Ο κρόκος, η πορφύρα, το ερυθρόδανο και το ινδικό θεωρούνται τα αρχαιότερα βαφικά υλικά που χρησιμοποίησε ο άνθρωπος. Στην Aνατολή φαίνεται ότι αυτά τα βαφικά χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά πριν από τουλάχιστον 4.000 χρόνια. Στο Αιγαίο οι Έλληνες χρησιμοποίησαν αυτά τα υλικά, καθώς και όμοια, από τους προϊστορικούς χρόνους.


Σύμφωνα με τη μυθική παράδοση, η ελληνική λέξη «κρόκος» προέκυψε όταν ο θεός Ερμής, παίζοντας στα λιβάδια με το φίλο του Κρόκο, τον τραυμάτισε θανάσιμα άθελά του στο κεφάλι. Πέφτοντας ο Κρόκος νεκρός, τρεις σταγόνες από το αίμα του έπεσαν στο κέντρο του λουλουδιού και προέκυψαν τρία νηματίδια στο χρώμα του αίματος. Έκτοτε το λουλούδι πήρε το όνομα κρόκος. Οι θεϊκοί συμβολισμοί είναι προφανείς για τον κρόκο, το λουλούδι με τα σπάνια χαρίσματα, που έχει χρησιμοποιηθεί διαχρονικά μέχρι σήμερα σαν φάρμακο, άρτυμα και βαφικό υλικό.

Ο Όμηρος στην Ιλιάδα γράφει ότι όταν ο Δίας αγκάλιαζε την Ήρα φύτρωναν γύρω κρόκοι, ενώ σε άλλο σημείο αναφέρει “Ηώς μεν κροκόπεπλο” (Θ,1,Τ,1) παρομοιάζοντας την αυγή με το κίτρινο του κρόκου.

Οι αφηγηματικές τοιχογραφίες της Μινωικής εποχής πιστοποιούν τη μεγάλη χρήση του κρόκου ως αρώματος, φαρμακευτικού και βαφικού υλικού. Γνωστή είναι η τοιχογραφία των ανακτόρων της Κνωσού της 2ης χιλιετίας π.Χ. με τον γαλάζιο κροκοσυλλέκτη πίθηκο.

Είναι χαρακτηριστική η περίφημη τοιχογραφία “κροκοσυλλέκτριες” από τη Σαντορίνη του 16ου π.Χ. αιώνα, όπου νέες, με πολύχρωμες ενδυμασίες συλλέγουν κρόκους από βράχους .Παρατηρούμε άφθονη απεικόνιση κρόκων, ακόμη και στον αέρα με καταφανή σχεδίαση των στιγμάτων του άνθους, λόγω της σημασίας τους. Οι σειρές των τοιχογραφιών αυτών με τις τελετουργικές συλλογές του κρόκου καταδεικνύουν την ξεχωριστή θέση, που είχε την εποχή εκείνη ως βαφικό και φαρμακευτικό υλικό.
Ο περίτεχνος και τελετουργικός υφασμένος πέπλος, που κάθε πέντε χρόνια αφιέρωναν οι Αθηναίοι στη θεά Αθηνά κατά τη μεγάλη εορτή των Παναθηναίων, ήταν κροκωτός. Το ύφασμα της θεάς Άρτεμης ήταν επίσης κροκωτό. Η Ιφιγένεια προσήλθε στη θυσία της με κροκοβαμμένο ύφασμα . Ο Αισχύλος καταγράφει ότι τα επίσημα ενδύματα του Δαρείου ήταν βαμμένα με κρόκο . Το ακαταμάχητο του χρώματος εμφανίζεται καθαρά στις κωμωδίες του Αριστοφάνη: η Λυσιστράτη παροτρύνει την Κλεονίκη να φτιάξει κροκωτό αραχνοΰφαντο φόρεμα, ώστε οι άνδρες από θαυμασμό να μην μπορούν ούτε το δόρυ να σηκώσουν ενώ ο Διόνυσος στους Βατράχους μεταμφιέζεται σε Ηρακλή φορώντας τη λεοντή επάνω από τον κροκωτό χιτώνα.
Από τους αρχαίους συγγραφείς ο Αριστοτέλης καταγράφει ότι υπήρχε άφθονος κρόκος στη Σικελία . Ο Θεόφραστος μεταξύ άλλων περιγράφει την ποώδη φύση, την όψιμη βλάστηση με την παρατήρηση ότι το άνθος κρατάει μόνο λίγες ημέρες. Θεωρεί πολύ καλό μυρωδικό το κρόκινο μύρο και καταγράφει ότι ο άριστος κρόκος βγαίνει στην Κιλικία και στην Αίγινα. Ο Στράβων θεωρεί ότι από το Κωρύκειο άντρο

