Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑΣ ΤΟΥ ΝΕΣΤΟΡΟΣ

Περιγραφή Ανακτόρου

 

Το Ανάκτορο του Νέστορος βρίσκεται στο λόφο του Άνω Εγκλιανού, στη δυτική πλευρά της οδού που ενώνει την Πύλο με τη Χώρα. Απέχει 4χλμ. νότια από τη Χώρα και 17χλμ. βόρεια από την Πύλο. Ο λόφος δεσπόζει ανάμεσα σε ρεματιές, σε μια περιοχή κατάφυτη από ελαιώνες και αμπελώνες, ενώ απέναντί του ανοίγεται ο κόλπος του Ναυαρίνου.

Στην γύρω περιοχή βρέθηκαν όστρακα Νεολιθικής εποχής, καθώς και κατάλοιπα Πρωτοελλαδικού οικισμού. Είναι εξακριβωμένο ότι ο λόφος του Άνω Εγκλιανού κατοικήθηκε για πρώτη φορά κατά την Μεσοελλαδική εποχή (γύρω 2000 π.Χ.), οπότε και κατασκευάστηκε οχυρωματικός περίβολος γύρω από το χώρο, όπου αργότερα θεμελιώθηκε το Ανάκτορο.
Η Πύλη και τμήματα των τειχών σώζονται ακόμη. Πρόσφατες έρευνες αποκάλυψαν ακόμη, ότι τουλάχιστον ένα πρωιμότερο ανακτορικό κτίριο βρισκόταν ακριβώς κάτω από το κεντρικό κτίριο.
Όμως αυτό το κτίσμα ισοπεδώθηκε προσεχτικά στις αρχές της ΥΕ ΙΙΙ Β εποχής, στο τέλος του 14ου αι. π.Χ. και το νέο ανάκτορο, που το αντικατέστησε είναι το κτίριο που βλέπουν σήμερα οι επισκέπτες.

Η ακρόπολη δεν ήταν οχυρωμένη -σε αντίθεση με τις άλλες γνωστές μυκηναϊκές ακροπόλεις της ηπειρωτικής Ελλάδας (Μυκήνες, Τίρυνθα, Μιδέα, Αθήνα), που περιβάλλονταν από ισχυρά κυκλώπεια τείχη. Το ανάκτορο, που ήταν διώροφο, διέθετε μεγάλες αυλές, πολλούς αποθηκευτικούς χώρους, ιδιωτικά διαμερίσματα, εργαστήρια, λουτρά, κλιμακοστάσια, φωταγωγούς καθώς και αποχετευτικό σύστημα.Ο χώρος του ανακτόρου συγκέντρωνε πολλές λειτουργίες, αφού αποτελούσε οικονομικό, διοικητικό, πολιτικό και θρησκευτικό κέντρο αλλά και χώρο κατοίκησης.

Το κτίριο υπέστη πολλές μετατροπές κατά τη διάρκεια του 13ου αι. π.Χ. και σήμερα είναι ορατή η τελευταία του φάση. Το λαμπρό ανακτορικό συγκρότημα της Μυκηναϊκής Πύλου καταλαμβάνει το Νοτιοδυτικό τμήμα του λόφου και αποτελείται από δύο αυτοτελή κτιριακά συγκροτήματα: το Νοτιοδυτικό και το Κεντρικό κτίριο.

Το Νοτιοδυτικό κτίριο συνολικού εμβαδού 1.400τ.μ. περίπου γειτνιάζει με το πιο πυκνοκατοικημένο τμήμα της Κάτω Πόλης, είναι παλαιότερο βασιλικό ενδιαίτημα και θεωρείται ως το Ανάκτορο του Νηλέως, ενώ το Κεντρικό κτίριο συνολικού εμβαδού 2.000 τ.μ. είναι το Ανάκτορο του Νέστορος.
Το Ανάκτορο του Νέστορος είναι το καλύτερα διατηρημένο μυκηναϊκό ανάκτορο, το οποίο μάλιστα σώζεται όχι απλώς στα θεμέλια του, αλλά στην αρχή των τοίχων του, σε ορισμένα σημεία μέχρι και σε ύψος 1μ. Στην ακρόπολη υπάρχει επίσης το λεγόμενο Βορειοανατολικό κτίριο, που ίσως να ήταν οπλοστάσιο ή ιερό και σε μικρή απόσταση από τα όρια της ακρόπολης δύο βασιλικοί θολωτοί τάφοι (Θολωτοί τάφοι ΙΙΙ, ΙV).

Το Ανάκτορο του Νηλέως, χτίστηκε πριν από το ανάκτορο του Νέστορα, αλλά ήταν σε χρήση καθ’ όλη τη διάρκεια του 13ου αι. π.Χ. μέχρι την τελική καταστροφή του ανακτορικού συγκροτήματος από πυρκαγιά γύρω στα 1200 π.Χ. Ο σημαντικότερος και επισημότερος χώρος του, ήταν η αίθουσα του Θρόνου, μια μεγάλη αίθουσα με τέσσερις ή έξι κίονες για τη στήριξη της οροφής. Στην αίθουσα αυτή οδηγούσε ένας προθάλαμος με δύο κίονες στην ανοιχτή του πλευρά και έναν τρίτο, ανορθόδοξα από στατικής άποψης τοποθετημένο στο κέντρο, ελεύθερα, χωρίς να φτάνει στην οροφή.

Την επισημότητα της κεντρικής αίθουσας μαρτυρούν τα ίχνη εστίας, και η χαμηλή κατασκευή για τη θέση του φρουρού στα δεξιά της εισόδου. Η λαμπρότητα του προθαλάμου και της αίθουσας του θρόνου επιβεβαιώνεται από τα θραύσματα των πλούσιων νωπογραφιών που στόλιζαν τους τοίχους.
Φαίνεται, πως στην αίθουσα του Θρόνου και στον πρόθαλαμό της ο άνακτας θα εκτελούσε τα ιερατικά του καθήκοντα. Το συγκρότημα αυτό περιλάμβανε επίσης υπαίθριες, ελεύθερες και περίκλειστες αυλές, μεγάλη μεμονωμένη αποθήκη κρασιού, αποθήκες τροφίμων, σκευοφυλάκιο, λουτρό, κλιμακοστάσιο που οδηγούσε στον όροφο, φωταγωγό καθώς και μια ισχυρή διώροφη πυργοειδή εντυπωσιακή κατασκευή με παχείς τοίχους. Η διάταξη των χώρων δεν έχει αξονική συμμετρία και παρουσιάζει εικόνα δαιδαλώδη.

