ΠΙΣΩ
Μανώλης Γ. Βαρδής

Ο εικονοκλαστικός ζήλος (και αμετροέπεια) ενός κοινωνικού συνόλου στην Ελλάδα χρησιμοποιείται ως μία ακόμη ιδεολογική πτυχή κοσμοπολιτισμού και πολυπολιτισμικότητας. Είναι γνωστό το θέμα εδώ και δεκαετίες. Τουλάχιστον από τα τέλη του 19ου αιώνα και εξής είχαμε τρόπον τινά δύο Ελλάδες: την ευρωπαϊκή «δυτικοκεντρική» και την λαϊκότροπη παραδοσιακή. Η διαφορά με το σήμερα είναι ότι αυτοί οι διαχωρισμοί παρήγαν πολιτισμό, είχαν δηλαδή μία σχέση με την κοινωνική πραγματικότητα- άλλοτε περισσότερο (στην περίπτωση της λαϊκής εκδοχής) και άλλοτε λιγότερο (στην περίπτωση του αστικού ευρωπαϊσμού).


Οι ανακοινώσεις και οι διαμάχες για τον διαπολιτισμικό χαρακτήρα της Ροτόντας στην Θεσσαλονίκη, για το αν πρέπει να τιμάται και να επισκέπτεται ως μνημείο ή να λειτουργεί ως ιερός Ναός, δεν είναι παρά «κενές περιεχομένου» αντιμαχίες. Βρέθηκε ένα ακόμη πεδίο σύγκρουσης των «εθνικιστών» με τους «εθνοπροδότες», στη κοινή βάση βέβαια ενός διάχυτου λαϊκισμού- καθώς ακόμη και ο Μητροπολίτης Άνθιμος ζητά στην τελική των αναλύσεων δημοψήφισμα για την τοποθέτηση σταυρού στην εκκλησία (τότε αλήθεια τι εκκλησία μπορεί να είναι εάν δεν έχει σταυρό;)
Η αλήθεια είναι όμως ότι οι διαδοχικές μετατροπές της Ροτόντας (ρωμαϊκό μνημείο, βυζαντινός ναός, τζαμί, μουσείο) σηματοδοτούν ένα παρελθόν που δεν είναι αναλλοίωτο ή αβέβαιο. Το παρελθόν πάντα αντιστέκεται στις ερμηνευτικές νομιμοποιήσεις του παρόντος, και αναδύεται θριαμβευτικά. Το ίδιο το παρόν μπορεί να υποστηρίζει διαφορετικές μνήμες [1], αρκεί οι μνήμες αυτές να υπάρχουν. Δηλαδή εάν υπάρχει η κοινωνική ανάγκη της ρωμαϊκής μνήμης της Ροτόντας, αυτή θα αναδειχθεί πραγματικά- δεν θα περίμενε τις παρεμβάσεις δημάρχων και υπουργών.
Τελικά το κριτήριο είναι η υπαρξιακή αγωνία. Και υπαρξιακή αγωνία σημαίνει πολιτισμός. Όσο και να ξενίζει το σύγχρονο υποκείμενο, οι «τόποι» και οι «μνήμες» δεν είναι wikipedia. Η συλλογική μνήμη συγκροτείται εκτός νεωτερικού χρόνου και επιστημονικού πεδίου. Το παράδειγμα του κινηματογράφου ενός Κουτσαφτή ή ενός Αγγελόπουλου είναι χαρακτηριστικό: η αρχέγονη μνήμη της αρχαίας Ελευσίνας (Αγέλαστος Πέτρα) ή των ληστών της υπαίθρου (Μεγαλέξανδρος) μεταγράφεται σε ένα ζωντανό παρόν. Τα καθημερινά, «διπλανά» πρόσωπα των τόπων ανακαλούν τους παρελθόντες ήρωες, το τοπίο είναι το ίδιο με αυτό που βίωναν οι παλαιότερες γενιές, ο Μεγαλέξανδρος είναι ταυτόχρονα αρχαίος ήρωας, ληστής του 19ου αιώνα και Ελασίτης αντάρτης στα βουνά. Ο ιστορικός χρόνος συνθλίβεται στο φιλμικό παρόν, στο οποίο όμως συνυπάρχουν οι χρόνοι του έθνους [2].
Η Ροτόντα είναι και ρωμαϊκή, και βυζαντινή και οθωμανική και ελληνική. Η τέλεση της Λειτουργίας σε αυτήν, δηλαδή η είσοδος του «ά-χρονου», συμπυκνώνει και δεν εξαλείφει το παρελθόν. Είναι ιστορική τιμή για ένα μνημείο όταν σε αυτό τελείται θρησκευτική ιεροπραξία- και δεν καταντά μουσείο, δηλαδή δεν «ταριχεύεται» (και με την ίδια έννοια, η Αγία Σοφία ζωντανεύει το παρελθόν της ως τζαμί, και όχι ως μουσείο για τουρίστες και διανοούμενους)

