ άλλας ακόμη αιτίας οι Σικυώνιοι ετίμων τον Άδραστον, και προς τούτοις εώρταζον τα παθήματά του διά χορών τραγικών, προσφέροντες εις αυτόν τιμάς αίτινες ανήκον εις τον Διόνυσον. Ο δε Κλεισθένης τους μεν χορούς απέδωκεν εις τον Διόνυσον, τας δε λοιπάς θυσίας εις τον Μελάνιππον. Ταύτα έπραξεν ο Κλεισθένης διά τον Άδραστον.
68. Τα δε ονόματα των Δωρικών φυλών• διά να μη ήναι τα ίδια εις την Σικυώνα και εις το Άργος, μετέβαλεν εις άλλα με τα οποία περιέπαιξε παραπολύ τους Σικυωνίους• διότι λαβών τα ονόματα ταύτα εκ των ονομάτων του χοίρου και του όνου, εμήκυνε μόνον την κατάληξιν, πλην της ιδικής του φυλής εις την οποίαν έδωκεν όνομα παραγόμενον εκ της ιδίας εαυτού αρχής. Ούτοι μεν εκαλούντο Αρχέλαοι, οι άλλοι δε Υάται, Ονεάται και Χοιρεάται. Αυτά τα ονόματα των φυλών μετεχειριζοντο οι Σικυώνιοι και επί του Κλεισθένους και προσέτι επί εξήκοντα έτη μετά τον θάνατον αυτού. Μετά ταύτα όμως συσκεφθέντες τα μετέβαλον εις τους Υλλείς, Παμφύλους και Δυμανάτας• εις ταύτα τα ονόματα προσέθεσαν και τέταρτον, το των Αιγιαλέων, λαβόντες την επωνυμίαν εκ τον Αιγιαλέως, υιού του Αδράστου.
69. Ταύτα έπραξεν ο Σικυώνιος Κλεισθένης. Ο δε Αθηναίος Κλεισθένης, υιός ων της θυγατρός του Σικυωνίου τούτου και έχων το αυτό όνομα, προς περιφρόνησιν των Ιώνων και διά να μη έχωσιν αι φυλαί των Αθηναίων τα αυτά ονόματα με τα ιδικά των, εμιμήθη ως νομίζω τον ομώνυμόν του Κλεισθένη• διότι, άμα έλαβε με το μέρος του τον δήμον των Αθηναίων, όστις πρότερον ήτο αντίπαλός του, μετωνόμασε τας φυλάς και ηύξησε τον αριθμόν αυτών. Αντί τεσσάρων, κατέστησε δέκα αρχηγούς φυλών και διένειμε τους πολίτας εις τας δέκα φυλάς. Οικειοποιηθείς δε τον δήμον ήτο πολύ ισχυρότερος των αντιπάλων μερίδων.
70. Ο δε Ισαγόρας, νικηθείσης της μερίδος του, αντέταξε το εξής μηχάνημα, εις τον νικητήν. Επεκαλέσθη τον Λακεδαιμόνιον Κλεομένη όστις είχε γίνει ξένος του από της εποχές καθ’ ην επολιόρκησαν τους Πεισιστρατίδας, και όστις εκατηγορείτο μάλιστα ότι είχε σχέσεις με την γυναίκα του Ισαγόρου. Όθεν ο Κλεομένης πέμψας πρώτον κήρυκα εις τας Αθήνας εζήτει να εξώσωσι τον Κλεισθένη και άλλους πολλούς Αθηναίους μετ’ αυτού, αποκαλών αυτούς εναγείς. Έπεμψε δε και έλεγε ταύτα εκ διδαχής του Ισαγόρου• διότι οι μεν Αλκμαιωνίδαι και οι οπαδοί αυτών ήσαν ένοχοι του φόνου τον οποίον θα διηγηθώ αμέσως, αυτός όμως δεν μετέσχεν, ουδέ οι φίλοι αυτού.
71. Οι δε εναγείς των Αθηναίων ωνομάσθησαν διά την εξής αιτίαν. Ήτο Κύλων τις Αθηναίος Ολυμπιονίκης• αυτός επόθησε να τυραννεύση• όθεν εταιρείαν ποιησάμενος μετ’ άλλων ηλικιωτών απεπειράθη να καταλάβη την ακρόπολιν. Επειδή όμως δεν ηδυνήθη να την κυριεύση, εκάθισεν ικέτης προ του αγάλματος της Αθηνάς. Και ανήγειρον μεν αυτόν και τους μετ’ αυτού οι πρυτάνεις των ναυκράρων οίτινες τότε είχον την διοίκησιν των Αθηνών, κατηγορούνται δε ότι εφόνευσαν αυτούς οι Αλκμαιωνίδαι. Ταύτα εγένοντο προ της εποχής του Πεισιστράτου.
72. Επειδή λοιπόν πέμψας ο Κλεομένης εζήτει να εξώσωσι τον Κλεισθένη και τους εναγείς, ο μεν Κλεισθένης έφυγεν• ουχ ήττον όμως μετ’ ολίγον ήλθεν ο Κλεομένης εις τας Αθήνας όχι με μεγάλας δυνάμεις, και ελθών εξώρισεν επτακοσίας οικογενείας Αθηναίων τας οποίας τω επέδειξεν ο Ισαγόρας. Τούτου γενομένου, επειράθη έπειτα να διαλύση την βουλήν και να αναθέση την αρχήν εις τριακοσίους οπαδούς του Ισαγόρου. Αντισταθείσης δε της βουλής και μη θελούσης να υπακούση, ο Κλεομένης, ο Ισαγόρας και η μερίς αυτού καταλαμβάνουσι την ακρόπολιν• τότε οι λοιποί Αθηναίοι ομοφρονήσαντες επολιόρκησαν αυτούς επί δύο ημέρας, την δε τρίτην, όσοι εξ αυτών ήσαν Λακεδαιμόνιοι, εξήλθον της χώρας διά συνθήκης, και τοιουτοτρόπως εξεπληρώθη εκείνο το οποίον είχεν ειπεί η ιέρεια εις τον Κλεομένη• διότι ότε ούτος ανέβη εις την ακρόπολιν, σκοπεύων να εγκατασταθή εκεί και ηθέλησε να εισέλθη εις το άδυτον της θεάς διά να την χαιρετίση, η ιέρεια εξαναστάσα εκ του θρόνου, πριν ή εκείνος υπερβή το κατώφλιον της θύρας, είπεν• «Ω ξένε Λακεδαιμόνιε, ύπαγε οπίσω και μη εισέλθης εις το ιερόν, διότι δεν είναι επιτετραμμένον εις τους Δωριείς να εισέρχωνται ενταύθα.» Ο δε Κλεομένης απεκρίθη• «Ω γύναι, δεν είμαι Δωριεύς, αλλ’ Αχαιός.» Αψηφήσας λοιπόν τον χρησμόν έμεινεν εις την ακρόπολιν, αλλά και τότε πάλιν εδιώχθη μετά των Λακεδαιμονίων. Τους δε άλλους έδεσαν οι Αθηναίοι διά να τους θανατώσωσι• μεταξύ δε αυτών και τον Τιμησίθεον τον Δελφόν του οποίου δύναμαι να απαριθμήσω πολλά έργα δεικνύοντα δύναμιν και γενναιότητα μεγάλην. Αυτοί λοιπόν δεθέντες εθανατώθησαν.
73. Μετά ταύτα δε οι Αθηναίοι, μετακαλέσαντες τον Κλεισθένη και τας επτακοσίας οικογενείας τας διωχθείσας υπό του Κλεομένους, πέμπουσι πρέσβεις εις τας Σάρδεις, θέλοντες να συνδέσωσι συμμαχίαν μετά των Περσών, καθότι έβλεπον ότι ο πόλεμος προς τους Λακεδαιμονίους και τον Κλεομένη ήτο άφευκτος. Ελθόντων δε των πρέσβεων εις τας Σάρδεις και ειπόντων όσα ήσαν διατεταγμένοι να είπωσιν, ο Αρταφέρνης του Υστάσπους, ύπαρχος των Σάρδεων, τους ηρώτησε τίνες όντες και ποίαν χώραν κατοικούντες ζητούσι την συμμαχίαν των Περσών. Ακούσας τας αποκρίσεις αυτών τοις είπε μετά συντομίας ότι εάν μεν οι Αθηναίοι δίδωσι γην και ύδωρ εις τον βασιλέα Δαρείον, τοις υπόσχεται συμμαχίαν, εάν δε δεν δίδωσι τους διατάττει να φύγωσι. Τότε οι πρέσβεις συσκεφθέντες μεταξύ των, είπον ότι δίδουσι, διότι ήθελον την συμμαχίαν ταύτην. Όταν όμως επέστρεψαν εις τας Αθήνας, εκατηγορήθησαν αυστηρώς.
74. Ο δε Κλεομένης αισθανόμενος ότι περιυβρίσθη από τους Αθηναίους και με λόγους και με έργα, εσύναζεν εξ όλης της Πελοποννήσου στρατόν χωρίς να λέγη προς ποίον σκοπόν• η μόνη του δε επιθυμία ήτο να τιμωρήση τον δήμον των Αθηναίων και να καταστήση τύραννον τον Ισαγόραν, διότι ούτος είχε συνεξέλθει μετ’ αυτού εκ της ακροπόλεως. Άγων λοιπόν μέγα στράτευμα εισέβαλεν ο Κλεομένης εις την Ελευσίνα, και συγχρόνως οι Βοιωτοί, εις δοθέν σύνθημα, εκυρίευσαν την Οινόην και τας Υσιάς, δήμους εις τα άκρα της Αττικής, οι δε Χαλκιδείς εισέβαλαν εξ άλλου μέρους δηούντες και καταστρέφοντες. Οι δε Αθηναίοι, μολονότι επιέζοντο εκ δύο μερών, τους μεν Βοιωτούς και τους Χαλκιδείς επεφυλάχθησαν να τιμωρήσωσι βραδύτερον, όλας δε τας δυνάμεις των έστρεψαν τότε κατά των Πελοποννησίων των κατεχόντων την Ελευσίνα.
75. Καθ’ ην στιγμήν όμως έμελλον να έλθωσιν εις χείρας οι στρατοί, πρώτοι οι Κορίνθιοι σκεφθέντες ότι έπραττον αδικίαν, μετέβαλον γνώμην και ανεχώρησαν. Μετ’ αυτούς ανεχώρησε και ο Δημάρατος του Αρίστωνως, βασιλεύς και αυτός των Σπαρτιατών, όστις ωδήγει τον στρατόν μετά του Κλεομένους και μέχρι της στιγμής εκείνης καθ’ όλα σύμφωνος μετ’ αυτού. Ένεκα της διχογνωμίας ήτις αναφύη κατά την περίστασιν ταύτην ετέθη νόμος εις την Σπάρτην, όταν γίνεται εκστρατεία, να μη ακολουθώσι και οι δύο βασιλείς, καθότι έως τότε ηκολούθουν και οι δύο. Απαλλαγέντος λοιπόν του χρέους τούτου του ενός των βασιλέων, απεφασίσθη ομοίως να μένη εις την πόλιν το έτερον των αγαλμάτων των Τυνδαριδών τα οποία πρότερον ηκολούθουν αμφότερα τον στρατόν, καθότι οι Σπαρτιάται επικαλούνται εις τας μάχας τους Τυνδαρίδας. Τότε δε εις την Ελευσίνα ιδόντες οι λοιποί των συμμάχων ότι και οι βασιλείς των Λακεδαιμονίων δεν συνεφώνουν και οι Κορίνθιοι εγκατέλιπον τας τάξεις των, εγκατέλιπον και αυτοί τας ιδικάς των και ανεχώρησαν.
76. Ήτο δε τότε η τετάρτη φορά καθ’ ην οι Δωριείς ήλθον εις την Αττικήν, δις μεν ως πολέμιοι, δις δε προς το συμφέρον του πλήθους των Αθηναίων. Την πρώτην φοράν αποίκισαν τα Μέγαρα
(1) (ορθώς δε δύναται να ονομασθή εκστρατεία το επί του Κόδρου, βασιλέως των Αθηνών, συμβάν τούτο)• την δευτέραν και την τρίτην ανεχώρησαν εκ της Σπάρτης διά να εξώσωσι τους Πεισιστρατίδας• και την τετάρτην ο Κλεομένης, άγων τους Πελοποννησίους, εισέβαλεν εις την Ελευσίνα. Τοιουτοτρόπως οι Δωριείς διά τετάρτην τότε φοράν εξεστράτευσαν κατά των Αθηνών.
77. Διαλυθέντος δε του στρατού τούτου ακλεώς, οι Αθηναίοι απεφάσισαν να εκδικηθώσι, και κατά πρώτον εστράτευσαν κατά των Χαλκιδέων• αλλ’ οι Βοιωτοί ήλθον εις τον Εύριπον προς βοήθειαν των Χαλκιδέων. Οι δε Αθηναίοι, ιδόντες τους βοηθούς, ενέκρινον να κτυπήσωσι πρώτον τους Βοιωτούς και έπειτα τους Χαλκιδείς. Συνήψαν λοιπόν μάχην μετ’ αυτών και ενίκησαν ολοσχερώς• διότι αφού εφόνευσαν παμπόλλους, συνέλαβον και επτακοσίους αιχμαλώτους, την αυτήν ημέραν οι Αθηναίοι διαβάντες εις την Εύβοιαν συνεπλάκησαν με τους Χαλκιδείς• νικήσαντες δε και τούτους, αφήκαν τετρακισχιλίους αποίκους εις τας γαίας των ιπποβοτών• ιπποβόται δε καλούνται οι πλούσιοι των Χαλκιδέων. Επίσης όσους εζώγρησαν εκ τούτων τους εφυλάκισαν ομού με τους ζωγρηθέντας Βοιωτούς, δέσαντες αυτούς με πέδας. Μετά ταύτα, λαβόντες λύτρα δι’ έκαστον δύο μνας, τους ηλευθέρωσαν• τας δε πέδας με τας οποίας τους είχον δεδεμένους, τας εκρέμασαν εις την ακρόπολιν, όπου και σήμερον ακόμη σώζονται κρεμάμεναι εκ των υπό του Μήδου περικεκαυμένων τειχών, απέναντι της δυτικής προσόψεως του ναού. Προσέτι δε αφιέρωσαν και το δέκατον εκ των λύτρων, κατασκευάσαντες εξ αυτού τέθριππον χάλκινον άρμα. Τούτο το άρμα είναι εστημένον προς τα αριστερά άμα εισέλθη τις εις την ακρόπολιν, και έχει την ακόλουθον επιγραφήν:
«Οι παίδες των Αθηναίων νικήσαντες τα έθνη των Βοιωτών και των Χαλκιδέων, έσβεσαν την αυθάδειαν αυτών με δεσμά και ζοφεράν φυλακήν• εκ του δεκάτου δε των λύτρων αφιέρωσαν εις την Παλλάδα τας ίππους ταύτας.»
78. Η δύναμις λοιπόν των Αθηναίων ηύξανε, φαίνεται ου μόνον εξ ενός παραδείγματος αλλ’ εκ πολλών ότι η ισηγορία (2) είναι εξαίρετον πράγμα• διότι οι Αθηναίοι, ενόσω εκυβερνώντο τυραννικώς, δεν ήσαν εις τα πολεμικά ανώτεροι των γειτονικών εθνών, ελευθερωθέντες όμως από τους τυράννους εγένοντο πρώτιστοι όλων. Τούτο σημαίνει ότι ενόσω εστερούντο της ελευθερίας των, δεν εφιλοτιμούντο να φαίνωνται γενναίοι• διότι όσα και αν έπραττον, θα τα έπραττον προς το συμφέρον δεσπότου• άμα όμως ηλευθερώθησαν, πάντες επροθυμήθησαν να φανώσιν άξιοι, σκεπτόμενοι ότι ειργάζοντο δι’ εαυτούς. Και οι μεν Αθηναίοι ταύτα έπραττον.
79. Οι δε Θηβαίοι, μετά τα συμβάντα ταύτα, θέλοντες να εκδικηθώσι τους Αθηναίους, έπεμψαν να ερωτήσωσι τον θεόν. Η Πυθία τοις είπεν ότι υπό μόνων αυτών ουδεμία εκδίκησις ηδύνατο να γίνη, τους συνεβούλευσε δε να αναθέτωσι το πράγμα εις τον λαόν και έπειτα να ζητήσωσι βοήθειαν από τους πλησιεστάτους των. Οι ερωτήσαντες λοιπόν το μαντείον επέστρεψαν και εκοινοποίησαν την απόκρισιν εις την συνέλευσιν του λαού. Όταν δε το πλήθος ήκουσε τας λέξεις ταύτας «να ζητήσητε βοήθειαν από τους πλησιεστάτους σας,» είπε• «τάχα δεν κατοικούσι πλησιέστατα ημών οι Ταναγραίοι, οι Κορωναίοι και οι Θεσπιείς; αυτοί πάντοτε δεν πολεμούσιν εις το πλευρόν μας; δεν μας βοηθούσι πάντοτε προθύμως εις όλας τας μάχας; τις η ανάγκη να τους παρακαλέσωμεν; Ως φρονούμεν, άλλην έννοιαν θα έχη ο χρησμός»
80. Ενώ συνεζήτουν ταύτα, είς εξ αυτών, νοημονέστερος, τοις είπε• «Με φαίνεται ότι ενόησα τι θέλει να μας ειπή το μαντείον. Λέγουσιν ότι η Θήβη και η Αίγινα ήσαν θυγατέρες του Ασωπού• επειδή λοιπόν είναι αδελφαί, συμπεραίνω ότι ο θεός εχρησμοδότησεν εις ημάς να ζητήσωμεν παρά των Αιγινητών να γίνωσι βοηθοί μας.» Και επειδή ουδεμία άλλη γνώμη εφαίνετο καλλιτέρα ταύτης, πέμψαντες αμέσως παρεκάλουν τους Αιγινήτας ως συγγενείς, επικαλούμενοι την βοήθειαν των κατά την διαταγήν του χρησμού. Οι δε Αιγινήται εις την αίτησιν επικουρίας τοις απεκρίθησαν ότι τοις πέμπουσι τους Αιακίδας (3).
81. Οι Θηβαίοι έχοντας τους Αιακίδες βοηθούς εδοκίμασαν, αλλά πάλιν έπαθον πολλά δεινά από τους Αθηναίους• τότε απέδωσαν τους Αιακίδας και εζήτησαν στρατιώτας. Οι δε Αιγινήται επαιρόμενοι διά την μεγάλην των ευτυχίαν και ενθυμηθέντες παλαιάν έχθραν την οποίαν είχον κατά των Αθηναίων, ενέδωκαν εις τας παρακλείσεις των Θηβαίων και εκίνησαν πόλεμον ακήρυκτον κατά των Αθηναίων• καθότι, ενώ οι Αθηναίοι επίεζον τους Βοιωτούς, οι Αιγινήται πλεύσαντες με μακρά πλοία διήρπασαν το Φάληρον και πολλούς άλλους παραθαλασσίους δήμους. Διά των επιδρομών δε τούτων έβλαψαν μεγάλως τους Αθηναίους.
82. Η δε έχθρα η προσφειλομένη υπό των Αιγινητών εις τους Αθηναίους τοιαύτην είχε την αρχήν. Εις τους Επιδαυρίους η γη δεν έδιδε κανένα καρπόν• διά την συμφοράν δε ταύτην οι Επιδαύριοι ηρώτησαν το μαντείον των Δελφών και η Πυθία τους διέταξε να στήσωσιν αγάλματα της Δαμίας και της Αυξησίας (4), βεβαιούσα ότι τούτου γενομένου τα πράγματά των θα εβελτιούντο. Ηρώτησαν λοιπόν εκ δευτέρου οι Επιδαύριοι εάν έπρεπε να κατασκευάσωσι τα αγάλματα εκ χαλκού ή εκ λίθου, η δε Πυθία δεν άφινε μήτε εκ του ενός μήτε εκ του άλλου, άλλα τοις είπε να τα κατασκευάσωσιν εκ ξύλου ελαίας ημέρου. Παρεκάλεσαν λοιπόν οι Επιδαύριοι τους Αθηναίους να τοις επιτρέψωσι να κόψωσιν ελαίαν, νομίζοντες ότι τα ελαιόδενδρα των Αθηνών ήσαν ιερώτατα. Λέγουσι προς τούτοις ότι κατ’ εκείνον τον καιρόν ουδαμού αλλαχού υπήρχον ελαίαι ειμή μόνον εις τας Αθήνας. Οι δε Αθηναίοι τοις απεκρίθησαν ότι τοις δίδουσι μίαν, αλλά με την συμφωνίαν να φέρωσι κατ’ έτος θύματα εις την προστάτιδα της πόλεως Αθηνάν και εις τον Ερεχθέα. Δεχθέντες τας συμφωνίας ταύτας οι Επιδαύριοι έλαβον ό,τι εζήτουν και κατασκευάσαντες αγάλματα εκ ξύλου ελαίας τα έστησαν. Έκτοτε δε και η γη των εκαρποφόρει, και εις τους Αθηναίους έστελλον τα συμφωνηθέντα.
83. Τότε δε ακόμη ως και προτού οι Αιγινήται υπήκουον εις τους Επιδαυρίους• δι’ όλας των τας υποθέσεις και ιδίως διά να δικάζωνται μεταξύ των μετέβαινον εις την Επίδαυρον. Μετά ταύτα όμως, κατασκευάσαντες πλοία, και φανέντες αγνώμονες, απεστάτησαν από τους Επιδαυρίους. Έχοντες λοιπόν διαφοράς με αυτούς και όντες δυνατοί κατά θάλασσαν, τοσούτον τους εκακοποίησαν ώστε τοις ήρπασαν και τα δύο ταύτα αγάλματα της Δαμίας και της Αυξησίας, τα οποία έφερον και έστησαν εις τα μεσόγαια της χώρας των, εις τόπον τινά καλούμενον Οίαν, απέχοντα δε από της πόλεως περί τα είκοσι στάδια. Αφού έστησαν τα αγάλματα εις τούτον τον τόπον, τα ελάτρευον με θυσίας και με ασέμνους χορούς γυναικών. Δι’ εκάστην θεάν διωρίζοντο δέκα χορηγοί, οι δε χοροί δεν περιέπαιζον κανένα άνδρα, αλλά τας εγχωρίας γυναίκας. Τας αυτάς ιερουργίας έχουσιν οι Επιδαύριοι, οίτινες έχουσι και άλλας ιερουργίας τας οποίας δεν αναφέρουσιν.
84. Αφού τοις ηρπάγησαν τα αγάλματα ταύτα, οι Επιδαύριοι έπαυσαν να πληρώνωσιν εις τους Αθηναίους τον συμφωνηθέντα φόρον. Οργισθέντες δε κατ’ αυτών οι Αθηναίοι, έπεμψαν και τους επέπληττον, αλλ οι Επιδαύριοι απέδειξαν ότι δεν τους ηδίκουν, καθότι εφ’ όσον είχον τα αγάλματα εις τον τόπον των τοις έπεμπον τα θύματα, αφότου όμως τα εστερήθησαν δεν είναι δίκαιον να πληρώνωσιν ακόμη. Παρακίνησαν λοιπόν τους Αθηναίους να απαιτήσωσι τα συμφωνηθέντα από τους Αιγινήτας, διότι αυτοί είχον την Δαμίαν και την Αυξησίαν. Ακούσαντες δε τας αποκρίσεις ταύτας οι Αθηναίοι, έπεμψαν εις την Αίγιναν και απήτουν τας προσφοράς τας οφειλομένας διά τα αγάλματα• οι δε Αιγινήται απήντησαν ότι δεν είχον καμμίαν υπόθεσιν με τους Αθηναίους.
85. Οι Αθηναίοι λέγουσιν ότι μετά την απαίτησιν ταύτην εστάλησαν υπό του λαού ένοπλοι άνδρες μετά τριήρους και ότι οι άνδρες ούτοι φθάσαντες εις την Αίγιναν προσεπάθουν να καταβιβάσωσιν από τα βάθρα των τα αγάλματα, καθό κατασκευασμένα από ξύλα ανήκοντα εις τους Αθηναίους. Το σχέδιόν των ήτο να τα λάβωσι μεθ’ εαυτών, αλλά δεν το κατώρθωσαν• τότε τα έδεσαν με σχοινία και τα έσυρον αλλ’ ενώ τα έσυρον, εγένετο βροντή, και μετά την βροντήν σεισμός. Τούτου ένεκα οι κωπηλάται παρεφρόνησαν, και εν τη μανία των εφόνευον αλλήλους ως πολεμίους μέχρις ου είς έμεινε ζων, και επέστρεψεν εις το Φάληρον.
86. Οι μεν Αθηναίοι ούτω λέγουσιν ότι συνέβη το πράγμα• οι δε Αιγινήται λέγουσιν ότι οι Αθηναίοι μετέβησαν ουχί με έν μόνον πλοίον (διότι και αν ακόμη δεν είχον πλοία εις την Αίγιναν, πάλιν θα εδίωκον ευκόλως ουχί έν αλλά και περισσότερα.) αλλ’ απέπλευσαν εκ της χώρας των με πολύν στόλον• διά τούτο αυτοί ενέδοσαν και δεν εναυμάχησαν. Δεν δύνανται όμως να είπωσι μετά βεβαιότητος εάν ενέδοσαν διότι ησθάνοντο εαυτούς υποδεεστέρους ή διότι εσκόπευον να πράξωσιν ό,τι έπραξαν. Οι Αθηναίοι λοιπόν, μη ευρόντες αντίστασιν, απέβησαν από τα πλοία και εβάδισαν προς τα αγάλματα• επειδή δε δεν ηδύναντο να τα ανασπάσωσιν εκ των βάθρων των, δέσαντες αυτά με σχοινία τα έσυρον προς το μέρος των• ενώ δε τα έσυρον, τότε τα αγάλματα ήρχισαν και αυτά να πράττωσι το ίδιον και να σύρωσι τους Αθηναίους προς το μέρος των. Και εγώ μεν δεν πιστεύω τον λόγον τούτον, αλλ’ όμως πιθανόν να τον πιστεύση άλλος. Τα αγάλματα, σύροντα, έπεσαν εις τα γόνατα και έκτοτε διατελούσιν ούτως έχοντα. Ταύτα λέγουσιν οι Αιγινήται• προσθέτουσι δε ότι μαθόντες ότι οι Αθηναίοι έμελλον να εκστρατεύσωσιν εναντίον των, έπεισαν τους Αργείους να τοις πέμψωσιν επικουρίαν. Απέβη λοιπόν ο στρατός των Αθηναίων εις την Αίγιναν και συγχρόνως έφθασαν κρυφίως διά της Επιδαύρου οι εκ του Άργυος επίκουροι οίτινες, λαθόντες τους Αθηναίους, επέπεσαν εξαίφνης κατ’ αυτών και τους εχώρισαν από τα πλοία. Τότε συγχρόνως εγένετο η βροντή και ο σεισμός.
87. Ταύτα λέγουσιν οι Αργείοι και οι Αιγινήται. Ομολογούσι δε και οι Αθηναίοι ότι είς μόνος περιεσώθη εκ των ιδικών των και επέστρεψεν εις την Αττικήν. Πλην οι μεν Αργείοι λέγουσιν ότι αυτοί κατέστρεψαν το αττικόν στρατόπεδον εκ του οποίου εσώθη ο είς• οι δε Αθηναίοι ότι κατέστρεψε τον στρατόν ο θεός, και ότι ούτε ο είς ούτος επέζησεν, αλλ’ απέθανε κατά τον ακόλουθον τρόπον. Επανελθών εις τας Αθήνας, διηγήθη την επελθούσαν καταστροφήν• μαθούσαι τούτο αι γυναίκες των ανδρών όσοι εστράτευσαν εις την Αίγιναν, και μη υποφέρουσαι να βλέπωσιν ότι εκείνος μόνος μεταξύ όλων εσώθη, τον περιεκύκλωσαν, και κεντώσαι αυτόν με τας περόνας των ιματίων, τον ηρώτων πού ήσαν οι άνδρες των. Και ούτος μεν τοιουτοτρόπως απέθανεν• οι δε Αθηναίοι, κρίναντες ότι το έργον των γυναικών ήτο δεινότερον του παθήματος και μη έχοντες πώς άλλως να τιμωρήσωσι τας γυναίκας, μετέβαλον την ενδυμασίαν των εις Ιωνικήν• διότι μέχρις εκείνης της εποχής αι γυναίκες των Αθηναίων εφόρουν ενδυμασίαν Δωρικήν, ήτις πολύ ομοιάζει με την Κορινθιακήν. Την αντικατέστησαν λοιπόν διά του λινού χιτώνος, διά να μη μεταχειρίζωνται πλέον περόνας.
88. Διά να είπη τις όμως ακριβώς, η τοιαύτη ενδυμασία δεν είναι Ιωνική ανέκαθεν, αλλά Καρική, διότι η παλαιά ελληνική ενδυμασία όλων των γυναικών ήτο μία, η σήμερον καλούμενη Δωρική. Οι δε Αργείοι και οι Αιγινήται, ένεκα του αυτού συμβάντος, έθεσαν νόμον να κατασκευάζωσιν αι γυναίκες τας περόνας κατά το έν τρίτον μεγαλειτέρας παρ’ όσον τας είχον πρότερον, να αφιερώνωσιν εις το ιερόν της Δήμητρος και της Περσεφόνης περόνας προ πάντων και να μη μεταχειρίζονται τίποτε προερχόμενον εκ της Αττικής, μήτε αγγεία πήλινα, αλλά να πίνωσιν εντός του ιερού από πήλινα αγγεία επιχώρια. Αι μεν γυναίκες λοιπόν των Αργείων και των Αιγινητών από της έριδος ταύτης προς τους Αθηναίους εφόρουν μέχρι της εποχής μου περόνας μεγαλειτέρας ή άλλοτε.
89. Η δε έχθρα των Αργείων και των Αιγινητών ήτο αυτή την οποίαν διηγήθην. Τότε δε, επειδή εκάλεσαν αυτούς οι Θηβαίοι εις βοήθειάν των, ενθυμηθέντες τα ένεκα των αγαλμάτων γενόμενα, εβοήθησαν τους Βοιωτούς. Ελεηλάτουν λοιπόν οι Αιγινήται τα παράλια της Αττικής. Ότε δε οι Αθηναίοι ητοιμάζοντο να στρατεύσωσι κατά των Αιγινητών, τοις ήλθε χρησμός από τους Δελφούς να περιμείνωσι τριάκοντα έτη από της αδικίας των Αιγινητών, κατά δε το τριακοστόν πρώτον, αφού αφιερώσωσι τέμενος εις τον Αιακόν, να αρχίσωσι τον πόλεμον, όστις τότε θα αποβή κατά την επιθυμίαν των. Αν όμως αμέσως κινήσωσι στρατεύματα κατά των Αιγινητών, θα υποστώσι και θα επιφέρωσι κατά το διάστημα τούτο πολλάς ζημίας. Άμα λοιπόν ήλθεν ο χρησμός ούτος και τον ήκουσαν οι Αθηναίοι, αφιέρωσαν εις τον Αιακόν το τέμενος το οποίον και σήμερον υπάρχει πλησίον της αγοράς, αλλά δεν ηθέλησαν να περιμείνωσι τριάκοντα έτη μολονότι ήκουσαν ότι έπρεπε να υπομείνωσιν επί τοσούτον χρόνον τας ύβρεις των Αιγινητών.
90. Ενώ δε αυτοί παρεσκευάζοντο να εκδικηθώσι, τους εμπόδισεν άλλη τις υπόθεσις την οποίαν εκίνησαν οι Λακεδαιμόνιοι. Μαθόντες ούτοι τας μηχανορραφίας των Αλκμαιωνιδών όπως προσελκύσωσι την Πυθίαν και όσα η Πυθία έπραξε προς αυτούς και τους Πεισιστρατίδας, εθεώρησαν τούτο ως διπλήν συμφοράν, επειδή είχον εξώσει προηγουμένως άνδρας οίτινες ήσαν ξένοι των και επειδή οι Αθηναίοι ουδεμίαν εδείκνυον ευγνωμοσύνην διά την υπηρεσίαν ταύτην. Δεν ήρκει τούτο• χρησμοί τοις ανεκοινώθησαν, προλέγοντες ότι έμελλον να υποστώσι πολλάς ύβρεις εκ μέρους των Αθηναίων• οι χρησμοί ούτοι, επί πολύ αγνοούμενοι, δεν εγένοντο εις αυτούς γνωστοί ειμή όταν επέστρεψεν ο Κλεομένης εις την Σπάρτην. Εύρε δε τους χρησμούς τούτους ο Κλεομένης εις την ακρόπολιν των Αθηναίων• πρότερον είχον αυτούς οι Πεισιστρατίδαι, διωχθέντες όμως τους άφησαν εις το ιερόν και ο Κλεομένης τους έλαβε καταλειφθέντας εκεί.
91. Τότε δε λαβόντες εις χείρας των οι Λακεδαιμόνιοι τους χρησμούς και βλέποντες αυξάνοντας τους Αθηναίους και μη θέλοντας κατ’ ουδένα τρόπον να γίνωσιν υπήκοοί των, ενόησαν ότι ελεύθερος μεν ο λαός της Αττικής ηδύνατο να γίνη ισοδύναμός των, αποτεταγμένος όμως εις τύραννον ήθελεν απολέσει την δύναμίν του και καταστή ευπειθώς. Ταύτα λοιπόν σκεπτόμενοι έπεμψαν και έφερον τον Ιππίαν, του Πεισιστράτου από του εν Ελλησπόντω Σιγείου, όπου είχον καταφύγει οι Πεισιστρατίδαι. Αφού δε εκάλεσαν τον Ιππίαν και ήλθε, μηνύσαντες να έλθωσι πρέσβεις και εκ των συμμάχων πόλεων, είπον προς αυτούς οι Σπαρτιάται τα εξής• «Αναγνωρίζομεν, ω σύμμαχοι, ότι δεν εφέρθημεν καλώς διότι παρακινηθέντες υπό χρησμών απατηλών, εδιώξαμεν εκ της πατρίδος των άνδρας οίτινες ήσαν συνδεδεμένοι μεθ’ ημών διά στενωτάτης ξενίας και οίτινες μας είχον υποσχεθή να υποτάξωσιν εις ημάς τας Αθήνας• έπειτα, ενεπιστεύθημεν την πόλιν ταύτην εις λαόν αχάριστον όστις μείνας ελεύθερος χάρις εις ημάς, ύψωσε την κεφαλήν και μας εδίωξεν υβριστικώς, ημάς και τον βασιλέα ημών. Η υπόληψις αυτού ήρξατο προβαίνουσα και ήδη η δύναμίς του αυξάνει, ως το έμαθον προ πάντων οι περίοικοι αυτού Βοιωτοί και Χαλκιδείς, ως θα το μάθωσιν όλοι εκείνοι όσοι περιπέσωσιν εις το αυτό λάθος εις το οποίον περιεπέσαμεν ημείς. Αλλ’ εάν εσφάλομεν εκείνα πράξαντες, θα προσπαθήσωμεν τώρα ομού με σας να διορθώσωμεν το λάθος μας και να τους τιμωρήσωμεν. Επί τω σκοπώ τούτω προσεκαλέσαμεν τον Ιππίαν τούτον και υμάς από τας πόλεις, ίνα διά κοινής αποφάσεως και κοινής εκστρατείας εισαγάγωμεν αυτόν εις τας Αθήνας και τω αποδώσωμεν όσα τω αφηρέσαμεν.»
