Τα ανθρωπωνύμια συνδέονται στενά με την ονοματοδοσία, δηλ. με την απόδοση ονόματος στο νεογέννητο παιδί. Για την αρχαία Αθήνα γνωρίζουμε σε ικανοποιητικό βαθμό τη διαδικασία και μάλλον δεν θα πρέπει να υπήρχαν θεμελιώδεις διαφορές σε άλλες ελληνικές πόλεις. Η ονοματοδοσία γινόταν μέχρι τη δέκατη μέρα μετά τη γέννηση.
Δρ .Ηλίας Ν. Αρναούτογλου
Κέντρον Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου
Στα επόμενα στοιχεία θα σας αναφέρω για ένα ασυνήθιστο ζευγάρι, ανθρωπωνύμια και δίκαιο στην αρχαία Ελλάδα.

Δεν θα σας παρουσιάσω τα έννομα αποτελέσματα της ονοματοδοσίας ούτε τις στρατηγικές ονοματοδοσίας και τις ποικίλες επιδράσεις σε ζητήματα κληρονομικού δικαίου. Στη νεοελληνική το απόθεμα των ανθρωπωνυμίων, σχηματισμένο από δύο διαφορετικές πηγές, τη χριστιανική συνιστώσα (με τις εν υπνώσει ελληνορωμαϊκές ή εξελληνισμένες ιουδαϊκές επιρροές) και το αναγεννημένο κλασικό παρελθόν, έχει χάσει τη σημασιολογική του βαρύτητα. Αντίθετα, το απόθεμα των αρχαιοελληνικών ανθρωπωνυμίων διατηρεί στενότερη σχέση με τις αξίες των αρχαιοελληνικών κοινωνιών. Στο πλαίσιο αυτό, λοιπόν, θα δούμε ποια χαρακτηριστικά συνοδεύουν τους δύο όρους «θέμις», «δίκη»[1].


Σιληνός και Διόνυσος

Τα ανθρωπωνύμια συνδέονται στενά με την ονοματοδοσία, δηλ. με την απόδοση ονόματος στο νεογέννητο παιδί. Για την αρχαία Αθήνα γνωρίζουμε
σε ικανοποιητικό βαθμό τη διαδικασία και μάλλον δεν θα πρέπει να υπήρχαν θεμελιώδεις διαφορές σε άλλες ελληνικές πόλεις. Η ονοματοδοσία γινόταν μέχρι τη δέκατη μέρα μετά τη γέννηση. Το όνομα έδινε ο πατέρας (προφανώς σε συνεργασία με τη μητέρα).

Η συνήθης πρακτική ήταν το πρωτότοκο αγόρι να παίρνει το όνομα του παππού του από την πατρική γραμμή, το δεύτερο το όνομα του παππού από τη μητρική γραμμή, η πρώτη θυγατέρα έπαιρνε το όνομα της γιαγιάς της από την πατρική γραμμή κοκ. Σε κάποιες περιπτώσεις οι οικογένειες έδιναν ονόματα από το αγαπημένο οικογενειακό απόθεμα, έτσι στην οικογένεια του Δημοσθένη, εντοπίζονται τα ονόματα Δημομέλης, Δήμων, Δημοφών. Βεβαίως, είναι γνωστές και περιπτώσεις κατά τις οποίες οι γονείς «κατασκεύαζαν» ένα ανθρωπωνύμιο από το οικογενειακό απόθεμα. Χαρακτηριστικότερη αλλά πάντως όχι αντιπροσωπευτική είναι η περίπτωση του Στρεψιάδη στις «Νεφέλες» του Αριστοφάνη, ο οποίος κατόπιν διαφωνιών με τη γυναίκα του και σε μια προσπάθεια συμβιβασμού ονομάζει το γιο του Φειδιππίδη[2].

Θέμις και δίκη
Για την έρευνα στηρίχτηκα στο δημοσιευμένο και αδημοσίευτο υλικό των 5 τόμων του Lexicon of Greek Personal Names (ο 5ος τόμος, ο οποίος θα περιλαμβάνει το υλικό από τα παράλια της Μ. Ασίας, πρόκειται να κυκλοφορήσει σύντομα). Απέκλεισα ανθρωπωνύμια με πρώτο συνθετικό Θεμισ(το)- (π.χ. Θεμιστοκλῆς, Θεμίστιος κλπ) διότι αποτελούν θεοφόρα ονόματα, συνδέονται δηλαδή με την Θέμιδα ως θεότητα.
Η έννοια της θέμιδας, η οποία ήδη συναντάται στα ομηρικά έπη σηματοδοτεί το τι πρέπει ή δεν πρέπει να γίνει. Θέμις σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα πορίσματα σημαίνει την απαίτηση προς τους θνητούς να προβούν ή να μην προβούν σε κάποια ενέργεια.

