ΠΙΣΩ
Τό ὄνομα Ροτόντα τό ἔδωσαν ξένοι περιηγηταί (18ος αἰώνας) λόγω τοῦ κυκλικοῦ της σχήματος.
Κτίστηκε γύρω στο 300 μ.Χ. , ἀπό τόν Γαλέριο γιά μαυσωλεῖο του. (Ὁ Γαλέριος πέθανε καί ἐτάφη μακριά ἀπό την Θεσσαλονίκη ). Κατά μία ἄλλη ἐκδοχή ὑπῆρξε ναός ἀφιερωμένος στό Δία.

Μέ τήν κατάργηση τῆς εἰδωλολατρίας και τήν ἐπικράτηση τοῦ Χριστιανισμοῦ στά χρόνια τοῦ Μεγάλου Θεοδοσίου ( 379-395 μ.Χ.) το ρωμαϊκό αὐτό οἰκοδόμημα μετατράπηκε σε Χριστιανικό Ναό. Εἶναι ὁ ἀρχαιότερος Ναός τῆς

Θεσσαλονίκης. Τότε προστέθηκε ἀνατολικά ἡ ἀψιδα τοῦ Ἱεροῦ , κτίστηκε δακτύλιος σέ ἀπόσταση ὀκτώ μέτρων και διπλασιάστηκε σχεδόν ὁ ἀρχικός χῶρος τοῦ Ναοῦ ,γιά νά ἐξυπηρετήσει τό μεγάλο πλῆθος τῶν χριστιανῶν. Διακοσμήθηκε μέ πολύχρωμη ὀρθομαρμάρωση καί λαμπρά ψηφιδωτά στόν τροῦλο, στίς καμάρες καί στά τοξωτά ἀνοίγματα.

Τά ψηφιδωτά εἶναι τά ἀρχαιότερα ἐντοίχια ψηφιδωτά καί τά μοναδικά τῆς αὐτοκρατορικῆς τέχνης στά χρόνια τοῦ Μ. Θεοδοσίου. Στη ζωφόρο τῶν μαρτύρων μπορεῖ νά δεῖ σήμερα κανείς δεκαπέντε Ἁγίους μάρτυρες ἀπό τήν Ἀνατολή πού τιμῶνται ὅμως σέ ὅλη τήν αὐτοκρατορία ,τόν καθένα μέ τό ὄνομα του , τό ἐπάγγελμα του καί τήν ἡμερομηνία ἑορτασμοῦ του . Ἕνα μνημειῶδες εἰκονογραφημένο ἡμερολόγιο.

Στήν κορυφή τοῦ τρούλου βρίσκεται τό θαυμάσιο ψηφιδωτό τοῦ Χριστοῦ «ἐν δόξη».
Ἡ μεγαλοπρέπεια τοῦ οἰκοδομήματος, ὁ θαυμάσιος χριστιανικός διάκοσμος καί ἡ βαθύτερη σημασία πού εἶχε ὡς εἰδωλολατρικό αὐτοκρατορικό οἰκοδόμημα , πού εἶχε μετατραπεῖ σέ αὐτοκρατορικό Χριστιανικό Ναό, συνετέλεσαν ὥστε ἡ Ροτόντα νά γίνει μητρόπολιτικός Ναός τῆς Θεσσαλονίκης και καθιερώθηκε ὡς Ναός τῶν Ἀρχαγγέλων ἤ τῶν Ἀσωμάτων.
Ὁ Ναός τῶν Ἀρχαγγέλων ὑπῆρξε ἡ μητρόπολη τῆς Θεσσαλονικης σέ ὅλη τή μακρά περίοδο τοῦ Βυζαντίου( Εὐστάθιος Μητροπολίτης Θεσσαλονικης, 13ος αἰών. Καμενιάτης 14ος αἰων.).

Ἡ θαυμάσια τοιχογραφία τῆς Ἀναλήψεως στήν ἀψίδα τοῦ Ἱεροῦ δημιουργήθηκε ὅταν ὁ αὐτοκράτορας Βασίλειος Βουλγαροκτόνος ἔμπαινε στή Θεσσαλονίκη μετά τήν ὁριστική συντριβή τῶν Βουλγάρων τοῦ Σαμουήλ.
Τό Ναό σεβάστηκαν ὡς μητροπολιτικό Ναό καί αὐτοί οἱ Λατίνοι , πού δέν δίστασαν να ἐγκατασταθοῦν ἀκόμη καί μέσα στόν Ἅγιο Δημήτριο.
Ἀκόμη καί οἱ Τοῦρκοι , μετά 160 χρόνια ἀπό την ἅλωση τῆς Θεσσαλονίκης , τόλμησαν νά μετατρέψουν,τελευταῖο ἀπό ὅλους, τον περίφημο αὐτό Ναό σέ τζαμί, στούς ἄγριους διωγμούς τοῦ 1590.