92. Οι μεν Σπαρτιάται ταύτα είπον, οι πλειότεροι όμως των συμμάχων δεν επεδοκίμασαν τους λόγους τούτους. Ενώ δε οι άλλοι εσιώπων, ο Κορίνθιος Σωσικλής είπε τα εξής.
1. «Βεβαίως ο ουρανός θα καταβή υπό την γην, και η γη θα αναβή υπεράνω του ουρανού, και οι άνθρωποι θα ζήσωσιν εν τη θαλάσση, και οι ιχθύες όπου ήσαν πρότερον οι άνθρωποι, αφού υμείς, ω Λακεδαιμόνιοι, ανατρέποντες τας ισοκρατίας, ετοιμάζεσθε να εισαγάγετε την τυραννίαν εις τας πόλεις, από το οποίον ούτε αδικώτερον άλλο έργον υπάρχει εις τον κόσμον, ούτε μιαιφονώτερον. Εάν σας φαίνεται ότι είναι καλόν να κυβερνώνται αι πόλεις υπό τυρράνων, υμείς πρώτοι καταστήσατε τύραννον εις την πόλιν σας και έπειτα προσπαθήσατε να καταστήσετε και εις τας άλλας. Τώρα δε χωρίς να δοκιμάσετε τι είναι τύραννος και προσέχοντες επιμελώς μη γίνη τοιούτο τι εις την Σπάρτην, θέλετε να δωρήσετε τοιούτους εις τους συμμάχους. Εάν όμως είχετε πείραν του πράγματος ως ημείς, θα ηδύνασθε να μας δώσετε περί του αντικειμένου τούτου συμβουλάς καλλιτέρας εκείνης την οποίαν μας εδώσατε προ ολίγου.
2. «Ενθυμηθήτε την διοίκησιν ήτις είχεν εγκατασταθή εις την πόλιν των Κορινθίων• ήτο ολιγαρχία και οι καλούμενοι Βακχιάδαι είχον την αρχήν• έδιδον δε αυτοί και ελάμβανον γυναίκας πάντοτε μεταξύ των. Είς των ανδρών τούτων, ο Αμφίων, εγέννησε θυγατέρα χωλήν, ήτις ωνομάσθη Λάβδα. Ο Ηετίων, υιός του Εχεκράτους, εκ του δήμου της Πέτρας, μολονότι κατήγετο εκ των Λαπιθών και του Καινέως, ενυμφεύθη αυτήν, διότι κανείς των Βακχιάδων δεν την ήθελε διά γυναίκα. Επειδή όμως μήτε εξ αυτής μήτε εξ άλλης ετεκνοποίει, ήλθεν εις τους Δελφούς διά να ερωτήση περί τέκνου• ενώ δε εισήρχετο ευθύς η Πυθία τον προσηγόρευσε διά των εξής λόγων.
Ηετίων ουδείς σε τιμά και είσαι άξιος πολλών τιμών• η γυνή σου είναι έγκυος και θα γεννήση τροχοειδή πέτραν ήτις θα πέση επί των μοναρχών και θα εκδικήση την Κόρινθον.
ταύτα τα εις τον Ηετίωνα χρησμοδοτηθέντα δεν ηξεύρω πώς εκοινοποιήθησαν εις τους Βακχιάδας, οι οποίοι και αυτοί είχον λάβει πρότερον χρησμόν περί της Κορίνθου, όστις όμως ήτο ανεξήγητος και είχε την αυτήν έννοιαν την οποίαν είχε και ο χρησμός του Ηετίωνος. Έλεγε δε ούτω•
Ο αετός συλλαμβάνει εις τας πέτρας• θα γεννήση δε λέοντα ισχυρόν, ωμοφάγον, όστις πολλών θα κόψη τα γόνατα. Προσέξατε λοιπόν, ω Κορίνθιοι, οίτινες κατοικείτε περί την ωραίαν Πειρήνην και την υψηλήν ακρόπολιν της Κορίνθου.
3. «Αυτός λοιπόν ο χρησμός ο δοθείς προηγουμένως εις τους Βακχιάδας ήτο ακατανόητος• τότε όμως, άμα ήκουσαν τον του Ηετίωνος ενόησαν και τον προλαβόντα• διότι ήτο σύμφωνος με τον του Ηετίωνος. Καίτοι όμως εννοήσαντες αυτόν, εσιώπων, διότι είχον απόφασιν να θανατώσωσι το εκ του Ηετίωνος, γεννηθησόμενον τέκνον. Άμα λοιπόν εγέννησεν η γυνή, έπεμψαν εις τον δήμον όπου κατώκει ο Ηετίων δέκα από τους ιδικούς των διά να φονεύσωσι το παιδίον. Φθάσαντες ούτοι εις την Πέτραν και εισελθόντες εις την αυλήν του Ηετίωνος, εζήτουν το παιδίον. Η Λάβδα, μη γνωρίζουσα ποσώς τον σκοπόν διά τον οποίον ήλθον και νομίζουσα ότι εκ φιλίας προς τον πατέρα επεθύμουν να το ίδωσι, το έφερε και το ενεχείρισεν εις ένα εξ αυτών. Είχον δε ούτοι συμφωνήσει καθ’ οδόν, όστις πρώτος λάβη το παιδίον να το κτυπήση καταγής. Αλλ’ όταν η Λάβδα φέρουσα το παρέδωκε, κατά θείαν τύχην το παιδίον εμειδίασε προς τον άνθρωπον όστις το έλαβεν• ούτος δε παρατηρήσας τούτο κατελήφθη υπό οίκτου όστις τον εμπόδισε να το θανατώση, και όλος συγκεκινημένος παρέδωκεν αυτό εις τον δεύτερον, ο δεύτερος εις τον τρίτον και τοιουτοτρόπως παραδιδόμενον διεξήλθε διά πάντων των δέκα, μηδενός θέλοντος να το θανατώση. Αφού δε απέδωκαν το παιδίον εις την μητέρα, και εξήλθον έξω, εστάθησαν προ της θύρας και επέπληττον αλλήλους αιτιώμενοι προ πάντων εκείνου όστις πρώτος έλαβεν αυτό, διότι δεν έπραξε συμφώνως προς τα αποφασισθέντα. Τέλος, αφού παρήλθε χρόνος τις, απεφάσισαν να εισέλθωσι και να μεθέξωσι του φόνου όλοι.
4. «Ήτο όμως πεπρωμένον να αναβλαστήσωσι συμφοραί εις την Κόρινθον εκ του υιού του Ηετίωνος. Η Λάβδα, ισταμένη πλησίον της θύρας, ήκουσε πάντα ταύτα και φοβηθείσα μήπως μετανοήσαντες διά την πρώτην των συμπάθειαν ζητήσωσιν εκ δευτέρου το παιδίον διά να το φονεύσωσι, το έλαβε και το έκρυψεν εις μέρος το οποίον ενόμιζε δυσκολώτατον να φαντασθώσιν, εις κυψέλην, βεβαία ούσα ότι εάν επέστρεφον διά να το ζητήσωσι θα ηρεύνων πανταχού, όπερ και εγένετο. Εισήλθον, ηρεύνησαν αλλά δεν εύρον το παιδίον• τέλος απεφάσισαν να αναχωρήσωσι και να είπωσιν εις εκείνους οίτινες τους έπεμψαν ότι έπραξαν όλα όσα τους παρήγγειλαν. Και ούτοι μεν απελθόντες ταύτα είπον.
5. «Ο δε υιός του Ηετίωνος μετά ταύτα ηύξανε, και επειδή κρυφθείς εις την Κυψέλην διέφυγε τον κίνδυνον τούτον, επωνομάσθη Κύψελος. Ότε δε ο Κύψελος εγένετο ανήρ, ηρώτησε το μαντείον των Δελφών και έλαβεν απόκρισιν διφορουμένην, εις την οποίαν πεισθείς επεχείρησε την καθυπόταξιν της Κορίνθου. Ήτο δε ο χρησμός ο εξής.
Ευδαίμων ο ανήρ ούτος όστις εισέρχεται εις την κατοικίαν μου, ο Κύψελος Ηετίδης, βασιλεύς της ενδόξου Κορίνθου, αυτός και οι παίδες αυτού, ουχί όμως και οι παίδες των παίδων αυτού.
Τοιούτος ήτο ο χρησμός. Τυραννεύσας δε ο Κύψελος, τοιούτος ανήρ εγένετο• πολλούς μεν των Κορινθίων εξώρισε, πολλούς απεστέρησε των χρημάτων των, πολλοτάτους δε απέκτεινεν.
6. «Αφού εβασίλευσεν επί τριάκοντα έτη και ετελείωσε τον βίον καλώς, διάδοχος της τυραννίδος εγένετο ο υιός αυτού Περίανδρος• Ούτος ο Περίανδρος κατ’ αρχάς μεν ήτο ηπιώτερος του πατρός• αφού όμως διά πρέσβεων εσχετίσθη με τον τύραννον της Μιλήτου Θρασύβουλον, εγένετο πολύ μιαιφονώτερος του Κυψέλου• καθότι πέμψας κήρυκα προς τον Θρασύβουλον, ηρώτα ποίον τρόπον πολιτεύματος ασφαλέστατον να μεταχειρισθή διά να διοική την πόλιν ασφαλώς. Ο δε Θρασύβουλος λαβών τον παρά του Περιάνδρου αποσταλέντα, εξήγαγεν αυτόν έξω της πόλεως και εισελθών εις γην εσπαρμένην διήρχετο διά των αγρών ερωτών εκ νέου και εξετάζων τον κήρυκα το αίτιον της εκ Κορίνθου αφίξεώς του• εν τούτοις έκοπτε και έρριπτε κατά γης όπου έβλεπε στάχυν τινά υπερέχοντα των άλλων, και τοιουτοτρόπως εξηκολούθησε μέχρις ου κατέστρεψε τους αξιολογωτάτους και υψηλοτάτους των σταχύων του αγρού. Αφού δε διέτρεξεν όλον τον εσπαρμένον τόπον, απέπεμψε τον κήρυκα χωρίς να δώση εις αυτόν ουδεμίαν απόκρισιν. Επιστρέψαντος δε του κήρυκος εις την Κόρινθον, ο Περίανδρος πολλήν προθυμίαν είχε να μάθη την συμβουλήν την οποίαν τω έφερεν• αλλ’ ο κήρυξ είπεν ότι ο Θρασύβουλος ουδεμίαν συμβουλήν τω έδωκε και ότι απορεί πώς τον έστειλε προς τοιούτον άνθρωπον παράφρονα όστις καταστρέφει τα ίδια κτήματά του.
7. «Εννοήσας ο Περίανδρος τα πραχθέντα και αποφασίσας, ως συνεβούλευσεν αυτόν ο Θρασύβουλος, να φονεύση τους επισημοτέρους των πολιτών, έδειξε τότε πάσαν σκληρότητα προς αυτούς, διότι όσους εφείσθη ο Κύψελος, τούτους απετελείωσεν ο Περίανδρος θανατώσας ή εξορίσας. Ημέραν τινά, ένεκα της γυναικός του Μελίσσης (5), εγύμνωσεν όλας τας γυναίκας της Κορίνθου• είχεν αποστείλει εις τους παρά τον Αχέροντα ποταμόν Θεσπρωτούς απεσταλμένους διά να ερωτήσωσι το νεκρομαντείον περί τινος παρακαταθήκης γενομένης υπό τινος ξένου• φανείσα η Μέλισσα είπεν εις αυτούς ότι ούτε διά σημείων ούτε διά λόγου δεν θα φανερώση εις ποίον μέρος είναι ο θησαυρός• «διότι, είπε, ριγώ, είμαι γυμνή• τα φορέματα τα οποία συγκατέθαψαν μετ’ εμού δεν με ωφελούσιν εις τίποτε, καθότι δεν εκάησαν.» Προς απόδειξιν ότι έλεγεν αλήθειαν, προσέθηκεν ότι ο Περίανδρος έθεσε τον άρτον της εις κάμινον ψυχράν. Όταν οι λόγοι ούτοι ανεκοινώθησαν εις τον Περίανδρον (και δι’ αυτόν υπεστηρίζοντο υπό μαρτυρίας την οποίαν δεν ηδύνατο να αμφισβητήση, καθότι εμίγη με την Μέλισσαν νεκράν ούσαν), αμέσως μετά την αγγελίαν εξέδωκε κήρυγμα να μεταβώσιν όλαι αι γυναίκες των Κορινθίων εις τον ναόν της Ήρας. Αύται λοιπόν, ως εις εορτήν, μετέβησαν εστολισμέναι με όλα τα καλλίτερα ενδύματά των• ο δε Περίανδρος θέσας τους δορυφόρους τας εγύμνωσεν όλας, και τας ελευθέρας και τας δούλας, και συναθροίσας όλα τα φορέματα εις λάκκον κατέκαυσεν αυτά επικαλούμενος την Μέλισσαν. Αφού έπραξε τούτο, έπεμψεν εκ δευτέρου τους απεσταλμένους του, και η σκιά της Μελίσσης τοις είπεν εις ποίον μέρος έκρυψε τον θησαυρόν του ξένου. Τοιαύτη λοιπόν, ω Λακεδαιμόνιοι, είναι η τυραννίς, και τοιαύτα τα έργα αυτής. Ημείς οι Κορίνθιοι κατ’ αρχάς μεγάλως εθαυμάσαμεν ότε σας είδομεν να προσκαλέσητε τον Ιππίαν, τώρα δε θαυμάζομεν πολύ περισσότερον ακούοντες τους λόγους σας. Όθεν επικαλούμενοι τους θεούς των Ελλήνων, σας ικετεύομεν να μη καταστήσητε τυραννίδας εις τας πόλεις. Εάν όμως δεν παύσητε, αλλ’ εξακολουθήσετε παρά το δίκαιον προσπαθούντες να καταβιβάσητε τον Ιππίαν εις τας Αθήνας, μάθετε ότι οι Κορίνθιοι δεν είναι σύμφωνοι με την γνώμην σας.»
93. Ο μεν πρέσβυς της Κορίνθου Σωσικλής ταύτα είπεν• ο δε Ιππίας τους αυτούς θεούς επικαλεσθείς απεκρίθη ότι περισσότερον από όλους τους άλλους Έλληνας οι Κορίνθιοι θα ποθήσωσι κατόπιν τους Πεισιστρατίδας, όταν φθάσωσι δι’ αυτούς αι αναπόφευκτοι ημέραι καθ’ ας θέλουσιν αδικηθή από τους Αθηναίους. Έλεγε δε ταύτα ο Ιππίας ως άνθρωπος γνωρίζων καλλίτερον παντός άλλου τους χρησμούς. Οι δε λοιποί σύμμαχοι έως τότε μεν εσιώπων• αφού όμως ήκουσαν τον Σωσικλέα εκφράζοντα ελευθέρως την γνώμην του, τότε όλοι μεγαλοφώνως είπον ότι συνεμερίζοντο την γνώμην του Κορινθίου, και παρεκάλεσαν τους Λακεδαιμονίους να μη επιχειρίσωσι νεωτερισμόν τινα εις πόλιν Ελληνίδα.
94. Τοιούτον το τέλος της υποθέσεως ταύτης• εις δε τον Ιππίαν διωχθέντα εκείθεν έδωκεν ο Μακεδών Αμύντας την Ανθεμούντα, και συγχρόνως οι Θεσσαλοί τω προσέφερον την Ιωλκόν• αλλ’ αυτός δεν ηθέλησε μήτε την μίαν μήτε την άλλην, και επέστρεψεν εις το Σίγειον το οποίον ο Πεισίστρατος ήρπασε διά των όπλων από τους Μιτυληναίους και αφού το εκυρίευσε κατέστησεν εις αυτό τύραννον τον νόθον αυτού υιόν Ηγησίστρατον, τον έκ τινος Αργείας γυναικός γεννηθέντα, όστις διετήρησεν ουχί αμαχητί όσα παρέλαβε παρά του Πεισιστράτου, διότι επί πολύν χρόνον επολέμουν οι Μιτυληναίοι ορμώμενοι εκ της πόλεως Αχιλλείου και οι Αθηναίοι ορμώμενοι εκ του Σιγείου, οι μεν πρώτοι ζητούντες οπίσω την χώραν των, οι δε Αθηναίοι μη συγκατατιθέμενοι να αποδώσωσιν αυτήν αλλ’ αποδεικνύοντες διά λόγων ότι οι Αιολείς δεν έχουσιν επί της Τρωικής γης πλειότερα δικαιώματα παρ’ όσα έχουσιν αυτοί οι Αθηναίοι και οι άλλοι Έλληνες όσοι εβοήθησαν τον Μενέλαον εις την εκστρατείαν την γενομένην διά την αρπαγήν της Ελένης.
95. Διαρκούντος τον πολέμου τούτου συνέβησαν διάφορα άλλα εις τα πεδία της μάχης, και προς τούτοις ο ποιητής Αλκαίος είς τινα συμπλοκήν κατά την οποίαν ενίκησαν οι Αθηναίοι, αυτός μεν ελυτρώθη διά της φυγής, τα όπλα του όμως έλαβον οι Αθηναίοι και τα εκρέμασαν εις τον εν τω Σιγείω ναόν της Αθηνάς. Περί της μάχης ταύτης ο Αλκαίος συνέθεσεν άσμα λυρικόν το οποίον έπεμψεν εις Μιτυλήνην διά να καταστήση γνωστόν εις τον φίλον Μελάνιππον το πάθημά του. Τους δε Μιτυληναίους και τους Αθηναίους συνεβίβασεν ο Περίανδρος του Κυψέλου, διότι αυτόν εξελέξαντο ως διαιτητήν. Τους συνεβίβασε δε ως εξής• να νέμεται εκάτερον μέρος την χώραν την οποίαν κατέχει. Τοιουτοτρόπως λοιπόν το Σίγειον έμεινεν εις τους Αθηναίους.
96. Επανελθών δε ο Ιππίας εκ της Λακεδαίμονος εις την Ασίαν, πάντα λίθον εκίνησε διαβάλλων τους Αθηναίους εις τον Αρταφέρνη και παν μέσον μεταχειριζόμενος διά να υποπέσωσιν αι Αθήναι εις την ιδικήν του και την του Δαρείου εξουσίαν. Και ο μεν Ιππίας ταύτα έπραττεν• οι δε Αθηναίοι άμα μαθόντες τα γινόμενα έπεμψαν εις τας Σάρδεις απεσταλμένους διά να εμποδίσωσι τους Πέρσας από του να δίδωσι πίστιν εις τους λόγους των φυγάδων. Αλλ’ ο Αρταφέρνης διέταξε τους πρέσβεις, εάν ήθελον να σώσωσι τον τόπον των, να δεχθώσι τον Ιππίαν επιστρέφοντα. Οι δε Αθηναίοι, ότε τοις ανεκοινώθη η απόκρισις αύτη, δεν την παρεδέχθησαν και απεφάσισαν να γίνωσι φανεροί πολέμιοι των Περσών.
97. Ενώ είχον αποφασίσει ταύτα και ηρέθιζον τους Πέρσας εναντίον των, ο Μιλήσιος Αρισταγόρας, διωχθείς εκ της Σπάρτης υπό του Λακεδαιμονίου Κλεομένους, ήλθεν εις τας Αθήνας• καθότι η πόλις αύτη ήτο τότε η δυνατωτάτη όλων των άλλων. Παρουσιασθείς ο Αρισταγόρας ενώπιον του δήμου είπεν όσα είχεν ειπεί εις την Σπάρτην περί των αγαθών της Ασίας και περί της πολεμικής ικανότητος των Περσών, ότι ούτε ασπίδα ούτε δόρυ μεταχειρίζονται και ότι ευκόλως ηδύναντο να νικηθώσι. Ταύτα έλεγε και προς τούτοις ότι οι Μιλήσιοι ήσαν άποικοι των Αθηνών και ότι ήτο χρέος της πόλεως ταύτης, ήτις έχει τόσην δύναμιν, να τους προστατεύση. Διά την ανάγκην δε την οποίαν είχεν, υπέσχετο τα πάντα, μέχρις ου επί τέλους τους έπεισεν. Εκ τούτου καθίσταται δήλον ότι ευκολώτερον δύναταί τις να απατήση πολλούς ή ένα μόνον άνθρωπον, καθότι ο Αρισταγόρας τον μεν Λακεδαιμόνιον Κλεομένη δεν ηδυνήθη να απατήση, ηπάτησεν όμως τρεις μυριάδας Αθηναίων. Οι Αθηναίοι λοιπόν παρασυρθέντες εψήφισαν να στείλωσιν είκοσι πλοία διά να βοηθήσωσι τους Ίωνας, διορίσαντες στρατηγόν του στόλου τούτου τον Μελάνθιον, πολίτην σημαντικόν υπό όλας τας επόψεις. Ταύτα δε τα πλοία εγένοντο αρχή κακών εις τους Έλληνας και τους βαρβάρους.
98. Ο δε Αρισταγόρας προπλεύσας και φθάσας εις την Μίλητον διενοήθη να πράξη πράγμα το οποίον ουδαμώς ήθελεν ωφελήσει τους Ίωνας, και ούτε αυτός το έκαμε με τοιούτον σκοπόν, αλλά μάλλον διά να λυπήση τον βασιλέα Δαρείον. Έπεμψεν άνθρωπον εις την Φρυγίαν προς τους Παίονας, οίτινες αιχμαλωτευθέντες υπό του Φαρναβάζου επέμφθησαν από τον Στρυμόνα ποταμόν και κατώκουν εις ιδιαιτέραν κώμην της Φρυγίας. Ελθών ο απεσταλμένος εις τους Παίονας τοις είπε τα εξής• Ώ Παίονες, ο τύραννος της Μιλήτου Αρισταγόρας με έδωσεν εντολήν να σας σώσω, εάν θέλετε να με ακούσετε• διότι τώρα όλη η Ιωνία απέσεισε τον ζυγόν του Δαρείου και παρ’ υμών εξαρτάται να επιστρέψετε σώοι και αβλαβείς εις την πατρίδα σας. Πώς να καταβήτε εις την θάλασσαν, φροντίσατε οι ίδιοι• τα λοιπά αφορώσιν ημάς.» Ακούσαντες ταύτα οι Παίονες ευχαριστήθησαν πολύ και λαβόντες τας γυναίκας των και τα παιδία των έδραμον προς την θάλασσαν• τινές όμως έμειναν εκεί, διότι εφοβήθησαν. Φθάσαντες οι άλλοι εις την παραλίαν, διέβησαν εις την Χίον. Ήσαν δε πλέον εις την Χίον, ότε εκίνησε κατόπιν των πολύ ιππικόν. Μη δυνηθέντες όμως οι Πέρσαι να τους φθάσωσι, τοις εμήνυσαν εις την Χίον να επιστρέψωσιν. Αλλ’ οι Παίονες δεν εδέχθησαν τους λόγους, και εκ μεν της Χίου μετεκόμισαν αυτούς οι Χίοι εις την Λέσβον, εκ δε της Λέσβου οι Λεσβίοι εις τον Δορίσκον, και εκείθεν διά ξηράς έφθασαν εις την Παιονίαν.
99. Εν τούτοις τα πλοία των Αθηναίων έφθασαν ακολουθούμενα υπό πέντε τριήρεων των Ερετριέων οίτινες έλαβον μέρος εις αυτήν την εκστρατείαν ουχί χάριν των Αθηναίων άλλα χάριν αυτών τούτων των Μιλησίων, αποδίδοντες προηγουμένην υποχρέωσιν, καθότι πρότερον οι Μιλήσιοι εβοήθησαν αυτούς εις πόλεμόν τινα τον οποίον είχον κατά των Χαλκιδέων ότε οι Σάμιοι εβοήθησαν τους Χαλκιδείς εναντίον των Ερετρέων και Μιλησίων. Τότε ο Αρισταγόρας συναθροίσας τους Αθηναίους και τους άλλους συμμάχους, διεύθυνε την εκστρατείαν κατά των Σάρδεων, αυτός μεν μη λαβών μέρος, διορίσας όμως στρατηγούς των Μιλησίων πρώτον μεν τον αδελφόν του Χαροπίνον, έπειτα δε τον Ερμόφαντον ένα των αστών.
100. Φθάσαντες δε οι Ίωνες με τον στόλον τούτον εις την Έφεσον, τα μεν πλοία άφησαν εις τον λιμένα της Κορησσού πλησίον της Εφέσου, αυτοί δε ανέβαινον με πολλάς δυνάμεις έχοντες οδηγούς Εφεσίους. Ακολουθούντες την όχθην του ποταμού Καϋστρίου, και έπειτα υπερβάντες τον Τμώλον, εκυρίευσαν τας Σάρδεις χωρίς να τοις αντισταθή κανείς. Κατέλαβον δε όλην την πόλιν πλην της ακροπόλεως την οποίαν έσωσεν αυτός ο Αρταφέρνης έχων δύναμιν ανδρών όχι ολίγην.
101. Σύριοι γενόμενοι της πόλεως δεν έλαβον καιρόν να λεηλατήσωσιν αυτήν, εμποδισθέντες υπό της εξής αιτίας. Αι περισσότεραι οικίαι εις τας Σάρδεις ήσαν καλάμινοι, όσαι δε ήσαν πλίνθιναι, είχον και αυταί οροφάς καλαμίνους. Θέσαντος πυρ εις μίαν εξ αυτών στρατιώτου τινός, η πυρκαϊά αμέσως μεταδοθείσα από οικίας εις οικίαν, κατέκαυσεν όλην την πόλιν. Ενώ δε αύτη εκαίετο, οι Λυδοί και όσοι των Περσών ευρέθησαν εκεί, περικυκλωθέντες πανταχόθεν (καθότι το πυρ είχε μεταδοθή μέχρι των άκρων της πόλεως) και μη έχοντες ουδεμίαν έξοδον, συνέρρευσαν εις την αγοράν και εις τας όχθας του Πακτωλού ποταμού, όστις καταβιβάζων από τον Τμώλον ψήγματα χρυσού ρέει διά της αγοράς, έπειτα δε ενούται με τον Έρμον όστις εκβάλλει εις την θάλασσαν. Εις τας όχθας λοιπόν του Πακτωλού και εις την αγοράν συναθροιζόμενοι οι Λυδοί και οι Πέρσαι ηναγκάζοντο να αμύνωνται. Βλέποντες δε οι Ίωνες άλλους μεν εκ των πολεμίων να ανθίστανται, άλλους δε με πολύ πλήθος να επέρχωνται, εφοβήθησαν και ανεχώρησαν πάλιν εις το όρος το καλούμενον Τμώλον, εκείθεν δε, άμα ενύκτωσεν, επέστρεψαν εις τα πλοία.
102. Και αι μεν Σάρδεις εκάησαν, μετ’ αυτών δε εκάη και ο ναός επιχωρίας τινός θεάς της Κυβήβης• τούτον δε τον εμπρησμόν προφασιζόμενοι οι Πέρσαι, έκαιον και αυτοί τους ναούς της Ελλάδος. Άμα οι προς δυσμάς του Άλυος ποταμού κατοικούντες Πέρσαι έμαθον τα συμβαίνοντα, συνηθροίσθησαν και έσπευσαν προς βοήθειαν των Λυδών• αλλ’ επειδή ένεκα του συμβάντος το οποίον διηγήθην δεν εύρον πλέον τους Ίωνας εις τας Σάρδεις, τους κατεδίωξαν και τους έφθασαν εις την Έφεσον. Και αντετάχθησαν μεν οι Ίωνες, πολεμήσαντες όμως ενικήθησαν ολοσχερώς και οι Πέρσαι εφόνευσαν πλείστους εξ αυτών• μεταξύ δε άλλων ονομαστών και τον Ευαλκίδην, στρατηγόν των Ερετριέων όστις πολλούς αγώνας στεφανηφόρους είχε κερδίσει και όστις πολλάκις είχεν υμνηθή υπό του Κείου Σιμωνίδου. Όσοι δε εξ αυτών διέφυγον τον όλεθρον, ούτοι εσκορπίσθησαν εις διαφόρους πόλεις.
103. Τότε μεν ούτως ηγωνίσθησαν• μετά ταύτα δε οι Αθηναίοι εγκαταλιπόντες ολοτελώς τους Ίωνας ηρνήθησαν, με όλας τας επιμόνους παρακλήσεις και τας επανειλημμένας πρεσβεύσεις του Αρισταγόρου, να τω πέμψωσι βοηθείας τινάς. Οι Ίωνες όμως, μολονότι εστερήθησαν της συμμαχίας των Αθηναίων, επειδή όσα είχον πράξει κατά του Δαρείου δεν τοις επέτρεπον να φερθώσιν άλλως, εξηκολούθησαν ουδέν ήττον τας πολεμικάς παρασκευάς των κατά του βασιλέως, όθεν πλεύσαντες εις τον Ελλήσποντον υπέταξαν το Βυζάντιον και τας άλλας πόλεις τας περί εκείνα τα μέρη• έπειτα δε εξελθόντες του Ελλησπόντου, προσέλαβον εις την συμμαχίαν των τα πλειότερα μέρη της Καρίας. Και αυτή η Καύνος, ήτις πρότερον δεν ήθελε να συμμαχήση, άμα ενέπρησαν τας Σάρδεις, ηνώθη με αυτούς.
104. Οι δε Κύπριοι όλοι, πλην των Αμαθουσίων, προσετέθησαν εις αυτούς ως εθελονταί, διότι και αυτοί απεστάτησαν από τους Μήδους κατά τον εξής τρόπον. Ο Ονήσιλος ήτο νεώτερος αδελφός του βασιλέως των Σαλαμινίων Γόργου και υιός του Χέρσιος, υιού του Σιρώμου, υιού του Ευέλθοντος. Ούτος ο άνθρωπος πολλάκις μεν και πρότερον επρότεινεν εις τον Γόργον να αποστατήση από τον βασιλέα, τότε δε άμα έμαθεν ότι απεστάτησαν και οι Ίωνες, τον παρεκίνησε μετά πλειοτέρας ζέσεως• επειδή όμως δεν έπειθε τον Γόργον, καιροφυλακτήσας ότε αυτός εξήλθε της πόλεως των Σαλαμινίων, ο Ονήσιλος ομού με τους οπαδούς του, τον έκλεισεν έξω των πυλών. Και ο μεν Γόργος μη δυνηθείς πλέον να εισέλθη κατέφυγεν εις τους Μήδους, ο δε Ονήσιλος μείνας κύριος της Σαλαμίνος έπεισε τους Κυπρίους να αποστατήσωσιν• έπεισε δε όλους πλην των Αμαθουσίων, τους οποίους μη θέλοντας να υπακούσωσιν, ήλθε και τους επολιόρκησεν.
105. Επολιόρκει λοιπόν την Αμαθούντα ο Ονήσιλος όταν ανήγγειλον εις τον βασιλέα ότι αι Σάρδεις εκυριεύθησαν και εκάησαν υπό των Αθηναίων και των Ιώνων, και ότι, κατά πάσαν πιθανότητα, αρχηγός της συστάσεως ταύτης ήτο ο Μιλήσιος Αρισταγόρας. Μαθών τας ειδήσεις ταύτας, χωρίς να φροντίση ποσώς διά τους Ίωνας οίτινες ήτο βέβαιος ότι δεν ήθελον διαφύγει την τιμωρίαν ης ήτο αξία η αποστασία των, ηρώτησε πρώτον τίνες ήσαν οι Αθηναίοι. Αφού δε έλαβε τας πληροφορίας τας οποίας ήθελεν, εζήτησε το τόξον του, το έλαβεν, έθεσεν επ’ αυτού βέλος, το ηκόντισε προς τον ουρανόν, και ενώ εκείνο διέσχιζε τον αέρα, είπεν• «Ω Ζευ, είθε να δυνηθώ να τιμωρήσω τους Αθηναίους.» Αφού δε είπε ταύτα, διέταξεν ένα των υπηρετών να ίσταται πλησίον του οσάκις γευματίζη και να τω επαναλαμβάνη τρις• «Δέσποτα, ενθυμού τους Αθηναίους.»
106. Αφού διέταξε ταύτα ο Δαρείος, καλέσας ενώπιόν του τον Ιστιαίον τον Μιλήσιον, τον οποίον εκράτει εκεί προ πολλού, τω είπεν: «Ακούω, Ιστιαίε, ότι ο επίτροπός σου εις τον οποίον ενεπιστεύθης την πόλιν, απεστάτησεν απ’ εμού. Με έφερεν άνδρας εκ της άλλης ηπείρου, και πείσας τους Ίωνας (οίτινες θα τιμωρηθώσι δι όσα έπραξαν) να ακολουθήσωσιν εκείνους, με απεστέρησε των Σάρδεων. Τώρα σοι φαίνεται η πράξις καλή; Πώς ετολμήθη άνευ της συμβουλής σου; Πρόσεξον μήπως ύστερον κατηγορήσης συ σεαυτόν. Εις ταύτα ο Ιστιαίος απεκρίθη• «Ποίον λόγον είπες, ω βασιλεύ; Εγώ να συμβουλεύσω πράγμα από το οποίον ηδύνατο να προκύψη εις σε μεγάλη ή μικρά δυσαρέσκεια! Και τι επιθυμών περισσότερον ήθελον πράξει τούτο; τι με λείπει; Απολαμβάνω όλα τα αγαθά όσα απολαμβάνεις συ και είμαι ο εμπεπιστευμένος όλων σου των βουλευμάτων. Εάν ήναι αληθές ότι ο επίτροπός μου έπραξεν αυτό το οποίον είπες, ήξευρε ότι το έπραξεν αφ’ εαυτού. Εν πρώτοις όμως εγώ δεν παραδέχομαι ότι οι Μιλήσιοι και ο επίτροπός μου επιβουλεύονται την βασιλείαν σου• εάν εν τούτοις έπραξαν τοιούτο τι, εάν σοι ανέφερον πραγματικόν τι γεγονός, ω βασιλεύ, ενόησον τι κακόν έπραξες καλέσας με πλησίον σου εκ των παραθαλασσίων μερών• διότι οι Ίωνες, απαλλαγέντες της επαγρυπνήσεώς μου, θα απεπειράθησαν ως φαίνεται εκείνο το οποίον επεθύμουν προ πολλού. Εάν εγώ ήμην εις την Ιωνίαν, ουδεμία πόλις θα εκινείτο. Τώρα λοιπόν άφησόν με να επιστρέψω εκεί ταχέως διά να αποκαταστήσω πάλιν την τάξιν εις όλα τα πράγματα, διά να συλλάβω τον επίτροπον τούτον της Μιλήτου, όστις ως λέγεται εμηχανεύθη όλα ταύτα, και τον παραδώσω εις σε. Αφού δε εκπληρώσω ταύτα κατά την επιθυμίαν σου, ομνύω εις τους βασιλικούς θεούς να μη εκβάλω τον χιτώνα με τον οποίον θα καταβώ εις την Ιωνίαν πριν σοι καταστήσω φόρου υποτελή την μεγίστην νήσον Σαρδώ.»