Η απαίτηση αυτή εξατομικεύεται είτε με μια θεϊκή απόφανση (χρησμός) είτε με την απόφαση αρχόντων (άναξ κλπ). Μπορεί να καλύπτει ενδο-οικογενειακές σχέσεις, τελετουργίες, υποχρεώσεις προς το κοινωνικό σύνολο αλλά και την ενδο-κοινωνική σταθερότητα. Επομένως, η θέμις ως ένα είδος κοσμικής τάξης γίνεται το απαραίτητο αντίδοτο στην ἔριδα και στην στάσιν που ταλανίζουν την αρχαϊκή πόλη. Αντίθετα η έννοια της δίκης είναι πιο ξεκάθαρη, σημαίνει όχι μόνο την απόφανση, ατομικού ή συλλογικού οργάνου, για κάποια διαφορά, αλλά και τη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης και ιδιαίτερα στην Αθήνα έναν τύπο ένδικου μέσου.

Ευβοϊκός σκύφος με εγχάρακτη επιγραφή «Είμαι [το ποτήριαγγείο;] του Ακεσάνδρου. [… όποιος μου το στερήσει … τα μά]τια του (ή τα χρήματά του) θα στερηθεί.»
Ευβοϊκό αλφάβητο και ιωνική διάλεκτος, περίπου 720 π.Χ.

Ανθρωπωνύμια
Η πρωϊμότερη μαρτυρία ανθρωπωνυμίου σε –θέμις παραδίδεται στον κατάλογο των Ολυμπιονικών. Είναι ο νικητής του σταδίου δρόμου για το έτος 732 π.Χ. , ο Ὁξύθεμις. Παρόμοια ονόματα εμφανίζουν ιδιαίτερη διάδοση στα κλασικά και ελληνιστικά χρόνια και εξαπλώνονται ιδιαίτερα στη νησιωτική Ελλάδα, στην Κύπρο και στις παράλιες πόλεις της Μικράς Ασίας (καθώς και στις αποικίες τους) (78 τύποι). Αντίθετα δεν φαίνεται να είναι ιδιαίτερα δημοφιλή στην ηπειρωτική Ελλάδα. (27 τύποι) Η ιδιόρρυθμη αυτή συγκέντρωση μπορεί να συνδέεται με την επικράτηση πολιτικής αστάθειας στις περιοχές αυτές και την συνακόλουθη χρήση της θέμιδος για τον κατευνασμό των παθών και την υπέρβαση της κρίσης.

Τα ανθρωπωνύμια σε –δίκη είναι 3 φορές περισσότερα από τα ονόματα σε –θέμις, περίπου 200 διαφορετικοί ονοματικοί τύποι, συμπεριλαμβανομένων διαλεκτικών και ορθρογραφικών μορφών, π.χ. Λαδίκη, Λαοδίκη, Λαυδίκη. Τα ανθρωπωνύμια αυτά μαρτυρούνται σε όλες τις περιοχές που κατοικήθηκαν από Έλληνες, στην ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα, στην Μικρασία, στις αποικίες στην Μαύρη Θάλασσα, Ιταλία, Σικελία και βόρεια Αφρική, στη διάρκεια των αρχαϊκών, κλασικών, ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων.

Θεοφόρα ονόματα
Ήδη από την αρχαιότητα τα ανθρωπωνύμια διακρίνονται σε δύο μεγάλες κατηγορίας, θεοφόρα και άθεα. Σημαίνον χαρακτηριστικό των ανθρωπωνυμίων σε –θέμις είναι η χρήση του όρου στα θεοφόρα ονόματα Απολλόθεμις, Διόθεμις, Ζηνόθεμις και άλλα (57 άτομα) σε σχέση κυρίως, αλλά όχι μόνο, με θεότητες που διαθέτουν μαντικές ικανότητες. Αυτά φαίνεται να αποτελούν την πλειονότητα. Άλλα θεοφόρα περιλαμβάνουν τα Διονυσόθεμις, Ηρόθεμις, Μανδρόθεμις, Μηνόθεμις, Μητρόθεμις, ποτάμιες θεότητες, Ερμόθεμις, Καϊκόθεμις, και άλλα με έντονα θρησκευτικό χρώμα όπως, Αγνόθεμις, Ευξίθεμις, Θεόθεμις, Ιερόθεμις, Υψίθεμις, Φανόθεμις, Μολπόθεμις.