Τότε τά ἱερά σκεύη καί οἱ φορητές εἰκόνες μεταφέρθηκαν σ’ἕνα ἐκκλησάκι τοῦ Ἁγίου Γεωργίου πού βρίσκευτα ἔξω ἀπό τον περίβολο τῆς Ροτόντα. Οἱ ἀνεκτίμητοι θησαυροί τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ διασκορπίστηκαν , ὅπως ὁ περίφημος ἄμβωνας –γλυπτικό ἀριστούργημα –τοῦ ὁποίου δύο μεγάλα τεμάχια μεταφέρθηκαν το 1900 ἀπό τους Τούρκους στήν Κωνσταντινούπολη.
Μέ την ἀπελευθέρωση τῆς Μακεδονίας τό 1912 ἀπό τον Τουρκικό ζυγό ὁ Ναός ἐγκαινιάστηκε ἀπό τον Μητροπολίτη Γεννάδιο εἰς τιμήν τοῦ Ἁγίου Γεωργίου.

Το 1917 κατά τον πρῶτο παγκόσμιο πόλεμο, ἀρχαιολόγοι ἀπό τά γαλλικά στρατεύματα πού βρισκόταν στήν πόλη, εἰσέβαλαν στον Ναό ὑπό τό πρόσχημα τῶν ἀρχαιολογικῶν ἀνασκαφῶν καί τόν ἀνέσκαψαν ἐκ θεμελίων.

Τό 1964 ὁ Μητροπολίτης Παντελεήμων Παπαγεωργίου ἐγκαινίασε νέο θυσιαστήριο μέ ἅγια λείψανα. Κατόπιν τούτου ὁ Ναός λειτουργοῦσε κανονικά μέ τόν ἰδιαίτερο χαρακτηρισμό τοῦ Πανεπιστημιακοῦ Ναοῦ.

Στούς σεισμούς τοῦ 1978 ὁ Ναός βρισκόταν σέ ἐξελεκτική κατάσταση καταρρεύσεως. Ἔγιναν πλῆθος ἐργασιῶν, κατ’ἀρχήν ὑποστυλώσεως , ἔρευνες, πλῆθος ἐργαστηριακές δοκιμές, ἐνέματα, συντήρηση τῶν ψηφιδωτῶν και τέλος πρίς λίγες μέρες ἀπαλλάχτηκε ἀπό τίς σκαλωσιές καί ὁλοκληρώθηκε ἡ ἀποκατάσταση του.

Τό περίεργο εἶναι ὅτι ὁ Σταυρός τοῦ τρούλου , ἡ Ἁγία Τράπεζα τοῦ 1964 καί ἡ ἐπιγραφή Ἱερός Ναός Ἁγίου Γεωργίου ἔχουν ἐξαφανιστεῖ. Ἐπί τῶν ἡμερῶν του, ὁ μητροπολίτης Παντελεήμων Χρυσοφάκης ἐγκαινίασε ἐκ νέου τόν Ἱ. Ναό.

Ἡ ἀνακήρυξή τοῦ Ναοῦ ὡς μνημείου, βέβαια δέν σημαίνει ὅτι ἔχασε την ἱερότητα τοῦ χώρου του. Πολύ σωστά το κεντρικό ἀρχαιολογικό συμβούλιο (ΚΑΣ) πανψηφεῖ ἀποφάσισε τήν ἐπανατοποθέτηση στόν τροῦλο τοῦ τιμίου Σταυροῦ πού ὑπῆρχε τουλάχιστον μέχρι το 1951. ΥΠΠΟΑ/Γ∆ΑΠΚ/∆ΒΜΑ/ΤΒΜΑΧΜΑΕ/369131/217733/10534/3011/23.12.2015.

Στά σύγχρονα φοιτητικά νειάτα τῆς Θεσσαλονίκης ἀνήκει ὁ ὡραῖος ἀγώνας καί ἡ προσπάθεια νά ἀποδοθεῖ κανονικά στή λατρεία και τη δόξα τοῦ Ὑψίστου ὁ Μητροπολιτικός Ναός τῶν Ἀρχαγγέλων και μάλιστα ὡς Πανεπιστημιακός Ναός , διατηρώντας καί τό μνημειακό του χαρακτήρα, γιά νά ξαναζωντανέψει ἡ λάμψη του καί γιά νά σπουδάζουν σ’αὐτόν τά νειάτα μέ «περήφανο πόνο» τη δόξα πού μᾶς πρέπει.

Εύθαλία Γούναρη
Θεολόγος-Πολιτικός Μηχανικός
Τέως προϊσταμένη τῆς Διευθύνσεως Ἀποκαταστάσεως Δημοσίων Κτιρίων καί Μνημείων τῆς ΥΑΣΒΕ