107. Διά των λόγων τούτων ο Ιστιαίος ηπάτησε τον Δαρείον όστις επείσθη και τον απέστειλε, παραγγέλλων αυτώ, άμα εκπληρώση τας υποσχέσεις του, να επιστρέψη πάλιν εις τα Σούσα.
108. Ενώ η περί των Σάρδεων αγγελία έφθασεν εις τον βασιλέα, και ο Ιστιαίος λαβών την άδειαν παρά του Δαρείου επορεύετο εις την θάλασσαν, καθ όλον τούτο το διάστημα συνέβαινον τα εξής: Ανηγγέλθη εις τον Σαλαμίνιον Ονήσιλον, πολιορκούντα τους Αμαθουσίους, ότι ο Πέρσης Αρτύβιος, έχων μεθ’ εαυτού στρατόν πολύν περιμένεται μετά πλοίων εις την Κύπρον. Μαθών τούτο ο Ονήσιλος έσπευσε να πέμψη κήρυκα προς τους Ίωνας διά να επικαλεσθή την βοήθειάν των• ούτοι δε χωρίς να σκεφθώσι πολύ έφθασαν μετά μεγάλου στόλου. Ότε δε έφθασαν οι Ίωνες εις την Κύπρον, τότε και οι Πέρσαι διαβάντες με πλοία εκ της Κιλικίας εχώρουν πεζοί προς την Σαλαμίνα, οι δε Φοίνικες μετά του στόλου των περιέπλεον την άκραν ήτις καλείται Κλείδες της Κύπρου.
109. Εν τούτω τω αναμεταξύ οι τύραννοι της Κύπρου, συγκαλέσαντες τους στρατηγούς των Ιώνων, τοις είπον• «Άνδρες της Ιωνίας, σας αφίνομεν να εκλέξετε ό,τι θέλετε εκ των δύο• ή τους Πέρσας να κτυπήσετε ή τους Φοίνικας. Εάν μεν θέλετε να παραταχθήτε πεζοί και να πολεμήσετε τους Πέρσας, είναι καιρός να εξέλθετε από τα πλοία και να ταχθήτε εις μάχην, ενώ ημείς θα εισέλθωμεν εις τα πλοία σας και θα ανταγωνισθώμεν προς τους Φοίνικας• εάν δε προτιμάτε να πολεμήσετε κατά των Φοινίκων, πράξατε τούτο. Ό,τι όμως από τα δύο εκλέξετε, προσέξατε να φερθήτε ούτως ώστε δι’ υμών να γίνωσιν ελεύθεραι η Κύπρος και η Ιωνία.» Εις ταύτα οι Ίωνες απεκρίθησαν• «Το κοινόν των Ιώνων μας έπεμψε διά να φυλάττωμεν την θάλασσαν και όχι διά να παραδώσωμεν τα πλοία μας εις τους Κυπρίους και να πολεμήσωμεν πεζοί τους Πέρσας. Θα προσπαθήσωμεν λοιπόν να φανώμεν χρήσιμοι εκεί όπου διετάχθημεν να μείνωμεν• υμείς δε οφείλετε, ενθυμηθέντες όσα επάθετε ότε ήσθε υπό την κυριαρχίαν των Μήδων, να φανήτε άνδρες γενναίοι.» Ταύτα απεκρίθησαν οι Ίωνες.
110. Ύστερον δε, ότε ήλθον εις την πεδιάδα των Σαλαμινίων οι Πέρσαι, οι βασιλείς των Κυπρίων παρετάχθησαν εις μάχην, αντιτάξαντες τους μεν άλλους Κυπρίους κατά των συμμαχικών στρατευμάτων των Περσών, εκ δε των Σαλαμινίων και των Σολίων εκλέξαντες τους ανδρειοτέρους παρέταξαν αυτούς εναντίον των Περσών. Εναντίον δε του στρατηγού των Περσών Αρτυβίου ετάχθη εθελοντής ο Ονήσιλος.
111. Ο Αρτύβιος είχεν ίππον όστις ήτο δεδιδαγμένος να ίσταται ορθός εναντίον του οπλίτου. Μαθών τούτο ο Ονήσιλος είπε προς τον υπασπιστήν του, Κάρα μεν το γένος, δοκιμώτατον δε περί τα πολεμικά και τολμηρότατον• «Έμαθον ότι ο ίππος του Αρτυβίου ορθούται επί των οπισθίων ποδών, διά δε του στόματος και των εμπροσθίων ποδών προσβάλλει εκείνον κατά του οποίου ήθελεν επιπέσει. Σκέφθητι λοιπόν και ειπέ μοι αμέσως ποίον επιφορτίζεσαι να προσέξης και να κτυπήσης, τον ίππον ή αυτόν τον Αρτύβιον.» Απεκρίθη εις ταύτα ο ακόλουθός του• «Βασιλεύ, είμαι έτοιμος να πράξω αμφότερα ή μόνον το έν εκ των δύο, αφεύκτως όμως εκείνο το οποίον με διατάξης• εν τούτοις θα σοι είπω εκείνο το οποίον νομίζω διά σε συμφερώτερον. Η γνώμη μου είναι ότι είς βασιλεύς, είς στρατηγός, οφείλει να επιτεθή κατά βασιλέως, κατά στρατηγού• διότι εάν καταστρέψης στρατηγόν, ποία δόξα διά σε! Εάν πάλιν σε καταστρέψη εκείνος (ό μη γένοιτο) είναι ημίσεια συμφορά να φονευθή τις υπό ευγενούς χειρός. Ημείς οι υπηρέται οφείλομεν να πολεμώμεν τους υπηρέτας• όσον δ’ αφορά τον ίππον, μη φοβηθής παντάπασι τα τεχνάσματά του, διότι σε υπόσχομαι ότι δεν θα ορθωθή πλέον κατ’ ουδενός ανθρώπου.»
112. Ταύτα είπε και μετά ταύτα εγένετο η συμπλοκή κατά ξηράν και κατά θάλασσαν. Και εις μεν το ναυτικόν οι Ίωνες εφάνησαν κατ’ εκείνην την ημέραν αξιώτατοι και ενίκησαν τους Φοίνικας, μεταξύ δε αυτών οι Σάμιοι ηρίστευσαν• εις δε πεζικόν, άμα επλησίασαν τα στρατεύματα, συνεπλάκησαν και εμάχοντο. Όσον αφορά τους δύο στρατηγούς, συνέβησαν εις αυτούς τα εξής• ενώ ο Αρτύβιος έφιππος ώρμα εναντίον του Ονησίλου, ο Ονήσιλος τον εκτύπησε κατά την συμβουλήν του υπασπιστού του• εν τούτοις ο ίππος ητοιμάζετο να κτυπήση διά των εμπροσθίων ποδών την ασπίδα του Ονησίλου, ότε ο ακόλουθος πλήξας με δρέπανον απέκοψε τους πόδας του ίππου και ο στρατηγός των Περσών Αρτύβιος έπεσεν εκεί εις τον τόπον συγχρόνως με τον ίππον.
113. Ενώ δε εμάχοντο και οι άλλοι, ο τύραννος του Κουρίου Στησήνωρ, έχων περί εαυτόν δύναμιν ανδρών ου σμικράν, ηυτομόλησεν εις τους Πέρσας• λέγονται δε οι Κουριείς ούτοι άποικοι των Αργείων. Ότε λοιπόν επρόδωσαν, αμέσως και τα πολεμιστήρια άρματα των Σαλαμινίων έπραξαν το αυτό με τους Κουριείς. Γενομένων δε τούτων υπερίσχυσαν οι Πέρσαι και τραπέντος εις φυγήν του στρατού των Κυπρίων, έπεσον πολλοί εξ αυτών και μεταξύ άλλων ο Ονήσιλος του Χέρσιος, όστις ενήργησε την επανάστασιν των Κυπρίων, και ο βασιλεύς των Σολίων Αριστόκυπρος ο υιός του Φιλοκύπρου, του Φιλοκύπρου εκείνου τον οποίον ο Σόλων ο Αθηναίος ελθών εις την Κύπρον επήνεσε διά στίχων πλειότερον από πάντα άλλον τύραννον.
114. Οι δε Αμαθούσιοι τους οποίους επολιόρκησεν ο Ονήσιλος κόψαντες την κεφαλήν αυτού την έφερον εις την Αμαθούντα και την εκρέμασαν υπεράνω των πυλών. Κρεμαμένης δε της κεφαλής και γενομένης κοίλης, σμήνος μελισσών εισήλθεν εις αυτήν και την επλήρωσε μέλιτος. Τούτου γενομένου ηρώτησαν οι Αμαθούσιοι το μαντείον και τοις εδόθη χρησμός την μεν κεφαλήν να καταβιβάσωσι και να θάψωσιν, εις δε τον Ονήσιλον να κάμνωσι κατ’ έτος θυσίας ως εις ήρωα, και ότι, εάν πράξωσι ταύτα, θα τοις αποβή εις καλόν. Και οι μεν Αμαθούσιοι έπραττον ταύτα μέχρι των ημερών μου.
115 Οι δε Ίωνες οι ναυμαχήσαντες εις την Κύπρον, μαθόντες ότι τα πράγματα του Ονησίλου είχον καταστραφή και ότι αι άλλαι πόλεις των Κυπρίων επολιορκούντο, πλην της Σαλαμίνος όπου, μετά την αποστασίαν των κατοίκων, εισήλθε πάλιν ο αρχαίος βασιλεύς Γόργος, άμα μαθόντες ταύτα οι Ίωνες απέπλευσαν εις την Ιωνίαν. Εκ δε των εν Κύπρω πόλεων μόνη η πόλις Σόλοι αντέστη πλειότερον χρόνον, αλλ’ οι Πέρσαι υποσκάψαντες πέριξ το τείχος την εκυρίευσαν κατά τον πέμπτον μήνα.
116. Τοιουτοτρόπως οι Κύπριοι, μείναντες επί έν έτος ελεύθεροι, κατεδαυλώθησαν αύθις εκ νέου• ο δε Λαυρίσης όστις είχε μίαν των θυγατέρων του Δαρείου, ο Υμέης, ο Οτάνης και άλλοι Πέρσαι στρατηγοί, έχοντες και αυτοί θυγατέρας του Δαρείου, καταδιώξαντες τους εις τας Σάρδεις εκστρατεύσαντας Ίωνας και αναγκάσαντες αυτούς να εισέλθωσιν εις τα πλοία, εμοίρασαν ως νικηταί τας πόλεις μεταξύ των και τας ελεηλάτουν.
117. Και ο μεν Δαυρίσης τραπείς προς τας πόλεις του Ελλησπόντου εκυρίευσε το Δάρδανον, την Άβυδον, την Περκώπην, την Λάμψακον και την Παισόν• ταύτας εκυρίευε μίαν καθ’ ημέραν. Ενώ όμως εξήρχετο από την Παισόν διά να μεταβή εις την πόλιν Πάριον, τω ήλθεν αγγελία ότι οι Κάρες ομοφρονήσαντες με τους Ίωνας απεστάτησαν από τους Πέρσας. Αναχωρήσας λοιπόν εκ του Ελλησπόντου, ωδήγησε τον στρατόν κατά της Καρίας.
118. Πριν όμως φθάση εκεί, οι Κάρες έμαθαν φαίνεται τούτο και συνηθροίσθησαν εις τας Λευκάς καλουμένας Στήλας και εις τον ποταμόν Μαρσύαν όστις ρέων εκ της Ιδριάδος χώρας εκβάλλει εις τον Μαίανδρον. Εκεί συναθροισθέντες συνεκρότησαν συμβούλιον εις το οποίον πολλαί και διάφοροι γνώμαι εδόθησαν εξ ων η αρίστη κατ’ εμέ ήτο η του Πιξωδάρου, υιού του Μαυσώλου, πολίτου Κινδυέως και γαμβρού του βασιλέως των Κιλίκων Συεννέσεως. Τούτου του ανδρός η γνώμη ήτο να διαβώσιν οι Κάρες τον Μαίανδρον. και έχοντες εις τα νώτα τον ποταμόν, να πολεμήσωσι, διά να μη δύνανται να φύγωσιν οπίσω, και αναγκαζόμενοι να μείνωσιν εκεί, να γίνωσιν ανδρειότεροι παρ’ όσον ήσαν εκ φύσεως. Η γνώμη όμως αύτη δεν υπερίσχυσεν, αλλ’ ήθελον μάλλον οι Πέρσαι να έχωσιν όπισθέν των τον ποταμόν ή οι Κάρες, με την ελπίδα βεβαίως ότι εάν νικηθώσιν εις την μάχην οι Πέρσαι και θελήσωσι να φύγωσι, να μη δυνηθώσι να επιστρέψωσιν οπίσω πίπτοντες εις τον ποταμόν.
119. Μετά ταύτα δε, ότε ήλθον οι Πέρσαι και διέβησαν τον ποταμόν, οι Κάρες συνεπλάκησαν με αυτούς εις τας όχθας του ποταμού Μαρσύου και επολέμησαν επί πολλήν ώραν και επιμόνως• τέλος όμως ενικήθησαν υπό του πλήθους των πολεμίων. Και εκ μεν των Περσών έπεσον περί τους δισχιλίους, εκ δε των Καρών περί τους μυρίους. Όσοι των Καρών διέφυγαν, εκλείσθησαν εις το εν Λαβράνδοις ιερόν του Πολεμιστού Διός, όπερ είναι άλσος μέγα και άγιον εκ πλατάνων. Από όσους δε ημείς γνωρίζομεν, μόνοι οι Κάρες προσφέρουσι θυσίας εις τον Πολεμιστήν Δία. Κατακλεισθέντες λοιπόν εκεί, συνεσκέπτοντο ποίον ήτο συμφερώτερον διά την σωτηρίαν των, να παραδοθώσιν εις τους Πέρσας, ή να εγκαταλείψωσι διά παντός την Ασίαν και να φύγωσιν,
120. Ενώ εσκέπτοντο ταύτα, ήλθον εις βοήθειαν αυτών οι Μιλήσιοι και οι σύμμαχοι αυτών. Τότε οι Κάρες παρήτησαν πάσαν περαιτέρω διάσκεψιν και ητοιμάσθησαν να επαναλάβωσι τον πόλεμον. Συνεπλάκησαν λοιπόν με τους Πέρσας ελθόντας εναντίον των, και πολεμήσαντες ενικήθησαν πλειότερον ή πρότερον. Πλήθος εξ αυτών έπεσον• μεγαλειτέραν όμως φθοράν υπέστησαν οι Μιλήσιοι.
121. Μετά την καταστροφήν δε ταύτην ανέλαβον πάλιν οι Κάρες και επολέμησαν• διότι μαθόντες ότι οι Πέρσαι εστράτευσαν κατά των πόλεών των, έστησαν ενέδραν εις την οδόν της Πηδάσου και εμπεσόντες εις αυτήν οι Πέρσαι κατά την νύκτα διεφθάρησαν αυτοί και οι στρατηγοί των Δαυρίσης, Αμόργης και Σισιμάκης. Μετ’ αυτών απώλετο και ο Μύριος του Γύγου. Αρχηγός της ενέδρας ήτο ο υιός του Ιβανώλιος Ηρακλείδης, πολίτης Μυλασσεύς. Και ούτοι μεν οι Πέρσαι τοιουτοτρόπως απώλοντο.
122. Ο δε Υμέης, είς εξ εκείνων οίτινες είχον καταδιώξει τους εις τας Σάρδεις στρατεύσαντας Ίωνας, τραπείς προς την Προποντίδα, εκυρίευσε την Κίον της Μυσίας. Ότε δε έμαθεν ότι ο Δαυρίσης ανεχώρησεν από τον Ελλήσποντον και εξεστράτευσε κατά της Καρίας, αφήσας την Προποντίδα, έφερε τον στρατόν εις τον Ελλήσποντον και εκυρίευσεν όλους τους Αιολείς όσοι νέμονται την Τρωικήν χώραν• εκυρίευσεν ομοίως τους Γέργιθας οίτινες είχον μείνει από την εποχήν των αρχαίων Τευκρών. Αυτός δε ο Υμέης, αφού υπέταξε τα έθνη ταύτα, απέθανεν εξ ασθενείας εις την Τρωάδα.
123. Και ούτος μεν ούτως ετελεύτησεν• ο δε Αρταφέρνης, ο ύπαρχος των Σάρδεων, και ο Οττάνης ο τρίτος στρατηγός, διετάχθησαν να εκστρατεύσωσι κατά της Ιωνίας και της πλησιοχώρου αυτής Αιολίδος. Και της μεν Ιωνίας εκυρίευσαν τας Κλαζομενάς, της δε Αιολίδος την Κύμην.
124. Ενώ δε εκυριεύοντο αι πόλεις αύται, ο Μιλήσιος Αρισταγόρας (όστις ως απεδείχθη δεν είχε μεγαλοψυχίαν, διότι αφού ανεστάτωσε την Ιωνίαν και υπεκίνησε μεγάλας ταραχάς, εσκέπτετο πώς να φύγη) ακούσας ταύτα και σκεπτόμενος ότι ήτο αδύνατον να υπερτερήση τον βασιλέα Δαρείον, συνήθροισε τους συστασιώτας και συνεσκέπτετο μετ’ αυτών λέγων ότι είναι συμφέρον εις αυτούς να έχωσιν έτοιμον καταφύγιον εις περίστασιν καθ’ ην ήθελον εξωσθή εκ της Μιλήτου, και προτείνων να τους φέρη ως αποίκους είτε εις την Σαρδώ είτε εις την Μύρκινον των Ηδωνών, την οποίαν ο Ιστιαίος έλαβεν από τον Δαρείον και την ετείχισε. Ταύτα συνεβούλευεν ο Αρισταγόρας.
125. Του δε ιστορικού Εκαταίου του Ηγησάνδρου η γνώμη ήτο να μη εκλέξη ο Αρισταγόρας μήτε την μίαν μήτε την άλλην πόλιν, αλλά να κτίση τείχος εις την νήσον Λέρον και να μείνη εκεί ησυχάζων, εάν διωχθή εκ της Μιλήτου• έπειτα δε, μετά παρέλευσιν χρόνου τινός, να αναχωρήση εκείθεν και να επιστρέψη πάλιν εις την Μίλητον. Ταύτα συνεβούλευσε και ο Εκαταίος.
126. Του Αρισταγόρου όμως η γνώμη έκλινε περισσότερον να απέλθη εις την Μύρκινον. Όθεν την μεν Μίλητον επέτρεψεν εις τον Πυθαγόραν, πολίτην ευπόληπτον, αυτός δε παραλαβών πάντα τον βουλόμενον έπλευσεν εις την Θράκην και εκυρίευσε την χώραν κατά της οποίας ήλθε. Κατά τινα όμως έξοδον εκ της χώρας ταύτης, ο Αρισταγόρας και όλος ο στρατός του εξωλοθρεύθησαν υπό των Θρακών ενώπιον πόλεώς τινος την οποίαν επολιόρκουν και εκ της οποίας οι Θράκες είχον συγκατατεθή να εξέλθωσιν υπόσπονδοι.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΕΚΤΟΝ
Ε Ρ Α Τ Ω.

1. Ο Αρισταγόρας λοιπόν αποστατήσας την Ιωνίαν τοιουτοτρόπως ετελεύτησεν• ο δε τύραννος της Μιλήτου Ιστιαίος, αφεθείς υπό του Δαρείου, ήλθεν εις τας Σάρδεις. Άμα δε έφθασεν εκ των Σούσων, τον ηρώτησεν ο ύπαρχος των Σάρδεων Αρταφέρνης διά ποίαν αιτίαν νομίζει ότι απεστάτησαν οι Ίωνες. Ο Ιστιαίος απεκρίθη ότι όχι μόνον δεν ήξευρε τίποτε, αλλά και ότι εθαύμαζε διά το γεγονός. Έλεγε δε ταύτα με ύφος ανθρώπου αγνοούντος εντελώς τα διατρέχοντα. Τότε ο Αρταφέρνης, γνωρίζων την αληθή αιτίαν της αποστασίας και βλέπων αυτόν υποκρινόμενον, είπεν• «Ιδού, ω Ιστιαίε, πώς έχουσιν αυτά τα πράγματα• συ μεν έρραψας το υπόδημα, ο δε Αρισταγόρας το εφόρεσε.»
2. Ταύτα είπεν ο Αρταφέρνης σχετικά προς την αποστασίαν, ο δε Ιστιαίος φοβηθείς την διορατικότητα του Αρταφέρνους, αμέσως εκείνην την νύκτα έφυγεν εις την θάλασσαν, ευχαριστούμενος διότι ηπάτησε τον βασιλέα Δαρείον. Αυτός όστις είχεν υποσχεθή να υποτάξη την μεγίστην νήσον Σαρδώ, δεν εδίστασε να αναλάβη την αρχηγίαν του πολέμου των Ιώνων κατά του Δαρείου. Διαβάς εις την Χίον, εδεσμεύθη υπό των Χίων, οίτινες τον υπώπτευσαν ότι οργανίζει εναντίον των νέα τινά σχέδια προς το συμφέρον του Δαρείου. Όταν έπειτα έμαθον οι Χίοι όλην την ιστορίαν, ότι ήτο πολέμιος του βασιλέως, τον απέλυσαν.
3. Ερωτώμενος τότε ο Ιστιαίος υπό των Ιώνων της Χίου διατί τόσον προθύμως έγραψε προς τον Αρισταγόραν να αποστατήση από τον βασιλέα και επέφερε τόσον κακόν εις τους Ίωνας, την μεν αληθή αιτίαν δεν εφανέρωσεν, είπε δε ότι ο βασιλεύς Δαρείος είχεν απόφασιν να μεταφέρη τους Φοίνικας εις την Ιωνίαν και τους Ίωνας εις την Φοινίκην, και τούτου ένεκα έγραψεν εις τον Αρισταγόραν. Βεβαίως ο βασιλεύς ουδεμίαν τοιαύτην ιδέαν συνέλαβεν, αλλ’ ο Ιστιαίος ήθελε να φοβίζη τους Ίωνας.
4. Μετά ταύτα ο Ιστιαίος, μεταχειριζόμενος ως γραμματοκομιστήν τον Αταρνείτην Έρμιππον, έπεμψεν επιστολάς προς τους εις τας Σάρδεις διαμένοντας Πέρσας οίτινες προηγουμένως είχον συνομιλήσει μετ’ αυτού περί της αποστασίας. Αλλ’ ο Έρμιππος, εις μεν τους Πέρσας προς τους οποίους επέμφθη δεν δίδει τα γράμματα, τα φέρει δε και τα εγχειρίζει εις τον Αρταφέρνην. Μαθών δε ούτος τα διατρέχοντα, διέταξε τον Έρμιππον τας μεν επιστολάς να δώση εις εκείνους προς τους οποίους εστάλη, τας δε άλλας τας παρά των Περσών αντιπεμπομένας εις τον Ιστιαίον, ταύτας να τω παραδώση. Τούτων λοιπόν φανερωθέντων, εφόνευσε τότε ο Αρταφέρνης πολλούς Πέρσας.
5. Εις μεν τας Σάρδεις λοιπόν επεκράτει ταραχή. Τον δε Ιστιαίον, απατηθέντα εις τας ελπίδας του, έφερον οι Χίοι εις την Μίλητον κατ’ αίτησίν του. Οι δε Μιλήσιοι, οίτινες ασμένως απηλλάγησαν του Αρισταγόρου, ουδόλως ήσαν πρόθυμοι να δεχθώσιν άλλον τύραννον εις την χώραν, καθότι εγεύθησαν την ελευθερίαν. Και επειδή ο Ιστιαίος έφθασε κατά την νύκτα και επειράθη βιαίως να εισέλθη εις την Μίλητον, επληγώθη εις τον μηρόν υπό τινος των Μιλησίων. Διωχθείς λοιπόν εκ της πατρίδος του, επιστρέφει οπίσω εις την Χίον• εντεύθεν δε, επειδή δεν έπειθε τους Χίους να τω δώσωσι πλοία, διέβη εις την Μιτυλήνην και έπεισε τους Λεσβίους να τω δώσωσι. Πληρώσαντες λοιπόν οι Λέσβιοι οκτώ τριήρεις, έπλευσαν μετά του Ιστιαίου εις το Βυζάντιον, και μένοντες εκεί συνελάμβανον τα εκ του Ευξείνου Πόντου εκπλέοντα πλοία, πλην εκείνων τα οποία έλεγον ότι ήσαν πρόθυμα να υπακούωσιν εις τον Ιστιαίον.
6. Ο μεν Ιστιαίος λοιπόν και οι Μιτυληναίοι ταύτα έπραττον• εις δε την Μίλητον περιεμένετο πολύς στρατός ναυτικός και πεζός• διότι συνενωθέντες οι στρατηγοί των Περσών και σχηματήσαντες έν μόνον στρατόπεδον, ήλαυνον κατά της Μιλήτου, ήκιστα φροντίζοντας διά τας άλλας πόλεις. Εκ των του ναυτικού στρατού οι Φοίνικες ήσαν οι προθυμότατοι• ομού δε με αυτούς είχον ενωθή οι Κύπριοι, προσφάτως υποταγέντες, οι Κίλικες και οι Αιγύπτιοι.
7. Και αυτοί μεν ήρχοντο κατά της Μιλήτου και της λοιπής Ιωνίας, οι δε Ίωνες μαθόντες ταύτα έπεμψαν πρέσβεις εις το Πανιώνιον. Γενομένης δε συνελεύσεως εν τω τόπω τούτω, απεφασίσθη να μη αντιτάξωσι πεζόν στρατόν εναντίον των Περσών, να αναθέσωσι την φύλαξιν της πόλεως εις αυτούς τους Μιλησίους, να πληρώσωσιν όλα τα πλοία χωρίς να αφήσωσιν ουδέν κενόν, να τα φέρωσι τάχιστα εις την Δάδην και να ναυμαχήσωσιν υπέρ της Μιλήτου. Η δε Δάδη είναι νήσος μικρά κειμένη προ της πόλεως των Μιλησίων.
8. Μετά ταύτα, συμπληρωθέντων των πληρωμάτων, ήλθον οι Ίωνες και μετ’ αυτών οι Αιολείς οι κατοικούντες την Λέσβον. Ετάχθησαν δε ως εξής• το μεν προς ανατολάς κέρας είχον αυτοί οι Μιλήσιοι οίτινες παρέσχον ογδοήκοντα πλοία• μετ’ αυτούς ήσαν οι Πριηνείς με δώδεκα πλοία και οι Μυούσιοι με τρία• πλησίον αυτών ήσαν οι Τήιοι με πλοία δεκαεπτά• μετά τους Τηίους ήσαν οι Χίοι με πλοία εκατόν πλησίον δε αυτών ετάχθησαν οι Ερυθραίοι και οι Φωκαείς, οι μεν Ερυθραίοι έχοντες οκτώ πλοία, οι δε Φωκαείς τρία• μετά τους Φωκαείς ήσαν οι Λέσβιοι με πλοία εβδομήκοντα• τελευταίοι δε παρετάχθησαν οι Σάμιοι με εξήκοντα πλοία, έχοντες το προς δυσμάς κέρας. Όλων τούτων των τριήρεων ο αριθμός συνεποσώθη εις τριακοσίας πεντήκοντα τρεις. Και ταύτα μεν ήσαν τα πλοία των Ιώνων.
9. Των δε βαρβάρων τα πλοία ήσαν εξακόσια. Όταν δε έφθασαν και αυτά απέναντι της Μιλήτου, ήλθε δε και όλος ο πεζός στρατός των, τότε οι στρατηγοί των Περσών, μαθόντες τον αριθμόν των ιωνικών πλοίων εφοβήθησαν μήπως δεν δυνηθώσι να νικήσωσι, και τοιουτοτρόπως ου μόνον την Μίλητον δεν θα λάβωσιν, ως μη όντες κύριοι της θαλάσσης, αλλά και την οργήν του Δαρείου θα επισύρωσι. Ταύτα σκεπτόμενοι, συνεκάλεσαν τους τυράννους των ιωνικών πόλεων όσοι, στερηθέντες των ηγεμονιών των υπό του Αρισταγόρου του Μιλησίου, κατέφυγον εις τους Μήδους, και ευρίσκοντο τότε εις το προ της Μιλήτου στρατόπεδον. Τους παρόντας λοιπόν των ανδρών τούτων συγκαλέσαντες, έλεγον προς αυτούς τα εξής• «Ω Ίωνες, τώρα έκαστος υμών ας φανή ότι υπηρετεί τον οίκον του βασιλέως• ας προσπαθήση έκαστος υμών να αποσπάση τους συμπολίτας του από τους λοιπούς συμμάχους. Είπατε εις αυτούς δι’ απεσταλμένων ότι δεν θα πάθωσι τίποτε διά την αποστασίαν των• ότι δεν θα καύσωμεν ούτε τα ιερά των ούτε τας οικίας των, και ότι δεν θα τους μεταχειρισθώμεν αυστηρότερον ή πρότερον. Εάν όμως δεν πράξωσι ταύτα, εάν επιμείνωσιν αμετατρέπτως να λάβωσι μέρος εις τον πόλεμον, απειλήσατε αυτούς τι θα πάθωσιν εάν νικηθώσιν• αυτούς μεν θα εξανδραποδίσωμεν, τους δε παίδας των θα ευνουχίσωμεν, τας δε θυγατέρας των θα μεταφέρωμεν εις τα Βάκτρα, και θα δώσωμεν εις άλλους την χώραν των.»
10. Οι μεν στρατηγοί των Περσών ταύτα έλεγον• οι δε τύραννοι των Ιώνων έπεμπον διά νυκτός απεσταλμένους, έκαστος προς τους συμπολίτας του, και έδιδον τας αγγελίας ταύτας. Οι Ίωνες όμως, εις όσους έφθασαν αι αγγελίαι, τας ήκουον με περιφρόνησιν και δεν εδέχοντο την προδοσίαν• έκαστη δε πόλις ενόμιζεν ότι εις αυτήν μόνην οι Πέρσαι εμήνυον ταύτα. Συνέβησαν λοιπόν ταύτα ευθύς ως έφθασαν οι Πέρσαι εις την Μίλητον.
11. Μετά την συνάθροισίν των δε εις την Λάδην οι Ίωνες συνεσκέφθησαν. Εκεί πολλοί άλλοι ωμίλησαν, και προς τούτοις ο στρατηγός των Φωκαέων Διονύσιος, λέγων τα εξής• «Τα πράγματά μας, ω άνδρες της Ιωνίας, ίστανται επί ξυρού ακμής, ή να ελευθερωθώμεν, ή να μείνωμεν δούλοι, και δούλοι δραπέται. Τώρα λοιπόν εάν θελήσετε να υποφέρετε ταλαιπωρίας, θα κουρασθήτε μεν προς καιρόν, θα γίνετε όμως ικανοί να νικήσετε τους εχθρούς σας και να ελευθερωθήτε• εάν δε εξ εναντίας δείξετε μαλθακότητα και αταξίαν, ουδεμίαν ελπίδα έχω να σας ίδω διαφεύγοντας την τιμωρίαν του βασιλέως διά την αποστασίαν σας. Υπακούσατε λοιπόν εις εμέ και αναθέσατέ μοι την σωτηρίαν σας• εάν οι θεοί μείνωσιν ουδέτεροι, σας υπόσχομαι ότι οι πολέμιοι θα αποφύγωσι την μάχην, εάν δε συμπλακώσι, να νικηθώσιν ολοσχερώς.»
12. Ακούσαντες ταύτα οι Ίωνες αφιέρωσαν εαυτούς εις τον Διονύσιον. Αυτός δε εξάγων καθ’ ημέραν τον στόλον εις το πέλαγος εν είδει ημικυκλίου, διά να συνειθίζωσιν οι κωπηλάται να κάμνωσι διέκπλους μεταξύ των και να ασκώνται οι πολεμισταί, εκράτει κατά το επίλοιπον της ημέρας τα πλοία ηγκυροβολημένα και εκούραζε τοιουτοτρόπως τους Ίωνας δι’ όλης της ημέρας. Και επί επτά μεν ημέρας υπήκουον οι Ίωνες και εξετέλουν όσα τους επρόσταζε• την ογδόην όμως ημέραν, ασυνείθιστοι όντες εις τοιούτους κόπους και βασανιζόμενοι από τας ταλαιπωρίας και τον ήλιον, είπον μεταξύ των• «Εις ποίον θεόν ημαρτήσαμεν και υποφέρομεν αυτά τα δεινά; βεβαίως παρεφρονήσαμεν και εχάσαμεν το λογικόν μας αφιερωθέντες και υπακούοντες εις ένα αλαζόνα Φωκαέα όστις έφερε τρία πλοία και όστις παραλαβών ημάς εις την εξουσίαν του, καταταλαιπωρεί όλους με αφορήτους κόπους. Πολλοί εξ ημών έπεσαν ασθενείς, πολλοί άλλοι είναι έτοιμοι να πάθωσι το ίδιον. Αντί τούτων των κακών, δεν είναι προτιμότερον να πάθωμεν παν άλλο, και αυτήν την δουλείαν ήτις μας περιμένει; διότι οιαδήποτε και αν ήναι αύτη, πάντοτε θα ήναι ολιγώτερον βαρεία της παρούσης. Θάρρος λοιπόν και μη υπακούωμεν πλέον εις αυτόν.» Ταύτα είπον και εις το εξής ουδείς πλέον ήθελε να υπακούη, αλλ’ ως οι πεζοί στρατοί έστησαν σκηνάς εις την νήσον, έμενον υπό σκιάν και δεν ήθελαν ούτε εις τα πλοία, να εισέλθωσιν ούτε να επαναλάβωσι τα γυμνάσια.
13. Οι δε στρατηγοί της Σάμου μαθόντες τι έπραττον οι Ίωνες, συνεννοήθησαν μετά του υιού του Συλοσώντος Αιάκους όστις προηγουμένως τοις είχε πέμψει προτάσεις υπαγορευθείσας υπό των Περσών, παροτρύνων αυτούς να εγκαταλίπωσι την ιωνικήν συμμαχίαν. Βλέποντες λοιπόν την επικρατούσαν αταξίαν και σκεπτόμενοι ενταυτώ ότι ήτο αδύνατον να υπερνικήσωσι την δύναμιν του βασιλέως, εδέχθησαν τας προσφοράς του Αιάκους, πεπεισμένοι άλλως τε ότι και αν ο παρών στόλος των νικήση τον του Δαρείου, δεν θα εβράδυνε να έλθη εναντίον των άλλος πενταπλάσιος. Επομένως, άμα είδον τους Ίωνας αποποιουμένους να φανώσιν ανδρείοι, επροφασίσθησαν την ανάγκην ότι έπρεπε να σώσωσιν εκ του κινδύνου τα ιερά και τας κατοικίας των. Ο Αιάκης δε εκείνος του οποίου εδέχθησαν τας προτάσεις ήτο υιός του Συλοσώντος, υιού του Αιάκους• τύραννος δε ων της Σάμου, είχε καθαιρεθή υπό του Μιλησίου Αρισταγόρου, ως και οι άλλοι τύραννοι της Ιωνίας.
14. Τότε λοιπόν, επειδή έπλευσαν εναντίον των οι Φοίνικες, αντεπεξήλθον και οι Ίωνες και παρέταξαν τα πλοία των εν σχήματι ημισελήνου. Ότε όμως επλησίασαν αλλήλους και συνεπλάκησαν, δεν δύναμαι να είπω μετά βεβαιότητος ποίοι εκ των Ιώνων εφάνησαν γενναίοι και ποίοι άνανδροι εις αυτήν την ναυμαχίαν, διότι αιτιώνται αλλήλους. Λέγεται όμως ότι τότε οι Σάμιοι κατά τα συμπεφωνημένα προς τον Αιάκη, αναπετάσαντες τα ιστία και εγκαταλιπόντες την τάξιν των, έπλευσαν εις την Σάμον, πλην ένδεκα πλοίων των οποίων οι τριήραρχοι έμειναν εις την τάξιν των και εναυμάχησαν μη υπακούσαντες εις τους στρατηγούς. Τούτου ένεκα το κοινόν των Σαμίων διέταξε να χαραχθώσι τα ονόματα αυτών και των πατέρων των εις στήλην προς ένδειξιν ότι εφέρθησαν ως άνδρες γενναίοι• σώζεται δε η στήλη αύτη εις την αγοράν. Ιδόντες δε οι Λέσβιοι τους πλησίον των ότι έφευγον, έπραξαν το αυτό και οι πλείστοι των Ιώνων τους εμιμήθησαν.
15. Εκ των παραμεινάντων εις την ναυμαχίαν οι μάλλον βλαβέντες ήσαν οι Χίοι, οίτινες όμως ηνδραγάθησαν και ουδεμίαν έδειξαν αδυναμίαν. Αυτοί, ως ερρέθη ανωτέρω, παρέσχον εκατόν πλοία εις έκαστον των οποίων ήσαν τεσσαράκοντα άνδρες εκλεκτοί μεταξύ των πολιτών. Όταν είδον ότι οι πλειότεροι των συμμάχων επρόδιδον, απεφάσισαν να μη φανώσιν όμοιοι με τους ανάνδρους εκείνους• μείναντες μόνοι μετ’ ολίγων συμμάχων διέσχισαν την εχθρικήν γραμμήν και εναυμάχησαν καταστρέψαντες πολλά πλοία, μέχρις ου απώλεσαν όλα σχεδόν τα ιδικά των. Οι επιζήσαντες, με όσα πλοία τοις έμειναν, έφυγον εις την Χίον.
16. Τινές όμως, των οποίων τα πλοία είχον υποστή πολλά τραύματα, αυτοί διωκόμενοι κατέφυγον εις την Μυκάλην• και τα μεν πλοία ρίψαντες εις την ξηράν τα άφησαν εκεί, αυτοί δε επορεύθησαν πεζοί δια της ηπείρου. Όταν δε εισήλθον εις την γην της Εφέσου και έφθασαν προ της πόλεως, είχε νυχτώσει και αι γυναίκες του τόπου εώρταζον τα θεσμοφόρια. Οι Εφέσιοι οίτινες προηγουμένως δεν είχον ακούσει περί της καταστροφής των Χίων, ιδόντες να εισέρχεται στρατός εις την χώραν των, τους εξέλαβον ότι ήσαν κλέπται και ότι ήρχοντο να αρπάσωσι τας γυναίκας των. Τότε ο λαός όλος έδραμεν επί τα όπλα και κατέσφαξε τους Χίους. Οι Χίοι λοιπόν ταύτα τα δυστυχήματα έπαθον.
17. Ο δε φωκαεύς Διονύσιος, αφού είδεν ότι τα πράγματα των Ιώνων κατεστράφησαν, κυριεύσας τρία πλοία των πολεμίων δεν επέστρεψε πλέον εις την Φώκαιαν, καθότι ήτο βέβαιος ότι και η πόλις αύτη ήθελεν εξανδραποδισθή ομού με την άλλην Ιωνίαν, αλλ’ άνευ αναβολής έπλευσε κατ’ ευθείαν προς την Φοινίκην. Έπειτα, καταβυθίσας γαυλούς τινας και λαβών πλούτη πολλά, έπλευσεν εις την Σικελίαν. Εκείθεν δε ορμώμενος ελήστευεν, ουχί τους Έλληνας, αλλά τους Καρχηδονίους και τους Τυρρηνούς.
18. Οι δε Πέρσαι, αφού ενίκησαν τους Ίωνας εις την ναυμαχίαν, επολιόρκησαν την Μίλητον διά ξηράς και διά θαλάσσης. Υποσκάπτοντες τα τείχη και μεταχειριζόμενοι διαφόρους μηχανάς, εκυρίευσαν την πόλιν κατά το έκτον έτος μετά την αποστασίαν του Αρισταγόρου, και εξηνδραπόδισαν αυτήν• ώστε επηλήθευσε ο χρησμός ο δοθείς περί της Μιλήτου.
19. Ότε οι Αργείοι μετέβησαν εις τους Δελφούς διά να ερωτήσωσι το μαντείον περί της σωτηρίας της πόλεώς των, έλαβον από κοινού απόκρισιν της οποίας μέρος μεν ήρμοζεν εις αυτούς, μέρος δε κατά παρένθεσιν εις τους Μιλησίους. Και το μεν μέρος το αφορών τους Αργείους θα μνημονεύσω όταν φθάσω εις εκείνο το σημείον της ιστορίας μου• όσα δε εχρησμοδοτήθησαν εις τους Μιλησίους, οίτινες δεν ήσαν παρόντες, είναι τα εξής• Τότε βεβαίως, Μίλητε, εφευρέτρια κακών έργων, θα χρησιμεύσης ως δείπνον εις πολλούς και πηγή πλουσίων δώρων. Αι γυναίκες σου θα νίψωσι τους πόδας πολλών ανδρών με μακράς κόμας και άλλοι θα επιμεληθώσι τον εις τα Δίδυμα ναόν μου. Τότε λοιπόν αυτά τα δεινά εύρον τους Μιλησίους, ότε οι πλείστοι των ανδρών εφονεύθησαν υπό των Περσών οίτινες είχον μακράν κόμην, αι δε γυναίκες και τα παιδία εγένοντο ανδράποδα, και οι εν Διδύμοις Βραγχίδαι, ναός και χρηστήριον, εσυλήθησαν και επυρπολήθησαν. Περί δε των πραγμάτων όσα υπήρχον εις το ιερόν, πολλάκις εις άλλα μέρη της ιστορίας ανέφερα.
20. Εκείθεν δε, όσοι των Μιλησίων εζωγρήθησαν, εφέρθησαν εις τα Σούσα. Ο βασιλεύς Δαρείος, χωρίς να τους κακοποιήση, τους αποκατέστησεν εις τα παράλια της Ερυθράς θαλάσσης, εις την πόλιν Άμπην, παρά την οποίαν παραρρέων ο Τίγρης ποταμός χύνεται εις την θάλασσαν. Της δε Μιλησίας χώρας την μεν πόλιν και την πεδιάδα εκράτησαν οι Πέρσαι δι’ εαυτούς, τα δε ορεινά μέρη έδωσαν εις τους Κάρας Πηδασείς.
21. Ότε έπαθον ταύτα οι Μιλήσιοι από τους Πέρσας, οι Συβαρίται, οίτινες είχον στερηθή της πόλεως των και κατώκουν την Λάον και την Σκίδρον, δεν απέδωκαν τα όμοια εις τους Μιλησίους• διότι, κατά την άλωσιν της Συβάριος υπό των Κροτωνιατών όλοι οι έφηβοι Μιλήσιοι έκοψαν τας κόμας των και έφερον μέγα πένθος. Αι πόλεις αύται, πλειότερον των άλλων τας οποίας γνωρίζομεν, είχον μεταξύ των φιλίαν μεγάλην. Οι Αθηναίοι όμως δεν εφέρθησαν ως οι Συβαρίται, διότι μεταξύ των άλλων τεκμηρίων της λύπης των, ότε ο ποιητής Φρύνιχος συνέθεσε δράμα «την άλωσιν της Μιλήτου» και εδίδαξεν αυτό από σκηνής, το θέατρον ανελύθη εις δάκρυα και οι Αθηναίοι τον κατεδίκασαν εις πρόστιμον χιλίων δραχμών ως αναμνήσαντα οικιακά δυστυχήματα, και διά ψηφίσματος απηγόρευσαν την αναπαράστασιν του δράματος.
22. Η Μίλητος λοιπόν ηρημώθη Μιλησίων. Εκ των Σαμίων δε οι έχοντες περιουσίαν τινά ουδόλως ευχαριστήθησαν δι’ εκείνο το οποίον οι στρατηγοί των έπραξαν υπέρ των Μήδων. Όθεν συγκροτήσαντες συμβούλιον αμέσως μετά την ναυμαχίαν, απεφάσισαν, πριν έλθη εις τον τόπον των ο τύραννος Αιάκης, να μεταναστεύσωσι και να μη γίνωσι δούλοι του Αιάκους και των Μήδων μένοντες εις την Σάμον. Κατ’ εκείνον τον χρόνον οι Ζαγκλαίοι της Σικελίας είχον προσκαλέσει δι’ απεσταλμένων τους Ίωνας να έλθωσιν εις την Καλήν ακτήν, επιθυμούντες να υπάρχη εκεί αποικία Ιώνων. Αύτη δε η Καλή ακτή, ως την ονομάζουσιν, αποτελεί μέρος της Σικελίας και κείται προς το μέρος της νήσου το τετραμμένον προς την Τυρρηνίαν. Μόνοι λοιπόν εκ των Ιώνων οι Σάμιοι εδέχθησαν την πρόσκλησιν, και μετ’ αυτών όσοι των Μιλησίων διέφυγον. Συνέβη όμως, τότε το εξής.
23. Οι Σάμιοι, πλέοντες προς την Σικελίαν, έφθασαν εις τους Λοκρούς τους Επιζεφυρίους, ενώ αυτοί οι Ζαγκλαίοι και ο βασιλεύς των όστις ωνομάζετο Σκύθης επολιόρκουν πόλιν τινά των Σικελών, θέλοντες να κυριεύσωσιν αυτήν. Ο τύραννος του Ρηγίου Αναξίλαος, όστις διεφέρετο με τους Ζαγκλαίους, μαθών την άφιξιν των Σαμίων, ήλθεν εις ομιλίαν με αυτούς και τους έπεισε να παραιτήσωσι την Καλήν ακτήν διά την οποίαν ήλθον και να κυριεύσωσι την Ζάγκλην, έρημον ούσαν ανδρών. Τότε οι Ζαγκλαίοι, μαθόντες ότι εκυριεύθη η πόλις των, έδραμον αμέσως επικαλούμενοι εις βοήθειάν των τον τύραννον της Γέλης Ιπποκράτην, όστις ήτο σύμμαχός τους. Ότε όμως ήλθεν ο Ιπποκράτης μετά στρατού προς βοήθειάν των, συνέλαβε τον μονάρχην των Ζαγκλαίων Σκύθην όστις είχε χάσει την πόλιν του, και δέσας με πέδας αυτόν και τον αδελφόν του Πυθογένη, τους έπεμψεν εις την πόλιν Ίνυκον• τους δε λοιπούς Ζαγκλαίους, συνεννοηθείς με τους Σαμίους και συνδεθείς μετ’ αυτών δι’ όρκων, τους παρέδωκεν εις αυτούς. Ως μισθόν δε της προδοσίας του οι Σάμιοι τω παρεχώρησαν το ήμισυ των επίπλων και των αδραπόδων όσα ήσαν εις την πόλιν και όλα όσα ήσαν εις τους αγρούς. Όθεν έδεσε τους περισσοτέρους των Ζαγκλαίων και τους είχεν ως ανδράποδα, τριακοσίους δε τους επιφανεστέρους, έδωσεν εις τους Σαμίους διά να τους σφάξωσιν. Αλλ’ οι Σάμιοι δεν έπραξαν τούτο. 24. Ο δε μονάρχης των Ζαγκλαίων Σκύθης έφυγεν εκ της Ινύκου και ήλθεν εις την Ιμέραν• εκείθεν δε μετέβη εις την Ασίαν και ανέβη προς τον βασιλέα Δαρείον, όστις τον εκήρυξεν ότι ήτο ο δικαιότερος άνθρωπος από όλους όσοι εκ της Ελλάδος ήλθον πλησίον του, καθότι λαβών άδειαν από τον βασιλέα επέστρεψεν εις την Σικελίαν και εκ της Σικελίας ήλθε πάλιν οπίσω εις τον βασιλέα. Έμεινε δε εκεί μέχρις ου απέθανεν υπό γήρατος, ευτυχέστατος ων.
25. Τοιουτοτρόπως οι Σάμιοι, διαφυγόντες τους Μήδους, εκτήσαντο ακόπως καλλίστην πόλιν την Ζάγκλην. Αφ’ ετέρου οι Φοίνικες, μετά την ναυμαχίαν της Μιλήτου, διαταχθέντες από τους Πέρσας, κατεβίβασαν εις την Σάμον τον Αιάκη του Συλοσώντος, καθότι πολύ τους ωφέλησε και κατώρθωσε μεγάλα πράγματα• εξ όλων δε των αποστατησάντων από τον Δαρείον, μόνον των Σαμίων ούτε η πόλις ούτε τα ιερά ενεπρήσθησαν διά την λιποταξίαν των πλοίων ήτις εγένετο κατά την στιγμήν της ναυμαχίας. Κυριευθείσης δε της Μιλήτου, αμέσως οι Πέρσαι κατέλαβον την Καρίαν, της οποίας αι πόλεις, άλλαι μεν υπετάγησαν εκουσίως, άλλαι δε διά της βίας. Ταύτα λοιπόν συνέβησαν εις αυτάς τας χώρας.
26. Εις δε τον Ιστιαίον τον Μιλήσιον, ευρισκόμενον περί το Βυζάντιον και συλλαμβάνοντα τας εκ του Πόντου εκπλεούσας ολκάδας των Ιώνων, ηγγέλθησαν τα διατρέξαντα εις την Μίλητον. Τότε ούτος ανέθεσε την φροντίδα των εν τω Ελλησπόντω πραγμάτων εις την Βισάλτην, υιόν του Απολλοφάνους, πολίτην της Αβίδου, και λαβών μεθ’ εαυτού τους Λεσβίους έπλευσεν εις την Χίον, όπου επολέμησεν εις τόπον τινά της νήσου, καλούμενον Κοίλα, του οποίου η φρουρά δεν τον άφινε να πλησιάση. Εξ αυτών εφόνευσε πολλούς, και έπειτα ορμώμενος εκ της Πολίχνης με τους Λεσβίους, ενίκησε και τους λοιπούς Χίους, οίτινες είχον κακοπάθει εκ της ναυμαχίας.
27. Όταν πρόκηται μεγάλαι συμφοραί να επισκήψωσιν εις πόλιν τινά ή έθνος, συμβαίνουσι συνήθως σημεία τινα προαναγγέλλοντα τούτο. Τωόντι, προ των καταστροφών τούτων, μεγάλα σημεία εφάνησαν εις την Χίον. Πρώτον, εκ του χορού των εκατόν νέων, τους οποίους έπεμψαν εις τους Δελφούς, δύο μόνον επέστρεψαν, τους δε άλλους εννενήκοντα οκτώ ήρπασεν ο λοιμός• δεύτερον, κατά τον αυτόν χρόνον, ολίγον προ της ναυμαχίας, έπεσεν η στέγη οικίας επί παιδίων διδασκομένων γράμματα, και εξ εκατόν είκοσι τα οποία ήσαν, έν μόνον εσώθη. Ταύτα τα σημεία τοις προέδειξεν ο θεός, και ολίγον μετά ταύτα συνέβη η ναυμαχία και κατέβαλε την πόλιν. Προς επίμετρον της δυστυχίας ήλθεν ο Ιστιαίος με τους Λεσβίους, και ευρών τους Χίους ήδη δεδαμασμένους, κατέστρεψεν αυτούς, ευκόλως.
28. Εντεύθεν ο Ιστιαίος εστράτευσε κατά της Βάσου, έχων πολλούς Ίωνας και Αιολείς. Ενώ δε επολιόρκει την Θάσον, τω ήλθεν είδησις ότι οι Φοίνικες απέπλευσαν εκ της Μιλήτου διά να επιτεθώσι κατά της άλλης Ιωνίας. Μαθών τούτο, την μεν Θάσον αφήκεν απόρθητον, αυτός δε έσπευσε μεθ’ όλου του στρατού εις την Λέσβον. Εκ της Λέσβου δε, επειδή ο στρατός υπέφερεν ένεκεν ελλείψεως τροφών, διέβη αντικρύ διά να θερίση τον σίτον του Αταρνέως και της πεδιάδος του Καΐκου ανηκούσης εις τους Μυσούς. Εις ταύτα τα μέρη έτυχε να ευρίσκεται ο Άρπαγος, ανήρ Πέρσης, στρατηγός όχι ολίγου στρατού, όστις άμα ο Ιστιαίος απέβη εις την ξηράν, επιτεθείς κατ’ αυτού τον εζώγρησε και κατέστρεψεν όλον σχεδόν τον στρατόν του.
29. Εζωγρήθη δε ο Ιστιαίος τοιουτοτρόπως• όταν επολέμουν οι Έλληνες με τους Πέρσας εις την Μαλήνην της Αταρνίτιδος χώρας, κατ’ αρχάς μεν εμάχοντο ισορρόπως, ύστερον όμως επήλθε κατ’ αυτών το ιππικόν και έκλινε την νίκην προς το μέρος των Περσών. Αφού δε ετράπησαν οι Έλληνες εις φυγήν, τότε ο Ιστιαίος ελπίζων ότι ο βασιλεύς δεν ήθελε τον θανατώσει διά το αμάρτημά του εκείνο, έδειξε μεγάλην φιλοζωίαν• επειδή φεύγοντα επρόφθασεν αυτόν στρατιώτης Πέρσης και ήθελε να τον πληγώση, ομιλήσας περσιστί εφανέρωσεν εαυτόν ότι ήτο Ιστιαίος ο Μιλήσιος.
30. Εάν άμα εζωγρήθη, εφέρετο εις τον βασιλέα, φρονώ ότι πιθανόν να μη υπέφερε κανέν κακόν και να τον συνεχώρει ο Δαρείος. Ακριβώς όμως διά τούτο και διά να μη ισχύση πάλιν παρά τω βασιλεί, ο ύπαρχος των Σάρδεων Αρταφέρνης και ο ζωγρήσας αυτόν Άρπαγος, άμα τον έφερον εις τας Σάρδεις τον εσταύρωσαν και έστειλαν την κεφαλήν του τεταριχευμένην προς τον βασιλέα Δαρείον εις τα Σούσα. Ο δε Δαρείος μαθών τα γενόμενα και μεμφθείς τους πράξαντας, διότι δεν τον αναβίβασαν να τον παρουσιάσωσι ζώντα προς αυτόν, διέταξε να πλύνωσι την κεφαλήν του Ιστιαίου, να την περιτυλίξωσι με πανιά και να την θάψωσιν ευπρεπώς, ως ανδρός μεγάλας εκδουλεύσεις παρασχόντος εις αυτόν και εις τους Πέρσας. Ταύτα τα συμβάντα του Ιστιαίου.
31. Ο δε ναυτικός στρατός των Περσών διαχειμάσας περί την Μίλητον, εκυρίευσεν ευκόλως κατά το δεύτερον έτος του πλοός του τας προς την ήπειρον κειμένας νήσους, Χίον, Λέσβον, Τένεδον. Άμα οι βάρβαροι εγίνοντο κύριοι τινός εκ τούτων των νήσων, εσαγήνευον τους κατοίκους• σαγηνεύουσι δε κατά τον εξής τρόπον• κρατούμενοι εκ των χειρών και αποτελούντες γραμμήν απ’ άρκτου προς μεσημβρίαν, αρχίζουσιν από το παράριον και διέρχονται όλην την νήσον θηρεύοντες τους ανθρώπους. Εκυρίευσαν επίσης και τας εις την ήπειρον ιωνικάς πόλεις, αλλά δεν εσαγήνευσαν τους ανθρώπους, καθότι δεν ήτο δυνατόν.
32. Τότε οι στρατηγοί των Περσών εφάνησαν πιστοί εις τας απειλάς τας οποίας έκαμον προς τους απέναντι αυτών εστρατοπεδευμένους Ίωνας• καθότι, άμα υπέταξαν τας πόλεις, εκλέξαντες τους ευειδεστάτους παίδας απέκοψαν τα αιδοία των και κατέστησαν αυτούς ευνούχους• έπειτα δε έπεμψαν εις τον βασιλέα τας μάλλον ωραίας παρθένους. Αυτά έπραττον εις τους ανθρώπους, και συγχρόνως έκαιαν τας πόλεις και τα ιερά. Τοιουτοτρόπως δε το τρίτον εδουλώθησαν οι Ίωνες• πρώτον μεν υπό των Λυδών, δις δε κατά συνέχειαν υπό των Περσών.
33. Αναχωρήσας από την Ιωνίαν ο ναυτικός στρατός υπέταξε την αριστεράν όχθην του Ελλησπόντου, διότι όλη η δεξιά όχθη είχεν υποταγή προλαβόντως εις τους Πέρσας ως και η άλλη ήπειρος. Επαρχίαι δε του Ελλησπόντου εις την Ευρώπην, τας οποίας εκυρίευσαν, είναι αι εξής• η Χερσόνησος, εις την οποίαν είναι πολλαί πόλεις, η Πέρινθος, τα φρούρια της Θράκης, η Σηλυβρία και το Βυζάντιον. Οι Βυζάντιοι όμως και οι αντιπέραν Χαλκηδόνιοι δεν περιέμεινον τους επερχομένους Φοίνικας, αλλ’ εγκατέλιπον τας χώρας των και έφυγον εις τα ενδότερα του Ευξείνου πόντου όπου έκτισαν την πόλιν Μεσαμβρίαν. Οι δε Φοίνικες, αφού κατέκαυσαν ταύτας τας ρηθείσας χώρας, ετράπησαν κατά της Βροκοννήσου και της Αρτάκης, και αφού παρέδωκαν εις το πυρ και ταύτας επανήλθον εις την Χερσόνησον διά να καταστρέψωσι τας επιλοίπους πόλεις όσας δεν είχον διαρπάσει κατά την πρώτην εισβολήν των. Εις την Κύζικον δεν έπλευσαν παντελώς, καθότι οι Κυζικηνοί, προ της αφίξεως των Φοινίκων, υπετάγησαν εις τον βασιλέα συνθηκολογήσαντες με τον Οίβαριν του Μεγαβάζου, ύπαρχον του Δασκυλείου. Πλην δε της Καρδίας, υπέταξαν οι Φοίνικες όλας τας άλλας πόλεις της Χερσονήσου.
34. Ετυράννευε δε των πόλεων τούτων μέχρι τότε ο Μιλτιάδης, υιός του Κίμωνος, υιού του Στησαγόρου• την ηγεμονίαν δε ταύτην εκτήσατο πρότερον ο Μιλτιάδης του Κυψέλου κατά τον εξής τρόπον. Οι Δόλογκοι της Θράκης είχον την Χερσόνησον ταύτην. Ούτοι λοιπόν οι Δόλογκοι, πιεσθέντες υπό των πολεμούντων αυτούς Αψινθίων, έπεμψαν τους βασιλείς των εις τους Δελφούς διά να ερωτήσωσι το μαντείον περί του πολέμου. Η δε Πυθία τοις είπε να φέρωσιν εις τον τόπον των οικιστήν εκείνον όστις, απερχομένους από το ιερόν, πρώτος καλέση αυτούς διά να τους φιλοξενήση. Επειδή όμως οι Δόλογκοι πορευόμενοι την ιεράν οδόν διά της Φωκίδος και της Βοιωτίας ουδένα εύρον διά να τους προσκαλέση, ήλλαξαν πορείαν και ετράπησαν προς τας Αθήνας.
35. Τότε εις τας Αθήνας ήτο πανίσχυρος ο Πεισίστρατος, είχεν όμως καί τινα ισχύν ο Μιλτιάδης του Κυψέλου, καθό ανήκων εις οικογένειαν τεθριπποφόρον και καταγόμενος ανέκαθεν από του Αιακού και της Αιγίνης, μετά δε ταύτα γενόμενος Αθηναίος αφότου ο του Αίαντος υιός Φιλαίος, πρώτος εκ της οικογενείας ταύτης, επολιτογραφήθη εις τας Αθήνας. Ο Μιλτιάδης ούτος, καθήμενος εις τα πρόθυρα της οικίας του και ιδών διαβαίνοντας τους Δολόγκους με ενδύματα και ακόντια ξενικά, τους εκάλεσε πλησίον του, και προσελθόντας τους παρεκάλεσε να εισέλθωσι και δεχθώσι την φιλοξενίαν. Οι Δόλογκοι, δεχθέντες και ξενισθέντες υπ’ αυτού, τω ανεκοίνωσαν όλον τον χρησμόν, και αφού διηγήθηκαν το πράγμα, παρεκάλεσαν τον Μιλτιάδην να υπακούση εις τον θεόν. Ακούσας ταύτα ο Μιλτιάδης επείσθη αμέσως, καθότι ήτο δυσηρεστημένος κατά της αρχής του Πεισιστράτου και εζήτει να φύγη από τας Αθήνας. Αμέσως λοιπόν έπεμψεν εις τους Δελφούς διά να ερωτήση το μαντείον αν έπρεπε να πράξη όσα εζήτουν παρ’ αυτού οι Δόλογκοι.
36. Επειδή δε τον παρακίνει και η Πυθία εις τούτο, τότε ο Μιλτιάδης του Κυψέλου, όστις προ του συμβεβικότος τούτου είχε νικήσει εις τους Ολυμπιακούς αγώνας με τέθριππον, έλαβε μεθ’ εαυτού όλους τους Αθηναίους όσοι ήθελον να μεθέξωσι της αποδημίας ταύτης, και αποπλεύσας μετά των Δολόγκων κατέλαβε την χώραν των εις την οποίαν τον κατέστησαν τύραννον οι προσκαλέσαντες αυτόν Δόλογκοι. Η πρώτη αυτού φροντίς υπήρξε να κλείση διά τείχους τον ισθμόν της Χερσονήσου, από της Καρδίας μέχρι της Πακτύης, διά να μη δύνανται οι Αψίνθιοι να τους βλάπτωσι διά των εισβολών των. Ο ισθμός ούτος έχει πλάτος τριακονταέξ σταδίων• από δε του ισθμού όλη η έσω Χερσόνησος έχει μήκος τετρακοσίων είκοσι σταδίων.
37. Τοιχίσας λοιπόν ο Μιλτιάδης τον αυχένα της Χερσονήσου και εμποδίσας τοιουτοτρόπως τους Αψινθίους, επολέμησε πρώτους των άλλων τους Λαμψακηνούς. Οι Λαμψακηνοί ενεδρεύσαντες τον εζώγρησαν• επειδή όμως ο Μιλτιάδης ήτο αγαπητός εις τον Κροίσον τον Λυδόν, μαθών ούτος το πάθημά του, έπεμψε και εκήρυξεν εις τους Λαμψακηνούς να αφήσωσι τον Μιλτιάδην, άλλως ήθελε τους εξολοθρεύσει ως πίτυν. Συσκεπτομένων δε των Λαμψακηνών τι άρα γε εσήμαινεν η απειλή εκείνη ότι ο Κροίσος ήθελε τους εξολοθρεύσει ως πίτυν, μόλις ύστερον είς των γεροντοτέρων ενόησε και τοις εξήγησε το πράγμα ειπών ότι εξ όλων των δένδρων μόνη η πίτυς αφού κοπή δεν αναδίδει πλέον ουδένα βλαστόν αλλά καταστρέφεται ριζηδόν. Φοβηθέντες λοιπόν οι Λαμψακηνοί τον Κροίσον, ηλευθέρωσαν τον Μιλτιάδην και τον απέπεμψαν.
38. Χάριν λοιπόν του Κροίσου ο Μιλτιάδης εσώθη, βραδύτερον όμως απέθανεν άπαις, μεταβιβάσας την αρχήν και τους θησαυρούς του εις τον Στησαγόραν υιόν του ομομητρίου αδελφού του Κίμωνος. Αφού δε απέθανε, θύουσιν εις αυτόν οι Χερσονησίται κατά το έθος ως εις οικιστήν και συγκροτούσιν αγώνα ιππικόν και γυμνικόν, εις τον οποίον ουδείς Λαμψακηνός γίνεται δεκτός να αγωνισθή. Εξακολουθούντος δε του πολέμου προς τους Λαμψακηνούς, συνέβη να αποθάνη και ο Στησαγόρας άπαις πληγείς εις την κεφαλήν διά πελέκεως εν τω πρυτανείω υπό τινος ανθρώπου λόγω μεν αυτομόλου, πράγματι δε πολεμίου και παρατόλμου.
39. Ούτως ετελεύτησε και ο Στησαγόρας• τότε δε οι Πεισιστρατίδαι έπεμψαν μετά τριήρους εις την Χερσόνησον τον Μιλτιάδην του Κίμωνος, αδελφόν του αποθανόντος Στησαγόρου, διά να προφθάσει και καταλάβη την αρχήν. Οι Πεισιστρατίδαι ούτοι και εις τας Αθήνας όντα επεριποιούντο, ως να μη ήσαν ένοχοι διά τον θάνατον του πατρός του Κίμωνος όστις συνέβη ως θα διηγηθώ εις άλλο μέρος της ιστορίας. Ελθών ο Μιλτιάδης εις την Χερσόνησον έμενεν εις την οικίαν του, επί προφάσει ότι επένθει διά τον θάνατον του αδελφού του Στησαγόρου• μαθόντες δε τούτο οι Χερσονησίται, συνηθροίσθησαν οι έγκριτοι όλων των πόλεων και μετέβησαν όλοι ομού διά να τον συλλυπηθώσιν, αλλ’ ο Μιλτιάδης τους συνέλαβε και τους έρριψεν εις τα δεσμά. Ακολούθως ο Μιλτιάδης εγένετο κύριος της Χερσονήσου, συνετήρει πεντακοσίους επικούρους και έλαβε γυναίκα την Αγησιπύλην, θυγατέρα του βασιλέως των Θρακών Ολόρου.
40. Ούτος ο Μιλτιάδης του Κίμωνος, ο νεωστί καταλαβών την Χερσόνησον, περιήλθεν αλληλοδιαδόχως εις πολλάς δυσχερείας, τας μεν δεινοτέρας των δε• κατά το τρίτον έτος μετά την έλευσίν του ηναγκάσθη να φύγη από την Χερσόνησον διά τους Σκύθας, οίτινες ερεθισθέντες υπό του βασιλέως Δαρείου είχον συνενωθή και επροχώρησαν μέχρι της Χερσονήσου ταύτης. Ο Μιλτιάδης μη περιμείνας αυτούς επερχομένους, έφυγεν από την Χερσόνησον μέχρις ου ανεχώρησαν οι Σκύθαι και τον επανέφερον οι Δόλογκοι. Ταύτα δε συνέβησαν τρία έτη προ τον σημείου εις ό ευρίσκεται η ιστορία ημών.
41. Μαθών ο Μιλτιάδης ότι οι Φοίνικες ήσαν εις την Τένεδον, έθεσεν εις πέντε τριήρεις όλα τα πράγματα όσα είχε και απέπλευσε διά τας Αθήνας. Εξελθών της Καρδίας, έπλεε διά του Μέλανος κόλπου• ότε όμως έκαμψε την Χερσόνησον, οι Φοίνικες επέπεσον κατ’ αυτού με τα πλοία των. Και αυτός μεν με τέσσαρα εκ των πλοίων του προφθάνει και καταφεύγει εις την Ίμβρον, οι δε Φοίνικες καταδιώκουσι το πέμπτον και το συλλαμβάνουσι. Συνέπεσε δε να ήναι αρχηγός του πλοίου τούτου ο πρεσβύτερος των υιών του Μιλτιάδου Μητίοχος, γεννηθείς ουχί εκ της θυγατρός του Θρακός Ολόρου, αλλ’ εξ άλλης. Αυτόν δε μετά του πλοίου συνέλαβον οι Φοίνικες, και μαθόντες ότι ήτο υιός του Μιλτιάδου, τον ανεβίβασαν εις τον βασιλέα, ελπίζοντες ότι θα τύχωσι μεγάλης αμοιβής, καθότι μόνος ο πατήρ του είχε συμβουλεύσει τους Ίωνας να λύσωσι την γέφυραν και να επιστρέψωσιν εις τας κατοικίας των, πειθόμενοι εις τους Σκύθας ζητούντας τούτο. Αλλ’ όταν οι Φοίνικες παρέδωκαν εις τον Δαρείον τον υιόν του Μιλτιάδου Μητίοχον, ο βασιλεύς ου μόνον δεν τον εκακοποίησεν αλλ’ εξ εναντίας τω έκαμε πολλά καλά, καθότι τω έδωκεν οίκον, κτήματα και γυναίκα Περσίδα εκ της οποίας εγέννησε τέκνα καταταχθέντα εις τους Πέρσας. Ο δε Μιλτιάδης εκ της Ίμβρου ήλθεν εις τας Αθήνας.