Δίπλα στο Ανάκτορο του Νηλέως βρισκόταν το Ανάκτορο του Νέστορος. Με πρόσοψη 30μ. και μήκος 75μ. καταλαμβάνει τη μεγαλύτερη έκταση του όλου κτιριακού συγκροτήματος του λόφου. Το συμπαγές αυτό κτιριακό συγκρότημα, εκτός από το κεντρικό αίθριο και τις δύο υπαίθριες αυλές στη βορειοανατολική πλευρά, προσιτές μόνο από το εσωτερικό, περιλαμβάνει πενήντα ανεξάρτητους μικρούς και μεγαλύτερους στεγασμένους χώρους διαφόρων χρήσεων, επάνω από τους οποίους υψωνόταν ο όροφος.

Το ανακτορικό αυτό συγκρότημα, αυστηρά ορθογώνιο, αντίθετα με το παλαιότερο του Νηλέα και τα άλλα μυκηναϊκά σύγχρονά του ανάκτορα, αναπτύσσεται γύρω από έναν κεντρικό άξονα, συμμετρικά και εύρυθμα υπηρετώντας προκαθορισμένες ανάγκες. Στον κεντρικό άξονα βρίσκονται σε σειρά, το πρόπυλο, το αίθριο και το κυρίαρχο μέγαρο με το προστώο, τον πρόδομο και την αίθουσα του θρόνου.

Η αίθουσα του θρόνου διαστάσεων 12,90 x 11,20 μ. πλούσια διακοσμημένη με νωπογραφίες στο δάπεδο, στην οροφή και τους τοίχους είναι ο πυρήνας της βασιλικής διοίκησης. Το δάπεδο ήταν επιχρισμένο με κονίαμα, ζωγραφισμένο σε πυκνές σειρές τετραγώνων, τα οποία εκτός από ένα, που είχε ζωγραφισμένο ένα μεγάλο χταπόδι, ήταν διακοσμημένα με ποικίλα γραμμικά θέματα χρώματος ερυθρού, γαλάζιου, κίτρινου, άσπρου και μαύρου.

Στο κέντρο της αίθουσας του θρόνου, βρίσκεται η μεγάλη εστία, διαμέτρου 4μ. Η πήλινη εστία ύψους 20 εκ. είναι πλούσια διακοσμημένη. Τέσσερις ξύλινοι κίονες με 32 ραβδώσεις ο καθένας, τοποθετημένοι πάνω σε λίθινες βάσεις, συμμετρικά γύρω από την περιφέρεια της εστίας, στήριζαν το υπερώο και το ψηλό οπαίο, το οποίο εκτός του ότι φώτιζε την αίθουσα, χρησίμευε και για τη διαφυγή του καπνού.

Μεταξύ του δυτικού κίονα και της εστίας βρέθηκε μεγάλη πήλινη επιχρισμένη τράπεζα προσφορών. Στο κέντρο της βορειοανατολικής πλευράς της αίθουσας, αντικριστά στην εστία, βρίσκεται η θέση του θρόνου. Από το θρόνο, που θα πρέπει να ήταν ξύλινος δεν σώθηκε κανένα ίχνος. Δίπλα ακριβώς από αυτόν, βρέθηκε μια κατασκευή, που συνδέεται με την τέλεση σπονδών από τον ιερουργό-βασιλιά. Ιδιαίτερα εντυπωσιακές θα ήταν οι τοιχογραφίες, που στόλιζαν τους τοίχους.

Όπως προκύπτει από τα θραύσματα: ο θρόνος πλαισιωνόταν από δύο τεράστιους γρύπες που είχαν πίσω τους ένα λιοντάρι, φρουρό –σύμβολο της βασιλικής εξουσίας- , ενώ στην ανατολική γωνία της αίθουσας υπήρχε τοιχογραφία με παράσταση μουσικού καθισμένου σε βράχο να παίζει λύρα.
Το Μέγαρο, πλαισιώνεται, από στενούς διαδρόμους, προσιτούς από τον προθάλαμο και από το αίθριο, που οδηγούν σε βοηθητικούς και αποθηκευτικούς χώρους του ισογείου (σκευοφυλάκια, αποθηκευτικούς χώρους λαδιού και αρωματικών ελαίων), καθώς και στον όροφο, διαμέσου δύο κλιμακοστασίων, όπου προφανώς βρίσκονταν οι βασιλικοί κοιτώνες και άλλες αποθήκες.

Ανάμεσα στους υπόλοιπους χώρους, που έχει επιβεβαιωθεί η χρήση τους είναι τρία αυτοτελή διαμερίσματα, στα οποία οδηγεί υπόστυλη στοά στα βορειοανατολικά του αιθρίου: α) μια διώροφη πυργοειδής κατασκευή, β) η λεγόμενη αίθουσα της Βασίλισσας, με την υπαίθρια περίκλειστη αυλή, τους εσωτερικούς διαδρόμους και τους βοηθητικούς χώρους της και γ) το λουτρό.
Ο ανασκαφέας του ανακτόρου C. Blegen, θεώρησε ότι η πυργοειδής κατασκευή ακριβώς στο πρόπυλο του ανακτόρου προοριζόταν για την εγκατάσταση του αρχηγείου της ανακτορικής φρουράς, ήταν δηλ. το φρουραρχείο του ανακτόρου.

Δίπλα στο φρουραρχείο βρίσκεται το δεύτερο αυτοτελές διαμέρισμα. Σε αυτό κυριαρχεί ένα σχεδόν τετράγωνο δωμάτιο με τρεις εισόδους, η λεγόμενη αίθουσα της Βασίλισσας, πλούσια διακοσμημένη με νωπογραφίες στην οροφή και τους τοίχους και με εστία στο κέντρο με παρόμοια διακόσμηση με την αισθητά μεγαλύτερή της εστία της αίθουσας του θρόνου.
Οι νωπογραφίες και η εστία μαρτυρούν την επισημότητα του χώρου, ο οποίος όμως πρέπει μάλλον να συνδεθεί όχι με τη βασίλισσα, της οποίας τα διαμερίσματα θα βρίσκονταν στον όροφο, αλλά με τον επικεφαλής και τους αξιωματούχους της φρουράς.

Το τρίτο αυτόνομο διαμέρισμα χαρακτηρίζεται από ένα μικρό επίμηκες δωμάτιο, το οποίο διατηρεί στην αρχική τους θέση έναν πήλινο λουτήρα, διακοσμημένο εσωτερικά με γραπτή διακόσμηση και δύο πιθάρια νερού, ενσωματωμένα σε πεζούλι. Από τον ανασκαφέα θεωρήθηκε ότι επρόκειτο για το βασιλικό λουτρό.

Άλλοι αυτοτελείς χώροι της κεντρικής πτέρυγας, όλοι κατά μήκος της αριστερής πλευράς της είναι μερικά δικάμαρα διαμερίσματα με εσωτερική επικοινωνία, διαδοχικά τοποθετημένα: σκευοθήκη, όπου βρέθηκαν 6000 πήλινα αγγεία και οικιακά σκεύη, κυλικείο με αίθουσα αναμονής και το αρχείο.

Το αρχείο βρίσκεται στην είσοδο του κεντρικού ανακτορικού συγκροτήματος, δίπλα στο εξωτερικό πρόπυλο. Ο χώρος αυτός αποτέλεσε το κέντρο άσκησης της δημοσιονομικής πολιτικής του ανακτόρου. Σε αυτόν βρέθηκαν περίπου 1000 πήλινες πινακίδες και θραύσματα πινακίδων με επιγραφές της Γραμμικής Β΄ Γραφής.

Οι πινακίδες διατηρήθηκαν τυχαία όταν η πυρκαγιά, που κατέστρεψε το ανακτορικό συγκρότημα, κατέκαψε και το δωμάτιο, όπου φυλάσσονταν γι’αυτό αντιστοιχούν στην τελευταία διοικητική χρονιά του ανακτόρου. Τα κείμενα των πινακίδων αποτελούν κατά βάση, οικονομικούς καταλόγους με απογραφές αγαθών και καταγραφές εμπορικών συναλλαγών και φοροεισπράξεων, καθώς και καταγραφές προσφορών και αφιερωμάτων στους θεούς παρέχοντας σημαντικότατες πληροφορίες για την παραγωγή των προϊόντων, την αποθήκευση τους, τη διανομή των αγαθών, τη διάθεσή τους στο εμπόριο, αλλά και για την πολιτική συγκρότηση, τη διοικητική διάρθρωση, την οικονομία, τη δομή της κοινωνίας των Μυκηναίων καθώς και στοιχεία για τη λατρεία. Το περιεχόμενο των πινακίδων θα ήταν άγνωστο εάν ο βρετανός αρχιτέκτονας Michael Ventris δεν είχε κατορθώσει, το 1952, μετά από επίμονες προσπάθειες να αποκρυπτογραφήσει τη Γραμμική Β΄ Γραφή μελετώντας τις πινακίδες από την Πύλο.

Ανεξάρτητο δικάμαρο κτίσμα, μεγάλων διαστάσεων, εκτός των ορίων του ανακτόρου, είναι η κεντρική αποθήκη κρασιού, εμβαδού 250 τ.μ. Είχε ιδιαίτερο προθάλαμο προορισμένο για τον υπεύθυνο της διάθεσης του κρασιού, το οποίο φυλασσόταν σε σειρές πιθαριών, που βρίσκονταν στις πλευρές του μεγάλου δωματίου και σε διπλή σειρά κατά μήκος του κεντρικού του άξονα.
Επίσης εκτός των ορίων του ανακτόρου (στα ΒΑ) βρίσκεται ένα ανεξάρτητο συγκρότημα αποτελούμενο από 6 χώρους με διάδρομο ανάμεσά τους και πιθανότατα από στεγασμένο προστώο με κιονοστοιχία.
Τρεις χώροι είναι πιθανόν, πως αποτελούσαν εργαστήριο κατασκευής και επισκευής μετάλλινων και δερμάτινων ειδών, όπως προέκυψε από τις 100 περίπου πινακίδες που βρέθηκαν στο συγκρότημα και αναφέρονται σε προμήθειες χαλκού και δερμάτων και σε εξαρτήματα αρμάτων. Τα παραπάνω στοιχεία σε συνδυασμό με τις εκατοντάδες αιχμές βελών, που αποκαλύφθηκαν, δείχνουν ότι το συγκρότημα αυτό ήταν εργαστήριο πολεμικών ειδών και οπλοστάσιο του ανακτόρου.

Ο πιο ενδιαφέρων χώρος του συγκροτήματος αυτού είναι ένα μικρό τετράγωνο δωμάτιο, ανοιχτό στην πρόσοψή του, ανάμεσα σε δύο ογκώδεις παραστάδες και με ορθογώνιο λίθινο βωμό απέναντι από την είσοδο. Όπως υποδηλώνει ενεπίγραφη πινακίδα, από τις 100 που βρέθηκαν στο χώρο, πρόκειται για ιερό αφιερωμένο στη θεά Πότνια Ιππία, θεότητα ταυτισμένη με την Αθηνά.
Κοντά στο ανακτορικό συγκρότημα υπάρχουν δύο βασιλικοί θολωτοί μυκηναϊκοί τάφοι.

Ο ένας σε απόσταση 145μ. από το ανάκτορο, στα νοτιοανατολικά της ακρόπολης (Θολωτός τάφος ΙΙΙ), ήταν συλημένος και κατεστραμμένος και σώζεται σε ύψος μόλις 30 εκ.
Ωστόσο σε έξι άθικτες λακκοειδείς ταφές στο δάπεδό του βρέθηκαν μεταξύ άλλων πολύτιμων αντικειμένων, τέσσερις μεγάλοι πίθοι με έναν σκελετό ο καθένας, 22 χάλκινα ξίφη και εγχειρίδια, χάλκινα σκεύη και πολλά αγγεία.
Σήμερα κανένα μέρος του τάφου δεν είναι ορατό καθώς το δάπεδο και οι λακκοειδείς ταφές έχουν καταχωθεί για λόγους προστασίας.

Ο άλλος βασιλικός τάφος (Θολωτός τάφος IV), σε απόσταση 90μ. από την πύλη της ακρόπολης στα βορειοανατολικά, με διάμετρο θαλάμου 9,35μ., χρονολογείται το 16ο αι. π.Χ. και χρησιμοποιήθηκε με διαδοχικές ταφές ίσως μέχρι και το 13ο αι. π.Χ. Στον τάφο αυτό που αναστηλώθηκε το 1957, μεταξύ άλλων βρέθηκαν μια χρυσή σφραγίδα με απεικόνιση φτερωτού γρύπα, τέσσερις σφραγιδόλιθοι, ένα χρυσό δαχτυλίδι με παράσταση ιερού κορυφής μινωικού τύπου, πλήθος ψήφων, κυρίως από αμέθυστο και τέσσερις χρυσές γλαύκες.

