ΠΙΣΩ

Πραξικόπημα στη Κύπρο και εισβολή του Αττίλα.
Το  Onalert,παρουσιάζει ένα αφιέρωμα,γραμμένο από έναν άνθρωπο που έχει μελετήσει  τα γεγονότα εκείνης της περιόδου. Το κείμενό του συνοδεύεται από σπάνιο φωτογραφικό υλικό. Σήμερα το πρώτο μέρος του αφιερώματος.


Κάθε Ιούλιο «συναντιόμαστε» με δύο θλιβερά γεγονότα της πρόσφατης ιστορίας της πατρίδας μας , το πραξικόπημα και την εισβολή των Τούρκων στη Κύπρο.

Πως όμως φτάσαμε στην εισβολή; Ποίοι και γιατί έκαναν το παλαιό όνειρο των Τούρκων , που για πολλά χρόνια το έτρεφαν και το συντηρούσαν , πραγματικότητα.

Θα προσπαθήσουμε ρίχνοντας φως στα ιστορικά γεγονότα από την ημέρα που η Κύπρος έγινε ανεξάρτητη (1960) μέχρι την εισβολή (1974) να καταλάβουμε τους λόγους και να δούμε τους πρωταγωνιστές στη στημένη αυτή παράσταση που πληρώθηκε με το αίμα του Κυπριακού λαού

Στις 11 Φεβρουαρίου 1959, με την υπογραφή της συνθήκης της Ζυρίχης, η Κύπρος έβρισκε το είδος της ανεξαρτησίας που καθιέρωνε γι’ αυτήν η παραπάνω συνθήκη που υπογράφηκε από τις κυβερνήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου, της Ελλάδας και της Τουρκίας .

Η ανεξάρτητη Κυπριακή Δημοκρατία, θα είχε πρόεδρο Ελληνοκύπριο ,αντιπρόεδρο Τουρκοκύπριο, που θα εκλέγονταν χωριστά από τις δύο κοινότητες. Το υπουργικό συμβούλιο θα αποτελούνταν από επτά Ελληνοκύπριους και τρεις Τουρκοκύπριους υπουργούς, ενώ η Βουλή θα αποτελούνταν κατά 70% του αριθμού των μελών της από Ελληνοκύπριους και το 30% από Τουρκοκύπριους. Η κάθε κοινότητα θα εξέλεγε και ένα χωριστό αντιπροσωπευτικό σώμα, αρμόδιο για τα πολιτιστικά, εκπαιδευτικά και θρησκευτικά θέματά της. Στη διοίκηση, το στρατό και την αστυνομία θεσπίστηκε μια αντιπροσώπευση των Τουρκοκυπρίων μεγαλύτερη από την αριθμητική τους αναλογία στον πληθυσμό του νησιού, ενώ παραχωρήθηκε στον Τούρκο αντιπρόεδρο και το δικαίωμα του βέτο, δίνοντάς του πρακτικά τη δυνατότητα να παραλύει τη δραστηριότητα της κυβέρνησης και της Βουλής.

Η Μεγάλη Βρετανία, η Ελλάδα και η Τουρκία, ως εγγυήτριες δυνάμεις, θα μπορούσαν να επεμβαίνουν στην Κύπρο, μαζί ή χωριστά, για την προστασία της ανεξαρτησίας και της ακεραιότητάς της.

Η Μεγάλη Βρετανία διατηρούσε στην Κύπρο μεγάλες στρατιωτικές βάσεις, με κυριαρχικό δικαίωμα.

Το διάταγμα της επίσημης ανακήρυξης της Κυπριακής Δημοκρατίας υπογράφτηκε στο Λονδίνο και τη Λευκωσία στις 16 Αυγούστου του 1960.

Στα πλαίσια της συνθήκης εγγύησης, αποφασίστηκε η μόνιμη εγκατάσταση στην Κύπρο μικρών στρατιωτικών δυνάμεων της Ελλάδας (ΕΛΔΥΚ) και της Τουρκίας (ΤΟΥΡΔΥΚ), 950 και 650 ανδρών αντίστοιχα. Εκτός από την δημιουργία της ΕΛΔΥΚ και ΤΟΥΡΔΥΚ η συνθήκη προνοούσε την ίδρυση Κυπριακού Στρατού από 2000 άνδρες Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους.