42. Και κατά το έτος τούτο τίποτε περισσοτέρον δεν έγινεν εκ μέρους των Περσών εχθρικόν προς τους Ίωνας, εξ εναντίας μάλιστα συνέβησαν τα εξής άτινα πολύ ωφέλησαν τους Ίωνας. Ο ύπαρχος των Σάρδεων Αρταφέρνης, μηνύσας να έλθωσιν απεσταλμένοι εκ των πόλεων, ηνάγκασε τους Ίωνας να κάμωσι μεταξύ των συνθήκας όπως λύωσιν εις το εξής τας διαφοράς των διά της κρίσεως και όχι να άγωσι και να φέρωσιν αλλήλους. Ταύτα τους ηνάγκασε να κάμωσι, και προς τούτοις μετρήσας τας χείρας αυτών κατά παρασάγκας (ούτως ονομάζουσιν οι Πέρσαι τα τριάκοντα στάδια) επέβαλε συμφώνως με την καταμέτρησιν ταύτην φόρους τους οποίους έκτοτε μέχρι της εποχής μου πληρόνουσιν οι ιδιοκτήται της χώρας, όπως διωρίσθησαν υπό του Αρταφέρνους• διωρίσθησαν δε σχεδόν ως ήσαν και πρότερον. Όλα ταύτα τα μέτρα ήσαν ειρηνικά.
43. Άμα δε τω έαρι, παυθέντων των άλλων στρατηγών υπό του βασιλέως, κατέβη ο Μαρδόνιος του Γωβρύου εις το παραθαλάσσιον έχων πολυάριθμον πεζικόν και πολύ ναυτικόν• ήτο νέος και νεωστί είχε νυμφευθή την θυγατέρα του Δαρείου Αρταζώστρην. Άγων δε τον στρατόν τούτον ο Μαρδόνιος και φθάσας εις την Κιλικίαν εισήλθεν εις πλοίον και εκομίζετο μετά των άλλων πλοίων, τον δε πεζόν στρατόν άλλοι ηγεμόνες ωδήγουν προς τον Ελλήσποντον. Αφού δε παραπλεύσας την ασιατικήν παραλίαν έφθασεν ο Μαρδόνιος εις την Ιωνίαν, εκεί (πράγμα παράδοξον το οποίον θα διηγηθώ δι’ εκείνους τους Έλληνας οίτινες δεν παραδέχονται ότι ο Οτάνης, είς των επτά, εγνωμοδότησε να καταστήσωσι δημοκρατίαν εις την Περσίαν) καταλύσας όλους τους τυράννους των Ιώνων ανίδρυσε δημοκρατίας εις τας πόλεις. Ταύτα πράξας, έσπευσε προς τον Ελλήσποντον. Αφού δε συνήχθη πολύς αριθμός πλοίων και πολύς πεζός στρατός, διαβάντες με πλοία τον Ελλήσποντον, επορεύοντο διά της Ευρώπης• επορεύοντο δε κατά της Ερετρίας και των Αθηνών.
44. Και αύται μεν αι πόλεις ήσαν πρόσχημα της εκστρατείας• οι Πέρσαι όμως είχον κατά νουν να υποτάξωσιν όσας δυνηθώσι περισσοτέρας πόλεις της Ελλάδος. Και πρώτον μεν διά του στόλου υπέταξαν τους Θασίους οίτινες ουδέ χείρας ύψωσαν εναντίον των• αφ’ ετέρου διά του στρατού της ξηράς υπεδούλωσαν τους Μακεδόνας και τους προσέθεσαν εις τους υπάρχοντας υπηκόους των, καθότι όλαι αι παραθαλάσσιαι επαρχίαι της Μακεδονίας ήσαν ήδη εις αυτούς υποτεταγμέναι. Οι δε μετά του στόλου εξελθόντες της Θάσου, παρέπλευσαν την ήπειρον, έφθασαν εις την Άκανθον και εκ της Ακάνθου ηθέλησαν να κάμψωσι τον Άθωνα• αλλ’ ενώ παρέπλεον, σφοδρός και ενάντιος βορράς άνεμος επέπεσε κατ’ αυτών και τους έβλαψε μεγάλως ρίψας έξω εις τον Άθωνα πολλά πλοία, καθότι λέγεται ότι πλοία μεν κατεστράφησαν τριακόσια, άνθρωποι δε υπέρ τους εικοσακισχιλίους. Επειδή δε η περί τον Άθωνα θάλασσα αύτη είναι πλήρης τεράτων, άλλοι μεν κατεβροχθίζοντο αρπαζόμενοι υπ’ αυτών, άλλοι συνετρίβοντο κατά των πετρών, και άλλοι επνίγοντο μη ηξεύροντες να κολυμβώσιν• άλλοι τέλος απέθανον ένεκα του ψύχους. Ο ναυτικός λοιπόν στρατός ταύτα έπαθε.
45. Τον δε Μαρδόνιον και τον πεζόν στρατόν, εστρατοπεδευμένους εις την Μακεδονίαν εκτύπησαν νύκτα τινά οι Βρύγοι Θράκες, και εφόνευσαν εξ αυτών πολλούς, επλήγωσαν δε αυτόν τον Μαρδόνιον. Πλην ούτε αυτοί απέφυγον την υποδούλωσιν των Περσών, καθότι ο Μαρδόνιος δεν ανεχώρησεν εκ των χωρών τούτων πριν ή τους υποτάξη. Αφού δε τους υπέταξεν, απήγαγε τον στρατόν οπίσω, καθότι και το πεζόν εβλάφθη πολύ από τους Βρύγους και το ναυτικόν περί τον Άθωνα. Ούτος λοιπόν ο στρατός, αδεξίως αγωνισθείς, επανέκαμψεν εις την Ασίαν.
46. Κατά το επόμενον δε έτος μετά τα συμβάντα ταύτα ο Δαρείος, επειδή οι Θάσιοι διεβλήθησαν υπό των αστυγειτόνων των ότι εμελέτων αποστασίαν, τους διέταξε διά κήρυκος να καθαιρέσωσι το τείχος των και να μεταφέρωσι τα πλοία των εις τα Άβδηρα. Είναι αληθές ότι οι Θάσιοι, πολιορκηθέντες άλλοτε υπό του Μιλησίου Ιστιαίου, επειδή είχον μεγάλας προσόδους, μετεχειρίζοντο τα χρήματά των εις το να ναυπηγώσι πλοία μακρά και να κτίζουσι περί την πόλιν ισχυρότατον τείχος. Προήρχοντο δε αι πρόσοδοι εκ της ηπείρου και εκ των μεταλλείων. Εκ των εν τη Σαπτή Ύλη μεταλλείων του χρυσού τοις ήρχοντο συνήθως ογδοήκοντα τάλαντα, εξ εκείνων δε τα οποία ήσαν εν αυτή τη Θάσω μικρότεραι μεν ποσότητες, αλλά τόσον συχναί ώστε, επειδή ήσαν απηλλαγμένοι παντός φόρου, εισέπραττον κατ’ έτος εκ της ηπείρου και των μεταλλείων διακόσια τάλαντα, έτυχε δε έτος να εισπράξωσι και τριακόσια.
47. Εγώ αυτός είδον τα μεταλλεία ταύτα• εκ τούτων τα μάλλον θαυμάσια είναι εκείνα τα οποία ανεκάλυψαν οι Φοίνικες όταν μετά του Θάσου αποίκισαν την νήσον ταύτην ήτις σήμερον έχει το όνομα από του Θάσου τούτου. Τα Φοινικικά ταύτα μεταλλεία είναι εν τη Θάσω μεταξύ δύο τόπων καλουμένων Αινύρων και Κοινύρων, απέναντι της Σαμοθράκης• είναι δε όρος υψηλόν, ανεστραμμένον υπό των ανασκαφών. Ταύτα τα μεταλλεία.
48. Οι δε Θάσιοι, υπακούοντες εις την διαταγήν του βασιλέως, και το τείχος των εκρήμνισαν και τα πλοία των έφερον εις τα Άβδηρα. Έπειτα ο Δαρείος ηθέλησε να δοκιμάση τι είχον κατά νουν οι Έλληνες, να τον πολεμήσωσιν ή να παραδοθώσιν. Έπεμψε λοιπόν κήρυκας ανά την Ελλάδα όλην διατάξας αυτούς να ζητήσωσι διά τον βασιλέα γην και ύδωρ. Και τούτους μεν έπεμψεν εις την Ελλάδα, άλλους δε έπεμψεν εις τας διαφόρους υποτελείς παραθαλασσίους πόλεις, προστάξας να κατασκευάσωσι πλοία μακρά και πλοία ιππαγωγά.
49. Και ούτοι μεν ητοίμαζον ταύτα• εις δε τους ελθόντας εις την Ελλάδα κήρυκας, και ηπειρώται πολλοί έδοσαν εκείνα τα οποία επροσποιείτο ότι εζήτει ο Πέρσης, και όλοι οι νησιώται εις τους οποίους ήλθον οι κήρυκες να ζητήσωσι. Δίδουσι λοιπόν γην και ύδωρ εις τον Δαρείον όλοι οι νησιώται και μεταξύ των άλλων οι Αιγινήται. Άμα έμαθον τούτο οι Αθηναίοι εχολώθησαν καθότι ενόμιζον ότι οι Αιγινήται έδοσαν γην και ύδωρ διά να τους βλάψωσι και να στρατεύσωσιν εναντίον των μετά του Πέρσου. Όθεν προθύμως ευρόντες πρόφασιν, μετέβησαν εις την Σπάρτην και κατηγόρησαν τους Αιγινήτας ως προδίδοντας την Ελλάδα.
50. Ακούσας την κατηγορίαν ταύτην ο Κλεομένης του Αναξανδρίδου, βασιλεύς των Σπαρτιατών, διέβη εις την Αίγιναν διά να συλλάβη τους πρωταιτίους των Αιγινητών. Αλλ’ ενώ επειράθη να τους συλλάβη, αντέστησαν όλοι οι πολίται και μάλιστα ο Κρίος του Πολυκρίτου όστις τω είπεν ότι θα μετανοήση εάν λάβη έστω και ένα μόνον Αιγινήτην, διότι πράττει ταύτα άνευ της συναινέσεως του κοινού των Σπαρτιατών, αλλά αγορασθείς διά χρημάτων υπό των Αθηναίων• εάν είχεν άλλως το πράγμα, θα συνώδευεν αυτόν και έτερος βασιλεύς. Έλεγε δε ταύτα ο Κρίος κατά παραγγελίαν του Δημαράτου. Διωκόμενος δε ο Κλεομένης εκ της Αιγίνης ηρώτησε τον Κρίον πώς ωνομάζετο, αυτός δε το είπε. Τότε ο Κλεομένης είπε προς αυτόν• «Καιρός είναι, ω κριέ, να χαλκώσης τα κέρατά σου, διότι έχεις να παλαίσης προς μέγα κακόν.»
51. Κατά το διάστημα τούτο ο μείνας εις την Σπάρτην Δημάρατος του Αρίστωνος, εκατηγόρησε τον Κλεομένη, ων και ούτος βασιλεύς των Σπαρτιατών αλλ’ εξ οικογενείας ολίγον κατωτέρας, κατωτέρας δε ουχί κατά άλλο τι (διότι αμφότεροι έχουσι την αυτήν καταγωγήν) αλλά, διά την πρωτοτοκίαν η οικογένεια του Εύρυσθένους ετιμάτο περισσότερον.
52. Οι Λακεδαιμόνιοι, μη συμφωνούντες με κανένα ποιητήν, λέγουσιν ότι ουχί οι παίδες του Αριστοδήμου, αλλ’ αυτός ο Αριστόδημος ο υιός του Αριστομάχου, του Κλεοδαίου, του Ύλλου, βασιλεύς ων έφερεν αυτούς εις την χωράν την οποίαν έχουσι σήμερον, και ότι ολίγον μετά ταύτα έτεκεν η γυνή του Αριστοδήμου, ήτις εκαλείτο Αργεία και ήτο θυγάτηρ του Αυτεσίωνος, υιού του Τισαμενού, υιού του Θερσάνδρου, υιού του Πολυνείκους. Έτεκεν αύτη δύο δίδυμα, και αφού ο Αριστόδημος είδε τέκνα απέθανε νοσήσας. Τότε οι Λακεδαιμόνιοι απεφάσισαν κατά τον νόμον να κάμωσι βασιλέα τον πρεσβύτερον• αλλά διετέλουν εις αμηχανίαν ποίον να εκλέξωσι, καθότι αμφότεροι ήταν οι αυτοί και κατά την μορφήν και κατά το μέγεθος• επειδή δε δεν ηδύναντο να τους διακρίνωσιν ή να τους δοκιμάσωσι προηγουμένως, ηρώτησαν την μητέρα. Η δε μήτηρ είπεν ότι και αυτή δεν ηδύνατο να τους διακρίνη, ουχί διότι τωόντι δεν ήξευρε τούτο, αλλά διότι ήθελε να γίνωσιν αμφότεροι βασιλείς. Απορούντες λοιπόν οι Λακεδαιμόνιοι, έπεμψαν εις τους Δελφούς διά να ερωτήσωσι περί του πρακτέου• η δε Πυθία τοις είπε να λάβωσιν ως βασιλείς και τα δύο παιδία, να τιμώσι δε περισσότερον τον πρεσβύτερον. Και η μεν Πυθία ταύτα τοις είπεν, οι δε Λακεδαιμόνιοι ηπόρουν όχι ολιγώτερον περί του πώς να εξεύρωσι τον πρεσβύτερον αυτών. Τότε Μεσσήνιός τις ονόματι Πανίτης τοις έδωκε την εξής συμβουλήν• να παρατηρήσωσι ποίον εκ των δύο η μήτηρ λούει και γαλουχεί πρώτον, και εάν ίδωσιν ότι πράττει πάντοτε το ίδιον, έστωσαν βέβαιοι ότι έχουσι παν ό,τι ζητούσι και θέλουσι να εύρωσιν, εάν δε πλανάται και εκείνη γαλουχούσα εναλλάξ, τότε έστωσαν βέβαιοι ότι ούτε εκείνη ηξεύρει περισσότερόν τι, και τότε πρέπει να καταφύγωσιν εις άλλο μέσον εξευρέσεως. Οι Σπαρτιάται λοιπόν, κατά την συμβουλήν του Μεσσηνίου, παραμονεύσαντες την μητέρα εν αγνοία της είδον ότι απαρεγκλίτως πάντοτε ετίμα τον πρεσβύτερον, λούουσα και γαλουχούσα πρώτον αυτόν. Κρίνοντες λοιπόν ως πρεσβύτερον εκείνον τον οποίον ετίμα η μήτηρ, έτρεφον αυτόν δημοσίαις δαπάναις και το ωνόμασαν Ευρυσθένη, τον δε νεώτερον Προκλέα. Αφού δε ηνδρώθησαν, μολονότι ήσαν αδελφοί, πάντοτε καθ’ όλον το διάστημα της ζωής των διαφέροντο προς αλλήλους, και οι απόγονοι των διετέλουν ωσαύτως.
53. Ταύτα λέγουσι μόνοι εκ των Ελλήνων οι Λακεδαιμόνιοι, τα δε εξής γράφω εγώ κατά τα λεγόμενα των άλλων Ελλήνων. Ούτοι οι βασιλείς των Δωριέων μέχρι του Περσέως υιού της Δανάης, τιθεμένου κατά μέρος του θεού, αριθμούνται ακριβώς υπό των Ελλήνων και αποδεικνύονται ότι είναι Έλληνες, καθότι τότε πλέον ήσαν ούτοι Έλληνες. Είπα δε μέχρι του Περσέως και δεν έλαβον εξ αρχής την καταγωγήν των διά τον εξής λόγον, διότι εις τον Περσέα ουδεμία υπάρχει επωνυμία πατρός θνητού (6), όπως εις τον Ηρακλέα ο Αμφιτρύων (7)• όθεν διά τούτον τον λόγον ορθώς είπον μέχρι του Περσέως. Εάν δε από της Δανάης της θυγατρός του Ακρισίου καταριθμήση τις τους προγόνους αυτών των βασιλέων, θέλει φανή ότι οι των Δωριέων ηγεμόνες ήσαν Αιγύπτιοι ιθαγενείς.
54. Τοιαύτη είναι η γενεαλογία των κατά τους Έλληνας• ως λέγουσι δε οι Πέρσαι, αυτός ο Περσεύς Ασσύριος ων εγένετο Έλλην, ουχί όμως και οι πρόγονοι αυτού. Οι δε πρόγονοι του Ακρισίου ουδεμίαν ως λέγουσιν έχουσι συγγένειαν με τον Περσέα, και συνομολογούσι μετά των Ελλήνων ότι ήσαν Αιγύπτιοι.
55. Και περί τούτων μεν αρκούσι τα λεχθέντα• αλλά διατί και διά ποίων πράξεων, όντες Αιγύπτιοι, έλαβον την βασιλείαν των Δωριέων, άλλοι το είπον (8) και εγώ δεν θα προσθέσω τίποτε• θα αναφέρω μόνον εκείνα όσα αυτοί παρέλειψαν.
56. Έδωκαν δε οι Σπαρτιάται εις τους βασιλείς των τα εξής προνόμια• δύο ιερωσύνας, την του Λακεδαιμονίου Διός και την του Ουρανίου Διός, το δικαίωμα να κηρύττωσι πόλεμον καθ’ οιασδήποτε χώρας ήθελον, χωρίς ουδείς Σπαρτιάτης να δύναται να τους εμποδίση, εκείνος δε όστις ήθελε τους εμποδίση να ενάγεται ως ασεβής. Όταν εκστρατεύωσιν οι βασιλείς, αυτοί προπορεύονται και απέρχονται τελευταίοι, εκατόν δε άνδρες λογάδες του στρατού τους φυλάττουσιν. Εις τας εκστρατείας των θύουσιν όσα πρόβατα θέλουσιν, όλων δε των θυμάτων τα δέρματα και τα νώτα είναι ιδικά των. Και ταύτα μεν είναι τα εμπολέμια δικαιώματα.
57. Τα δε ειρηναία δικαιώματα είναι τα εξής. Εάν γίνεται δημοσία θυσία, πρώτοι οι βασιλείς κάθηνται εις το δείπνον και από αυτούς αρχίζει η διανομή, τα δε μερίδιά των είναι διπλάσια των άλλων δαιτυμόνων. Αυτοί πρώτοι σπένδουσι και λαμβάνουσι τα δέρματα των θυομένων ζώων. Ανά πάσαν νεομηνίαν και εβδόμην ημέραν ισταμένου μηνός δίδεται διά δημοσίας δαπάνης εις εκάτερον των βασιλέων έν ιερείον τέλειον όπως θυσιασθή εις τον Απόλλωνα και έν μέδιμνον αλεύρου και το τέταρτον μιας λακωνικής οίνου. Εις όλους τους αγώνας αυτοί έχουσι την πρωτοκαθεδρίαν. Αυτοί προσέτι έχουσι το δικαίωμα να υποδεικνύωσιν ως προξένους (9) εκείνους τους οποίους θέλουσιν εκ των αστών και να εκλέγη εκάτερος δύο Πυθίους. Πύθιοι δε είναι οι πεμπόμενοι εις τους Δελφούς διά χρησμούς και τρεφόμενοι ως οι βασιλείς από το δημόσιον. Όταν οι βασιλείς δεν έλθωσιν εις το δείπνον, στέλλουσιν εις τον οίκον των δύο χοίνικας αλεύρου και μίαν κοτύλην οίνου• διπλάσια δε τοις δίδονται όταν παρευρίσκονται. Τας αυτάς δε τιμάς έχουσι και όταν προσκαλεσθώσιν εις ιδιωτικόν δείπνον. Όταν δίδωνται χρησμοί, τους φυλάττουσιν αυτοί, τους γνωρίζουσι δε και οι Πύθιοι. Οι βασιλείς μόνοι κρίνουσι τας εξής δύο κρίσεις• να υποδεικνύωσι τον σύζυγον παρθένου κληρονόμου, εάν ο πατήρ της δεν επρόφθασε να την μνηστεύση και να κανονίζωσι τα αφορώντα εις τας δημοσίας οδούς. Ο θέλων να υιθετήση παιδίον, οφείλει να πράξη τούτο ενώπιον των βασιλέων. Παρευρίσκονται προσέτι εις τα συμβούλια των γερόντων οίτινες εισίν εικοσιοκτώ• εάν δεν έλθωσι, τότε οι πλησιέστεροι συγγενείς των εκ των γερόντων έχουσι τα προνόμια των βασιλέων, δίδοντες δύο ψήφους και τρίτην την ιδικήν των.
58. Εις τους βασιλείς λοιπόν, ενόσω ζώσι, ταύτα δίδονται εκ του κοινού των Σπαρτιατών όταν δε αποθάνωσι, πέμπονται ιππείς εις όλην την Λακωνικήν και αγγάλλουσι το γεγονός, περιερχόμεναι δε εντός των πόλεων αι γυναίκες κτυπώσι λέβητας. Εις το σημείον τούτο οφείλουσι δύο ελεύθεροι, είς ανήρ και μία γυνή, από πάσαν οικίαν, να μαυροφορήσωσιν• όσοι δε δεν πράξωσι τούτο, υπόκεινται εις μεγάλας ζημίας. Τα έθιμα των Λακεδαιμονίων εις τους θανάτους των βασιλέων είναι τα αυτά ως τα των βαρβάρων της Ασίας, διότι και οι περισσότεροι των βαρβάρων τους αυτούς νόμους μεταχειρίζονται κατά τους θανάτους των βασιλέων. Όταν αποθάνη βασιλεύς των Λακεδαιμονίων, πρέπει εξ όλης της Λακεδαίμονος, πλην των Σπαρτιατών, να στείλωσιν οι περίοικοι κατά την κηδείαν του αριθμόν τινα ανθρώπων. Αφού δε εκ τούτων και εκ των Ειλώτων και εκ των Σπαρτιατών συναχθώσι πολλαί χιλιάδες, αναμεμιγμένοι άνδρες και γυναίκες, κτυπώνται με μέγαν αγώνα και θρηνούσιν απλέτως λέγοντες πάντοτε ότι ο τελευταίος ούτος αποθανών βασιλεύς υπήρξεν ο άριστος. Όταν δε βασιλεύς τις αποθάνη εις τον πόλεμον, στολίσαντες το είδωλόν του εκθέτουτιν αυτό επί κλίνης καλώς εστρωμένης• και αφού το θάψωσι, διακόπτουσιν επί δέκα ημέρας τας συνεδριάσεις της αγοράς και των δικαστηρίων, και καθ’ όλας ταύτας τας ημέρας πενθούσι.
59. Συμφωνούσι δε με τους Πέρσας και κατά το εξής• όταν εις την θέσιν του αποθανόντος βασιλέως αναγορεύεται άλλος, αυτός ο αναγορευόμενος απαλλάσσει πάντα Σπαρτιάτην όστις ώφειλέ τι εις τον βασιλέα ή εις το κοινόν. Ομοίως και παρά τοις Πέρσαις, ο νέος βασιλεύς χαρίζει εις όλας τας πόλεις όσον φόρον χρεωστούσιν.
60. Συμφωνούσι δε και με τους Αιγυπτίους οι Λακεδαιμόνιοι κατά τα εξής. Οι κήρυκες αυτών, οι αυληταί και οι μάγειροι διαδέχονται εις τας τέχνας τους πατέρας των• ο αυλητής γεννάται εκ πατρός αυλητού, ο μάγειρος εκ μαγείρου και ο κήρυξ εκ κήρυκος. Ως διάδοχος του κήρυκος δεν εκλέγεται ο έχων λαμπράν φωνή αλλ’ ο υιός εξακολουθεί το πατρικόν επάγγελμα. Και ταύτα μεν ούτω γίνονται.
61. Τότε δε τον Κλεομένη όντα εις την Αίγιναν και εργαζόμενον διά το κοινόν καλόν της Ελλάδος, κατηγόρησεν ο Δημάρατος, ουχί τόσον χάριν των Αιγινητών αλλ’ υπό μίσους και φθόνου. Ο δε Κλεομένης, επιστρέψας εξ Αιγίνης, απεφάσισε να παύση τον Δημάρατον από την βασιλείαν, και εύρε κατ’ αυτού την ακόλουθον αιτίαν. Ο βασιλεύς της Σπάρτης Αρίστων, δύο γυναίκας λαβών, δεν ετεκνοποίησε• και επειδή δεν ενόμιζεν ότι αυτός ήτο ο αίτιος τούτου, έλαβε και τρίτην γυναίκα• την έλαβε δε κατά τον ακόλουθον τρόπον. Είχεν ο Αρίστων φίλον τινά Σπαρτιάτην με τον οποίον είχεν οικειότητα πλειοτέραν ή με πάντα άλλον πολίτην. Ο άνθρωπος ούτος έτυχε να έχη γυναίκα ήτις ου μόνον ήτο η ωραιοτάτη όλων των γυναικών της Σπάρτης, αλλ’ ήτις ενώ ήτο ασχημότατη εγένετο ωραιοτάτη. Επειδή ήτο καχεκτικού εξωτερικού, η τροφός αυτής βλέπουσα θυγατέρα ανθρώπων ευτυχούντων να ήναι δυσειδής και τους γονείς της να θλίβωνται μεγάλως διά την δυσμορφίαν αυτής, ταύτα βλέπουσα εστοχάσθη να την λαμβάνη και να την φέρη καθ’ ημέραν εις το ιερόν της Ελένης• είναι δε τούτο εις την καλουμένην Θεράπνην, υπεράνω του ιερού του Φοίβου. Φέρουσα δε η τροφός τα παιδίον, το έθετε προ του αγάλματος και ικέτευε την θεάν να απαλλάξη αυτό της δυσμορφίας. Μίαν δέ τινα των ημερών, ενώ ανεχώρει η τροφός από το ιερόν, επεφάνη ως λέγεται ενώπιόν της γυνή τις• επιφανείσα δε την ηρώτησε τι εκράτει εις τας αγκάλας της, και η τροφός απεκρίθη ότι εκράτει παιδίον. Η γυνή πάλιν την παρεκάλεσε να το δείξη εις αυτήν, και η τροφός απεκρίθη ότι δεν ειμπορεί καθότι οι γονείς του την είχον ρητώς απαγορεύσει να μη το δεικνύει εις κανένα. Η γυνή όμως επέμεινε να τη δείξη το παιδίον, η δε τροφός βλέπουσα ότι η γυνή πολύ επεθύμει να το ίδη, έδειξε το παιδίον. Τότε η γυνή ψηλαφήσασα την κεφαλήν του παιδίου είπεν ότι έμελλε να γίνη η ωραιοτάτη όλων των εν Σπάρτη γυναικών, και απ’ εκείνης της ημέρας μετεβλήθη η μορφή του. Ελθούσαν εις ώραν γάμου, ενυμφεύθη αυτήν ο Άγητος του Αλκείδου, ο φίλος ούτος του Αρίστωνος.
62. Επειδή δε ο Αρίστων ηράτο της γυναικός ταύτης, επενόησε το εξής στρατήγημα• υπόσχεται εις τον φίλον του όστις είχε την ωραίαν γυναίκα, να τω δώση δώρον εξ όλων του των πραγμάτων ό,τι ήθελεν εκλέξει, ζητεί δε να πράξη προς αυτόν ο φίλος του το αυτό. Εκείνος δε, μη φοβηθείς ποσώς διά την γυναίκα του, καθότι έβλεπεν ότι ο Αρίστων είχε γυναίκα, εδέχθη την πρότασιν. Υπεχρεώθησαν λοιπόν αμοιβαίως δι’ όρκων, και μετά ταύτα ο Αρίστων έδωκεν εις τον Άγητον εκείνο το οποίον εξελέξατο ούτος εκ των κειμηλίων του• ζητών δε τα ίσα παρά του φίλου του, εζήτει να λάβη την γυναίκα του, αλλ’ εκείνος τω παρετήρησεν ότι παν άλλο υπεχρεώθη να παραχωρήση πλην τούτου. Αναγκαζόμενος όμως υπό του όρκου και της απάτης, τον αφήκε να λάβη την γυναίκα του.
63. Ούτω λοιπόν ο Αρίστων, αποπέμψας την δευτέραν γυναίκα, εισήγαγεν εις την οικίαν την τρίτην. Εις διάστημα δε ολιγώτερον, χωρίς να συμπληρώση τους δέκα μήνας, η γυνή εγέννησε τον Δημάρατον τούτον. Ενώ δε ο Αρίστων συνεδρίαζε μετά των εφόρων, προσδραμών είς των υπηρετών τω ανήγγειλεν ότι τω εγεννήθη υιός. Αλλ’ ούτος ηξεύρων καλώς πότε έλαβε την γυναίκα και αριθμών επί των δακτύλων τους μήνας είπε μεθ’ όρκον «Αδύνατον να ήναι ιδικός μου.» Τούτο ήκουσαν μεν οι έφοροι, αλλά δεν ηθέλησαν να το συζητήσωσι προς το παρόν. Εν τούτοις το παιδίον ηύξησε και ο Αρίστων μετενόησε διά τον λόγον τον οποίον είπε, καθότι ήτο πεπεισμένος τότε ότι ο Δημάρατος ήτο τωόντι υιός του. Τον ωνόμασε δε Δημάρατον διά την εξής αιτίαν. Προ τούτου, επειδή ο Αρίστων ήτο ο κάλλιστος των βασιλέων όσοι υπήρξαν εις την Σπάρτην, τούτου ένεκα όλοι οι Σπαρτιάται ευχήθησαν να γεννήση υιόν. Και διά τούτο ωνομάσθη Δημάρατος.
64. Μετά καιρόν ο Αρίστων απέθανεν, ο δε Δημάρατος έλαβε την βασιλείαν. Ήτο όμως ως φαίνεται πεπρωμένον να κοινολογηθώσιν αι περιστάσεις αύται και να εκθρονίσωσι τον Δημάρατον, καθότι εγένετο εχθρός του Κλεομένους πρώτον μεν ότε έλαβε τον στρατόν και ανεχώρησεν εκ της Ελευσίνος, έπειτα δε ότε ο Κλεομένης διέβη εις την Αίγιναν διά να τιμωρήση τους μηδίσαντας Αιγινήτας.
65. Ερεθισθείς προς εκδίκησιν ο Κλεομένης συνεννοήθη μετά του Λεωτυχίδου, υιού του Μενάρεως του Άγιδος, όντος εκ της αυτής οικογενείας εξ ης ήτο ο Δημάρατος• συνεφώνησαν δε εάν τον καταστήση βασιλέα αντί του Δημάρατου, να τον ακολουθήση κατά των Αιγινητών. Εμίσει δε μεγάλως τον Δημάρατον ο Λεωτυχίδης διά την εξής αιτίαν. Ο Λεωτυχίδης είχε μνηστευθή την Πέρκαλον, θυγατέρα του Χίλωνος του Δημαρμένου, και ο Δημάρατος επιβουλεύσας τον Λεωτυχίδην εστέρησεν αυτόν του γάμου, διότι προλαβών ήρπασε και έλαβεν εις γυναίκα την Πέρκαλον. Και εκ ταύτης μεν της αιτίας προήρχετο η κατά του Δημαράτου έχθρα του Λεωτυχίδου, τότε δε κατά παρακίνησιν του Κλεομένους ο Λεωτυχίδης ώμοσε κατά του Δημαράτου και είπεν ότι παρανόμως βασιλεύει εις την Σπάρτην, διότι δεν είναι υιός του Αρίστωνος. Αφού δε ώμοσε τούτο, εξηκολούθησε τας καταδιώξεις του και υπενθύμισε τον λόγον εκείνον τον οποίον είπεν άλλοτε ο Αρίστων ότε ο οικέτης τω ανήγγειλεν ότι τω εγεννήθη υιός, και ότι αριθμών τους μήνας επί των δακτύλων είπε μεθ’ όρκου «αδύνατον να ήναι ιδικός μου.» Επιμένων ο Λεωτυχίδης εις τον λόγον τούτον, απεδείκνυεν ότι ο Δημάρατος ούτε υιός ήτο του Αρίστωνος ούτε νομίμως εβασίλευεν εις την Σπάρτην• έφερε δε ως μάρτυρας τους εφόρους εκείνους οίτινες έτυχον τότε να συγκάθηνται μετά του Αρίστωνος και να ακούσωσι τον λόγον τούτον εκ του στόματός του.
66. Διά να δοθή λοιπόν τέλος εις αυτάς τας φιλονεικίας, απεφάσισαν οι Σπαρτιάται να ερωτήσωσι το μαντείον των Δελφών εάν ο Δημάρατος ήτο υιός του Αρίστωνος. Ο Κλεομένης είχε προΐδει ότι έμελλον να αναφερθώσιν εις την Πυθίαν και είχεν οικειοποιηθή τον Κόβωνα, υιόν του Αριστοφάντου, όστις ήτο πολύ ισχυρός εις τους Δελφούς και όστις ανέπεισε την μάντιδα Περίαλλαν να είπη ό,τι ήθελεν ο Κλεομένης. Ότε λοιπόν την ηρώτησαν οι απεσταλμένοι, απεκρίθη ότι ο Δημάρατος δεν ήτο υιός του Αρίστωνος. Βραδύτερον αι ραδιουργίαι αύται ανεκαλύφθησαν, και ο μεν Κόβων έφυγεν εκ των Δελφών, η δε μάντις Περίαλλα επαύθη του αξιώματος τούτου.
67. Τοιουτοτρόπως επαύθη της βασιλείας ο Δημάρατος, έφυγε δε εκ της Σπάρτης εις τους Μήδους διά την εξής ύβριν ήτις τω εγένετο. Αφού επαύθη, εξήσκει αρχήν τινα εις την οποίαν εξελέγη, την του άρχοντος των γυμνοπαιδιών. Ενώ δε ημέραν τινά ο Δημάρατος εθεώρει τας γυμνοπαιδίας, ο Λεωτυχίδης όστις είχε τότε γίνει βασιλεύς αντ’ αυτού, πέμψας υπηρέτην τω ηρώτησε μετά γέλωτος και περιφρονήσεως πώς τω εφαίνετο το άρχειν μετά το βασιλεύειν. Ο δε Δημάρατος αλγήσας επί τη ερωτήσει• «Εγώ μεν, απεκρίθη, αμφοτέρων ήδη επειράθην, εκείνος όμως όχι• η ερώτησίς του δε αύτη θέλει είσθαι διά τους Λακεδαιμονίους αρχή ή μεγάλης δυστυχίας ή μεγάλης ευδαιμονίας.» Ταύτα ειπών εκάλυψε το πρόσωπον, εξήλθε του θεάτρου και μετέβη εις την οικίαν του όπου πάραυτα εθυσίασε βουν εις τον Δία• αφού δε εθυσίασεν, εκάλεσε την μητέρα του.
68. Ελθούσης δε της μητρός, έθεσεν εις τας χείρας της μέρος των σπλάγχνων του βοός και την ικέτευσε θερμώς λέγων τα εξής• «Ω μήτερ, σε εξορκίζω, εις το όνομα και των άλλων θεών και τούτου του ερκείου Διός (10) να με ειπής την αλήθειαν. Ποίος είναι τωόντι ο πατήρ μου; Ο μεν Λεωτυχίδης ενώ εκρινόμεθα είπεν ότι ούσα έγκυος εκ του προτέρου ανδρός ήλθες εις τον Αρίστωνα, άλλοι δε λέγοντες τολμηρότερα ισχυρίζονται ότι είχες σχέσεις με ένα των οικετών, τον ονοβοσκόν, και ότι εγώ είμαι υιός εκείνου. Όθεν σε ορκίζω εις όλους τους θεούς να με ειπής την αλήθειαν, καθότι εάν έπραξές τι εκ τούτων τα οποία λέγουσι, δεν το έπραξες, μόνη, αλλά και πολλαί άλλαι. Έπειτα ηξεύρεις ότι πολύς λόγος γίνεται εν Σπάρτη ότι ο Αρίστων δεν είχε σπέρμα παιδοποιόν, καθότι αλλέως θα εγέννων και αι πρότεροι γυναίκες του.»
69. Και ο μεν Δημάρατος ταύτα είπεν• η δε μήτηρ του απεκρίθη ως εξής• «Επειδή, υιέ μου, με παρακαλείς θερμώς να σε είπω την αλήθειαν, θα σοι την είπω χωρίς να κρύψω τίποτε. Όταν ο Αρίστων με έφερεν εις την κατοικίαν του, την τρίτην νύκτα από της πρώτης, ήλθεν εις την κλίνην μου φάσμα ομοιάζον τον Αρίστωνα και αφού συγκατεκλίθη μετ’ εμού με περιέβαλε με τους στεφάνους τους οποίους εκράτει. Και το μεν φάσμα ανεχώρησεν• ελθών δε μετά ταύτα ο Αρίστων και ιδών ότι εφόρουν στεφάνους, με ηρώτησε ποίος μοι έδωκεν αυτούς• εγώ τω απεκρίθην ότι εκείνος. Δεν το παρεδέχετο όμως, εγώ δε το εβεβαίουν μεθ’ όρκου και τον επέπληττον διά την άρνησίν του, καθότι ολίγον πρότερον ελθών και συνευνηθής μοι έδωκε τους στεφάνους. Βλέπων με δε ο Αρίστων ότι ωρκιζόμην, ενόησεν ότι το πράγμα ήτο υπερφυσικόν• και τωόντι πρώτον μεν οι στέφανοι εφάνησαν ότι ήσαν από το ηρώον το οποίον ήτο ιδρυμένον πλησίον της αυλείου θύρας και το οποίον καλείται του Αστραβάκου, έπειτα δε και οι μάντεις έλεγον ότι ο επιφανείς εις εμέ ήτο αυτός ούτος ο ήρως Αστράβακος. Ούτω λοιπόν, ω παι, ηξεύρεις όσα επεθύμεις να μάθης• ή εγεννήθης εκ του ήρωος τούτου και ο πατήρ σου είναι ο Αστράβακος, ή ήσαι υιός του Αρίστωνος, καθότι εκείνην την νύκτα σε συνέλαβον εν τη γαστρί. Όσον αφορά δε εκείνο διά το οποίον σε δυσφημίζουσιν οι εχθροί σου λέγοντες ότι αυτός ο Αρίστων, ότε τω ανηγγέλθη η γέννησίς σου, είπεν ενώπιον πολλών ακροατών ότι δεν είσαι ιδικός του διότι τάχα δεν είχον συμπληρωθή ακόμη οι δέκα μήνες, απόδος τον λόγον τούτον εις την άγνοιαν των τοιούτων, διότι αι γυναίκες γεννώσι και εις τους εννέα μήνας και εις τους επτά, δεν συμπληρούσι δε όλαι τους δέκα (11)• εγώ δε, τέκνον μου, σε εγέννησα εις μήνας επτά. Περί τούτου επείσθη και αυτός ο Αρίστων μετ’ ολίγον, ότι εξ αγνοίας διέφυγεν εκ του στόματός του ο λόγος ούτος. Όθεν μη πιστεύης όσα λέγουσι περί της γεννήσεώς σου, διότι ήκουσες όλην την αλήθειαν. Από ονοβοσκούς δε είθε να γεννώσι παιδία αι γυναίκες του Λεωτυχίδου και των λεγόντων ταύτα.»
70. Και η μεν μήτηρ ταύτα έλεγεν, ο δε Δημάρατος μαθών όσα επεθύμει και λαβών εφόδια ανεχώρησεν εις την Ήλιδα, προφασισθείς ότι μετέβαινεν εις τους Δελφούς διά να ερωτήση το μαντείον. Οι δε Λακεδαιμόνιοι υποπτεύσαντες ότι ο Δημάρατος εσκόπευε να φύγη, απεφάσισαν να τον καταδιώξωσι και να τον συλλάβωσι. Κατώρθωσεν όμως ο Δημάρατος και επρόφθασε να διαβή εκ της Ήλιδος εις την Ζάκυνθον. Κατόπιν ήλθον και αυτοί, τον εύρον εκεί και ήρπασαν τους υπηρέτας του, αλλ’ οι κάτοικοι απεποιήθησαν να τοις τον παραδώσωσι• τότε εκείθεν διέβη εις την Ασίαν προς τον βασιλέαν Δαρείον. Ο δε Δαρείος υποδεξάμενος αυτόν μεγαλοπρεπώς τω έδωκε και γην και πόλεις. Ούτω και μετά τοιαύτα περιστατικά κατέφυγεν εις την Ασίαν ο Δημάρατος όστις και δι’ άλλας πράξεις είχε λαμπρυνθή μεταξύ των Λακεδαιμονίων και ιδίως διότι ενίκησεν εις τα Ολύμπια με τέθριππον, πράγμα το οποίον αυτός μόνος εξ όλων των βασιλέων της Σπάρτης κατώρθωσεν.
71. Παυθέντος δε του Δημαράτου διεδέχθη την βασιλείαν ο Λεωτυχίδης του Μενάρεως, όστις εγέννησεν υιόν ονόματι Ζευξίδαμον τον οποίον τινές των Σπαρτιατών εκάλουν Κυνίσκον. Ο Ζευξίδημος ούτος δεν εβασίλευσεν εις την Σπάρτης διότι απέθανε προ του Λεωτυχίδου καταλιπών υιόν τον Αρχίδαμον. Ο δε Λεωτυχίδης, στερηθείς του Ζευξιδάμου, έλαβε δευτέραν γυναίκα, την Ευρυδάμην, αδελφήν μεν του Μενίου, θυγατέρα δε του Διακτορίδου, εξ ης ουδέν άρρεν τέκνον έσχεν αλλά μίαν θυγατέρα την Λαμπιτώ την οποίαν συνέζευξε με τον εγγονόν του Αρχίδαμον.
72. Αλλ’ ουδέ ο Λεωτυχίδης εγήρασεν εις την Σπάρτην, αλλ’ επλήρωσε την προς τον Δημάρατον γενομένην αδικίαν κατά τον εξής τρόπον. Ήτο εις την Θεσσαλίαν μετά του στρατού, και ενώ τω ήτο δυνατόν να καθυποτάξη όλην την χώραν, εδωροδοκήθη λαβών χρήματα πολλά. Επειδή δε συνελήφθη επ’ αυτοφώρω εκεί εις το στρατόπεδον καθήμενος επί χειρίδος πλήρους αργυρίου, ενήχθη εις δίκην και εξωρίσθη εκ της Σπάρτης, η δε οικία του κατεσκάφη. Έφυγε δε εις την Τεγέαν και ετελεύτησεν εν αυτή.
73. Ταύτα εγένοντο μετά καιρόν• τότε δε, επειδή ο Κλεομένης επέτυχεν εις την κατά του Δημαράτου επιβουλήν, παραλαβών αμέσως τον Λεωτυχίδην, εκίνησε κατά των Αιγινητών μνησικακών διά την ύβριν. Επειδή δε μετέβησαν αμφότεροι οι βασιλείς, οι Αιγινήται δεν έκρινον πρέπον να αντισταθώσιν. Οι δε Λακεδαιμόνιοι, εκλέξαντες εκ των Αιγινητών δέκα άνδρας τους επισημοτάτους διά τον πλούτον και το γένος, τους έλαβον• μεταξύ των άλλων ήτο και ο Κρίος του Πολυκρίτου και ο Κάσαμβος του Αριστοκράτους, τα μάλιστα ισχύοντες. Μεταγαγόντες δε αυτούς εις την Αττικήν, τους παρέδωκαν ως ομήρους εις τους εχθίστους των Αιγινητών Αθηναίους.
74. Μετά ταύτα ο Κλεομένης, επειδή εγένετο γνωστή η προς τον Δημάρατον πανουργία, φοβηθείς τους Σπαρτιάτας έφυγε κρυφίως εις την Θεσσαλίαν• εκείθεν δε μετέβη εις την Αρκαδίαν και ωργάνιζε νεώτερα πράγματα διεγείρων κατά της Σπάρτης τους Αρκάδας, τους οποίους υπεχρέωσε διά πολλών όρκων να τον ακολουθήσωσιν όπου ήθελε τους οδηγήσει• προ πάντων όμως επεθύμει να φέρη τους προεστώτας των Αρκάδων εις την Νώνακριν και να τους εξορκίση εις το ύδωρ της Στυγός• διότι εις ταύτην την πόλιν λέγουσιν οι Αρκάδες ότι φαίνεται το ύδωρ της Στυγός, και ιδού πώς. Ολίγον ύδωρ εξερχόμενον εκ βράχου στάζει εντός κοιλώματος, το δε κοίλωμα είναι περιπεφραγμένον. Η δε Νώνακρις, εν τη οποία ευρίσκεται η πηγή αύτη, είναι πόλις της Αρκαδίας πλησίον του Φενιού.
75. Μαθόντες οι Λακεδαιμόνιοι ότι ο Κλεομένης ωργάνιζε ταύτα, και φοβηθέντες, τον επανέφεραν εις την Σπάρτην και τω απέδωκαν την προτέραν αρχήν. Άμα όμως επέστρεψε, τον κατέλαβε νόσος μανίας ήτις και πρότερον τον κατείχεν ολίγον. Άμα συνήντα Σπαρτιάτην τινά, τον εκτύπα εις το πρόσωπον με το σκήπτρον. Βλέποντες δε οι συγγενείς του αυτόν πράττοντα ταύτα και παραφρονήσαντα, τον έδεσαν εις ξυλίνας πέδας. Μόλις όμως εδέθη, ιδών ότι είς μόνον φύλαξ τον επετήρει αποχωρισθείς των άλλων, τω εζήτησε την μάχαιράν του. Ο φύλαξ κατ’ αρχάς δεν ήθελε να την δώση, αλλά τόσον τον ηπείλησεν ώστε ο άνθρωπος (όστις ήτο Είλως) φοβηθείς τω έδωκε την μάχαιραν. Ο Κλεομένης λαβών τον σίδηρον ήρχισε να κόπτηται πρώτον από τας κνήμας, και σχίζων τας σάρκας του κατά μήκος, προέβαινεν εκ των κνημών εις τους μηρούς, και εκ των μηρών εις τα ισχία και τας λαγόνας, μέχρις ου έφθασεν εις την κοιλίαν, την οποίαν κόψας εις λωρία απέθανε τοιουτοτρόπως, ως μεν λέγουσιν οι περισσότεροι Έλληνες διότι ανέπεισε την Πυθίαν να είπη τα εις τον Δημάρατον γινόμενα, ως δε λέγουσι μόνοι οι Αθηναίοι διότι κατά την εν Ελευσίνι εισβολήν έκοψε το ιερόν δάσος των θεών, ως δε οι Αργείοι διότι προσκαλέσας έξω του ιερού του Άργους τους εις αυτό μετά τινα μάχην καταφυγόντας Αργείους κατέκοψεν αυτούς, και διότι ενέπρησε προς περιφρόνησιν και αυτό το άλσος.
76. Ότε ο Κλεομένης ηρώτησε το μαντείον των Δελφών, τω εδόθη χρησμός ότι θα κυριεύση το Άργος• όθεν άγων τους Σπαρτιάτας έφθασε μέχρι του ποταμού Ερασίνου όστις ως λέγεται ρέει εκ της Στυμφαλίδος λίμνης• καθότι η λίμνη αύτη εις χάσμα αφανές βυθιζομένη, αναφαίνεται εις το Άργος, και εκείθεν πλέον το ύδωρ τούτο καλείται υπό των Αργείων Ερασίνος. Φθάσας λοιπόν ο Κλεομένης εις τον ποταμόν τούτον, τω προσέφερε θύματα, και επειδή οι οιωνοί δεν ήσαν αίσιοι διά την διάβασιν είπεν ότι επαινεί μεν τον Ερασίνον μη προδίδοντα τους πολίτας, αλλ’ ας μη χαίρωσι διά τούτο οι Αργείοι. Μετά ταύτα αναχωρήσας έφερε τον στρατόν εις την Θυρέαν, εξ ης, αφού εθυσίασεν εις την θάλασσαν ταύρον, διέβη διά πλοίων εις την Τιρυνθίαν χώραν και την Ναυπλίαν.
77. Μαθόντες τούτο οι Αργείοι έδραμον εις την παραλίαν• πλησιάσαντες δε εις την Τίρυνθον εστρατοπέδευσαν εις το μέρος όπου είναι η λεγομένη Σήπεια, αφήσαντες μεταξύ των δύο στρατών μικρόν διάστημα. Οι Αργείοι μάχην μεν εκ του φανερού δεν εφοβούντο, εφοβούντο όμως μήπως νικηθώσι με δόλον, διότι τοιαύτην είχεν έννοιαν ο χρησμός τον οποίον η Πυθία έδωκεν επίκοινον δι’ αυτούς και τους Μιλησίους, λέγοντα ούτω: «Όταν η θήλεια νικήσασα τον άρρενα διώξη αυτόν και δοξασθή μεταξύ των Αργείων, τότε θα γίνη αιτία πολλοί Αργείοι να σχίσωσι τα ιμάτιά των• ώστε μεταγενέστερός τις να ειπή ότι τριέλικτος όφις απώλετο δαμασθείς υπό του δόρατος.» Όλαι αύται αι περιστάσεις συντρέχουσαι ενέπλησαν τους Αργείους φόβου και απεφάσισαν να ακολουθώσι τον κήρυκα των πολεμίων. Τούτο απαφίσαντες, έπραττον ως εξής• ότε ο Σπαρτιάτης κήρυξ ανήγγελλε κίνημά τι των Λακεδαιμονίων, οι Αργείοι έπραττον το αυτό.
78. Μαθών ο Κλεομένης ότι οι Αργείοι έπραττον ό,τι εσήμαινεν ο ιδικός του κήρυξ, παρήγγειλε τους Λακεδαιμονίους, όταν ο κήρυξ τους σημάνη να αριστήσωσι, τότε να αναλάβωσι τα όπλα και να βαδίσωσι κατά του εχθρού, όπερ και έπραξαν. Ώστε όταν οι Αργείοι εκάθησαν να φάγωσι κατά το κήρυγμα, επέπεσαν κατ’ αυτών και εφόνευσαν πολλούς, πολύ δε περισσοτέρους περικύκλωσαν καταφυγόντας εις το άλσος του Άργου.
79. Μετά ταύτα ο Κλεομένης έπραξε το εξής. Έχων αυτομόλους και μανθάνων παρ’ αυτών τα ονόματα των περικεκλεισμένων εις το ιερόν δάσος, έπεμπε κήρυκα και εκάλει αυτούς έξω ονομαστί λέγων ότι εκόμιζε τα λύτρα των• είναι δε τα λύτρα προσδιωρισμένα παρά τοις Πελοποννησίοις δύο μναι κατ’ άτομον. Καλών λοιπόν έξω ο Κλεομένης τους Αργείους κατά πεντήκοντα, εφόνευεν αυτούς• οι λοιποί όσοι ήσαν εντός του τεμένους δεν ήξευρον τι συνέβαινεν έξω, διότι το άλσος ήτο πυκνόν, και οι εντός δεν έβλεπον τους εκτός τι έκαμνον, μέχρις ου είς των Αργείων αναβάς εις δένδρον είδε τα πραττόμενα, και απ’ εκείνης της στιγμής όσοι προσεκαλούντο δεν εξήρχοντο πλέον.
80. Τότε ο Κλεομένης διέταξε τους Είλωτας να συσσωρεύσωσι ξύλα περί το άλσος• αφού δε ούτοι υπήκουσαν εις την διαταγήν του, ενέπρησε το άλσος. Καιομένου δε αυτού, ηρώτησεν ένα των αυτομόλων εις τίνα θεόν ήτο αφιερωμένον. Ο δε είπεν ότι είναι του Άργου. Άμα δε άκουσε τούτο ο Κλεομένης, στενάξας βαθέως είπεν• «Ω Άπολλον χρησμοδότα, πολύ με ηπάτησες ειπών με ότι θα κυριεύσω το Άργος. Εννοώ ότι ο χρησμός σου εξεπληρώθη.»
81. Μετά ταύτα ο Κλεομένης τον μεν περισσότερον στρατόν αφήκε να επιστρέψη εις την Σπάρτην, αυτός δε λαβών χιλίους εκλεκτούς μετέβη εις τον ναόν της Ήρας διά να θυσιάση. Θέλοντα δε να θυσιάση επί του βωμού, ο ιερεύς απηγόρευε λέγων ότι ήτο ανόσιον να θυσιάση ξένος εκεί. Αλλ’ ο Κλεομένης διέταξε τους Είλωτας να σύρωσι τον ιερέα έξω του βωμού και να τον μαστιγώσωσιν• έπειτα δε εθυσίασεν. Αφού δε έπραξε ταύτα, επέστρεψεν εις την Σπάρτην.
82. Ότε δε επέστρεψε, τον ενεκάλεσαν οι εχθροί του εις τους εφόρους λέγοντες ότι έλαβε δώρα και δεν εκυρίευσε το Άργος, ενώ ηδύνατο να το κυριεύση ευκόλως. Εκείνος δε απεκρίθη, είτε ψευδόμενος είτε λέγων αληθή, δεν δύναμαι να το βεβαιώσω, ότι αφού εκυρίευσε το ιερόν δάσος του Άργους ενόμισεν ότι εξεπληρώθη ο χρησμός του θεού, και ότι τούτο φρονών δεν έκρινε πλέον δίκαιον να επιχειρήση τι κατά της πόλεως πριν συμβουλευθή τα θύματα και μάθη εάν ο θεός επιτρέπη ή εμποδίζη τούτο. Ενώ δε εθυσίαζεν εις τον ναόν της Ήρας, εξήλθεν εκ των στηθών του αγάλματος φλοξ πυρός, και εκ τούτου εβεβαιώθη ότι δεν θα εκυρίευε το Άργος• διότι εάν μεν η φλοξ εξήρχετο εκ της κεφαλής του αγάλματος θα εκυρίευε την πόλιν και την ακρόπολιν• αλλ’ επειδή εξήλθεν εκ των στηθών, ετελείωσαν όλα όσα ο θεός ήθελε να γίνωσι. Ταύτα λέγων, εφάνη εις τους Σπαρτιάτας ότι έλεγε πιστά και ορθά και απελύθη διά μεγάλης πλειοψηφίας.
83. Τοσούτον δε ηρημώθη ανδρών το Άργος, ώστε οι δούλοι έλαβον όλην την εξουσίαν, άρχοντες και διοικούντες, μέχρις ου ηλικιώθησαν οι παίδες των φονευθέντων, οίτινες αναλαβόντες την κατοχήν του Άργους εδίωξαν τους δούλους. Διωχθέντες δε ούτοι, εκυρίευσαν με μάχην την Τίρυνθον. Και επί τινα μεν χρόνον τα δύο μέρη έζησαν ειρηνικώς• αλλά μάντις τις ονόματι Κλέανδρος, εκ της εν Αρκαδία Φιγαλείας καταγόμενος, υπήγεν εις τους δούλους και τους έπεισε να επιτεθώσι κατά των δεσποτών των. Από της στιγμής δε εκείνης μακρός πόλεμος ηκολούθησε, και μόλις επί τέλους επεκράτησαν οι Αργείοι.
84. Εις τα συμβάντα ταύτα αποδίδουσιν οι Αργείοι την μανίαν υπό της οποίας καταληφθείς ο Κλεομένης απώλετο κακώς. Οι δε Σπαρτιάται λέγουσιν ότι ουδείς θεός ετάραξε τας φρένας του, αλλ’ ότι συναναστραφείς με Σκύθας εγένετο οινοπότης και εκ τούτου εξεμάνη. Τωόντι οι νομάδες Σκύθαι, μετά την εισβολήν του Δαρείου, εζήτουν πρόφασιν να τον εκδικηθώσιν. Όθεν πέμψαντες εις την Σπάρτην εζήτουν να κάμωσι συμμαχίαν και να συμφωνήσωσιν ώστε αυτοί μεν οι Σκύθαι να αποπειραθώσι την διάβασιν του Φάσιδος και να εισέλθωσιν εις την Μηδικήν, οι δε Σπαρτιάται να κινήσωσιν από την Έφεσον και να αναβώσι προς συνάντησίν των. Λέγουσι λοιπόν οι Σπαρτιάται ότι ότε ήλθον οι Σκύθαι εις την Σπάρτην δι’ αυτήν την υπόθεσιν, ο Κλεομένης συνανεστράφη πολύ με τους Σκύθας και έμαθε παρ’ αυτών να πίνη άκρατον οίνον. Αύτη ήτο η αιτία της μανίας του Κλεομένους ως νομίζουσιν οι Σπαρτιάται. Εκ τούτου όταν θέλωσι να πίωσιν οίνον καθαρόν, λέγουσιν ότι πίνουσιν ως οι Σκύθαι. Ταύτα τα περί του Κλεομένους παρά των Σπαρτιατών λεγόμενα• εγώ όμως φρονώ ότι τούτο ήτο θεία εκδίκησις γενομένη εις τον Κλεομένην διά τον Δημάρατον.
85. Άμα οι Αιγινήται έμαθον ότι απέθανεν ο Κλεομένης, έπεμψαν εις την Σπάρτην πρέσβεις να κατηγορήσωσι τον Λεωτυχίδην διά τους συμπολίτας των όσοι εφυλάσσοντο ως όμηροι εις τας Αθήνας. Οι δε Λακεδαιμόνιοι συγκαλέσαντες δικαστήριον έκρινον ότι μεγάλη ατιμία εγένετο εκ μέρους του Λεωτυχίδου προς τους Αιγινήτας και απεφάσισαν να παραδοθή ούτος εις τους εγκαλούντας προς αντάλλαγμα εκείνων οίτινες εκρατούντο εις τας Αθήνας. Ενώ δε οι Αιγινήται ήσαν έτοιμοι να λάβωσι τον Λεωτυχίδην, ο Θεασίδης του Λεωπρέπους, ανήρ έγκριτος της Σπάρτης, είπεν εις αυτούς• «Τι θέλετε να πράξετε ω Αιγινήται; να λάβετε τον βασιλέα των Σπαρτιατών τον οποίον σας παραδίδουσιν οι πολίται; Αλλ’ εάν τώρα υπό θυμού οι Σπαρτιάται απεφάσισαν ούτω, προσέξατε μήπως ύστερον, εάν πράξετε ταύτα, έλθωσι και εξολοθρεύσωσι την χώραν σας.» Ταύτα ακούσαντες οι Αιγινήται παρητήθησαν του σκοπού των και συνεβιβάσθησαν ως εξής• να τους συνοδεύση ο Λεωτυχίδης εις τας Αθήνας και να τοις αποδώση τους ομήρους.
86. Ελθών ο Λεωτυχίδης εις τας Αθήνας απήτει την παρακαταθήκην, αλλ’ οι Αθηναίοι απέφευγον το πράγμα υπό διαφόρους προφάσεις, λέγοντες μεταξύ άλλων ότι ότε παρεκατέθεσαν τους ανθρώπους εκείνους ήσαν δύο βασιλείς και ότι δεν ήτο εύλογον να τους αποδώσωσιν εις τον ένα άνευ της παρουσίας και του άλλου. 1. Επειδή λοιπόν οι Αθηναίοι είπον ότι δεν τους δίδουσιν, ο Λεωτυχίδης τους ωμίλησεν ως εξής. «Πράξατε, ω Αθηναίοι, ό,τι θέλετε εκ των δύο• εάν μεν τους αποδώσετε, θα πράξετε όσια, εάν δε δεν τους αποδώσετε, τα εναντία τούτων. Εγώ εν τούτοις θα σας διηγηθώ τι συνέβη εις την Σπάρτην σχετικόν ως πρός τινα παρακαταθήκην. Λέγομεν ημείς οι Σπαρτιάται ότι τρεις γενεάς προ εμού έζη εις την Λακεδαίμονα Γλαύκος ο Επικύδους. Ο άνθρωπος ούτος, ως λέγομεν ημείς, επρώτευε δι’ όλα του τα προτερήματα, αλλά προ πάντων διά τον σεβασμόν του προς τους κανόνας της δικαιοσύνης προς τους οποίους υπήκουεν όσον ουδείς άλλος εκ των κατοικούντων τότε την Λακεδαίμονα. Εις τούτον λέγομεν ότι συνέβη τότε το εξής. Μιλήσιός τις ελθών εις την Σπάρτην εζήτησε να τω ομιλήση και τω προέτεινε τα εξής• Λυδός όστις και ήλθον, ω Γλαύκε, θέλων να απολαύσω την δικαιοσύνην σου• καθότι εις όλην την Ελλάδα και την Ιωνίαν ήκουσα να γίνεται λόγος πολύς διά την δικαιοσύνην σου. Εσκέφθην ότι η Ιωνία είναι πάντοτε εκτεθειμένη εις ταραχάς, ενώ η Πελοπόννησος ένεκα της θέσεώς της είναι ασφαλεστάτη• παρ’ ημίν τα πλούτη δεν μένουσι πάντοτε εις τους αυτούς ανθρώπους. Ταύτα βλέπων και σκεφθείς έκρινα καλόν να μετατρέψω εις μετρητά το ήμισυ της περιουσίας μου και να το παρακαταθέσω εις σε, βέβαιος ων ότι θα το διαφυλάξης αβλαβές. Όθεν δέχθητι σε παρακαλώ τα χρήματα, και λαβών φύλαξον το σημείον τούτο• θέλεις δε τα αποδώσει εις εκείνον όστις σε τα ζητήσει δεικνύων όμοιον σημείον.» 2. Ούτως ωμίλησεν ο Μιλήσιος ξένος, ο δε Γλαύκος επ’ αυτή τη συμφωνία εδέχθη την παρακαταθήκην. Μετά παρέλευσιν πολλού χρόνου ήλθον εις την Σπάρτην οι παίδες αυτού του παρακαταθέσαντος τα χρήματα• ευρόντες δε τον Γλαύκον και δεικνύοντες το σημείον, απήτουν παρ’ αυτού τα χρήματα. Αλλ’ ο Γλαύκος τους απέβαλεν αποκρινόμενος τα εξής• «Ούτε ενθυμούμαι την υπόθεσιν ταύτην, ούτε ελαχίστην έχω ιδέαν περί του πράγματος περί του οποίου με ομιλείτε. Εάν το ενθυμηθώ, θα πράξω ό,τι είναι δίκαιον• εάν έλαβον, θα αποδώσω αμέσως, και εάν δεν έλαβον τίποτε, θα μεταχειρισθώ καθ’ υμών τους Ελληνικούς νόμους. Περί τούτου δε θέλω σας δώσει απόκρισιν μετά τέσσαρας μήνας από της σήμερον.» 3. Και οι μεν Μιλήσιοι ανεχώρησαν τεθλιμμένοι, ως στερηθέντες τα χρήματά των• ο δε Γλαύκος μετέβη εις τους Δελφούς διά να συμβουλευθή το χρηστήριον. Όταν δε ηρώτησεν εάν δύναταί τις να οικειοποιηθή τα χρήματα με όρκον, η Πυθία τον ετιμώρησε διά των εξής λόγων• «Γλαύκε, υιέ του Επικύδους, προς το παρόν τούτο είναι επικερδέστερον, να κερδήση τις την υπόθεσίν του δι’ όρκου και να οικειοποιηθή τα ξένα χρήματα. Ας ομόση καθότι και ο φυλάττων και ο μη φυλάττων τον όρκον του οφείλει να αποθάνη. Αλλ’ ο όρκος έχει υιόν ανώνυμον (12),όστις δεν έχει μεν μήτε χείρας μήτε πόδας, καταδιώκει όμως ταχέως τον άνθρωπον μέχρις ου καταστρέψη όλην την οικίαν και την γενεάν του. Η γενεά όμως του ανθρώπου όστις φυλάττει τον όρκον του ευδαιμονεί επί μάλλον και μάλλον.» Ταύτα ακούσας ο Γλαύκος παρεκάλεσε τον θεόν να συγχωρήση την ερώτησίν του• η δε Πυθία απεκρίθη ότι το να ερωτήση τις τον θεόν περί τοιούτου πράγματος είναι ως και να το έπραξε. 4. Ο Γλαύκος λοιπόν προσκαλέσας τους Μιλησίους ξένους, απέδωκεν αυτοίς τα χρήματα. Διά ποίαν δε αιτίαν, ω Αθηναίοι, παρεκινήθην να είπω τον λόγον τούτον, ακούσατε. Του Γλαύκου τούτου σήμερον ούτε απόγονός τις περιεσώθη ούτε εστία την οποίαν να δύναταί τις να είπη ότι είναι του Γλαύκου• όλα ταύτα πρόρριζα κατεστράφησαν εις την Σπάρτην. Είναι λοιπόν καλόν, προκειμένου περί παρακαταθήκης, να μη σκέπτεταί τις άλλο ειμή πώς να την αποδώση εις εκείνους οίτινες την ζητήσωσιν» Και ο μεν Λεωτυχίδης ταύτα είτε, και επειδή οι Αθηναίοι πάλιν δεν τον εισήκουον ανεχώρησεν.
87. Οι δε Αιγινήται πριν ακόμη τιμωρηθώσι διά τα προλαβόντα αδικήματα τα οποία έκαμαν εις τους Αθηναίους χαριζόμενοι εις τους Θηβαίους, προσέθεσαν και τα εξής. Μεμφόμενοι τους Αθηναίους και λέγοντες ότι ηδικούντο παρ’ αυτών, ητοιμάζοντο να τους εκδικηθώσιν. Οι Αθηναίοι ετέλουν κατά παν πέμπτον έτος θυσίας εις το Σούνιον• λοχήσαντες δε οι Αιγινήται την θεωρίδα ναυν, συνέλαβον αυτήν πλήρη ανδρών εκ των πρώτων Αθηναίων και εδέσμευσαν τους άνδρας.
88. Παθόντες ταύτα οι Αθηναίοι παρά των Αιγινητών δεν ανέβαλον πλέον να επιχειρήσωσιν ό,τι ηδύναντο κατ’ αυτών. Ευρίσκετο τότε εις την Αίγιναν Νικόδρομός τις ονομαζόμενος, υιός του Κνοίθου, ανήρ έγκριτος, όστις εμέμφετο τους Αιγινήτας διότι τον εξώρισαν προλαβόντως από την νήσον, και μαθών τότε ότι οι Αθηναίοι ητοιμάζοντο να βλάψωσι τους Αιγινήτας, συνεφώνησε με τους Αθηναίονς να τοις παραδώση την Αίγιναν, προσδιορίσας την ημέραν καθ’ ην ήθελεν επιχειρήσει αυτός και καθ’ ην οι άλλοι έμελλον να έλθωσι προς βοήθειάν του. Μετά ταύτα ο Νικόδρομος, αφού συνεφώνησε με τους Αθηναίους, κατέλαβε την παλαιάν καλουμένην πόλιν.
89. Οι Αθηναίαι όμως δεν έφθασαν εγκαίρως, καθ’ ότι έτυχον να μη έχωσιν ικανά πλοία διά να αντιταχθώσιν εις τα των Αιγινητών. Ενώ λοιπόν διεπραγματεύοντο με τους Κορινθίους να τοις δανείσωσι πλοία, κατεστράφη η υπόθεσις. Οι δε Κορίνθιοι, επειδή κατ’ εκείνην την εποχήν ήσαν στενοί φίλοι των Αθηναίων έδοσαν κατά την αίτησίν των εις τους Αθηναίους είκοσι πλοία, πωλήσαντες αυτά προς πέντε δραχμάς έκαστον, καθότι οι νόμοι της Κορίνθου δεν επέτρεπον να κάμνωσι δωρεάς. Ταύτα λοιπόν λαβόντες οι Αθηναίοι, και τα ιδικά των, άτινα εγένοντο εν όλοις εβδομήκοντα, συνεπλήρωσαν τα πληρώματά των και έπλευσαν κατά της Αιγίνης• έφθασαν όμως μίαν ημέραν βραδύτερον της συμφωνηθείσης.
90. Ο δε Νικόδρομος, μη βλέπων τους Αθηναίους φθάνοντας εγκαίρως, εμβάς εις πλοίον έφυγεν εκ της Αιγίνης μετά των οπαδών του, εις τους οποίους οι Αθηναίοι έδοσαν το Σούνιον διά να κατοικήσωσιν. Εντεύθεν δε ούτοι ορμώμενοι ήγον και έφερον τους εν τη νήσω Αιγινήτας. Αλλά ταύτα συνέβησαν βραδύτερον.