[1] Paloma Aguilar Fernández, Μνήμη και λήθη του Ισπανικού Εμφυλίου. Δημοκρατία, δικτατορία και διαχείριση του παρελθόντος, Παν. Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2005, 35.
[2] Δημήτρης Πλάντζος, Οι Αρχαιολογίες του Κλασικού. Αναθεωρώντας τον εμπειρικό κανόνα, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2014, 291.

Ο ζωγραφικός πίνακας («Βυζαντινή Θεσσαλονίκη») που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Θανάση Μπακογιώργου.

πηγή κειμένου: Αντίφωνο

Η Ροτόντα της Θεσσαλονίκης και η ιστορική μνήμη

Οι ανακοινώσεις και οι διαμάχες για τον διαπολιτισμικό χαρακτήρα της Ροτόντας στην Θεσσαλονίκη, για το αν πρέπει να τιμάται και να επισκέπτεται ως μνημείο ή να λειτουργεί ως ιερός Ναός, δεν είναι παρά «κενές περιεχομένου» αντιμαχίες. Βρέθηκε ένα ακόμη πεδίο σύγκρουσης των «εθνικιστών» με τους «εθνοπροδότες», στη κοινή βάση βέβαια ενός διάχυτου λαϊκισμού- καθώς ακόμη και ο Μητροπολίτης Άνθιμος ζητά στην τελική των αναλύσεων δημοψήφισμα για την τοποθέτηση σταυρού στην εκκλησία (τότε αλήθεια τι εκκλησία μπορεί να είναι εάν δεν έχει σταυρό;)

Η αλήθεια είναι όμως ότι οι διαδοχικές μετατροπές της Ροτόντας (ρωμαϊκό μνημείο, βυζαντινός ναός, τζαμί, μουσείο) σηματοδοτούν ένα παρελθόν που δεν είναι αναλλοίωτο ή αβέβαιο. Το παρελθόν πάντα αντιστέκεται στις ερμηνευτικές νομιμοποιήσεις του παρόντος, και αναδύεται θριαμβευτικά. Το ίδιο το παρόν μπορεί να υποστηρίζει διαφορετικές μνήμες [1], αρκεί οι μνήμες αυτές να υπάρχουν. Δηλαδή εάν υπάρχει η κοινωνική ανάγκη της ρωμαϊκής μνήμης της Ροτόντας, αυτή θα αναδειχθεί πραγματικά- δεν θα περίμενε τις παρεμβάσεις δημάρχων και υπουργών.

Τελικά το κριτήριο είναι η υπαρξιακή αγωνία. Και υπαρξιακή αγωνία σημαίνει πολιτισμός. Όσο και να ξενίζει το σύγχρονο υποκείμενο, οι «τόποι» και οι «μνήμες» δεν είναι wikipedia. Η συλλογική μνήμη συγκροτείται εκτός νεωτερικού χρόνου και επιστημονικού πεδίου. Το παράδειγμα του κινηματογράφου ενός Κουτσαφτή ή ενός Αγγελόπουλου είναι χαρακτηριστικό: η αρχέγονη μνήμη της αρχαίας Ελευσίνας (Αγέλαστος Πέτρα) ή των ληστών της υπαίθρου (Μεγαλέξανδρος) μεταγράφεται σε ένα ζωντανό παρόν. Τα καθημερινά, «διπλανά» πρόσωπα των τόπων ανακαλούν τους παρελθόντες ήρωες, το τοπίο είναι το ίδιο με αυτό που βίωναν οι παλαιότερες γενιές, ο Μεγαλέξανδρος είναι ταυτόχρονα αρχαίος ήρωας, ληστής του 19ου αιώνα και Ελασίτης αντάρτης στα βουνά. Ο ιστορικός χρόνος συνθλίβεται στο φιλμικό παρόν, στο οποίο όμως συνυπάρχουν οι χρόνοι του έθνους [2].

https://manolisgvardis.wordpress.com/