Το Ανάκτορο καταστράφηκε από μεγάλη πυρκαγιά στα τέλη της Υστεροελλαδικής ΙΙΙ Β/ ΙΙΙ Γ εποχής, γύρω στο 1200π. Χ., η οποία ευνοήθηκε ιδιαίτερα από τις πυκνές ξυλοδεσιές των τοίχων του κτιρίου καθώς και τις μεγάλες ποσότητες αποθηκευμένου ελαίου. Η καταστροφή του Ανακτόρου του Νέστορος, όπως και οι καταστροφές των άλλων σύγχρονων ανακτόρων της ηπειρωτικής Ελλάδας (Γλας, Ορχομενός, Καδμείον, Μυκήνες, Τίρυνθα), κατά την ίδια περίοδο, πιθανότατα οφείλονται σε γενικότερες λαϊκές αναστατώσεις και εξεγέρσεις στις έδρες των μυκηναϊκών βασιλείων, που οδήγησαν σε πολιτικές ανακατατάξεις.
Μετά την καταστροφή, κάποια στιγμή στους σκοτεινούς χρόνους (περ. 1100-900π.Χ.) οι άνθρωποι ξανακατοίκησαν το λόφο, αφήνοντας πίσω τους σαφή ίχνη της παρουσίας τους: κεραμεική, εργαλεία και οικοδομικά λείψανα. Το στρώμα αυτό κάλυπτε περίπου το 20% του χώρου του Ανακτόρου.
Υλικά δομής και μέθοδοι κατασκευής

Το ξύλο και ο λίθος αποτέλεσαν τα βασικά υλικά δομής του ανακτορικού συγκροτήματος.
Λίθοι ακατέργαστοι χρησιμοποιήθηκαν για τα θεμέλια, Πωρόλιθος λαξευμένος σε ορθογώνιους δόμους χρησιμοποιήθηκε για την επένδυση των προσόψεων των εξωτερικών τοίχων, σε μια πολύ επιμελημένη κατασκευή. Παρόμοιοι τέτοιοι δόμοι είναι ορατοί στο κατώτερο μέρος κάποιων εσωτερικών τοίχων καθώς και στις κλίμακες ανόδου.
Το γέμισμα των τοίχων, όπως και οι εσωτερικοί τοίχοι ήταν από αργούς λίθους. Η επιφάνεια ωστόσο των εσωτερικών τοίχων καλυπτόταν από ασβεστοκονίαμα, ενώ τις σημαντικές αίθουσες διακοσμούσαν πολύχρωμες τοιχογραφίες.
Τα δάπεδα στις αυλές και στους χώρους κατοίκησης έφεραν επίσης επίστρωση κονιάματος.
Κίονες, πλαίσια θυρών και παραθύρων, επενδύσεις, ταβάνια, στέγες ήταν κατασκευασμένα από ξύλο, ενώ το σύστημα της ξυλοδεσιάς εφαρμόστηκε ευρέως στην τοιχοποιία, ενισχύοντας την ελαστικότητα των τοίχων και συμβάλλοντας έτσι στην αντισεισμική προστασία του κτιρίου.
Είναι αποδεδειγμένο ότι τα δύο μεγάλα κτιριακά συγκροτήματα είχαν και δεύτερο όροφο προσιτό από κλιμακοστάσια. Για την κατασκευή του χρησιμοποιήθηκαν ελαφρά υλικά: ωμές πλίνθοι τοποθετημένες σε σκελετό ξυλοδεσιάς και ξύλο.
Η στέγη πρέπει να ήταν διαμορφωμένη σε ταράτσες ίσως και σε δύο ή περισσότερα επίπεδα. Πάνω από την αίθουσα του Θρόνου η στέγη σίγουρα θα ήταν ψηλότερη απ’ ότι στις πλαϊνές πλευρές.
Λίθος, ξύλο, ενδεχομένως και ορείχαλκος, χρησιμοποιούνταν μερικές φορές για διακοσμητικούς σκοπούς, αλλά το κύριο διακοσμητικό στοιχείο ήταν η τοιχογραφία, ακόμη και σε εξωτερικούς τοίχους σε στεγασμένα πρόπυλα.

Στο ανακτορικό συγκρότημα του Άνω Εγκλιανού, περισσότερο από κάθε άλλο μυκηναϊκό ανάκτορο της ηπειρωτικής Ελλάδας, διατηρούνται πολλά στοιχεία της μινωικής αρχιτεκτονικής παράδοσης.
Η εκτεταμένη χρήση της ξυλοδεσιάς, οι ισόδομες λίθινες προσόψεις, οι πολυάριθμες αυλές, το πρόπυλο με τον τελετουργικό κίονα, ο χώρος του λουτρού, οι φωταγωγοί, οι χώροι με τα μεγάλα αποθηκευτικά αγγεία, οι χώροι συναθροίσεων, το αποχετευτικό σύστημα, το μικρό ιερό καθώς και η ύπαρξη ενός ζεύγους κεράτων καθοσιώσεως, που η αρχική τους θέση ήταν προφανώς στην κορυφή του κτιρίου. Ένα ακόμη μινωικό ιερό σύμβολο, ο διπλός πέλεκυς, βρέθηκε χαραγμένο, εν είδη αρχιτεκτονικού σημείου, σε πωρόλιθο κάτω από το δάπεδο του δωματίου 7. Είναι πιθανό ότι η πλάκα αυτή προερχόταν από παλαιότερο κτίσμα, ενδεχομένως μινωικής παράδοσης, που αντικατέστησε το μυκηναϊκό ανάκτορο.

Εντούτοις, τα μυκηναϊκά ανάκτορα στις Μυκήνες, στην Τίρυνθα αλλά και στην Πύλο, διατάσσονται στο χώρο με διαφορετικές αρχές από τις μινωικές. Το συγκρότημα επικεντρώνεται σε ένα “μέγαρο”, μια επιμήκη αίθουσα, που προσεγγίζεται μέσω μιας στοάς, συχνά με έναν προθάλαμο, που μεσολαβεί, που μπορεί να πλαισιώνεται σε μία ή και στις δύο πλευρές του από διαδρόμους, που οδηγούν σε βοηθητικά δωμάτια. Η κεντρική του θέση επιβεβαιώνει ότι το μέγαρο είχε μεγάλη σημασία, σχετική με θρησκευτικές τελετές και τελετουργίες.

ΟΙ ΕΡΕΥΝΕΣ

Οι αρχαιολογικές έρευνες για τον εντοπισμό μυκηναϊκών οικιστικών καταλοίπων στη Μεσσηνία ξεκίνησαν ήδη από το 1909 με τον αρχαιολόγο Α.Σκιά ενώ το 1912 ο Κων/νος Κουρουνιώτης αναζητούσε το μυκηναϊκό-ομηρικό ανάκτορο της Πύλου.
Κατά τα έτη 1912 και 1926 ο Κωνσταντίνος Κουρουνιώτης ανέσκαψε δύο θολωτούς τάφους, στις θέσεις Τραγάνα και Κορυφάσιο, στην ευρύτερη περιοχή του κόλπου του Ναυαρίνου. Παρόλο που και οι δύο τάφοι, είχαν συληθεί ήδη κατά την αρχαιότητα, έδωσαν σημαντικά ευρήματα: από τον πρώτο (στην Τραγάνα) προήλθαν τρεις αμφορείς ανακτορικού ρυθμού και από τον δεύτερο (στο Κορυφάσιο) μια συλλογή από αγγεία Μέσης Ελλαδικής και Υστεροελλαδικής Ι εποχής.

Η παρατήρηση από τον Κωνσταντίνο Κουρουνιώτη επιφανειακών ενδείξεων για την ύπαρξη και άλλων θολωτών τάφων στάθηκε αφορμή για τη σύσταση μιας ελληνοαμερικανικής αποστολής, με επικεφαλής τον ίδιο εκ μέρους της Ελληνικής Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και τον Carl Blegen από το Πανεπιστήμιο του Cincinnati, με στόχο τον εντοπισμό και την ανασκαφική έρευνα μυκηναϊκών θέσεων και νεκροταφείων της Δυτικής Μεσσηνίας.
Τα ευρήματα των δύο ανεσκαμένων τάφων καθιστούσαν σαφές, ότι επρόκειτο για βασιλικούς τάφους και επομένως στην ευρύτερη περιοχή θα πρέπει να βρισκόταν και μυκηναϊκό ανάκτορο. Το 1938 διεξήχθη μια πρώτη σύντομη επιφανειακή έρευνα και το 1939 επισημάνθηκαν με τη βοήθεια των κατοίκων της περιοχής και ειδικά του κ. Χαράλαμπου Χριστοφιλόπουλου, επτά-οκτώ θέσεις μυκηναϊκής εποχής, στα ΒΑ του κόλπου του Ναυαρίνου.

Ο λόφος του Άνω Εγκλιανού, που δεσπόζει στην περιοχή, με θέα στον μεγαλοπρεπή κόλπο του Ναυαρίνου στα Νότια και το όρος Αιγάλεω στα Βόρεια, επιλέχθηκε από τους ερευνητές για την διενέργεια ανασκαφικής έρευνας. Την προσοχή τους είχαν προσελκύσει δύο συμπαγείς άμορφες μάζες στην κορυφή του λόφου, που προεξείχαν από το έδαφος.

Αντιλήφθηκαν ότι επρόκειτο για αρχιτεκτονικά λείψανα μεγάλου οικοδομήματος της Εποχής του Χαλκού, που είχε καταστραφεί από πυρκαγιά. Στις 4 Απριλίου του 1939 έγιναν οι πρώτες δοκιμαστικές τομές, οι οποίες αποκάλυψαν τμήματα τοίχων, δάπεδα, τμήματα τοιχογραφιών και μυκηναϊκά όστρακα. Το πιο εντυπωσιακό εύρημα, ωστόσο, ήταν η ανακάλυψη 600 και πλέον πήλινων πινακίδων Γραμμικής Β΄ Γραφής, οι οποίες ήταν ως τότε γνωστές μόνο από την Κνωσό. Ήταν πια φανερό πώς επρόκειτο για ανακτορικό συγκρότημα, όμοιο με αυτά των Μυκηνών, της Τίρυνθας, των Θηβών.

Οι ανασκαφές διεκόπησαν με την κήρυξη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου έως το 1952, οπότε ξεκίνησαν εκ νέου. Στο διάστημα 1952-1966 οι συστηματικές ανασκαφικές εργασίες αποκάλυψαν σταδιακά το Ανάκτορο του Νέστορος καθώς και τον περιβάλλοντα χώρο του στα πρανή του λόφου.
Το έργο του Κωνσταντίνου Κουρουνιώτη στην περιοχή, συνέχισε ο Σπυρίδων Μαρινάτος, ο οποίος τον διαδέχτηκε μετά τον θάνατό του, το 1952.
Ο Σπ. Μαρινάτος αποφάσισε να ερευνήσει παρακείμενους προϊστορικούς οικισμούς και νεκροταφεία, ενώ η αμερικανική αποστολή αφοσιώθηκε στην συστηματική ανασκαφή και αποκάλυψη του ανακτόρου και των κτιριακών συνόλων γύρω από αυτό.
Το χειμώνα 1960-1961 κατασκευάστηκε από την ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία μεταλλικό προστατευτικό στέγαστρο πάνω από το κεντρικό τμήμα του ανακτορικού συγκροτήματος. Έτσι ένα μεγάλο μέρος των δαπέδων, των εστιών και άλλων αρχιτεκτονικών στοιχείων παρέμειναν ορατά για τους επισκέπτες.

Εγκλιανός, Ανάκτορο Νέστορος. Σχεδιαστική αναπαράσταση της βορειοανατολικής πρόσοψης του Ανακτόρου, με τον Πυλώνα 41 (κατά].0. Wright 1984).

Το 1973 εκδόθηκε το θεμελιώδες τρίτομο έργο των C. Blegen και M. Rawson “The Palace of Nestor at Pylos in Western Messenia”, όπου παρουσιάστηκε συνολικά το ανασκαφικό τους έργο στην περιοχή του ανακτόρου.
Κατά τη δεκαετία του 1990, υπό το πρίσμα εξελιγμένων τεχνικών και νέας μεθοδολογίας επανεξετάστηκαν τα δεδομένα και το υλικό των πρώτων ανασκαφών, αποκαλύπτοντας νέα στοιχεία. Το 1990 εγκαινιάστηκε η νέα αυτή περίοδος ερευνητικής δράσης στο λόφο του Άνω Εγκλιανού, από ανασκαφική ομάδα του Πανεπιστημίου της Minnesota, με επικεφαλής τον καθηγητή κλασικής αρχαιολογίας Frederick Cooper και τους Michael Nelson, Charles Griebel.

Η πολυετής συστηματική έρευνα στο Ανάκτορο με την ονομασία: MARWP (Minnesota Archaeological Researches in the Western Peloponnese, The Pylos Project), διήρκησε ως το 1998, υπό την εποπτεία της Ζ΄ ΕΠΚΑ. Στόχος του προγράμματος, του πρώτου που πραγματοποιήθηκε μετά την αρχική ανασκαφή του 1939, ήταν ο επιμελής καθαρισμός και η επανεξέταση όλων των ερευνηθέντων από τον πρώτο ανασκαφέα, Carl Blegen, τμημάτων του Ανακτόρου.
Η διεξοδική έρευνα των αρχιτεκτονικών λειψάνων οδήγησε στην νέα κάτοψη του Ανακτόρου με ενσωματωμένες όλες τις αρχιτεκτονικές φάσεις και τις τεχνικές δόμησης. Νέα στοιχεία προστέθηκαν στο παρελθόν του λόφου από την επανεξέταση αντικειμένων που είχαν συσσωρευθεί σε αποθέτη, επί ανασκαφών Blegen και δεν είχαν καταλογογραφηθεί.

Η χρήση νέων τεχνολογιών όπως της δορυφορικής τηλεπισκόπησης, το παγκόσμιο σύστημα εντοπισμού θέσης, αλλά και οι εκτεταμένες εφαρμογές των Γεωγραφικών συστημάτων πληροφόρησης συνέβαλαν τα μέγιστα στον επαναπροσδιορισμό της θέσης τάφων και ταφών που ο Blegen είχε ανασκάψει, όπως και στον εντοπισμό στην ευρύτερη περιοχή ορυχείων και πηγών οψιδιανού.

Κατά τα έτη 1991-1996 πραγματοποιήθηκε μια μεγάλης κλίμακας έρευνα πεδίου, το πρόγραμμα PRAP (Pylos Regional Archaeological Project / Περιφερειακό Αρχαιολογικό Πρόγραμμα Πύλου), με επικεφαλής τον καθηγητή αρχαιολογίας του πανεπιστημίου του Cincinnati, Jack Davis στην ευρύτερη περιοχή της ΝΔ Μεσσηνίας, έχοντας ως επίκεντρο το Ανάκτορο.

Στόχος της διεπιστημονικής ερευνητικής ομάδας ήταν να μελετήσει την ιστορία της ευρύτερης περιοχής διαχρονικά αλλά και να εντοπίσει και να προσδιορίσει την έκταση της πόλης που περιέβαλε το ανακτορικό συγκρότημα. Πραγματοποιήθηκε συστηματική επιφανειακή έρευνα σε συνολική έκταση 40 τετραγωνικών χιλιομέτρων, που περιλάμβανε το μυκηναϊκό ανάκτορο και το ευρύτερο περιβάλλον του, περισυλλέχθηκαν αντικείμενα, χρησιμοποιήθηκαν σύγχρονες μέθοδοι και συνεργάστηκαν ειδικοί πολλών επιστημονικών τομέων (γεωαρχαιολογία, γεωφυσική, γεωχημεία, εδαφολογία, παλυνολογία, γεωχρονολόγηση, μικροπαλαιοντολογία, και υδρομηχανική), σε μια προσπάθεια να διατυπώσουν μια ενιαία ιστορία για την εξέλιξη του τοπίου της ΝΔ Μεσσηνίας .
Τα αποτελέσματα του PRAP δημοσιεύτηκαν, το 2005, στο έργο του Jack Davis “Πύλος η Αμμουδερή”.
Από το 1996 το Πανεπιστήμιο του Cincinnati σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Αιγαιακής Προϊστορίας, υποστηρίζουν την έρευνα για την έκδοση και την επανέκδοση των ευρημάτων του Μουσείου της Χώρας, που προέρχονται από το Ανάκτορο του Νέστορα

ΣΗΜΕΡΑ

Ο αρχαιολογικός χώρος του Ανακτόρου του Νέστορος είναι οργανωμένος. Διαθέτει περίφραξη, χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων, είσοδο με εκδοτήριο εισιτηρίων καθώς και WC. Επιπλέον υπάρχουν πρόχειρα διαμορφωμένες διαδρομές από την είσοδο προς το κεντρικό κτίριο του ανακτόρου, το οποίο προστατεύεται από μεταλλικό στέγαστρο. Στο εσωτερικό του στεγασμένου χώρο ο επισκέπτης ακολουθεί συγκεκριμένες διαδρομές, υπάρχει περισχοίνιση και ενημερωτικές πινακίδες. Για την περιοχή γύρω από το κεντρικό κτίριο δεν υπάρχει καμία σήμανση ούτε διαμορφωμένη διαδρομή επισκεπτών.

Η παρούσα έκθεση αφορά στην περιγραφή της υφιστάμενης κατάστασης των κτιριακών καταλοίπων πέριξ του κεντρικού ανακτορικού συγκροτήματος, του ανακτόρου του Νέστορος, δηλ. του μη στεγασμένου τμήματος του αρχαιολογικού χώρου. Η κατάσταση του κυρίως ανακτόρου δεν θα περιγραφεί εδώ, καθότι η προτεινόμενη μελέτη αφορά στη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου, χωρίς προτάσεις για επεμβάσεις στο εσωτερικό του. Τα μνημεία που θα περιγραφούν, βρίσκονται σε κατάσταση μερικής κατάχωσης, ωστόσο τα εξωτερικά και εσωτερικά τους περιγράμματα παραμένουν ορατά σε μεγάλο βαθμό.

1. Ανατολική Πτέρυγα

Στην Ανατολική πτέρυγα διακρίνονται από Νότο προς Βορρά τα παρακάτω κτιριακά κατάλοιπα :
Το Βορειοανατολικό Κτίριο, που ταυτίστηκε με το ανακτορικό εργαστήριο/ οπλοστάσιο και αποτελείται από έξι χώρους τους 93, 96, 97 δυτικά, τους 98, 99, 100 ανατολικά, που χωρίζονται από τον διάδρομο 95.

Το περίγραμμα των χώρων διακρίνεται σαφώς, όπως και το εξωτερικό περίγραμμα του κτιρίου, εκτός από το νοτιοανατολικό του τμήμα, όπου το δωμάτιο 100. Οι τοίχοι είναι ορατοί σε ύψος έως και τρείς σειρές λίθων. Γενικά η τοιχοποιία αποτελείται από αργούς λίθους.
Στον χώρο 97 διακρίνονται μεγάλοι γωνιόλιθοι στις τρείς γωνίες. Μπροστά από το δωμάτιο 93, που ταυτίστηκε με το Ιερό, διακρίνεται ένας ελεύθερος χώρος (92), πιθανότατα αυλή, που τα όριά του προς νοτιανατολικά παραμένουν αδιευκρίνιστα. Στον χώρο 92 διακρίνεται ένας σωρός από χώμα που φέρει πινακίδα με σήμανση «Βωμός». Ανάμεσα στο ΒΑ κτίριο και στο κυρίως ανάκτορο παρεμβάλλεται ο διάδρομος 91, που ορίζεται σαφώς στα ανατολικά από τον δυτικό τοίχο του ΒΑ κτιρίου.
Ο τοίχος σώζεται σε ύψος 4 σειρών λίθων. Η τοιχοποιία αποτελείται από αργούς λίθους και πηλοκονίαμα. Ο διάδρομος 91 οδηγεί προς βορρά στον χώρο 101, που παραμένει αδιευκρίνιστος καθώς συνυπάρχουν κατάλοιπα διαφορετικών φάσεων, φαίνεται όμως πως αποτέλεσε το κέντρο του υδροδοτικού συστήματος του ανακτόρου.
Ακόμη βορειότερα διακρίνεται κατασκευή τετράγωνης σχεδόν κάτοψης που ταυτίζεται με δεξαμενή νερού (102). Από τη δεξαμενή φαίνεται μόνο ο δυτικός και νότιος τοίχος σε ύψος 4 σειρών λίθων, ενώ ο βόρειος και ανατολικός έχουν καταστραφεί. Για την κατασκευή της χρησιμοποιήθηκαν μικροί ασβεστόλιθοι αλλά και ορθογωνισμένοι δόμοι στις γωνίες (γωνιόλιθοι).
Η εξωτερική πλευρά του νότιου τοίχου έχει επίχωση. Στην περιοχή αυτή μεταξύ της δεξαμενής (102) και της βόρειας πλευράς του ΒΑ κτιρίου υπάρχουν αγωγοί με κατεύθυνση προς τα ανατολικά, που όμως έχουν καταχωθεί σε όλο τους το μήκος.
Στα βόρεια του ΒΑ κτιρίου είναι ορατά αρχιτεκτονικά λείψανα του χώρου 103, που εκτείνονται ως το κτίριο της Οινοθήκης στα βορειοδυτικά (104,105) και ως το άκρο του λόφου στα βορειοανατολικά.
Οι τοίχοι αποτελούνται από αργούς λίθους σε άλλα σημεία με πηλοκονίαμα και σε άλλα χωρίς συνδετικό υλικό. Διακρίνονται τουλάχιστον δύο φάσεις χρήσης. Εσωτερικά και εξωτερικά υπάρχει επίχωση. Σε ορισμένα σημεία ανάμεσα στο ΒΑ κτίριο και στην Οινοθήκη χάνεται το περίγραμμά του, ενώ στα βορειοανατολικά της Οινοθήκης οι τοίχοι σώζονται σε ύψος ως και 3 σειρών λίθων (νότιο τμήμα) και 1 σειράς στον δυτικό και στον ανατολικό τοίχο.
Τα κτίσματα αυτά, πιθανότατα οικιστικά, αντικατοπτρίζουν την κατοίκηση στο λόφο πριν από την κατασκευή του κεντρικού ανακτορικού συγκροτήματος δηλ. ανήκουν στην ΥΕΙΙΙΑ περίοδο. Μάλιστα τμήμα τους καταστράφηκε όταν χτίστηκε η Οινοθήκη.

Η Οινοθήκη εντοπίζεται στη βόρεια πλευρά του λόφου σε μικρή απόσταση από το κεντρικό ανάκτορο στα βορειανατολικά του. Διακρίνεται ο προθάλαμος 104 και ο κυρίως αποθηκευτικός χώρος 105. Το κτίριο έχει επίχωση εσωτερικά. Στην τοιχοποιία διακρίνονται αργοί λίθοι και πηλοκονίαμα ενώ μερικοί ορθογωνισμένοι λίθοι είναι ορατοί στους τοίχους του χώρου 105.
Οι τοίχοι του προθαλάμου σώζονται σε ύψος 1 σειράς λίθων, ο βόρειος τοίχος είναι καταχωμένος ή κατεστραμμένος και ο νότιος έντονα φθαρμένος.
Στον χώρο 105 ο νότιος και ο ανατολικός τοίχος είναι ορατοί ως ύψους 3 σειρών λίθων, ενώ ο βόρειος τοίχος είναι κατεστραμμένος.
Ο τοίχος μεταξύ του προθαλάμου και του χώρου 105 στο νότιο τμήμα του είναι επιχωμένος και στο βόρειο διακρίνεται ένας σωρός αργών λίθων.Κατά μήκος της Ανατολικής Πτέρυγας πολύ κοντά στον ανατολικό τοίχο του κεντρικού συγκροτήματος υπάρχει μια σειρά σωριασμένων ογκολίθων.
Πρόκειται για πωρόλιθους, άλλοι ακατέργαστοι ή πολύ φθαρμένοι σε μεγάλα κομμάτια και άλλοι σε δόμους. Κάποιοι σώζουν εντορμίες και άλλοι ίχνη καύσης. Πιθανότατα προέρχονται από την πρόσοψη των εξωτερικών τοίχων του κεντρικού ανακτορικού συγκροτήματος.

2. Δυτική Πτέρυγα

Στην Δυτική πτέρυγα τοποθετούνται τα κτίσματα του λεγόμενου Ανακτόρου του Νηλέως. Από νότο προς βορρά διακρίνονται τα παρακάτω οικοδομικά κατάλοιπα:
Το πρώτο κτίριο που διακρίνεται στα νοτιοδυτικά της εισόδου του στεγασμένου τμήματος είναι το δωμάτιο 60, ταυτισμένο με την Σκευοθήκη. Στο εσωτερικό υπάρχει επίχωση. Οι τοίχοι αποτελούνται από μικρούς αργούς λίθους. Στη νοτιοανατολική γωνία και στο νότιο τοίχο διακρίνεται παχύ στρώμα πηλοκονιάματος. Ο νότιος, δυτικός και ανατολικός τοίχος σώζονται σε ύψος έως και 7 σειρών λίθων, ενώ ο βόρειος είναι κατεστραμμένος. Στη νοτιοδυτική γωνία του υπάρχουν εμφανή ίχνη πυρκαγιάς. Οι λίθοι του δυτικού τοίχου έχουν αλλοιωθεί σε μια συμπαγή μάζα λόγω της πυράκτωσης από την μεγάλη πυρκαγιά. Κάτω από την νοτιανατολική γωνία της Σκευοθήκης υπάρχει είσοδος υπόγειου αγωγού. Αμέσως βορειότερα ανοίγεται η αυλή 63. Κανένα ίχνος των χώρων 62 και 61 δεν είναι ορατό καθώς πιθανότατα διατηρούνται σε κατάχωση.

Ανάμεσα στις αυλές 63 και 88 παρεμβάλλεται ένα ορθογώνιο κτίσμα αποτελούμενο από δύο χώρους (89,90), που συνδέει το κεντρικό ανάκτορο με το Νοτιοδυτικό συγκρότημα. Οι τοίχοι αποτελούνται από ογκώδεις ορθογωνισμένους πωρόλιθους, ολόκληρους ή τμήματα αυτών συχνά με ίχνη φθοράς, χτισμένους σε δύο σειρές με γέμισμα από αργούς λίθους. Σώζονται σε μικρό ύψος. Κατά τους ανασκαφείς το κτίσμα αυτό είναι μεταγενέστερο, πιθανότατα των πρώιμων γεωμετρικών χρόνων, για την κατασκευή του οποίου χρησιμοποιήθηκε το οικοδομικό υλικό από τα καταστραμμένα ανακτορικά συγκροτήματα.
Οι τοίχοι των δωματίων 89,90, βαίνουν κάθετα στον ανατολικό τοίχο του προθαλάμου 64 της Αίθουσας του θρόνου του Νηλέως. Από τον προθάλαμο 64 είναι ορατός μόνο ο ανατολικός τοίχος σε ύψος 1 δόμου. Η κατασκευή θα είχε επιμελημένη πρόσοψη, όπως δείχνουν οι ορθογωνισμένοι δόμοι πωρόλιθου της εξωτερικής πλευράς του τοίχου, ενώ εσωτερικά είναι ορατή αργολιθοδομή. Το περίγραμμα του προθαλάμου φαίνεται χωρίς, όμως, άλλα ορατά κατάλοιπα τοίχων.
Στη βορειανατολική γωνία της αίθουσας 64 σώζεται in situ τετραγωνισμένος ογκόλιθος, πιθανότατα μια θέση για τον φρουρό. Η αίθουσα του θρόνου (65) ανοίγεται στα δυτικά του προθαλάμου 64. Υπάρχει μεγάλη επίχωση στο εσωτερικό της. Διακρίνεται το περίγραμμά της, που ορίζεται από χαμηλούς τοίχους (έως και 3 σειρές λίθων) από αργολιθοδομή.
Πιθανότατα σώθηκε μόνο το γέμισμα των τοίχων, οι οποίοι θα ήταν από πώρινους δόμους. Όπως αναφέρει ο ανασκαφέας οι δόμοι διαρπάγησαν μετά την καταστροφή του ανακτόρου. Δύο κυκλικοί σωροί λίθων διακρίνονται στο εσωτερικό της αίθουσας 65.

Βόρεια του Προθαλάμου 64, διακρίνονται οι χώροι 66 και 69, οι οποίοι είναι μερικώς καταχωμένοι. Οι τοίχοι από αργολιθοδομή σώζονται σε ύψος μόλις μιας σειράς λίθων. Το δωμάτιο 67 δεν είναι πλέον ορατό. Πιθανότατα σώζεται σε κατάχωση, ενώ από το δωμάτιο 68 φαίνεται μόνο ο δυτικός τοίχος. Από τους χώρους 71,72,73 διακρίνεται το περίγραμμα αποσπασματικά.

Στο δωμάτιο 71 μια σειρά αργών λίθων ορίζει τον βόρειο τοίχο, ενώ λίγοι μεσαίου μεγέθους αργοί λίθοι ορίζουν το νότιο τοίχο. Από τα δωμάτια 73 και 74 διακρίνονται, μόνο επιφανειακά, περιμετρικοί τοίχοι από αργολιθοδομή, που σώζονται καλύτερα στη δυτική και νότια πλευρά σε ύψος 2 σειρών. Το περίγραμμα του χώρου 76 είναι ορατό σε ύψος μιας σειράς αργών λίθων και μόνο στην εξωτερική πλευρά του βόρειου τοίχου αυξάνεται σε τρείς σειρές λίθων.
Διακρίνεται επίσης το περίγραμμα του χώρου 78, του οποίου ο βόρειος τοίχος αν και χαμηλός (1 σειρά αργών λίθων) είναι παχύτερος, πιθανότατα γιατί συμπίπτει με τον εξωτερικό τοίχο του όλου συγκροτήματος. Ο νότιος τοίχος του είναι λίγο ψηλότερος (3 σειρές λίθων).
Από τους χώρους 75,79 δεν φαίνεται τίποτα πλέον, διατηρούνται σε κατάχωση. Οριακά διακρίνεται το περίγραμμα του δωματίου 77.
Φαίνεται ωστόσο η βάση του νότιου τοίχου με τη διπλή είσοδο. Από το δωμάτιο 80 διακρίνεται το περίγραμμά του. Ο δυτικός τοίχος έχει καταρρεύσει. Στο δωμάτιο 81 είναι ορατοί σε αρκετά μεγάλο ύψος (7 σειρών) ο ανατολικός, δυτικός και βόρειος τοίχος, οι οποίοι συμπίπτουν με τον εξωτερικό τοίχο του ανακτόρου του Νηλέως.
Η κατασκευή είναι συμπαγής χωρίς εσωτερικό γέμισμα, ιδιαίτερα επιμελημένη αποτελούμενη από ορθογώνιους μεγάλους δόμους πωρόλιθου.

ΞΕΝΑΓΗΣΗ

Επάνω Εγκλιανός. Κάτοψη του Ανακτόρου του Νέστορος (κατά Blegen. Rawson 1966, σχέδιο Ι. Τραυλού).-Νοτιοδυτικό Κτήριο (Southwestern Building)-Κεντρικό Κτήριο (Main Building)
Βορειοανατολικό Κτήριο (Northeastern Building)-Αποθήκη Οίνου (Wine Magazine)
Κάτω Πόλη (Lower Town)

1,    2.Πρόπυλο (εξωτερικό-εσωτερικό)
3.    Εσωτερική αυλή
4.    Πρόστυλη στοά (αρχ. αίθουσα)
5.    Πρόδομος
6.    Αίθουσα Θρόνου ή Κυρίως Μέγαρο (αρχ. δόμος)
7-8  Αρχείο
9     Αποθήκη τροφίμων
10.  Δωμάτιο αναμονής
11.  Προθάλαμος
12.  Πιθανή ΝΔ είσοδος
13.  Διάδρομος
14-15. ΝΔ κλιμακοστάσιο
18-22. Αποθήκες
23,24,32. Αποθήκες ελαίου
25,28,35. ΒΑ διάδρομος
26.  Διάδρομος
27   Βόρεια αποθήκη ελαίου
29   Προθάλαμος
36.  ΒΑ κλιμακοστάσιο
37.  Διάδρομος
38.  Προθάλαμος-Αποθήκη ελαίου
41.  ΒΑ πυλών
42.  Αυλή
43.  Δωμάτιο λουτρού
44.  ΒΑ στοά
45,51,52. ΝΑ διάδρομος
46.  Αίθουσα βασίλισσας
47.  Αυλή
48,49 Διάδρομοι
53.  Αποχωρητήριο 54.       ΝΑ κλιμακοστάσιο
55.       Εργαστήριο λιθοξόου
58.       Αυλή
59.       Ανοικτή διάβαση
60.       Αποθήκη τροφίμων
61.       Διάδρομος
63.       Αυλή
64.       Προθάλαμος
65.       Αίθουσα (συμποσίων;)
66.       Μικρός προθάλαμος
67,68.   Αποθήκες τροφίμων
69.       Κλιμακοστάσιο
70.       Διάδρομος
75,79.  Προθάλαμοι
76.       Φωταγωγός
78.       Αουτρό
82.       Αποθήκη Οίνου
88.       Αυλή
91.       Ανοικτή διάβαση
92.       Αυλή, με τετράγωνο βωμό
93.       Ιερό
94.       Προστώο με κιονοστοιχία
95.       Διάδρομος
98.       Αποθήκη
99.       Εργαστήριο
100.     Οπλοθήκη
101.     Δρόμος
102.     Δεξαμενή
104,105.  Αποθήκη Οίνου

πηγή
ΛΗ’ ΕΠΚΑ
ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΙΚΤΥΟ

http://ellinondiktyo.blogspot.gr/