91. Οι δε πλούσιοι των Αιγινητών επεκράτησαν του μετά του Νικοδρόμου επαναστατήσαντος δήμου, και έπειτα συλλαμβάνοντες εξήγον αυτούς έξω της πόλεως και τους εθανάτονον. Τότε διέπραξαν και ασέβειάν τινα την οποίαν δεν ηδυνήθησαν να αποτίσωσι με όλους τους εξιλασμούς τους οποίους έκαμον, αλλ’ εδιώχθησαν εκ της νήσου πριν εξιλεώσωσι την Δήμητραν. Συλλαβόντες ούτοι επτακοσίους εκ του δήμου, εξήγον διά να τους θανατώσωσιν• είς εξ αυτών, διαφυγών τα δεσμά, κατέφυγεν εις τα πρόθυρα της θεάς και λαβών το δακτύλιον της θύρας εκρατείτο εκεί. Οι δε Αιγινήται, επειδή έλκοντες δεν ηδυνήθησαν να τον αποσπάσωσιν, απέκοψαν τας χείρας αυτού και τοιουτοτρόπως τον έσυρον• αι χείρες δε εκείναι έμειναν προσκεκολλημέναι εις τον κρίκον.
92. Ταύτα έπραξαν οι Αιγινήται εις τους επαναστατήσαντας• προς δε τους Αθηναίους, ότε έφθασαν, εναυμάχησαν με εβδομήκοντα πλοία. Ηττηθέντες όμως εις την ναυμαχίαν, επεκαλέσθησαν και πάλιν τους Αργείους. Αλλ’ ούτοι δεν τους εβοήθησαν ωργισμένοι διότι πλοία τινα Αιγινητικά αναγκασθέντα υπό του Κλεομένους προσέγγισαν εις την Αργολίδα και οι ναύται αυτών απέβησαν εις την ξηράν ομού με τους Λακεδαιμονίους. Κατά την αυτήν εκστρατείαν έκαμον απόβασιν καί τινες άνδρες από Σικυωνικά πλοία. Οι Αργείοι έπειτα επέβαλον εις τας δύο πόλεις να πληρώσωσι χίλια τάλαντα, πεντακόσια εκάστη. Και οι μεν Σικυώνιοι, αναγνωρίσαντες ότι ηδίκησαν, συνεφώνησαν να πληρώσωσιν εκατόν τάλαντα και να μείνωσιν ακαταδίωκτοι• οι δε Αιγινήται ου μόνον δεν ωμολόγησαν το άδικον, αλλ’ εδείκνυον και αυθάδειαν τινά. Διά τούτο λοιπόν ότε έλαβον ανάγκην, ουδείς Αργείος εβοήθησεν αυτούς, ειμή μόνον χίλιοι περίπου εθελονταί. Ωδήγει δε αυτούς ο Ευρυβάτης, ανήρ όστις είχεν ασκηθή εις το πένταθλον. Οι πλείστοι όμως εξ αυτών δεν επέστρεψαν οπίσω, αλλ’ εφονεύθησαν υπό των Αθηναίων εις την Αίγιναν. Αυτός δε ο στρατηγός Ευρυβάτης, ων επιτήδειος εις την μονομαχίαν, εφόνευσε τρεις Αθηναίους, αλλ’ εφονεύθη υπό του τετάρτου, Σωφάνους του Δεκελέως.
93. Οι Αιγινήται, ενώ ήσαν οι Αθηναίοι εις αταξίαν επιτεθέντες τους ενίκησαν και συνέλαβον τέσσαρα πλοία μετά των πληρωμάτων. Είχε λοιπόν ανάψει ο πόλεμος μεταξύ των Αθηναίων και των Αιγινητών.
94. Ο δε Δαρείος εν τοσούτω επέμενεν εις το σχέδιόν του• και επειδή αφ’ ενός μεν ο υπηρέτης του τω ενθύμιζε τους Αθηναίους, αφ’ ετέρου δε οι Πεισιστρατίδαι τον επίεζον και δεν έπαυον να κατηγορώσι τους Αθηναίους, ενταυτώ δε ήθελε και αυτός με αυτήν την πρόφασιν να υποτάξη τους Έλληνας όσοι δεν τω έδωσαν γην και ύδωρ• διά ταύτα τον μεν Μαρδόνιον, μη ευδοκιμήσαντα εις την πρώτην εκστρατείαν έπαυσε της στρατηγίας, διορίσας άλλους στρατηγούς, τον Δάτιν, Μήδον το γένος, και τον ανεψιόν του Αρταφέρνην, υιόν του Αρταφέρνους, απέστειλεν αυτούς κατά της Ερετρίας και των Αθηνών, παραγγείλας να τας εξανδραποδίσωσι και να τω φέρωσι τα ανδράποδα.
95. Οι παρά του βασιλέως διορισθέντες και εκπεμφθέντες ούτοι στρατηγοί έφθασαν εις το Αληίον πεδίον της Κιλικίας, έχοντες μεθ’ εαυτών στρατόν πολύν και καλώς συγκεκροτημένον. Ενώ δε ήσαν εστρατοπεδευμένοι, έφθασε και ο ναυτικός στρατός όστις επίσης ήτο υπό τας διαταγάς των, και προσέτι τα ιππαγωγά πλοία τα οποία κατά το προλαβόν έτος ο Δαρείος είχε παραγγείλει εις τας φορολογουμένας πόλεις να ναυπηγήσωσιν. Αφού δε εισεβίβασαν τους ίππους και εισήλθεν ο στρατός εις τα πλοία, διευθύνθησαν με εξακοσίας τριήρεις προς την Ιωνίαν. Εκείθεν ο στόλος δεν ηκολούθησε την ακροθαλασσίαν ώστε να πλεύση κατ’ ευθείαν προς τον Ελλήσποντον και την Θράκην, αλλ’ αναχωρήσας εκ της Σάμου έπλεε το Ικάριον πέλαγος και διά των νήσων, φοβούμενοι τα μάλιστα, ως νομίζω, τον περίπλουν του Άθωνος, καθότι το προλαβόν έτος, θέλοντες να διέλθωσιν εκείθεν, υπέστησαν πολλάς ζημίας. Εκτός τούτου, τους ηνάγκαζεν εις τούτο και η Νάξος, ήτις εισέτι δεν είχε κυριευθή.
96. Ερχόμενοι από το Ικάριον πέλαγος οι Πέρσαι ήραξαν εις την Νάξον, κατά της οποίας ώφειλον κατά πρώτον να εκστρατεύσωσιν. Οι Νάξιοι ενθυμούμενοι τα προλαβόντα γεγονότα, άφησαν τας κατοικίας των και έφυγον εις τα όρη. Οι δε Πέρσαι ανδραποδίσαντες όσους επρόφθασαν να συλλάβωσιν, ενέπρησαν την πόλιν και τα ιερά. Ταύτα πράξαντες, εστράφησαν κατά των άλλων νήσων.
97. Ενώ δε ούτοι έπραττον ταύτα, οι Δήλιοι αφήσαντες και ούτοι την Δήλον, κατέφυγον εις την Τήνον. Όταν όμως τα πλοία επλησίασαν εις την Δήλον, ο Δάτις όστις προέπλεε δεν τα άφησε να εισέλθωσιν εις τον λιμένα της νήσου, άλλα τα διέταξε να αράξωσιν αντικρύ εις την Ρηνέαν. Μαθών δε πού ήσαν οι Δήλιοι, έπεμψε κήρυκα και τοις είπε τα εξής• «Άνδρες ιεροί, διατί φεύγετε μη κρίνοντές με ορθώς; διότι εγώ και ο ίδιος τοιαύτα φρονώ και τοιαύτας μοι έδωκεν ο βασιλεύς προσταγάς, να μη βλάψω τον τόπον όπου εγεννήθησαν οι δύο θεοί
(13), μήτε αυτήν την γην μήτε τους κατοίκους αυτής. Επιστρέψατε λοιπόν εις τας οικίας σας και έχετε την κατοχήν της νήσου σας.» Ταύτα εμήνυσε διά κήρυκος εις τους Δηλίους• μετά δε ταύτα συσσωρεύσας τριακόσια τάλαντα λιβανωτού τα έκαυσεν επί του βωμού.
98. Αφού έπραξε ταύτα ο Δάτις, ακολουθούμενος υπό των Ιώνων και των Αιολέων, διευθύνθη πρώτον κατά των Ερετριέων. Αμέσως μετά την αναχώρησίν του εσείσθη η Δήλος, διά πρώτην και τελευταίαν φοράν μέχρι της εποχής μου, ως έλεγον οι Δήλιοι. Και τούτο βεβαίως ήτο σημείον διά του οποίου ο θεός ηθέλησε να δείξη εις τους ανθρώπους τα κακά όσα έμελλον να συμβώσι• διότι επί της εποχής του Δαρείου του Υστάσπους, και του Ξέρξου του Δαρείου, και του Αρταξέρξου του Ξέρξου, των τριών τούτων γενεών κατά συνέχειαν, συνέβησαν εις την Ελλάδα πλειότερα κακά ή όσα κατά τας άλλας είκοσι γενεάς τας προ του Δαρείου, τα μεν υπό των Περσών γενόμενα, τα δε υπ’ αυτών των κορυφαίων Ελλήνων εριζόντων περί της αρχής. Ώστε ουδόλως παράδοξον εάν εσείσθη η Δήλος, ούσα πρότερον ακίνητος. Προσέτι και εις χρησμόν τινα ήτο γεγραμμένον περί αυτής το εξής «Θ α – κ ι ν ή σ ω – κ α ι – τ η ν – Δ ή λ ο ν – ή τ ι ς – δ ε ν – ε κ ι ν ή θ η – π ρ ό τ ε ρ ον.» Σημαίνουσι δε τα ονόματα ταύτα εις την Ελληνικήν γλώσσαν, το μεν Δαρείος ισχυρός, το δε Ξέρξης πολεμικός, το δε Αρταξέρξης πολεμικώτατος. Τοιουτοτρόπως θα ηδύναντο οι Έλληνες να ονομάσωσιν ορθώς κατά την γλώσσαν των τους βασιλείς τούτους.
99. Οι δε βάρβαροι αναχθέντες εκ της Δήλου προσήγγιζον εις τας νήσους, και εντεύθεν παρελάμβανον στρατόν και ελάμβανον ομήρους τους παίδας των νησιωτών. Ότε δε περιπλεύσαντες τας νήσους έφθασαν εις την Κάρυστον, επειδή οι Καρύστιοι δεν έδιδον ομήρους και είπον ότι δεν στέλλουσι στρατόν εναντίον πόλεων γειτονικών, ως ωνόμαζον την Ερέτριαν και τας Αθήνας τότε επολιόρκησαν αυτούς και κατέστρεφον την χώραν των, μέχρις ου υπέκυψαν εις την θέλησιν των Περσών.
100. Οι δε Ερετριείς ακούσαντες ότι ο Περσικός στόλος έπλεε κατ’ αυτών, εζήτησαν συνδρομήν παρά των Αθηναίων• οι δε Αθηναίοι δεν ηρνήθησαν την επικουρίαν, αλλά τοις έπεμψαν βοηθούς τους τετρακισχιλίους άνδρας οίτινες είχον λάβει διά κλήρου την χώραν των ιπποβοτών Χαλκιδέων. Τα βουλεύματα όμως των Ερετριέων δεν ήσαν συνετά• αφ’ ενός εμήνυον τους Αθηναίους να έλθωσιν εις βοήθειάν των, αφ’ ετέρου είχον άλλα διάφορα σχέδια. Οι μεν ήθελον να αφήσωσι την πόλιν και να φύγωσιν εις τα όρη της Ευβοίας, οι δε, ελπίζοντες να ανταμειφθώσιν από τους Πέρσας, ητοιμάζοντο εις προδοσίαν. Ιδών δε τι συνέβαινεν εις αυτούς ο Αισχίνης του Νόθωνος, είς των πρώτων της πόλεως, εφανέρωσεν εις τους Αθηναίους όλην την παρούσαν των κατάστασιν και τους παρεκάλεσε να αναχωρήσωσι διά να μη απολεσθώσι και αυτοί. Οι Αθηναίοι επείσθησαν εις τον Αισχίνην ταύτα συμβουλεύσαντα, και αυτοί μεν περάσαντες εις τον Ωρωπόν, εξησφάλισαν την σωτηρίαν των.
101. Οι δε Πέρσαι, ελθόντες διά θαλάσσης, ηγκυροβόλησαν εις τας Ταμύνας, Χοιρέας και Αιγίλια της Ερετρικής χώρας• προσεγγίσαντες δε εις ταύτα τα μέρη, εξέβαλον αμέσως τους ίππους και ητοιμάζοντο να επιτεθώσι κατά των εχθρών. Οι Ερετριείς μήτε να αντεπεξέλθωσι μήτε να πολεμήσωσιν εσκέφθησαν, αλλά μόνον πώς να διαφυλάξωσιν ει δυνατόν τα τείχη των, καθότι η γνώμη των περισσοτέρων ήτο να μη αφήσωσι την πόλιν. Κρατεράς δε προσβολής γενομένης κατά του τείχους, πολλοί έπιπτον εκατέρωθεν επί έξ ημέρας, τη δε εβδόμην ο Εύφορβος του Αλκιμάχου και ο Φίλαγρος του Κυνέου, άνδρες έγκριτοι μεταξύ των πολιτών, προδίδουσι την πόλιν εις τους Πέρσας, οίτινες εισελθόντες τα μεν ιερά εσύλησαν και έκαυσαν, εκδικούμενοι διά τα καυθέντα εις τας Σάρδεις ιερά, τους δε ανθρώπους εξηνδραπόδισαν κατά τας εντολάς του Δαρείου.
102. Αφού δε εγένοντο κύριοι της Ερετρίας και έμειναν εκεί ολίγας ημέρας, έπλευσαν έπειτα προς την Αττικήν σπεύδοντες και ελπίζοντες να μεταχειρισθώσι τους Αθηναίους ως μετεχειρίσθησαν τοις Ερετριείς. Επειδή δε ο Μαραθών ήτο μέρος της Αττικής επιτηδειότατον διά το ιππικόν και έκειτο πλησιέστατα της Ερετρίας, ωδήγησεν αυτούς εκεί ο Ιππίας του Πεισιστράτου.
103. Άμα δε έμαθον τούτο οι Αθηναίοι, έδραμον και αυτοί εις τον Μαραθώνα. Ωδήγουν δε αυτούς στρατηγοί δέκα, και ο δέκατος ήτο ο Μιλτιάδης του οποίου, ο πατήρ, Κίμων του Στησαγόρου, είχεν εξορισθή εκ των Αθηνών υπό του Πεισιστράτου του Ιπποκράτους. Ούτος, ενώ ήτο φυγάς, συνέβη να νικήση εις τα Ολύμπια με τέθριππον, την δε νίκην ταύτην μολονότι εκέρδησεν αυτός, έδωκεν εις τον ομομήτριον αδελφόν του Μιλτιάδην. Κατά την ακόλουθον Ολυμπιάδα, νικήσας πάλιν με τας ιδίας ίππους, παρεχώρησεν εις τον Πεισίστρατον να ανακηρυχθή νικητής, και τοιουτοτρόπως αφήσας εις αυτόν την νίκην, εφιλιώθη και κατέβη εις την πατρίδα του. Κερδίσας δε και άλλην Ολυμπιάδα με τας αυτάς ίππους εφονεύθη υπό των υιών του Πεισιστράτου, ότε δεν έζη πλέον αυτός ο Πεισίστρατος. Τον εφόνευσαν δε διά νυκτός προς το μέρος του πρυτανείου, κρύψαντες εκεί ανθρώπους. Και ετάφη ο Κίμων προ του άστεως, πέραν της οδού της καλουμένης διά Κοίλης αντικρύ δε αυτού ετάφησαν αι ίπποι εκείναι, αίτινες ενίκησαν τρεις Ολυμπιάδας. Τοσάκις είχον νικήσει άλλοτε και αι ίπποι του Ευαγόρου υιού του Λάκωνος, αλλ’ ήσαν αι μόναι. Και ο μεν πρεσβύτερος των υιών του Κίμωνος Στησαγόρας ευρίσκετο τότε παρά τω πατρικώ θείω του Μιλτιάδη εις την Χερσόνησον, ο δε νεώτερος παρ’ αυτώ τω Κίμωνι εις τας Αθήνας, έχων το όνομα Μιλτιάδης από του οικιστού της Χερσονήσου Μιλτιάδου.
104. Ούτος λοιπόν ο Μιλτιάδης, ελθών εκ της Χερσονήσου, ήτο τότε στρατηγός των Αθηναίων αφού διέφυγε δις τον θάνατον• πρώτον ότε οι Φοίνικες, έχοντες μεγάλην επιθυμίαν να τον συλλάβωσι και τον φέρωσιν εις τον βασιλέα, τον κατεδίωξαν μέχρι της Ίμβρου• δεύτερον ότε αποφυγών αυτούς έφθασεν εις την πατρίδα του όπου ενόμισεν ότι εσώθη, οι δε εχθροί του τον υπεδέχθησαν ενάξαντες εις το δικαστήριον και κατηγορήσαντες αυτόν ότι ετυράννευσε της Χερσονήσου. Διαφυγών όμως και τούτους, εγένετο στρατηγός των Αθηναίων εκλεχθείς υπό του δήμου.
105. Και πρώτον μεν, ενώ οι στρατηγοί ήσαν ακόμη εις την πόλιν, έπεμψαν εις Σπάρτην τον κήρυκα Φειδιππίδην, Αθηναίον, όστις ήτο και ταχυδρόμος επιτηδειότατος. Εις τούτον — ως ο ίδιος Φειδιππίδης διηγείτο και ανήγγειλεν εις τους Αθηναίους — ενεφανίσθη ο Παν περί το Παρθένιον όρος το υπεράνω της Τεγέας, και προσαγορεύσας αυτόν ονομαστί, τον διέταξε να ερωτήση τους Αθηναίους διατί δεν φροντίζουσι περί αυτού ποσώς, ενώ είναι εύνους προς αυτούς και εις πολλάς περιστάσεις τοις εφάνη χρήσιμος και θα τους ωφελήση και εις αυτήν την περίστασιν. Οι Αθηναίοι επίστευσαν εις τα λεχθέντα, και όταν ησύχασαν τα πράγματα έκτισαν κάτωθεν της ακροπόλεως ναόν του Πανός, τιμώντες αυτόν δι’ επετείων θυσιών και αγώνων λαμπαδικών.
106. Ούτος δε ο Φειδιππίδης πεμφθείς τότε υπό των στρατηγών όπως εκτελέση την υπηρεσίαν εκείνην εις την οποίαν, ως διηγήθη, τω επεφάνη ο Παν, έφθασεν εις δύο ημέρας από την πόλιν των Αθηναίων εις την Σπάρτην. Παρουσιασθείς δε εις τους άρχοντας είπεν• «Ω Λακεδαιμόνιοι, οι Αθηναίοι σας παρακαλούσι να τους βοηθήσετε και να μη αφήσετε αρχαιοτάτην πόλιν της Ελλάδος να δουλωθή υπό βαρβάρων. Η Ερέτρια ηνδραποδίσθη και η Ελλάς εγένετο ασθενεστέρα ένεκα της απωλείας αξιολόγου πόλεως.» Είπε λοιπόν τα εντεταλμένα, και εκείνοι ενέκρινον μεν να βοηθήσωσι τους Αθηναίους, πλην ήτο αδύνατον να πράξωσι τούτο αμέσως, καθότι δεν ήθελον να παραβιάσωσι τον νόμον. Ήτο τωόντι εννάτη του μηνός, και είπον ότι δεν ηδύναντο να εκστρατεύσωσι πριν γίνη πλήρης ο κύκλος της σελήνης. Και ούτοι μεν περιέμενον την πανσέληνον.
107. Ο δε Ιππίας του Πεισιστράτου ωδήγησε τους βαρβάρους εις τον Μαραθώνα, ιδών την προλαβούσαν νύκτα το εξής όνειρον. Τω εφάνη ότι συνεκοιμήθη μετά της μητρός του και εκ του ονείρου τούτου εσυμπέρανεν ότι θα επανέλθη εις τας Αθήνας, ότι θα αναλάβη πάλιν την αρχήν, και ότι θα αποθάνη εις την κατοικίαν του γηραιός. Ταύτα εσυμπέρανεν εκ του δράματος. Τότε δε οδηγών τον στρατόν αφ’ ενός μεν εξήγαγε τους αιχμαλώτους της Ερετρίας εις την νήσον των Στυρέων την καλουμένην Αιγίλιαν, αφ’ ετέρου δε προσώρμιζε τα πλοία εις τον Μαραθώνα και παρέτασσε τους βαρβάρους εις μάχην καθ’ όσον απέβαινον. Ενώ επεστάτει ταύτα τω επήλθε πταρμός και βηξ ισχυρότερος του συνήθους, και επειδή ήτο πλέον γέρων οι περισσότεροι οδόντες του εσείσθησαν• υπό της βίας δε του βηχός ετινάχθη είς εξ αυτών και έπεσεν εις την άμμον. Ο Πεισίστρατος πολλήν φροντίδα κατέβαλε διά να τον εύρη, αλλ’ επειδή δεν ευρίσκετο ουδαμού, αναστενάξας είπε προς τους παρισταμένους. «Η γη αύτη δεν είναι ημετέρα ούτε θα δυνηθώμεν να την υποτάξωμεν• όσον δε μέρος μοι ήτο επιτετραμμένον να ελπίζω, το κατέχει ο οδούς.»
108. Ο μεν Ιππίας λοιπόν ούτως ενόμισεν ότι ηλήθευσε το όνειρόν του• εις δε τους Αθηναίους, παρατεταγμένους εις το τέμενος του Ηρακλέους, ήλθον πανδημεί οι Πλαταιείς ως επίκουροι, καθότι οι Πλαταιείς είχον αφιερωθή εις τους Αθηναίους οίτινες πολλούς αγώνας είχον αναλάβει δι’ αυτούς. Αφιερώθησαν δε κατά τον ακόλουθον τρόπον• πιεζόμενοι υπό των Θηβαίων, κατ’ αρχάς μεν προσεφέρθησαν εις τον Κλεομένη του Αναξανδρίδου και τους Λακεδαιμονίους οίτινες έτυχον να ευρίσκωνται εις τα περίχωρα. Αλλ’ ούτοι δεν τους εδέχθησαν και τοις είπον τα εξής• «Ημείς κατοικούμεν μακράν και η βοήθειά μας πιθανόν να σας βλάψη, καθότι πολλάκις ειμπορείτε να υποδουλωθήτε πριν το μάθωμεν ημείς. Σας συμβουλεύομεν λοιπόν να αφιερωθήτε εις τους Αθηναίους οίτινες είναι πλησιόχωροι και ισχυροί διά να σας βοηθήσωσι.» Συνεβούλευον δε ταύτα οι Λακεδαιμόνιοι ουχί τόσον υπό ευνοίας προς τους Πλαταιείς, αλλ’ επί τω σκοπώ να προξενήσωσι κόπους εις τους Αθηναίους φέροντες αυτούς εις θέσιν να συμπλακώσι με τους Βοιωτούς. Οι μεν Λακεδαιμόνιοι λοιπόν ταύτα συνεβούλευον τους Πλαταιείς, ούτοι δε δεν εδυσπίστησαν, και περιμείναντες την στιγμήν καθ’ ην οι Αθηναίοι ετέλουν θυσίας εις τους δώδεκα θεούς εκάθισαν ως ικέται εις τον βωμόν και αφιέρωσαν εαυτούς. Μαθόντες ταύτα οι Θηβαίοι εξεστράτευσαν κατά των Πλαταιέων• αλλ’ οι Αθηναίοι έσπευσαν εις βοήθειάν των. Ενώ δε έμελλον να συμπλακώσι, τους εμπόδισαν οι Κορίνθιοι, διότι παρατυχόντες εκεί και γενόμενοι δεκτοί υπ’ αμφοτέρων των μερών ως διαιτηταί τους συνεβίβασαν και έθεσαν τα όρια της χώρας υπό τας εξής συμφωνίας• οι Θηβαίοι να αφίνωσιν ελευθέρους τους Βοιωτούς, όσοι δεν ήθελον να ανήκωσιν εις την Βοιωτίαν. Και οι μεν Κορίνθιοι ταύτα αποφασίσαντες ανεχώρησαν• τους δε Αθηναίους επιστρέφοντας εκτύπησαν οι Βοιωτοί, αλλ’ ενικήθησαν εις την μάχην, και τότε οι νικηταί ηύξησαν μέχρι του Ασωπού ποταμού και των Υσιών τα όρια τα οποία οι Κορίνθιοι είχον προσδιορίσει διά την χώραν των Πλαταιέων. Είχον λοιπόν παραδοθή οι Πλαταιείς εις τους Αθηναίους κατά τον τρόπον τον οποίον ανέφερα, και τότε ήλθαν εις τον Μαραθώνα ως βοηθοί των.
109. Δύο γνώμαι υπήρχον μεταξύ των Αθηναίων στρατηγών• οι μεν δεν ήθελον να πολεμήσωσι λέγοντες ότι ήσαν ολίγοι διά να συμπλακώσι με τον στρατόν των Μήδων, οι άλλοι ήθελον τούτο, και μεταξύ αυτών ήτο και ο Μιλτιάδης. Ήσαν λοιπόν διηρημένοι και τούτου ένεκα μάλιστα, ενίκα η χείρων των γνωμών• ευτυχώς έμενεν ενδέκατος ψηφοφόρος, εκείνος όστις διά της ψήφου του δήμου ανελάμβανε το αξίωμα του πολεμάρχου, και ήτο τότε πολέμαρχος ο Καλλίμαχος ο Αφιδναίος. Προς αυτόν παρευθείς ο Μιλτιάδης είπε τα εξής• «Παρά σού εξαρτάται, ω Καλλίμαχε, ή να καταδουλώσης τας Αθήνας ή να καταστήσης αυτάς ελευθέρας και να αφήσης μνήμην αιωνίαν οποίαν δεν άφησαν ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων, διότι αφότου υπάρχουσιν οι Αθηναίοι ουδέποτε διέτρεξαν τοιούτον μέγιστον κίνδυνον. Εάν μεν υποκύψωσιν εις τους Μήδους, είναι γνωστόν τι θα πάθωσι παραδεδομένοι εις τον Ιππίαν, αλλ’ εάν περισωθή η πόλις είναι αρκετά ισχυρά ώστε να γίνη πρώτη των Ελληνίδων πόλεων. Πώς θα συμβώσι ταύτα και πώς παρά σου εξαρτάται η εκτέλεσις αυτών, θα σε είπω αμέσως. Δύο γνώμαι υπάρχουσι μεταξύ των στρατηγών• οι μεν θέλουσι να πολεμήσωμεν, οι δε να μη πολεμήσωμεν. Εάν μεν δεν πολεμήσωμεν, φοβούμαι μήπως αναφυή διχόνοιά τις και κλονίση τας πεποιθήσεις των Αθηναίων ώστε να μηδίσωσιν• εάν όμως πολεμήσωμεν πριν διαφθαρή η καρδία πολιτών τίνων, δυνάμεθα, εάν οι θεοί μείνωσιν ουδέτεροι, να νικήσωμεν εις την μάχην. Εις σε λοιπόν στηρίζονται όλα ταύτα και από σου εξαρτώνται. Εάν προστεθής τη εμή γνώμη, έχεις πατρίδα ελευθέραν και πόλιν πρώτην των Ελληνίδων• εάν όμως προτιμήσης την γνώμην των μη σπευδόντων την μάχην, θέλεις έχει τα εναντία εκείνων τα οποία ανέφερα.»
110. Ταύτα λέγων ο Μιλτιάδης προσλαμβάνει με το μέρος του τον Καλλίμαχον• προστεθείσης δε της γνώμης του πολεμάρχου, απεφασίσθη να πολεμήσωσι. Μετά ταύτα οι στρατηγοί, οι ψηφίσαντες υπέρ της μάχης, καθ’ όσον ήρχετο η σειρά εκάστου να έχη την αρχηγίαν της ημέρας, παρέδιδον αυτήν εις τον Μιλτιάδην όστις καίπερ δεχόμενος δεν έδιδε μάχην μέχρις ου έφθασεν η ημέρα της ιδικής του αρχηγίας.
111. Ότε δε περιήλθεν η αρχηγία εις αυτόν, τότε παρέταξε τους Αθηναίους εις μάχην κατά τον ακόλουθον τρόπον• του μεν δεξιού κέρατος ηγεμών ήτο ο πολέμαρχος Καλλίμαχος, διότι ούτως είχε τότε παρά τοις Αθηναίοις ο νόμος, να έχη ο πολέμαρχος το δεξιόν κέρας• κατόπιν δ’ αυτού ήσαν αι φυλαί, η μία πλησίον της άλλης• τελευταίοι δε ετάχθησαν οι Πλαταιείς, έχοντες το αριστερόν κέρας. Από ταύτης της μάχης, όταν οι Αθηναίοι τελώσι τας θυσίας και τας πανηγύρεις αίτινες επαναλαμβάνονται κατά πενταετίαν, ο Αθηναίος κήρυξ εύχεται λέγων• «Είθε να δίδωσιν οι θεοί τα αγαθά εις τους Αθηναίους και εις τους Πλαταιείς ομού.» Όταν ο στρατός των Αθηναίων παρετάχθη εις μάχην, αι τάξεις αυτού εξηπλώθησαν όσον και αι τάξεις των Μήδων• τοιουτοτρόπως το κέντρον εσχηματίζετο υπό ολίγων μόνον τάξεων κατά βάθος και ήτο το ασθενέστερον μέρος του στρατού, αμφότερα όμως τα κέρατα είχον αρκετόν πλήθος και ήσαν ισχυρά.
112. Αφού έλαβον τας θέσεις των και οι οιωνοί εφάνησαν αίσιοι, οι Αθηναίοι αφέθησαν και επροχώρησαν κατά των βαρβάρων με βήμα ταχύ• το δε μεταξύ των δύο στρατών διάστημα δεν ήτο ολιγώτερον των οκτώ σταδίων. Οι Πέρσαι βλέποντες τους εναντίους ερχομένους με βήμα ταχύ, ητοιμάζοντο να δεχθώσι την επίθεσιν και ενόμιζον ότι τους κατέλαβε παραφροσύνη, και παραφροσύνη ολεθρία, διότι έβλεπον ότι ήσαν ολίγοι, και τόσοι όντες ήρχοντο με σπουδήν, χωρίς να έχωσιν ούτε ιππικόν ούτε τοξότας. Ταύτα εσυμπέραινον οι βάρβαροι. Οι δε Αθηναίοι, άμα επλησίασαν αθρόοι τους βαρβάρους, ήρχισαν την μάχην και επολέμησαν με ανδρίαν αξίαν μνήμης, διότι πρώτοι πάντων των Ελλήνων όσους ημείς γνωρίζομεν επέπεσαν με βήμα ταχύ κατά των πολεμίων, και πρώτοι επίσης είδον αταράχως την Μηδικήν ενδυμασίαν και τους φορούντας αυτήν άνδρας. Μέχρι τότε, και το όνομα μόνον των Μήδων ακουόμενον επροξένει φόβον εις τους Έλληνας.
113. Η μάχη αύτη του Μαραθώνος διήρκεσε πολύ• και εις μεν το μέσον του στρατοπέδου, όπου ήσαν τεταγμένοι οι Πέρσαι και οι Σάκαι, ενίκων οι βάρβαροι, και ρήξαντες τους αντιπάλους εδίωκον αυτούς προς τα μεσόγεια• εις τα δύο όμως κέρατα ενίκων οι Αθηναίοι και οι Πλαταιείς. Νικώντες δε, τους μεν τραπέντας βαρβάρους άφινον να φεύγωσιν, αυτοί δε ενώσαντες τα δύο κέρατα εστράφησαν κατ’ εκείνων οίτινες είχον ρήξει το μέσον. Η νίκη των Αθηναίων υπήρξε τελεία. Ακολουθούντες τούς Πέρσας φεύγοντας έκοπτον αυτούς, και όταν έφθασαν εις την θάλασσαν, εζήτησαν πυρ και ώρμησαν κατά των πλοίων.
114. Εις την μάχην ταύτην πρώτος εφονεύθη ο πολέμαρχος Καλλίμαχος, αγωνισθείς ανδρείως, και εκ τον στρατηγών εφονεύθη ο Στησίλαος του Θρασύλου. Αφ’ ετέρου ο Κυνέγειρος του Ευφορίωνος, καθ’ ην στιγμήν έδραξε την πρύμνην ενός πλοίου, πίπτει αποκοπείς την χείρα διά πελέκεως• έπεσαν δε και άλλοι Αθηναίοι πολλοί και ονομαστοί.
115. Τοιουτοτρόπως οι Αθηναίοι εκυρίευσαν επτά πλοία, οι δε βάρβαροι αναχωρήσαντες με τα υπολειπόμενα και αναλαβόντες τα εκ της Ερετρίας ανδράποδα εκ της νήσου οπού τα είχον αφήσει περιέπλεον το Σούνιον, θέλοντες να προλάβωσι τους Αθηναίους και να φθάσωσιν εις την πόλιν. Ελέχθη έπειτα εις τας Αθήνας ότι εκ ραδιουργίας των Αλκμαιωνιδών έπραξαν τούτο οι Πέρσαι, και ότι αυτοί συνεννοηθέντες με τους βαρβάρους όντας ήδη εντός των πλοίων, ύψωσαν ασπίδα.
116. Και ούτοι μεν περιέπλεον το Σούνιον• οι δε Αθηναίοι όσον το δυνατόν ταχύτερον έτρεχον εις την πόλιν και έφθασαν πριν έλθωσιν οι βάρβαροι. Αναχωρήσαντες εκ του Ηρακλείου του εν Μαραθώνι, εστρατοπεδεύσαντες εις άλλο Ηράκλειον το εν Κυνοσάργει. Οι δε βάρβαροι ελθόντες με τα πλοία ανωτέρω του Φαλήρου (διότι τούτο ήτο τότε το επίνειον των Αθηναίων) και ανακωχεύσαντες εκεί επί τινα χρόνον, απέπλευσαν οπίσω εις την Ασίαν.