Αν και υποστηρίχθηκε ότι είναι σπάνια τα θεοφόρα ονόματα σε –δίκη, εντούτοις εντόπισα 15 τέτοιους ονοματικούς τύπους (θεότητες, Αθηνόδικος, Ισιδίκη, Ερμόδικος, Ηρακλεόδικος, Ηρόδικος, Θεμιστόδικος, Θεόδικος, Μηνοδίκη, Ποσείδικος, ποταμούς Καϊκόδικος, Καϋστρόδικος, Σκαμανδρόδικος, λατρευτικά επίθετα Βασιλοδίκα, Πυθοδίκη αλλά και ιδιότητες όπως Αγνοδίκη). Παρατηρείται ότι οι θεότητες με μαντικές ιδιότητες υπερτερούν στα ανθρωπωνύμια σε –θέμις, ενώ μόλις που καταγράφονται ανάμεσα στα ανθρωπωνύμια σε –δίκη.

Άθεα ονόματα
Αυτά τα ανθρωπωνύμια συνδέουν την θέμιδα και την δίκην με ατομικά χαρακτηριστικά [είτε κοινά και στις δύο έννοιες όπως η αριστεία (Αριστόθεμις – Αριστόδικος), η δόξα (Κλεόθεμις – Κλεόδικος), η φήμη (Κλεισίθεμις – Κλεινόδικος), η επικράτηση (Νικόθεμις – Νικόδικος), η τιμή (Τιμόθεμις – Τιμόδικος) ενώ σε άλλες περιπτώσεις συνδέεται μόνο με μία, όπως η ευρωστία (Αλκίθεμις), η γενναιότητα (Εσλόθεμις), το δέος (Δεισίθεμις) συνδέονται με την «θέμι», ενώ άλλα όπως το θάρρος (Θρασύδικος) με τη «δίκη»]. Επίσης οι υπό εξέταση έννοιες συνδέονται και με κοινωνικά χαρακτηριστικά, είτε πολιτικά (όπως η ηγεσία (Αγησίθεμις – Αγησίδικος), η αμεροληψία (Αμφίθεμις –Αμφίδικος), η σωτηρία (Λυσίθεμις –Λυσίδικος), η ισότητα (Ισόθεμις – Ισόδικος), η σταθερότητα (Στασίθεμις – Στασιδίκα), ενώ η ίαση του κοινωνικού σώματος (Ακεστόθεμις) συνδέεται με την θέμιδα] είτε συνδεόμενα με την κοινωνικο-πολιτική οργάνωση της πόλης (Αναξίθεμις – Αναξίδικος, Δαμόθεμις – Δαμόδικος, Λεώθεμις – Λεώδικος).

Μία ευμεγεθής ομάδα ανθρωπωνυμίων σε –δίκη μπορούν να χαρακτηριστούν ως «δικαστικά» επειδή αναφέρονται, άμεσα ή έμμεσα, στην απονομή δικαιοσύνης και μπορούν να διακριθούν σε αυτά που χαρακτηρίζουν μια δικαστική απόφαση (Γνωσίδικος, Δαμνοδίκα, Αλεξίδικος, Ευθύδικος και Ιθύδικος και Ορθόδικος, Αμφιδίκη), σ’ αυτά που αναφέρονται στη διαδικασία απονομής δικαιοσύνης (Αρμοδίκα, Ερατυδίκα) και σε αυτά που σχηματίζονται με βάση νομικούς ρόλους και αξιώματα (Πρόδικος, Σύνδικος, Αντίδικος, Έκδικος).

Σύμφωνα με τα ανθρωπωνύμια, λοιπόν, η θέμις συνήθως εκπορεύεται από κάποια θεότητα, ιδιαίτερα εάν αυτή έχει σχέση με κάποιο μαντείο, το οποίο θα εκφράζει τις θεϊκές αποφάνσεις. Η θέμις επίσης συνδέεται με ατομικές αξίες, παραδοσιακές στις αρχαιοελληνικές πόλεις, καθώς η διατήρησης της κοινωνικής ειρήνης, σταθερότητας και ισορροπίας συμβάλλει στην αναγνώριση κλέους, τιμής και αρετής για το άτομο.