Η Δημοκρατία της Κύπρου αναγνωρίστηκε ως κυρίαρχη και ανεξάρτητη από όλες τις χώρες του κόσμου και οι περισσότερες από αυτές συνάψανε διπλωματικές σχέσεις μαζί της.

Το Σεπτέμβριο του 1960 έγινε μέλος του ΟΗΕ και το 1961 του Συμβουλίου της Ευρώπης και της Βρετανικής Κοινοπολιτείας.
Πρώτος πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας είχε ήδη εκλεγεί το Δεκέμβριο του 1959 ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος (με 67,8% ), ενώ αντιπρόεδρος ο Φασίλ Κιουτσούκ.
Τα πρώτα χρόνια της Κυπριακής Δημοκρατίας χαρακτηρίζονται από μια έντονη ανταγωνιστική προσπάθεια των δύο κοινοτήτων να διασφαλίσουν και επεκτείνουν τα πλεονεκτήματα, και να ελαχιστοποιήσουν ή να εξουδετερώσουν τα μειονεκτήματα που περιείχε για κάθε μία απ’ αυτές το καθεστώς της Ζυρίχης.
Οι Ελληνοκύπριοι παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι με τις συμφωνίες της Ζυρίχης – Λονδίνου φαλκιδεύονταν πολλά από τα δημοκρατικά τους δικαιώματα πανηγύρισαν την αποτίναξη του αποικιακού ζυγού και την επιστροφή σ’ ένα ειρηνικό κλίμα σταθερότητας και γαλήνης . Αντίθετα από την Ελληνοκυπριακή ηγεσία που αντιμετώπισε με στωικότητα και πνεύμα συνεργασίας τη λύση Ζυρίχης – Λονδίνου οι ηγέτες των Τουρκοκυπρίων, παρά τα πλεονεκτήματα που τους παρείχαν οι συμφωνίες, δέχτηκαν το νέο καθεστώς με πολλή δυσπιστία και επιφυλακτικότητα.
Η κατάχρηση του βέτο από τον αντιπρόεδρο και η δυνατότητα των Τούρκων βουλευτών να απορρίπτουν τα νομοσχέδια -επειδή για τα σοβαρά θέματα απαιτούνταν η χωριστή πλειοψηφία της τουρκικής αντιπροσωπείας- έφεραν ανυπέρβλητα εμπόδια στην κυβερνητική δραστηριότητα.
Τον Μάρτιο του 1961 παρουσιάσθηκαν οι πρώτες δυσχέρειες από την λειτουργία του συντάγματος. Τα Τ/Κ μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων αρνήθηκαν να ψηφίσουν το νομοσχέδιο για τρίμηνη παράταση της υφισταμένης φορολογικής νομοθεσίας με τη δικαιολογία ότι η Κυβέρνηση δεν είχε συμμορφωθεί σε βασικές πρόνοιες του συντάγματος (Την αναλογία 70% έναντι 30% των Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων στη Δημόσια υπηρεσία, το διαχωρισμό των Δήμων κτλ).

Τον Οκτώβριο του 1961 ο Αντιπρόεδρος Κιουτσούκ χρησιμοποίησε το βέτο του και ανέτρεψε απόφαση του Υπουργικού συμβουλίου για την ίδρυση Ενιαίου Κυπριακού στρατού (με αναλ. 60% Ε/Κ – 40% Τ/Κ).Βάσει του συντάγματος αρθ. 129 η Κύπρος θα είχε 2000 άνδρες στρατό με αναλογία 1200 Ε/Κ και 800 Τ/Κ, δεν καθόριζε όμως αν ήταν ενιαίος ή χωριστός. Το Υπουργικό Συμβούλιο με την Ελληνική πλευρά αποφάσισε ενιαίο. Οι Τ/Κ υποστήριζαν να διαιρεθεί σε Ε/Κ και Τ/Κ.. Ύστερα από το βέτο δεν προχώρησε η συγκρότηση Κυπριακού στρατού.
Τον Δεκέμβριο του 1961 οι Τ/Κ καταψήφισαν νομοσχέδιο για το φόρο εισοδήματος. Τον ίδιο μήνα ο Κιουτσούκ απέρριψε τη συμμετοχή της Κύπρου στο κίνημα των αδεσμεύτων.
Τον Δεκέμβριο του 1962 οι Ε/Κ βουλευτές ψήφισαν νόμο για την κατάργηση των χωριστών δημαρχείων. Η Τουρκική κοινοτική συνέλευση ψήφισε νόμο που προνοούσε τη διατήρηση των χωριστών Δημαρχείων στις πέντε μεγαλύτερες πόλεις και την ίδρυση ενός νέου Τουρκικού Δημαρχείου στην κωμόπολη Λεύκας.
Η απόφαση αυτή οδήγησε τα Ε/Κ μέλη του Υπουργικού συμβουλίου – παρά την αντίθετη γνώμη των 3 Τ/Κ – να προχωρήσουν στη σύσταση «Συμβουλίων Βελτιώσεων» στα οποία δόθηκαν όλες οι αρμοδιότητες και εξουσίες των δημαρχείων. Το συνταγματικό δικαστήριο κήρυξε αργότερα άκυρες τόσο την απόφαση της Τουρκικής κοινοτικής συνέλευσης για χωριστά δημαρχεία όσο και την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου για Συμβούλια Βελτιώσεων.
Παράλληλα παρακρατικές ομάδες στις δυο κοινότητες ετοιμάζονται για δυναμική αντιπαράθεση.

Ο Ραούφ Ντενκτάς ανασυντάσσει την ΤΜΤ (Τουρκική Αντιστασιακή Οργάνωση),με την βοήθεια της ΤΟΥΡΔΥΚ .Η ΤΜΤ ιδρύθηκε το 1957 με τη συνεργασία των Άγγλων και χρησιμοποιήθηκε σαν αντίβαρο στην ΕΟΚΑ. Μετά την υπογραφή των συμφωνιών δεν ζητείται η διάλυση και ο αφοπλισμός της, όπως είχε γίνει με την ΕΟΚΑ αντίθετα ενισχύεται με ανθρώπινο δυναμικό και οπλισμό από την Τουρκία.
Από την άλλη, ο υπουργός Εσωτερικών Πολύκαρπος Γιωρκάτζης ιδρύει την Οργάνωση, μια παραστρατιωτική ομάδα και αναλαμβάνει αρχηγός της με το ψευδώνυμο Ακρίτας .Η Οργάνωση απολαμβάνει ανοχής και υποστήριξης από Ελληνοκύπριους της Δεξιάς οι οποίοι τη θεωρούν ως το αντίπαλο δέος στη ΤΜΤ που αυξάνει τη δραστηριότητα της.
Για την αντιμετώπιση των ζητημάτων αυτών ο πρόεδρος Μακάριος πρότεινε στα τέλη του 1963 σοβαρές συνταγματικές τροποποιήσεις, που έμειναν γνωστές σαν τα «13 σημεία» .
Οι προτάσεις αυτές διαβιβάστηκαν στις 30 Νοεμβρίου 1963 στον Κιουτσούκ και αντίγραφα τους στάλθηκαν για ενημέρωση στις κυβερνήσεις της Βρετανίας ,της Ελλάδας και της Τουρκίας.
Ενώ οι προτάσεις δεν είχαν ακόμα απαντηθεί ο Κιουτσούκ έγραφε στην Εφημερίδα του «Χαλκίν Σεσί» αναφερόμενος στα 13 σημεία «Αυτοί που σκάβουν το Λάκκο της Τουρκικής Κοινότητας πρέπει να τον σκάψουν στα δικά τους μέτρα, για να μπορέσουν εύκολα να βγουν απ’ αυτό όταν θα πέσουν οι ίδιοι μέσα, στο σύντομο μέλλον».
Τελικά ο Κιουτσούκ στον οποίο απευθύνθηκαν οι προτάσεις δεν απάντησε ,αλλά στις 7 Δεκεμβρίου ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών Ερκίν ανήγγειλε ότι η Άγκυρα τις είχε απορρίψει και την ίδια ημέρα ο Τούρκος Πρέσβης Οκζόλ έδωσε στο Μακάριο τη γραπτή απόρριψη .

Ο Μακάριος αρνήθηκε να δεκτή την απόρριψη τονίζοντας ότι οι προτάσεις είχαν σταλεί για απάντηση στον Τουρκοκύπριο αντιπρόεδρο κι όχι σε οποιαδήποτε ξένη κυβέρνηση.
Στις 20 Δεκεμβρίου οι Υπουργοί Εξωτερικών Κύπρου, Ελλάδας και Τουρκίας συναντήθηκαν στο Παρίσι για να συζητήσουν την κατάσταση. Λίγες ώρες μετά την πρώτη τους συνάντηση άρχισε ανταλλαγή πυροβολισμών στη Λευκωσία .
Οι διακοινοτικές ταραχές άρχισαν από ένα επεισόδιο που έγινε στην οδό Ερμού στη Λευκωσία. Γύρω στις 02:30 το πρωί της 21 Δεκεμβρίου 1963 μια αστυνομική περίπολος σταμάτησε ένα αυτοκίνητο για έλεγχο (τα μέτρα επαγρύπνησης είχαν ενταθεί μετά την έκρηξη μιας βόμβας στη βάση του αγάλματος του Μάρκου Δράκου ενός Ελληνοκύπριου ήρωα της ΕΟΚΑ). Στο αυτοκίνητο βρίσκονταν δύο Τ/Κ και δύο Τ/Κες, ο οδηγός δεν δέχτηκε να υποβληθεί σε έρευνα και ακολούθησε συμπλοκή. Ομάδες Τούρκων άρχισαν να έρχονται στην περιοχή και ανταλλάχθηκαν πυροβολισμοί. Στη συμπλοκή σκοτώθηκε ένας Τ/Κ και μια Τ/Κ.

Το πρωί οι Λευκωσιάτες ξύπνησαν από τους κροταλισμούς των πολυβόλων που έβαλλαν από τους μιναρέδες και από άλλα ψηλά κτίρια.
Η αντίδραση των Τ/Κ έδειξε ότι η Τουρκική κοινότητα ήταν άριστα οργανωμένη και παρασκευασμένη στρατιωτικά για τέτοιο ενδεχόμενο
Η ΤΟΥΡΔΥΚ την επομένη 22 Δεκεμβρίου απέκοψε τη συγκοινωνία μεταξύ Λευκωσίας – Κυρήνειας. Συγχρόνως ένοπλες ομάδες Τ/Κ κατέλαβαν τις Βόρειες συνοικίες της Λευκωσίας Τράχωνα, Ομορφίτα, Νεάπολη και Καϊμακλί, ενώ άλλες Τ/Κ ένοπλες ομάδες από το Νότο κινήθηκαν προς Βορρά δημιουργώντας προγεφυρώματα στην Αμμόχωστο, τη Λεύκα, τη Μανσούρα και άλλα σημεία του νησιού. Ακολούθησαν αιματηρές συγκρούσεις σε όλα τα μέτωπα με αποτέλεσμα να απωθήσουν τους Τουρκοκύπριους στις παλιές συνοικίες τους, να μη μπορέσουν όμως να καταλάβουν πολλά από τα προγεφυρώματα που δημιουργήθηκαν.
Ετσι, οι Τουρκοκύπριοι έμειναν κύριοι των Βορείων τμημάτων της παλιάς πόλης της Λευκωσίας και μιάς μεγάλης έκτασης του λεκανοπεδίου που εκτείνεται προς Βορρά, μέχρι του οχυρού του Αγίου Ιλαρίωνα στην κορυφή του Πενταδάκτυλου.
Κράτησαν επίσης την περιοχή του Τζάους στο δρόμο Λευκωσίας – Αμμοχώστου, τη Λεύκα, τα Κόκκινα, το Λιμνίτη, την παλιά πόλη της Αμμοχώστου, τη Λουρουτζίνα, την Κοφίνου, το Μαρί, το Πέργαμο, τα Μαντριά, τη Χρυσοχού, το Αναδιού, και μερικές άλλες περιοχές στις οποίες αργότερα σχηματίστηκαν έξι μεγάλοι Τουρκικοί θύλακοι., συνολικού εμβαδού 449,97 τ.μ. , που αντιστοιχούσαν στα 4,86% του Κυπριακού εδάφους.
Οι συγκρούσεις μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων εντάθηκαν ακόμα περισσότερο στις μέρες που επακολούθησαν και πολλοί αθώοι έχασαν τη ζωή τους τις δραματικές εκείνες μέρες .

Τότε η Βρετανική κυβέρνηση βρήκε την ευκαιρία να επιβάλλει ένα από τα παλαιά της σχέδια (κατά τη διάρκεια του αγώνα για την ανεξαρτησία και ιδιαίτερα το 1958 όταν επεκτάθηκαν οι διακοινοτικές ταραχές οι Βρετανοί επιχείρησαν, χωρίς επιτυχία, να επιβάλλουν διαχωριστική γραμμή μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων. Η γραμμή εκείνη είναι γνωστή σαν γραμμή Μέϊσον – Ντίξον).
Σε συνεννόηση με την Ελληνική και Τουρκική κυβέρνηση πρότεινε το διαχωρισμό των Ελληνικών και Τουρκικών περιοχών με μια γραμμή που έμεινε γνωστή σαν «Πράσινη Γραμμή». Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, κάτω από το βάρος των περιστάσεων, αναγκάστηκε στις 26 Δεκεμβρίου 1963 να δεχθεί την Πράσινη γραμμή και το κοινό Ελληνο – Βρετανο – Τουρκικό ειρηνευτικό σχέδιο.
Για την εφαρμογή της συμφωνίας καταπαύσεως του πυρός, ο Αρχηγός των βρετανικών δυνάμεων στη Κύπρο Στρατηγός Γιάνγκ χάραξε πάνω στο χάρτη της Λευκωσίας μια γραμμή μεταξύ των θέσεων των Ελλήνων και των Τούρκων, χρησιμοποίησε για το σκοπό αυτό ένα πράσινο μολύβι, και έτσι δημιουργήθηκε η περιβόητη «Πράσινη Γραμμή».
Βρετανικά στρατεύματα άρχισαν να περιπολούν στη Λευκωσία και τη Λάρνακα σχηματίζοντας στην ουσία την πρώτη ειρηνευτική δύναμη
Η Τουρκία απείλησε με στρατιωτική επέμβαση στέλνοντας πολεμικά πλοία στα κυπριακά νερά και πραγματοποιώντας πτήσεις πολεμικών αεροπλάνων πάνω από το νησί.
Η Κυπριακή Κυβέρνηση κατάγγειλε στο Συμβούλιο ασφαλείας στις 28 Δεκεμβρίου 1963 τις Τουρκικές απειλές και επεμβάσεις.
Χάρη στη σοβιετική υποστήριξη προς την κυπριακή κυβέρνηση, την έκκληση του Αμερικανού προέδρου Τζόνσον και τη βρετανική προσφορά για ειρηνευτική παρέμβαση των βρετανικών δυνάμεων αποφεύχθηκε η γενική σύγκρουση και η τουρκική απόβαση.
Μετά τα γεγονότα του Δεκεμβρίου οι Τ/Κ αποχώρησαν ομαδικά από το Υπουργικό Συμβούλιο, τη Βουλή, τις δημόσιες υπηρεσίες και τους κρατικούς και ημικρατικούς οργανισμούς και άρχισαν να οργανώνουν δική τους καθαρά Τουρκοκυπριακή διοίκηση.

onalert.gr/stories