117. Εις την μάχην ταύτην του Μαραθώνος απώλεσαν οι βάρβαροι έξ χιλιάδας και τετρακοσίους, οι δε Αθηναίοι εκατόν εννενήκοντα δύο• τοιούτος ήτο ο αριθμός των πεσόντων εκατέρωθεν. Συνέβη δε κατά την μάχην το εξής θαύμα. Αθηναίος τις ο Επίζηλος του Κουφαγόρου, εμάχετο ανδρειότατα εις την θέσιν του, όταν χωρίς να κτυπηθή μήτε μακρόθεν μήτε εγγύθεν, έχασεν αίφνης την όρασίν του και απ’ εκείνης της στιγμής μέχρι τέλους της ζωής του έμεινε τυφλός. Ήκουσα δε ότι ο ίδιος εξήγει το πάθημά του ως εξής. «Μοι εφάνη, έλεγεν, ότι υψηλόσωμος οπλίτης ήτο πλησίον μου• το μακρόν γένειόν του εσκίαζεν όλην την ασπίδα του. Το φάσμα τούτο εμέ μεν παρέτρεξεν, εφόνευσε δε τον παραστάτην μου.» Ταύτα με είπον ότι διηγείτο ο Επίζηλος.
118. Ο Δάτις επιστρέφων εις την Ασίαν μετά του στρατού, ότε έφθασεν εις την Μύκονον είδεν όνειρον εις τον ύπνον του. Και τι μεν ήτο το όνειρον δεν λέγουσιν• άμα όμως εγένετο ημέρα, έκαμεν έρευναν εις τα πλοία και ευρών εις πλοίον Φοινικικόν έν άγαλμα του Απόλλωνος κεχρυσωμένον ηρώτησε πόθεν εσυλήθη• μαθών δε εκ ποίου ιερού, έπλευσε με το πλοίον του εις την Δήλον• και επειδή τότε οι Δήλιοι είχον επιστρέψει εις την νήσον, κατέθεσε το άγαλμα εις το ιερόν και παρήγγειλε τους Δηλίους να το μεταφέρωσιν εις το Δήλιον των Θηβαίων• κείται δε ο ναός ούτος εις την παραθαλασσίαν καταντικρύ της Χαλκίδος. Και ο μεν Δάτις ταύτα εντειλάμενος απέπλευσεν• οι Δήλιοι όμως δεν μετέφερον τον ανδριάντα αλλά μετά είκοσιν έτη αυτοί οι Θηβαίοι, κατά τινα χρησμόν, τον εκόμισαν εις το Δήλιον.
119. Ο δε Δάτις και ο Αρταφέρνης, άμα απέβησαν εις την Ασίαν, ανεβίβασαν εις τα Σούσα τους αιχμαλώτους της Ερετρίας. Ο Δαρείος, πριν αιχμαλωτευθώσιν οι Ερετριείς, ήτο κατ’ αυτών σφόδρα ωργισμένος, καθότι αυτοί είχον αρχίσει να αδικώσιν• αλλ’ ότε τους είδε φερθέντας ενώπιόν του και όντας υποχειρίους του, δεν τους εκακοποίησε και τους αποκατέστησεν εις κτήμα τι ιδικόν του κείμενον εις την Κισσίαν χώραν και καλούμενον Αρδέρικκα. Το χωρίον τούτο από μεν των Σούσων απέχει διακόσια δέκα στάδια, τεσσαράκοντα δε από του φρέατος τα οποίον παρέχει τρεις ιδίας ουσίας, καθότι αντλούσιν εξ αυτού άσφαλτον, άλας και έλαιον κατά τον ακόλουθον τρόπον. Καταβιβάζουσιν εις αυτό κηλώνιον εις το οποίον είναι δεδεμένον αντί υδρίας το ήμισυ ασκού• αφού δε το βυθίσωσιν εις το φρέαρ, το ανασύρουσιν έπειτα και το κενούσιν εις δεξαμενήν, εκ της οποίας χύνεται εις άλλο μέρος και εκεί λαμβάνει τρεις μορφάς. Και η μεν άσφαλτος και το άλας πήγνυνται αμέσως, το δε έλαιον συνάγουσιν εις αγγεία και οι Πέρσαι καλούσιν αυτό ραδινάκην• είναι δε μέλαν και εκβάλλει οσμήν βαρείαν. Εκεί εγκατέστησεν ο βασιλεύς τους Ερετριείς, οίτινες και μέχρι της εποχής μου είχον το χωρίον τούτο φυλάσσοντες την αρχαίαν γλώσσαν. Ταύτα τα αφορώντα τους Ερετριείς.
120. Εις δε τας Αθήνας ήλθον μετά την πανσέληνον δισχίλιοι Λακεδαιμόνιοι, τόσην σπουδήν έχοντες να προφθάσωσιν ώστε την τρίτην ημέραν από της αναχωρήσεώς των ήσαν εις την Αττικήν. Φθάσαντες όμως μετά την μάχην, επεθύμησαν να ίδωσι τουλάχιστον τους Μήδους• όθεν μετέβησαν εις τον Μαραθώνα και τους είδον. Μετά ταύτα επαινέσαντες τους Αθηναίους και το κατόρθωμα αυτών, επέστρεψαν εις την Σπάρτην.
121. Θαύμα φαίνεται εις εμέ και δεν πιστεύω εις τα λεγόμενα ότι οι Αλκμαιωνίδαι ήτο δυνατόν εκ συνεννοήσεως με τους Πέρσας να υψώσωσιν ασπίδα, θέλοντες να υποτάξωσι τας Αθήνας εις τους βαρβάρους και τον Ιππίαν, αυτοί οίτινες ήσαν μισοτύραννοι, αν όχι περισσότερον, τουλάχιστον όσον και ο Καλλίας ο υιός του Φαινίππου και πατήρ του Ιππονίκου, ο μόνος εξ όλων των Αθηναίων όστις, όταν ο Πεισίστρατος εξωρίσθη από τας Αθήνας και ο κήρυξ του δημοσίου επώλει τα πράγματά του, ετόλμησε να αγοράση εξ αυτών και ουδεμίαν παρέλειψε περίστασιν διά να δείξη την προς αυτόν έχθραν του.
122. Τον Καλλίαν τούτον πρέπει πολλάκις να αναφέρη τις τόσον διά τα προλελεγμένα και διά τον ζήλον του υπέρ της απελευθερώσεως της πατρίδος του, όσον και δι εκείνα τα οποία έκαμεν εις την Ολυμπίαν, νικήσας εις την ιππηλασίαν και λαβών τα δευτερεία εις τον διά τεθρίππου αγώνα• προ τούτων δε νικήσας εις τα Πύθια εγένετο γνωστός εις όλους τους Έλληνας διά τας μεγάλας δαπάνας του. Έτι δε πώς εφέρθη εις τας τρεις θυγατέρας του. Όταν αύται έφθασαν εις ώραν γάμου, ου μόνον τας επροίκισε μεγαλοπρεπέστατα, αλλά διά να τας ευχαριστήση ταις επέτρεψε να εκλέξωσιν εξ όλων των Αθηναίων τους συζύγους τους οποίους ήθελον.
123. Και οι Αλκμαιωνίδαι ομοίως και ουχί ολιγώτερον ήσαν μισοτύραννοι. Θαυμάζω λοιπόν και δεν δέχομαι την διαβολήν ότι υψώσαντες ασπίδα έκαμον σημείον εις τους βαρβάρους, αυτοί οίτινες ένεκα των τυράννων ήσαν φυγάδες από την πατρίδα των και διά των ενεργειών των έχασαν την τυραννίδα οι Πεισιστρατίδαι. Ώστε, κατά την εμήν κρίσιν, πολύ περισσότερον αυτοί ηλευθέρωσαν τας Αθήνας ή ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων καθότι ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων, φονεύσαντες τον Ίππαρχον, εξηγρίωσαν τους υπολοίπους Πεισιστρατίδας και ουδόλως έπαυσαν αυτούς της τυραννίας, ενώ οι Αλκμαιωνίδαι ηλευθέρωσαν αναντιρρήτως την πόλιν των, εάν ήναι αληθές ότι αυτοί ανέπεισαν την Πυθίαν να παραγγείλη τους Λακεδαιμονίους να ελευθερώσωσι τας Αθήνας, ως πρότερον διηγήθην.
124. Αλλ’ ίσως είπη τις ότι παρεκινήθησαν να προδώσωσι την πατρίδα έχοντες παράπονά τινα κατά του δήμου των Αθηναίων• αλλ’ είναι γνωστόν ότι εις τας Αθήνας ούτε άλλοι σημαντικώτεροι ήσαν, ούτε ετιμώντο άλλοι περισσότερον. Ώστε ο ορθός λόγος δεν επιτρέπει να πιστεύσωμεν ότι ύψωσαν ασπίδα με τοιούτον σκοπόν. Και ασπίς μεν ότι εφάνη υψωμένη, ουδείς δύναται να αρνηθή, καθότι εγένετο• τις όμως την ύψωσε, δεν έχω τι να προσθέσω.
125. Οι δε Αλκμαιωνίδαι ήσαν μεν ανέκαθεν επιφανείς εις τας Αθήνας, από του Αλκμαίωνος όμως και του Μεγακλέους εγένοντο επιφανέστατοι. Ο Αλκμαίων, υιός του Μεγακλέους, απεδέχθη ποτέ και υπηρέτησε προθύμως τους Λυδούς των Σάρδεων τους οποίους ο Κροίσος είχε στείλει διά να συμβουλευθώσι το μαντείον των Δελφών. Μαθών δε ο Κροίσος από τους επιστρέψαντας Λυδούς τας εκδουλεύσεις αυτού, τον εκάλεσεν εις τας Σάρδεις και τω εχάρισε τόσον χρυσίον όσον ηδύνατο να φέρη επάνω του άπαξ. Ο δε Αλκμαίων προς τοιαύτην δωρεάν τοιούτον τι εμηχανεύθη• φορέσας χιτώνα μέγαν και αφήσας πολλήν ευρυχωρίαν περί το στήθος, και υποδησάμενος τους μάλλον ευρείς κοθόρνους τους οποίους ηδυνήθη να εύρη, εισήλθεν εις το θησαυροφυλάκιον όπου τον ωδήγησαν. Εισπεσών δε εις σωρόν ψήγματος, πρώτον μεν εγέμισε τους κοθόρνους περί τας κνήμας, όσον ηδύναντο να χωρήσωσιν• έπειτα δε γεμίσας όλον τον κόλπον και σκορπίσας και εις τας τρίχας της κεφαλής και άλλο λαβών εις το στόμα εξήλθε του θησαυροφυλακίου, μόλις σύρων τούς κοθόρνους και ομοιάζων παν άλλο ή άνθρωπον, καθότι και το στόμα ήτο πεφραγμένον και το σώμα όλον εξωγκωμένον. Ιδών αυτόν ο Κροίσος κατελήφθη υπό γέλωτος, και ου μόνον εκείνα τω εχάρισεν, αλλά και άλλα ουχί ολιγώτερα εκείνων. Τοιουτοτρόπως επλούτησεν η οικία αύτη μεγάλως, και ο Αλκμαίων ούτος ηδυνήθη να συντηρή ίππους και να κερδίζη νίκας εις τα Ολύμπια αγωνιζόμενος με τέθριππον.
126. Έπειτα, κατά την επομένην γενεάν, ο τύραννος της Σικυώνος Κλεισθένης τοσούτον ύψωσε την οικίαν ταύτην ώστε εγένετο μεταξύ των Ελλήνων πολύ ονομαστοτέρα ή πρότερον. Ο Κλεισθένης του Αριστωνύμου, του Μύρωνος, του Ανδρέου, είχε θυγατέρα της οποίας το όνομα ήτο Αγαρίστη και ήθελε να εύρει τον άριστον πάντων των Ελλήνων και με τούτον να συζεύξη αυτήν. Ήλθεν η εορτή των Ολυμπίων• νικήσας ο Κλεισθένης με τέθριππον, εδημοσίευσε διά κήρυκος, όστις των Ελλήνων νoμίζει εαυτόν άξιον να γίνη γαμβρός του Κλεισθένους ας μεταβή εις την Σικυώνα κατά την εξηκοστήν ημέραν ή και πρότερον, καθότι μετά έν έτος αρχόμενον από της εξηκοστής ημέρας ήθελεν ο Κλεισθένης να τελεσθή ο γάμος. Τότε όσοι των Ελλήνων εμεγαλοφρόνουν ή διά τα ίδια προτερήματά των ή διά την πατρίδα των, έσπευσαν ως μνηστήρες, και ο Κλεισθένης διατάξας να ετοιμάσωσι στάδιον και παλαίστραν είχεν αυτά επί τω σκοπώ να αγωνισθώσι.
127. Και από μεν της Ιταλίας ήλθεν ο Συβαρίτης Σμινδυρίδης υιός του Ιπποκράτους όστις είχε φθάσει εις ύψιστον βαθμόν τρυφής (ήτο δε η Σύβαρις κατ’ εκείνην την εποχήν ακμαιοτάτη) και ο Σιρίτης Δάμασος, υιός του Αμύριος του επιλεγομένου σοφού. Ούτοι ήλθον εκ της Ιταλίας. Από δε του Ιονίου κόλπου ο Αμφίμνηστος του Επιστρόφου Επιδάμνιος. Από της Αιτωλίας ήλθεν ο Μάλης αδελφός του Τιτόρμου εκείνου όστις υπερέβη πάντας τους Έλληνας εις την δύναμιν και διά να φύγη την μετά των ανθρώπων κοινωνίαν ανεχώρησεν εις τας εσχατίας της Αιτωλίδος χώρας. Από της Πελοποννήσου ήλθεν ο Λεωκήδης, απόγονος του τυράννου των Αργείων Φείδωνος• του Φείδωνος όστις εκανόνισε τα μέτρα των Πελοποννησίων και υπήρξεν ο μάλλον θρασύς από όλους τους Έλληνας, καθότι διώξας τους αγωνοθέτας των Ηλείων, ερρύθμιζεν αυτός τα των αγώνων των Ολυμπίων. Τούτου ο απόγονος ήλθε, και προσέτι ο Αμίαντος του Λυκούργου Αρκάς εκ της Τραπεζούντος και ο Αζήνιος Λαφάνης εκ της πόλεως Παίου, υιός του Ευφορίωνος όστις, ως λέγεται εις την Αρκαδίαν, εδέχθη εις την οικίαν του τους Διοσκούρους και έκτοτε εφιλοξένει όλους τους ανθρώπους, και ο Ηλείος Ονομαστός, υιός του Αγαίου. Ούτοι ήλθον εκ της Πελοποννήσου. Εκ δε των Αθηνών ήλθον ο Μεγακλής, υιός του Αλκμαίωνος εκείνου όστις είχε μεταβή προς τον Κροίσον, και είς άλλος, ο Ιπποκλείδης του Τισάνδρου, όστις υπερέβαινε τους Αθηναίους κατά τα πλούτη και το κάλλος. Από δε της Ερετρίας, ανθούσης τότε, ήλθεν ο Λυσανίας. Ούτος μόνος ήτο εκ της Ευβοίας. Εκ δε της Θεσσαλίας ήλθεν από μεν τους Σκοπάδας ο Κραννώνιος Διακτορίδης, από δε τους Μολοσσούς ο Άλκων. Ούτοι ήσαν οι μνηστήρες.
128. Ελθόντων δε τούτων κατά την ωρισμένην ημέραν, ο Κλεισθένης πρώτον μεν ηρώτησεν έκαστον περί της πατρίδος και της οικογενείας του, μετά ταύτα δε κρατήσας αυτούς επί ένα χρόνον πλησίον του εδοκίμαζε την ανδρίαν των, τον χαρακτήρα των, την ανατροφήν των, τα ήθη των, συνδιαλεγόμενος μεθ’ εκάστου ιδιαιτέρως ή μεθ’ όλων ομού και φέρων εις τα γυμνάσια τους νεωτέρους αυτών• προ πάντων όμως τους εδοκίμαζεν εις την τράπεζαν, διότι εφ’ όσον χρόνον τους είχε πλησίον του τοις έδιδε τα πάντα και τους εξένιζε μεγαλοπρεπώς. Εξ όλων δε των μνηστήρων προ πάντων ήρεσκον εις αυτόν οι εξ Αθηνών ελθόντες, και εκ τούτων περισσότερον ο Ιπποκλείδης του Τισάνδρου τον οποίον επροτίμα διά την ανδρίαν του και διότι κατήγετο από τους Κυψελίδας της Κορίνθου.
129. Ότε δε έφθασεν η προσδιορισθείσα διά την τελετήν του γάμου ημέρα και να είπη ο Κλεισθένης ποίον εξέλεγεν ως γαμβρόν του, εθυσίασεν ο Κλεισθένης εκατόν βόας και ευώχησεν ου μόνον τους μνηστήρας αλλά και όλους τους Σκυωνίους. Περαιωθέντος του δείπνου, οι μνηστήρες συνεζήτησαν περί μουσικής και περί άλλων αντικειμένων τα οποία έφερεν η συνομιλία. Προβαίνοντος δε του πότου, ο Ιπποκλείδης όστις υπερείχε των άλλων διέταξε τον αυλητήν να παίξη χορόν. Ο αυλητής υπήκουσεν, ο δε Ιπποκλείδης εξετέλεσε χορόν τινα της αρεσκείας του. Αλλ’ ο Κλεισθένης, ων θεατής, έβλεπε δυσαρέστως όλον το πράγμα. Μετά ταύτα, σταθείς ολίγον ο Κλεισθένης, διέταξε να τω φέρωσι τράπεζαν• ελθούσης δε της τραπέζης, πρώτον μεν εχόρευσεν επ’ αυτής κατά τρόπους Λακωνικούς, έπειτα δε κατά τρόπους Αττικούς και επί τέλους στηρίξας την κεφαλήν επί της τραπέζης ανετίναξε τα σκέλη. Ο δε Κλεισθένης, ενόσω μεν ο Ιπποκλείδης εχόρευε τα πρώτα και τα δεύτερα είδη, μολονότι τα εύρισκεν απρεπή και απεφάσισε να μη τον κάμνη γαμβρόν του, συνείχεν όμως εαυτόν και δεν ήθελε να εκραγή κατ’ αυτού. Αλλ’ ότε τον είδεν ανατινάσσοντα τα σκέλη εις τον αέρα, μη δυνάμενος πλέον να υποφέρη είπεν• «Ω υιέ του Τισάνδρου διά του χορού απελάκτισας τον γάμον» ο δε Ιπποκλείδης υπολαβών είπεν: «Ου φροντίς Ιπποκλείδη.» Και έκτοτε ο λόγος ούτος έμεινε παροιμιώδης.
130. Τότε ο Κλεισθένης ζητήσας να σιωπήσωσιν είπεν εις το μέσον τα εξής• «Ω μνηστήρες της θυγατρός μου, εγώ όλους σας επαινώ, και εάν ήτο δυνατόν ήθελον σας ευχαριστήσει όλους χωρίς να προτιμήσω ένα μόνον εξ υμών και να απορρίψω τους άλλους. Επειδή όμως τούτο είναι αδύνατον να ευχαριστήσω όλους προκειμένου να αποφασίσω περί μιας κόρης, δίδω εις έκαστον εξ υμών των αποπεμπομένων έν τάλαντον αργυρίου διά την τιμήν την οποίαν με εκάματε θελήσαντες να λάβητε γυναίκα την θυγατέρα μου και διά τα έξοδα της αποδημίας σας, μνηστεύω δε την θυγατέρα μου Αγαρίστην με τον υιόν του Αλκμαίωνος Μεγακλέα κατά τους νόμους των Αθηναίων.» Ειπόντος τότε του Μεγακλέους ότι την λαμβάνει ως γυναίκα, επεκυρώθη ο γάμος υπό του Κλεισθένους.
131. Τοιαύτη ήτο η εκλογή του Κλεισθένους και ούτως οι Αλκμαιωνίδαι εφημίσθησαν ανά την Ελλάδα, Εκ του γάμου δε τούτου εγεννήθη ο Κλεισθένης όστις έχων το όνομα του Σικυωνίου μητροπάτορός του κατέστησε τας φυλάς και την δημοκρατίαν εις τας Αθήνας. Ούτος ο υιός εγεννήθη εις τον Μεγακλέα και ο Ιπποκράτης, εκ δε του Ιπποκράτους εγεννήθη άλλος Μεγακλής και άλλη Αγαρίστη λαβούσα το όνομα από τις Αγαρίστης του Κλεισθένους• αύτη δε συζευχθείσα τον Ξάνθιππον του Αρίφρονος και εγκυμονήσασα είδεν όνειρον εν τω ύπνω• τη εφάνη ότι έτεκε λέοντα• και μετ’ ολίγας ημέρας τίκτει τω Ξανθίππω τον Περικλέα,
132. Μετά την εν Μαραθώνι δε καταστροφήν των Περσών, ο Μιλτιάδης ήδη έγκριτος μεταξύ των Αθηναίων, εγένετο τότε σημαντικώτερος. Εζήτησε λοιπόν παρά του δήμου εβδομήκοντα πλοία, στρατόν και χρήματα, χωρίς να είπη κατά τίνων ήθελε να εκστρατεύση, αλλά μόνον ότι θα καταπλουτίση αυτούς εάν έστεργον να τον ακολουθήσωσι, διότι θα τους φέρη εις τοιούτον τόπον από τον οποίον ευκόλως θα λάβωσιν άφθονον χρυσόν. Ταύτα λέγων εζήτει τα πλοία, οι δε Αθηναίοι παρασυρθέντες υπό των λόγων τον τα έδοσαν.
133. Παραλαβών ο Μιλτιάδης τον στρατόν έπλευσε κατά της Πάρου επί προφάσει μεν ότι οι Πάριοι είχον αρχίσει πρώτοι τον πόλεμον πέμψαντες μετά του περσικού στόλου μίαν τριήρη εις τον Μαραθώνα, πράγματι δε διότι είχεν έχθραν κατά των Παρίων ένεκα του Λυσαγόρου, υιού του Τισίου, όστις Πάριος ων το γένος τον διέβαλεν εις τον Πέρσην Υδάρνη. Φθάσας ο Μιλτιάδης εις την οποίαν έπλεε νήσον, επολιόρκησε διά του στρατού τους Παρίους κεκλεισμένους εις τα τείχη των, και πέμψας εντός της πόλεως κήρυκα εζήτει εκατόν τάλαντα λέγων ότι εάν δεν τα δώσωσι δεν θα λύση την παλιορκίαν πριν τους καταστρέψη. Αλλ’ οι Πάριοι ούτε καν εσκέφθησαν να δώσωσι χρήματα εις τον Μιλτιάδην, το μόνον δε όπερ απεφάσισαν ήτο πώς να φυλάξωσι την πόλιν• όθεν και άλλα μέτρα ελάμβανον, και συγχρόνως όπου έβλεπον ότι το τείχος ήτο ευπρόσβλητον αμέσως την ιδίαν νύκτα ύψωνον τα μέρος διπλάσιον του παλαιού.
134. Και όσα μεν είπα μέχρι του σημείου τούτου της διηγήσεως, λέγουσιν αυτά και όλοι οι Έλληνες• τα λοιπά δε, ως λέγουσιν οι Πάριοι συνέβησαν ως εξής. Ενώ ο Μιλτιάδης ηπόρει περί του πρακτέου, παρουσιάσθη εις αυτόν γυνή τις αιχμάλωτος, Παρία το γένος, καλουμένη Τιμώ, υποδιάκονος των χθονίων θεών, ήτις τον συνεβούλευσεν, εάν επεθύμει να κυριεύση την Πάρον, να πράξη όσα τον υπαγορεύση αυτή. Μετά ταύτα λέγουσιν ότι αυτή μεν έδωκε τας αναγκαίας συμβουλάς, ο δε Μιλτιάδης αναβάς εις τον λόφον όστις είναι προ της πόλεως, υπερεπήδησε το περίφραγμα και εισήλθεν εις τον ναόν της θεσμοφόρου Δήμητρος, καθότι δεν ήτο δυνατόν να ανοίξη τας θύρας. Υπερπηδήσας λοιπόν τον τοίχον, εβάδισε κατ’ ευθείαν προς τον ναόν αγνοώ τίνα σκοπόν έχων, είτε διά να μετακινήση τι εξ εκείνων τα οποία πρέπει να μένωσιν ακίνητα, είτε διά να πράξη οτιδήποτε άλλο. Ότε όμως έφθασε προ της θύρας, αίφνης τον κατέλαβεν ιερός τρόμος και επέστρεψε διά της αυτής οδού• πηδήσας δε εκ δευτέρου τον φράκτην έθλασε τον μηρόν, κατ’ άλλους δε εξήρθρωσε το γόνυ.
135. Ο Μιλτιάδης λοιπόν κακώς έχων απέπλευσεν οπίσω, ούτε χρήματα φέρων εις τους Αθηναίους ούτε την Πάρον κυριεύσας. Είχε πολιορκήσει αυτήν είκοσι και έξ ημέρας και κατερημώσει τα πέριξ. Μαθόντες δε Πάριοι ότι η υποδιάκονος των θεών Τιμώ είχε δώσει οδηγίας εις τον Μιλτιάδην και θέλοντες διά τούτο να την τιμωρήσωσιν, άμα ησύχασαν μετά την πολιορκίαν έπεμψαν εις τους Δελφούς διά να ερωτήσωσιν εάν έπρεπε να επιβάλωσι τιμωρίαν τινά εις την υποδιάκονον των θεών, καθότι υπέδειξεν εις τους εχθρούς το μέσον να κυριεύσωσι την πόλιν και εφανέρωσεν εις τον Μιλτιάδην πράγματα τα οποία δεν έπρεπε να φανερωθώσιν εις άνδρα. Αλλ’ η Πυθία δεν επέτρεψε τούτο, ειπούσα ότι η Τιμώ δεν ήτο ένοχος, ότι ήτο πεπρωμένον ο Μιλτιάδης να έχη κακόν τέλος και ότι εκείνη υπήρξε το όργανον των κακών του. Και εις μεν τους Παρίους ταύτα απεκρίθη η Πυθία.
136. Αφού δε επέστρεψεν ο Μιλτιάδης εκ της Πάρου, μία ομόθυμος κραυγή ηγέρθη κατ’ αυτού, τινές δε και μάλιστα ο Ξάνθιππος του Αρίφρονος ενήγαγον αυτόν ενώπιον του δήμου ως ένοχον θανάτου και τον κατεδίωκον ως απατήσαντα τους Αθηναίους. Ο δε Μιλτιάδης, μη δυνάμενος να εμφανισθή αυτοπροσώπως, δεν απελογήθη, καθότι ο μηρός του ήρχισεν ήδη να σήπεται• αλλ’ ενώ έκειτο εις την κλίνην, οι φίλοι του απελογούντο αντ’ αυτού αναφέροντες μετ’ εμφάσεως την εν Μαραθώνι μάχην, την άλωσιν της Λήμνου και λέγοντες ότι κυριεύσας αυτήν και εκδικηθείς τους Πελασγούς την παρέδωκεν εις τους Αθηναίους. Ο δε δήμος τον απέλυσε μεν της θανατικής καταδίκης, τον εζημίωσεν όμως ως αδικήσαντα εις πρόστιμον πεντήκοντα ταλάντων. Ολίγον μετά ταύτα προχωρησάσης της γαγγραίνης απέθανεν ο Μιλτιάδης, τα δε πεντήκοντα τάλαντα επλήρωσεν ο υιός του Κίμων.
137. Εκυρίευσε δε την Λήμνον ο Μιλτιάδης ο υιός του Κίμωνος ως ακολούθως. Οι Πελασγοί είχον διωχθή εκ της Αττικής υπό των Αθηναίων, είτε δικαίως είτε αδίκως• περί τούτου δεν θα είπω άλλο τι παρ’ ό,τι λέγουσιν άλλοι. Αφ’ ενός μεν ο Εκαταίος του Ηγησάνδρου εν τη ιστορία του λέγει ότι εδιώχθησαν αδίκως• κατ’ αυτόν, όταν οι Αθηναίοι είδον την εις τους πρόποδες του Υμηττού χώραν την οποίαν είχον δώσει εις τους Πελασγούς εις αντάλλαγμα του υπό των Πελασγών κτισθέντος τείχους της ακροπόλεως, όταν είδον την χώραν ταύτην καλώς δεδουλευμένην, πρότερον ούσαν άγονον και μηδαμινήν, εφθόνησαν και επεθύμησαν να την λάβωσι, και εδίωξαν τους Πελασγούς χωρίς να προβάλωσι την ελαχίστην πρόφασιν. Αφ’ ετέρου δε οι Αθηναίοι λέγουσιν ότι δικαίως τους εδίωξαν, διότι κατοικούντες οι Πελασγοί εις τους πρόποδας του Υμηττού και ορμώμενοι εκείθεν επροξένουν τας εξής αδικίας. Επειδή αι θυγατέρες των Αθηναίων εσύχναζον εις την Εννεάκρουνον διά να λάβωσιν ύδωρ (καθότι κατ’ εκείνην την εποχήν μήτε οι Αθηναίοι μήτε οι άλλοι Έλληνες είχον δούλους) οι Πελασγοί, όταν ήρχοντο αύται εις την πηγήν, τας εβίαζον αυθαδώς και περιφρονητικώς. Δεν ήρκει δε τούτο, αλλά τελευταίον τους συνέλαβον επ’ αυτοφώρω επιβουλεύοντας να κυριεύσωσι τας Αθήνας. Τότε δε εφάνησαν τόσον καλλίτεροι εκείνων ώστε ενώ ηδύναντο να τους φονεύσωσιν ως επιβούλους, δεν έπραξαν τούτο, αλλ’ ηρκέσθησαν να τους διατάξωσι να εξέλθωσι της χώρας. Ανεχώρησαν λοιπόν οι Πελασγοί και εκυρίευσαν άλλους τόπους, ιδίως δε την Λήμνον. Και εκείνα μεν είπεν ο Εκαταίος, ταύτα δε λέγουσιν οι Αθηναίοι.
138. Ούτοι δε οι Πελασγοί νεμόμενοι τότε την Λήμνον και θέλοντες να εκδικηθώσι τους Αθηναίους, επειδή εγνώριζον καλώς τας εορτάς των Αθηναίων, αποστείλαντες πεντηκοντόρους ενήδρευσαν τας γυναίκας αυτών ότε ετέλουν εις την Βραυρώνα την εορτήν της Αρτέμιδος. Αρπάσαντες δε εκείθεν πολλάς εξ αυτών απέπλευσαν και ελθόντες εις την Λήμνον είχον αυτάς ως παλλακάς. Αφού δε αι γυναίκες αύται ετεκνοποίησαν, εδίδασκον εις τους παίδας των την Αττικήν γλώσσαν και τα ήθη των Αθηναίων. Οι δε παίδες ούτε να συναναστρέφονται ήθελον με τους παίδας τους γεννηθέντας εκ των Πελασγίδων γυναικών, και εάν τις εξ αυτών ετύπτετο υπό τινος παιδός Πελασγίδος, έτρεχον όλοι και εβοήθουν αλλήλους. Προσέτι και να άρχωσιν ήθελον των άλλων παιδίων και ήσαν ισχυρότεροι. Ιδόντες ταύτα οι Πελασγοί συνηθροίσθησαν όπως συσκεφθώσι• συσκεπτόμενοι δε εύρον ότι το πράγμα ήτο επικίνδυνον καθότι αφού εις τοιαύτην μικράν ηλικίαν οι παίδες εκείνοι ήξευραν να βοηθώνται μεταξύ των εναντίον των παίδων των νομίμων των γυναικών, και ήθελον από τούδε να τους διοικώσι, τι άρα γε θα ήσαν ικανοί να πράξωσιν αφού ανδρωθώσιν; Όθεν απεφάσισαν να φονεύσωσι τους παίδας τους εκ των Αττικών γυναικών, και εκτελέσαντες τούτο εφόνευσαν προσέτι και τας μητέρας. Από τούτου δε του έργου και του προτέρου το οποίον διέπραξαν αι Λήμνιαι γυναίκες, φονεύσασαι συγχρόνως τον βασιλέα Θόαντα και όλους τους συζύγους των, έμεινε συνήθεια εις την Ελλάδα να καλώνται Λήμνια όλα τα εγκληματικά έργα.
139. Αφού δε οι Πελασγοί εφόνευσαν τους παίδας και τας γυναίκας των ούτε η γη των εβλάστησε πλέον καρπόν, ούτε αι γυναίκες των και αι ποιμναί των εγέννησαν. Πιεζόμενοι υπό του λιμού και της ατεκνίας, έπεμψαν εις τους Δελφούς διά να ζητήσωσι λύσιν των παρόντων κακών. Η δε Πυθία τους διέταξε να δώσωσιν εις τους Αθηναίους ικανοποίησιν οποίαν αυτοί οι Αθηναίοι ήθελον ζητήσει. Μετέβησαν λοιπόν οι Πελασγοί εις τας Αθήνας και είπον ότι προθύμως έδιδον ικανοποίησιν διά τα αδικήματά των. Οι δε Αθηναίοι στήσαντες κλίνην εις το πρυτανείον όσον ηδυνήθησαν μεγαλοπρεπέστερον και παραθέσαντες τράπεζαν κεκαλυμμένην υπό εξαιρέτων φαγητών, είπον εις τους Πελασγούς να παραδώσωσι την χώραν των εις τοιαύτην κατάστασιν. Οι δε Πελασγοί αποκριθέντες εις ταύτα είπον• «Όταν εις μίαν ημέραν ο βορράς άνεμος φέρη έν πλοίον εκ της χώρας σας εις την ιδικήν μας, τότε σας την παραδίδομεν.» Είπον τούτο βέβαιοι όντες ότι ήτο αδύνατον να γίνη, καθότι η Αττική κείται πολύ μακράν της Λήμνου προς νότον.
140 Ταύτα συνέβησαν τότε. Μετά πολλά δε έτη, ότε η Χερσόνησος υπετάγη εις τους Αθηναίους, ο Μιλτιάδης του Κίμωνος, ενώ έπνεον οι ετησίαι άνεμοι, πλεύσας εκ του Ελαιούντος του εν τη Χερσονήσω εις την Λήμνον, είπεν εις τους Πελασγούς να εκκενώσωσι την νήσον, αναμιμνήσκων αυτοίς τον χρησμόν τον οποίον ούτοι ουδέποτε ήλπιζον ότι ήθελεν εκπληρωθή. Και οι μεν Ηφαιστιείς υπήκουσαν, οι δε Μυριναίοι μη πειθόμενοι και λέγοντες ότι η Χερσόνησος δεν ήτο Αττική, επολιορκήθησαν μέχρις ου παρεδόθησαν. Τοιουτοτρόπως λοιπόν οι Αθηναίοι και ο Μιλτιάδης κατέλαβον την Λήμνον.

  ΤΕΛΟΣ Β΄ ΤΟΜΟΥ Α΄ ΜΕΡΟΣ