της Κιλικίας προκύπτει ο καλύτερος κρόκος. Ο Διοσκουρίδης καταγράφει τις φαρμακευτικές χρήσεις του κρόκου και θεωρεί τον κρόκο κράτιστο των φυτικών ιαμάτων ως αντιφλεγμονώδες, αναλγητικό, αντισηπτικό κ.ά. Θεωρεί καλύτερο σε ποιότητα τον προερχόμενο από την Κιλικία, με δεύτερο τον κρόκο της περιοχής του Ολύμπου της Λυκίας, ενώ θεωρεί κατώτερης ποιότητας τον κρόκο της Σικελίας . Ο Πλίνιος συμφωνεί ότι ο άριστος κρόκος ήταν της Κιλικίας ενώ θεωρεί επόμενο καλύτερο τον κρόκο της Σαντορίνης.

Η πρώτη αναφορά σε καλλιέργεια κρόκου χρονολογείται από το 2300 π.Χ. καθώς καταγράφεται ότι ο Σαργών, βασιλιάς της περιοχής του Ευφράτη, γεννήθηκε στην πόλη Azupirano δηλαδή την “πόλη του κρόκου” . Στην Αίγυπτο η πρώτη καταγραφή ήταν στον πάπυρο Ebers (1500 π.Χ.) όπου αναφέρεται ο κρόκος σε ιατρικά παρασκευάσματα.

Έλληνες, Αιγύπτιοι και Ρωμαίοι έκαιγαν κρόκο για θυμίαμα στους θεούς. Το ίδιο συνεχίζεται μέχρι σήμερα στην Ινδία και στην Κίνα όπου ακόμη και σήμερα τα ράσα των Βουδιστών είναι βαμμένα με κρόκο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η χρήση του είναι διαχρονική και συνεχής σε όλη την Ανατολή από την Ινδία και τα υψίπεδα του Κασμίρ μέχρι τις δυτικές παραμεσόγειες χώρες. Στα περσικά ονομάσθηκε azafran και στα αραβικά zafaran, ενώ στη Μ. Ασία και στο Αιγαίο, στα νεότερα χρόνια, ζαφορά. Οι Ρωμαίοι διατηρούν το όνομα κρόκος ενώ το φυτό καλλιεργείται κυρίως στη Σικελία και στην Κυρηναϊκή. Η χρήση του κατά τους Βυζαντινούς χρόνους ήταν συνεχής. Από την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου χρησιμοποιούνταν συχνά ως βαφικό υλικό σε χρυσογραφίες, αγιογραφίες (φωτοστέφανο αγίων) σε ξύλο ή τοίχους καθώς και σε βυζαντινά χειρόγραφα, όπου τα κεφαλαία γράμματα σύμφωνα με τις καλλιτεχνικές παραδόσεις βάφονταν με κρόκο. Οι εικόνες, οι παραστάσεις σε τοιχογραφίες και τα βιβλία που είχαν βαφεί με κρόκο διασώζονται μέχρι τις ημέρες μας.

Για τους χριστιανούς ο κρόκος είναι ένα από τα εξήντα υλικά, που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή του Αγίου Μύρου, δηλαδή του τελετουργικού υλικού που συμβολίζει τα πνευματικά δώρα του Αγίου Πνεύματος τα οποία λαμβάνουν οι πιστοί κατά τη διαδικασία του μυστηρίου του Χρίσματος.

Στο Αιγαίο, όπως προαναφέρθηκε, ο κρόκος ως φαρμακευτικό και βαφικό υλικό ήταν γνωστός από την προϊστορική εποχή. Σε όλα τα νησιά των Κυκλάδων υπάρχει αυτοφυής κρόκος από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Η σύγχρονη κροκοσυλλογή είναι μικρής εμβέλειας. Γίνεται σε ορισμένα νησιά, όπως η Σαντορίνη, η Τήνος (υπάρχει και ομώνυμο χωριό), η Κάρπαθος κ.ά. Στην Αστυπάλαια ακόμη βάφουν όλα τα πασχαλινά εδέσματα με κρόκο. Στην Κρήτη η καλλιέργεια γινόταν από τη Μινωική εποχή και υπήρχαν μέχρι το πρόσφατο παρελθόν αρκετά χωριά με το όνομα κρόκος. Η παρουσία Βενετών εμπόρων στο Αιγαίο αλλάζει περιστασιακά το όνομα με το αραβικό ζαφορά ή σαφράνι να κυριαρχεί…

πηγή