Ὀσον αφορά τα κοινωνικά χαρακτηριστικά της, η θέμις αποτελεί την πρωταρχική αλλά και σωτήρια αξία της κοινωνικής συμβίωσης, διακρίνεται για τη σταθερότητα που επιφέρει στην κοινωνία των ανθρώπων, προωθεί την ισότητα μεταξύ των μελών της κοινωνίας και την αμεροληψία στην κρίση των διαφορών, προστατεύει όχι μόνο τους γηγενείς αλλά και τους ξένους, και τέλος έχει την ιδιότητα να θεραπεύει το κοινωνικό σώμα.

Τα ανθρωπωνύμια σε –δίκη, με εξαίρεση τα δυναστικά Ευρυδίκη και Λαοδίκη, ιδιαίτερα δημοφιλή στη βόρεια Ελλάδα και στην ύστερη ελληνιστική και ρωμαϊκή Μικρά Ασία αντίστοιχα, αποκαλύπτουν μια εξασθενημένη σχέση με τη θρησκεία απ’ ότι τα ονόματα σε –θέμις. Η κυρίαρχη αντίληψη της δίκης στα ανθρωπωνύμια μας παρέχεται από το όνομα Εὐθύδικος και τα συναφή (περίπου 100 άτομα). Η δίκη τόσο ως δικαστική απόφανση αλλά και διαδικασία απονομής δικαίου, πρέπει να είναι ευθεία, δίχως στρεβλώσεις.


Αιολικό αγγείο πόσης (πιθανότατα από τη Λέσβο) με εγχάρακτη
επιγραφή «Είμαι του Φιλίωνα». Άγνωστο αλφάβητο ίσως με αιολικά στοιχεία, πιθανόν σε ιωνική διάλεκτο, ύστερος 8oς – πρώιμος 7ος αιώνας π.Χ.

Η ύπαρξη και δημοφιλία αυτής της κατηγορίας ανθρωπωνυμίων αποτελεί καθαρή απόδειξη της αβεβαιότητας που γεννούσε η διαδικασία απονομής δικαίου, ιδιαίτερα όταν προήδρευαν οι γνωστοί Ησιόδειοι «δωροφάγοι βασιλῆες». Σε μια προσπάθεια να διασκεδάσουν τους φόβους τους για την έκβαση μιας νομικής διαφοράς, οι αρχαίοι Έλληνες μπορούσαν να επιλέξουν να ονομάσουν τα παιδιά τους με ευοίωνα ονόματα, όπως το Εὐθύδικος, ενώ εάν επιθυμούσαν ο απόγονος τους να είναι προικισμένος με μια οξεία αίσθηση κρίσης θα μπορούσε να ονομασθεί Ὀξύθεμις.

Δρ .Ηλίας Ν. Αρναούτογλου
Από το Συνέδριο Ονοματολογικής Εταιρείας, 27 Ιανουαρίου 2010, Αθήνα)

[1] Για τον φιλομαθή αναγνώστη παραπέμπω στα άρθρα μου, «Onomastics and law. Dike and –dike names» στον τόμο των Catling, R.W.V. & F. Marchand (eds) Onomatologos. Studies in Greek personal names presented to Elaine Matthews, 582-600, Oxford 2010, “Onomastique grecque et droit” στον τόμο των Tzitzis, St., Protopappas-Marneli, M. & B. Melkevik (eds) Mythe et justice dans la pensée grecque, 7-21, Montreal 2009, και «Ανθρωπωνύμια και δίκαιο» Επετηρίς του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου 39 (2006) 31-53.

[2] Αριστοφ. Νεφέλαι, 61-67: ἐμοί τε δὴ καὶ τῃ γυναικί τἀγαθῆ περὶ τοὐνόματος δἠντεῦθεν λοιδορούμεθα. ἡ μὲν γὰρ ἵππον προσετίθει πρὸς τοὔνομα, Ξάνθιππον ἢ Χάριππον ἢ Καλλιππίδην, ἐγὼ δὲ τοῦ πάππου τιθέμην Φειδωνίδην. τέως μὲν οὖν ἐκρινόμεθ’ εἶτα τῳ χρόνῳ κοινῆ ξυνέβημεν κἀθέμεθα Φειδιππίδην.
ΑΡΧΕΙΟ ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΜΩΝΑ